Supreme Court allows appeal against criminal negligence verdict, remanding case for retrial due to failure to consider victim's conduct.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's criminal negligence verdict. The court found the lower court erred by failing to consider the appellants' argument that the three defendants' public shouts of 'shoot the thieves' and 'I have a gun' constituted criminal negligence under specific articles of the Civil Code. Consequently, the Supreme Court annulled the lower court's decision regarding the defendants' liability and remanded the case for retrial before a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible if substantive law was violated, and a lower court's failure to consider relevant facts or arguments presented by the parties constitutes a violation of substantive law requiring annulment and remittal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1485 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1485/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Πακιρτζίδου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2, κατοίκου ..., 3. Ψ3, κατοίκου ... και 3. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Απαντες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Αρβανιτίδου, η οποία ανακάλεσε την από 25-08-20120 δήλωσή της για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39595/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1985/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 30 Αυγούστου 2010 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δεύτερου κατά το δεύτερο μέρος του και τέταρτου λόγων της από 9-1-2009 αίτησης αναίρεσης, την απόρριψη των λοιπών, και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1985/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το εις το σκεπτικό μέρος της.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του αρθρ.559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσίαν (Ολ, ΑΠ 27 28/1998, ΑΠ 1047/2010). Εξάλλου ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 71 ΑΚ, που ορίζει ότι το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της κατά τη διάταξη αυτή αυτοτελούς αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου είναι οι ακόλουθες:
α)Πράξη η παράλειψη, που να μην είναι δικαιοπραξία και να παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως με βάση άλλες διατάξεις του ΑΚ, όπως είναι εκείνες των άρθρων 914 και 919 ΑΚ. β)Να πρόκειται για πράξη ή παράλειψη των οργάνων που αντιπροσωπεύουν το νομικό πρόσωπο. Ως όργανα του νομικού προσώπου, κατά το νομοθετικό λόγο της διάταξης αυτής, νοούνται όχι μόνο τα πρόσωπα που διοικούν το νομικό πρόσωπο κατά τους ορισμούς των άρθρων 65 έως 70 του ΑΚ (καταστατικά όργανα), αλλά και εκείνα των οποίων οι εξουσίες συναλλαγής με τρίτους προσδιορίζονται στο καταστατικό, τη συστατική πράξη ή τον κανονισμό λειτουργίας του νομικού προσώπου ακόμα και αν τα πρόσωπα αυτά δεν μετέχουν στη διοίκηση του τελευταίου.
Και γ)η πράξη ή η παράλειψη να έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων, που είχαν ανατεθεί στο όργανο, πρέπει δηλαδή να βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την εκτέλεση των καθηκόντων του οργάνου, είναι δε αδιάφορο για την ευθύνη του νομικού προσώπου αν το όργανο ενήργησε καθ'υπέρβαση των καθηκόντων αυτών κατά κατάχρηση της εξουσίας του.
Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια που παράγει υποχρέωση αποζημίωσης, τότε ευθύνονται εις ολόκληρον και αυτό και το νομικό πρόσωπο, δηλαδή το νομικό πρόσωπο έχει πρόσθετη μετά του καταστατικού οργάνου του ευθύνη αποζημίωσης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυασμένη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία αλλά και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία είναι: α)ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β)παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ)υπαιτιότητα που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια και δ)πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.
Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση της θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ, ήτοι την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την παρούσα κοινωνική αντίληψη, ιδιαίτερα, σε περίπτωση που κάποιος δημιούργησε επικίνδυνη κατάσταση, από την οποία μπορούσε να προέλθει ζημία, του επιβάλλει την ενδεδειγμένη θετική ενέργεια προστασίας προς αποφυγή της ζημίας (ΑΠ 5/2001).
Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 914 και 330 ΑΚ και 15 ΠΚ συνάγεται ότι παράνομη είναι κάθε προσβολή στα δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου που προστατεύονται από το νόμο. Για να υπάρξει όμως δικαίωμα αποζημίωσης σε περίπτωση προσβολής ατομικού συμφέροντος, απαιτείται η παραβιαζόμενη διάταξη υπαιτίως να είναι κατά το γράμμα της ή το σκοπό του νομοθέτη, προστατευτική του προσβαλλόμενου δικαιώματος ή συμφέροντος ή τουλάχιστον και τούτου.
Η παράβαση επομένως διάταξης που τέθηκε αποκλειστικά για την προστασία του γενικού συμφέροντος ή ατομικού συμφέροντος τρίτων, πλην του ζημιωθέντος, δεν γεννά δικαίωμα αποζημίωσης του τελευταίου, αφού το ατομικό συμφέρον του τελευταίου δεν σκόπευε να προστατεύσει ο νομοθέτης (ΑΠ 1257/2005, 900/2003). Αμέλεια δε υπάρχει κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφώς νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις. (ΑΠ 708/2004, 1084/2008).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία του ο υπηρετών ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, "προστηθείς", για την αδικοπραξία του οποίου ευθύνεται, κατά τους όρους της διάταξης αυτής, το πρόσωπο που δέχεται τις υπηρεσίες του, είναι εκείνος που με τη βούληση του τελευταίου ως "προστήσαντος" απασχολείται διαρκώς ή παροδικώς με τη διεκπεραίωση υπόθεσης και γενικά με την εξυπηρέτηση των συμφερόντων αυτού κάτω από τις οδηγίες και τις εντολές τούτου ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του.
Από τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ προκύπτει ότι για την ίδρυση ευθύνης του προστήσαντος από την αδικοπραξία του προστηθέντος, πρέπει ο τελευταίος να τελεί υπό τις οδηγίες και τις εντολές του προστήσαντος, ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, προς τις οποίες και είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται.
Από το ίδιο ως άνω άρθρο συνάγεται ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις ζημίες που προξένησε ο προστηθείς σε τρίτον όχι μόνο κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ'αυτόν υπηρεσίας, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ'ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σ'αυτόν ή καθ'υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ'αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια (ΑΠ 926/04).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.1 του Κ.Π.Δ., αυτόφωρο είναι το έγκλημα την ώρα που γίνεται η το έγκλημα που έγινε πρόσφατα. Η πράξη θεωρείται ότι έγινε πρόσφατα, ιδίως όταν αμέσως ύστερα από αυτήν ο δράστης καταδιώκεται από τη δημόσια δύναμη ή από τον παθόντα ή με δημόσια κραυγή, όπως και όταν συλλαμβάνεται οπουδήποτε να έχει αντικείμενα ή ίχνη από τα οποία συμπεραίνεται ότι διέπραξε το έγκλημα σε πολύ πρόσφατο χρόνο.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 275 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, προκειμένου για αυτόφωρα κακουργήματα ή πλημμελήματα οι ανακριτικοί υπάλληλοι των άρθρων 33 και 34, καθώς και κάθε αστυνομικό όργανο, έχουν υποχρέωση, ενώ οποιοσδήποτε πολίτης το δικαίωμα, να συλλάβουν το δράστη, τηρώντας τις διατάξεις του Συντάγματος και του άρθρου 279 του Κώδικα για την άμεση προσαγωγή του στον εισαγγελέα.
Από τις ανωτέρω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι, για να θεωρηθεί αυτόφωρο το έγκλημα που τελέσθηκε πρόσφατα, μπορεί εκτός των άλλων περιπτώσεων που προβλέπει ο νόμος, να συντρέχει και η περίπτωση της καταδίωξης του δράστη αμέσως μετά την τέλεση της πράξης, με δημόσια κραυγή, η οποία μπορεί να έχει και το περιεχόμενο "πιάστε τον αυτός είναι".
Με την έκφραση αυτή δηλούται το πραγματικό γεγονός της δίωξης με κραυγές στα φανερά από αυτόν ή από αυτούς που είχαν άμεση αντίληψη ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο τέλεσε αμέσως πριν κάποιο έγκλημα και δεν πρόκειται για εκ των υστέρων αόριστες φήμες ή διαδόσεις. Κάθε δε πολίτης, και όχι μόνον ο παθών, έχει το δικαίωμα και όχι παράλληλη υποχρέωση να συλλάβει το δράστη του αυτοφώρου κακουργήματος ή πλημμελήματος.
Το δικαίωμα αυτό, το οποίο απονέμεται στον πολίτη κατά παραχώρηση της Πολιτείας συνιστά άσκηση δημόσιας εξουσίας, για την οποία με την -ειδικότερη μορφή της αποκατάστασης της κοινωνικής ειρήνης που διασαλεύθηκε με το έγκλημα- δεν παύει να ενδιαφέρεται ο πολίτης και από την οποία δε μπορεί να τον αποξενώσει η Πολιτεία, η οποία χωρίς και τη σύμπραξη του δε μπορεί να επιτύχει αποτελεσματικά.
Εξάλλου, εφ'όσον η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της, εφ'οσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θ'απορριφθεί ως αλυσιτελής κατ'αρθ.566 παρ.1 και 577 πατ.3 του Κ.Πολ.Δ όσο απευθύνεται κατά της μίας εκ των δύο αιτιολογιών, εφ'όσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης (Ολ.ΑΠ 13/1995, 25/1994).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 28-12-2002 αγωγή του κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι, στις 9-1-1998, μετά από ληστεία που τελέσθηκε στον ..., στο εκεί ευρισκόμενο υποκατάστημα της τετάρτης αναιρεσίβλητης Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, δέχθηκε επίθεση από τον ένα εκ των δύο ενόπλων ληστών που καταδίωκαν οι τρείς πρώτοι εναγόμενοι, υπάλληλοι της τέταρτης των εναγομένων.
Τούτο συνέβη όταν, παρακινούμενος από τις εκκλήσεις σε βοήθεια:α)του πρώτου των εναγομένων, με τις φράσεις "ΠΙΑΣΤΕ ΤΟΝ ΕΧΕΙ ΑΣΦΑΙΡΑ ΤΟ ΠΙΣΤΟΛΙ ΤΟΥ, ΠΙΑΣΤΕ ΤΟΝ" και β)και των τριών πρώτων των εναγομένων, με τις φράσεις "ΛΗΣΤΕΣ ΠΙΑΣΤΕ ΤΟΥΣ", επιχείρησε ανεπιτυχώς να συνδράμει στη σύλληψη των δραστών, καθόσον ο ένας εξ αυτών εστράφη εναντίον του και τον πυροβόλησε, προκαλώντας τον βαρύ τραυματισμό του που είχε ως επακόλουθο τη μόνιμη βλάβη της υγείας του, όπως περιγράφεται ειδικότερα στην αγωγή.
Ότι, ο άνω τραυματισμός του ήταν συνέπεια της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς και των τριών πρώτων εκ των αναιρεσιβλήτων εναγομένων, διότι 1)ο πρώτος εξ αυτών, με τη δημόσια διακήρυξη ότι τα όπλα που κατείχαν οι ληστές είχαν (άσφαιρα) και 2)και οι τρείς από κοινού των αναιρεσιβλήτων καλώντας το κοινό να συλλάβει τους δράστες, τον παρέσυραν να παρέμβει και να ενεργήσει πράξη, από την οποία όφειλε να απόσχει, λόγω της επικινδυνότητας των δραστών, και εξέθεσαν σε κίνδυνο τη ζωή και την υγεία του, πείθοντας τον να συνδράμει στην προσπάθεια για τη σύλληψη των δραστών, με παράνομη εξ αμελείας διαβεβαιώσεις και αθέμιτη αποσιώπιση και μη υποχρέωση του για την επικινδυνότητα τους, πράγμα που γνώριζαν ότι δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια, γιατί είχαν προσωπικά και οι τρείς αντιληφθεί ότι επρόκειτο για μία εξαιρετικά επικίνδυνη κατάσταση, η οποία έθετε σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή οποιουδήποτε εμπλεκόταν και προσπαθούσε να σταματήσει τους επικίνδυνους ληστές, εκ μέρους των οποίων είχαν προηγηθεί και άλλοι πυροβολισμοί ενώπιον των τριών πρώτων εναγομένων.
Ότι συνυπεύθυνη με τους άνω τρείς πρώτους αναιρεσίβλητους εναγόμενους ήταν και η τέταρτη εξ αυτών αφενός ως προστήσασα τους τελευταίους και αφετέρου αυτοτελώς διότι δεν τήρησε τους όρους ασφάλειας για την αποτροπή της ληστείας που προβλέπονται στη 3015/32/1α/29-4-1984 απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξεως, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με την αριθ.3015/32/27-Β/27-5-1993 όμοια, και ειδικότερα διότι δε διέθετε διπλές θύρες εισόδου-εξόδου με αυτοματοποιημένη λειτουργία και ηλεκτρονικά μηχανήματα ανίχνευσης μεταλλικών αντικειμένων στους εισερχομένους στο άνω υποκατάστημά της, δεν είχε θέσει σε λειτουργία σύγχρονο σύστημα συναγερμού απευθείας συνδεδεμένο με την αρμόδια επιτόπια Αστυνομική Αρχή και δεν φρόντισε ώστε να υπάρχει συνεχώς παρουσία στην είσοδο του υποκαταστήματος προσωπικού ασφαλείας, το οποίο να ελέγχει κάθε ύποπτο για εγκληματική ενέργεια και να αποτρέπει την είσοδο του στο κατάστημα.
Ότι, οι εναγόμενοι με τις άνω υπαίτιες και παράνομες πράξεις τους διέπραξαν παράλληλα σε βάρος του αδικοπραξία και του προκάλεσαν ηθική βλάβη, για την οποία δικαιούται, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσόν των 500.000 ευρώ. Ζήτησε δε κατόπιν μερικού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής, του ο αναιρεσείων να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι εναγόμενοι και, με προσωπική κράτηση, ο πρώτος, να του καταβάλουν, σε ολόκληρο, από το ποσόν αυτό το ποσόν των 50.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι του οφείλουν το υπόλοιπο, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή, καθ'ο μέρος στρέφεται αυτοτελώς κατά της τετάρτης των αναιρεσιβλήτων Τράπεζας από τη διάταξη του αρθ.71 και 914 του ΑΚ, λόγω της μη τήρησης εκ μέρους των οργάνων και εκπροσώπων της των υπό των άνω Υπουργικών Αποφάσεων μέτρων ασφαλείας για την αποτροπή της ληστείας δεν είναι νόμιμη.
Και τούτο, διότι τα καθιερούμενα από τις εν λόγω Υπουργικές Αποφάσεις μέτρα ασφαλείας στόχο έχουν την αποτροπή εγκληματικών ενεργειών σε χρηματοπιστωτικούς φορείς, χάριν προστασίας του χρήματος των καταθετών, της σωματικής ακεραιότητας των εργαζομένων στους χώρους των καταστημάτων αυτών και των συναλλασσομένων στους ίδιους χώρους, όχι όμως και την προστασία των εκτός των εν λόγω καταστημάτων κινουμένων πολιτών μετά τη διενέργεια της ληστείας, που είναι έργο της Πολιτείας δια των αρμοδίων οργάνων της.
Συνεπώς, τα αγαθά του ενάγοντος που προσβλήθηκαν δεν περιλαμβάνονται σ'αυτά που ο νόμος με την καθιέρωση των άνω μέτρων ασφαλείας αποσκοπούσε να προστατεύσει. Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ομοίως ότι στον ενάγοντα αναιρεσείοντα ως έμμεσα ζημιωθέντα δεν παρέχεται η κατατεθείσα σε δίκη αξίωση, και γι'αυτό η αγωγή του (κατά την αυτοτελή ευθύνη της τετάρτης αναιρεσίβλητης), δεν είναι νόμιμη, και απέρριψε τον αντίστοιχο αντίθετο λόγο της έφεσής του κατά τη πρωτόδικης απόφασης, που απέρριψε επίσης ως μη νόμιμη την εν λόγω αγωγή, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 71 και 914 ΑΚ και της προαναφερθείσας Υπουργικής Απόφασης για την προληπτική λήψη των αναγκαίων μέτρων αποτροπής εγκληματικών ενεργειών σε βάρος χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, που δεν προστατεύει αμέσως το ατομικό συμφέρον του αναιρεσείοντος.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το αντίστοιχο πρώτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ανωτέρω διατάξεων, κατά τα ειδικότερα στο λόγο αυτό εκτιθέμενα, είναι αβάσιμα. Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου από τον αριθ.1 του άρθ.559 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων των αρθ.71, 914 και 932 ΑΚ σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας σε συνδυασμό με τις ακόλουθες επι της ουσίας παραδοχές της: "....Σε κάθε δε περίπτωση ελλείπει ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ανωτέρω πράξης της τετάρτης των εναγομένων και της στον ενάγοντα προσγενόμενης ζημίας, διότι αυτή δεν ήταν ικανή και πρόσφορη, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και την ανθρώπινη πορεία και λογική να επιφέρει τον τραυματισμό του ενόψει και της παρεμβολής της δικής του ελεύθερης δράσης, που έλαβε χώρα οικεία βουλήσει, χωρίς την οποία ο τραυματισμός του θα είχε αποφευχθεί".
Ο λόγος αυτός στηρίζει το βασικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η τετάρτη αναιρεσίβλητη Τράπεζα ευθύνεται και αυτοτελή για τον τραυματισμό του. Η ορθή όμως κατά νόμο επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης "ότι η αγωγή καθόσον αφορά την αυτοτελή αδικοπρακτική ευθύνη της τετάρτης αναιρεσίβλητης Τράπεζας, όσο στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 71 και 914 του ΑΚ δηλαδή σε παράνομη συμπεριφορά των καταστατικών της οργάνων, του κατά παραβίαση της προαναφερθείσας Υπουργικής Απόφασης δεν έλαβαν τα αναγκαία προληπτικά μέτρα αποφυγής της ένδικης ληστείας, δεν είναι νόμιμη", στηρίζει αυτοτελώς το απορριπτικό το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης για τη συγκεκριμένη αγωγική βάση, και δεν πλήττεται με το αναιρετήριο λυσιτελώς με κανένα άλλο λόγο, και επομένως ο πιο πάνω τρίτος λόγος αναίρεσης κρίνεται αλυσιτελής και απορριπτέος.
Περαιτέρω, καθόσον αφορά την αγωγική ευθύνη των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων και τη συνακόλουθη από την πρόστηση ευθύνη της τετάρτης αναιρεσίβλητης Τράπεζας, που αφορά το μέρος που αναφέρεται στην εκ μέρους και των τριών πρώτων αδικοπρακτική συμπεριφορά σε βάρος του αναιρεσείοντος, (οι οποίοι) μετά τη διάπραξη της ληστείας και την έξοδο των δύο ληστών από την Τράπεζα, καλούσαν το κοινό να τους συλλάβει, και παρακίνησαν και τον ίδιο να παρέμβει και να ενεργήσει πράξη από την οποία έπρεπε αντικειμενικά να απόσχει, λόγω της επικινδυνότητας των δραστών, και εξέθεσαν σε κίνδυνο τη ζωή και την υγεία του:
Α)πείθοντας τον και οι τρείς να συνδράμει στον προσπάθεια για τη σύλληψη των δύο δραστών, με παράνομη εξ αμελείας αποσιώπηση και με ενημέρωση του παρά τη συνδρομή των προϋποθέσεων της "επ' αυτοφώρω τέλεσης" για την επικινδυνότητα τους, πράγμα που γνώριζαν ότι δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια, γιατί είχαν προσωπικά και οι τρείς αντιληφθεί ότι επρόκειτο για μία εξαιρετικά επικίνδυνη κατάσταση, που έθετε σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή και την υγεία του ιδίου αλλά και οποιουδήποτε εμπλεκόταν και προσπαθούσε να σταματήσει τους επικίνδυνους ληστές, εκ μέρους των οποίων είχαν προηγηθεί μέσα στο υποκατάστημα και άλλοι πυροβολισμοί πράγμα που είχαν αντιληφθεί και οι τρείς πρώτοι αναιρεσίβλητοι ενώ αγνοούσε ο αναιρεσείων.
Β)Επί πλέον ο πρώτος από τους αναιρεσίβλητους φωνάζοντας κατά την έξοδο των δύο ληστών από το υποκατάστημα ότι "είχαν άσφαιρα όπλα" και 2)στην εκ της πρόστησης ευθύνη της τέταρτης αναιρεσίβλητης, το Εφετείο δέχεται απορρίπτοντας αντίστοιχο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος ότι: 1) η αγωγή "όσο στρέφεται κατά των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσίβλητων εναγομένων είναι μη νόμιμη, διότι η αποδιδόμενη σ'αυτούς συμπεριφορά, ήτοι η δημόσια κραυγή "ΛΗΣΤΕΣ ΠΙΑΣΤΕ ΤΟΥΣ", συνιστά προβλεπόμενο από το νόμο τρόπο καταδίωξης των δραστών του αυτοφώρου εγκλήματος της ληστείας που, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος τελέσθηκε προσφάτως.
Εξάλλου, η παρακίνηση αυτού με την άνω δημόσια κραυγή να συμμετάσχει στη σύλληψη των δραστών, δε συνιστά παράνομη πράξη, διότι ωθήθηκε να ασκήσει νόμιμο δικαίωμά του, ως πολίτης, το οποίο είχε την ευχέρεια να μην ασκήσει, κατά την ελεύθερη βούληση του, δεδομένου ότι δεν του το επέβαλαν οι άνω εναγόμενοι ούτε μπορούσαν να του το επιβάλουν". 2) ότι η αγωγή "καθόσον αφορά την ευθύνη του πρώτου των αναιρεσιβλήτων εναγομένων για τη φράση του "έχει άσφαιρα πυρά" είναι αβάσιμη κατ'ουσία γιατί τέτοια φράση δεν λέχθηκε από τον ίδιο" και 3) ότι συνακόλουθα και η αγωγή ως προς την τετάρτη των αναιρεσιβλήτων από τη σχέση της πρόστησης είναι απορριπτέα.
Ενώ όμως το Εφετείο τελικά οδηγήθηκε στη συνολική απορριπτική κρίση, δεν αξιολόγησε αυτοτελώς ειδικά νομικά την προκύπτουσα αντικειμενικά αδικοπρακτική αμελή αγωγική συμπεριφορά των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, όπως εκτίθεται ανωτέρω με το στοιχείο (Α), και έχει σχέση, όχι μόνο με τη ερευνηθείσα συμπεριφορά των δευτέρου και τρίτου με τη δημόσια κραυγή τους "ληστές πιάστε τους", και την επί της ουσίας ερευνηθείσα συμπεριφορά του πρώτου με τη δημόσια κραυγή του "έχει άσφαιρα πυρά", αλλά με την αδικοπρακτική συμπεριφορά και των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι ενώ γνώριζαν και ο αναιρεσείων αγνοούσε ότι κατά την προηγηθείσα ληστεία είχε μεσολαβήσει ανταλλαγή πυροβολισμών και γνώριζαν και οι τρείς ότι επρόκειτο για μία επικίνδυνη κατάσταση, που έθετε σε εξαιρετικά άμεσο κίνδυνο τη ζωή οποιουδήποτε εμπλεκόταν και προσπαθούσε να σταματήσει τους αδίστακτους ληστές, τον παρακίνησαν αθέμιτα να συμμετάσχει στην καταδίωξη των δύο ληστών, ενώ έπρεπε με τις ειδικότερες συντρέχουσες περιστάσεις να τον αποτρέψουν.
Με την πιο πάνω ελλειπή κρίση του, το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του με την έννοια του "πράγματος" τους πιο πάνω μη ερευνηθέντες πραγματικούς αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, που στήριζαν την παραδοχή του αγωγικού αιτήματος στις διατάξεις των άρθρων 914, 922, 926, 330, 281,288,299, 932 του ΑΚ και επαναφέρθηκαν και στο Εφετείο, προσηκόντως με το δεύτερο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος.
Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει ο αναιρεσείων κατ'εκτίμηση του δικογράφου του αναιρετήριου με τους δεύτερο κατά το δεύτερο μέρος του και τέταρτο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του αρθ.559 του ΚΠολΔ (και όχι των αριθ.1 και 19 που αλυσιτελώς μνημονευόνται στο αναιρετήριο) κρίνονται βάσιμα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Εξ άλλου, το Εφετείο έλαβε υπόψη του μεμονομένα και εκτίμησε ανάλογα κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης τις κραυγές των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων "ληστές πιάστε τους", και του πρώτου "έχει άσφαιρα όπλο", ως αγωγικά αδικοπρακτικά περιστατικά και γεγονότα, και επομένως ο από το άρθρο 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, κρίνεται αβάσιμος.
Μετά τα παραπάνω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλόμενη απόφαση κατά το προαναφερθέν αυτοτελές κεφάλαιο της που έχει σχέση με αδικοπρακτική συμπεριφορά των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων και την εκ της πρόστησης ευθύνης της τετάρτης, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ( αρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ) και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την αριθ. 1985/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το εις το σκεπτικό κεφάλαιό της.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναφερόμενο κεφάλαιό της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2010 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 1 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ