Supreme Court dismisses appeal for non-appearance and procedural errors in land dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a land ownership dispute. The appellant failed to appear at the hearing, and the court rejected arguments alleging contradictions in the lower court's reasoning and misinterpretation of documents. The court ruled that the appeal was inadmissible due to the appellant's absence and that the cited procedural errors concerned matters of evidence evaluation not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576(2) C.P.D.; Art. 559(1)(a), (17), (19), (20) C.P.D.: An appeal is inadmissible if the appellant fails to appear after proper summons, and grounds alleging contradictions or document distortion are rejected if they concern evidence evaluation or lack specific factual allegations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1485 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1485/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη- Εισηγητή, Χαράλαμπο Δημάδη και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας :Χ1, η οποία δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Του αναιρεσιβλήτου: οικοδομικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "Οικοδομικός Συνεταιρισμός ......", που εδρεύει στην ..... και εκπροσωπείται νόμιμα, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Γεώργιος Λαλλάς.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6.12.1999 αγωγή , που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6228/2000 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4270/2002 του Εφετείου Αθηνών. Η αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητείται με την από 29 Ιανουαρίου 2004 αίτηση της αναιρεσείουσας.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης ανέγνωσε την από 18.10.2005 έκθεση ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χρήστου Γεωργαντόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της δεν εμφανίσθηκε η αναιρεσείουσα, η οποία, όπως προκύπτει από την ....έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου ....., κλητεύθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως για παραστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στην παρούσα δικάσιμο. Πρέπει, συνεπώς, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της αναιρεσείουσας (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 παρ. α του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 και 578του ίδιου Κώδικα συνάγεται, ότι, όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρει α) τον φερόμενο ως παραβιασθέντα κανόνα δικαίου, β) σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή, γ) με πληρότητα και σαφήνεια τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατό να στοιχειοθετηθεί ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου και δ) την επίδραση που είχε το αποδιδόμενο σφάλμα στο διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ απορρέοντες πρώτο, δεύτερο και έκτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδονται στο εφετείο, αντιστοίχως, οι πλημμέλειες α) ότι με την κρίση του πως ο αναιρεσίβλητος συνεταιρισμός διέπεται από το καθεστώς του Π.Δ/τος 93/1987, καίτοι δεν έχει τροποποιήσει εισέτι το καταστατικό του, ώστε να το εναρμονίσει με τους ορισμούς του εν λόγω Π.Δ/τος, παρεβίασε τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του Δ/τος τούτου, καθώς και εκείνη του άρθρου 24 αυτού, αφού θεώρησε ότι το Δ/μα τούτο έχει εφαρμογή επί της λειτουργίας των οικοδομικών συνεταιρισμών και πριν την αναμόρφωση των καταστατικών τους, β) ότι με το αν δεχθεί πως εκ της μη καταβολής από την αναιρεσείουσα μέχρι τις 6-11-1982 των οφειλόμενων 21.000 δρχ.
αυτή συνέπραξε μαζί με τους υπόλοιπους οφειλέτες του αναιρεσιβλήτου στο να απολέσει αυτό (λόγω ελλείψεως ρευστότητας) 125 στρέμματα και τούτο υπήρξε γεγονός μη αναστρέψιμο, υποβίβασε την κατά τις κείμενες διατάξεις προηγούμενη κλήση της αναιρεσείουσας σε απολογία και παροχή εξηγήσεων σε απλό γραφειοκρατικό τύπο και έτσι παρεβίασε την επιταγή του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος για την προηγούμενη ακρόαση του ενδιαφερομένου και γ) ότι απέρριψε τη βασική αιτίαση της αναιρεσείουσας κατά της γενόμενης εκπτώσεώς της από το δικαίωμα να αποκτήσει το ένδικο ακίνητο, συνιστάμενη στην προφανή καταχρηστικότητά της, χωρίς να εξετάσει τα θεμελιωτικά αυτής περιστατικά, ήτοι ότι ήταν αντίθετη στους ορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ η έκπτωσή της, για τα αναφερόμενα στον λόγο αυτόν (έκτο) και αποδειχθέντα περιστατικά (άγνοια της αναιρεσείουσας για ύπαρξη της άνω οφειλής και το χρόνο εξοφλήσεώς της, έκπτωση αυτής για τρίτη φορά, λόγω ακυρώσεως των προηγούμενων σχετικών αποφάσεων, για το άνω ασήμαντο ποσό, μη ύπαρξη συνεταίρου χωρίς να αποκατασταθεί οικιστικώς, παρέλευση 20 ετών από την καταληκτική προθεσμία εξοφλήσεως και 17 ετών από την πρώτη της αναιρεσείουσας κλπ), ενόψει των οποίων περιστατικών ο αναιρεσίβλητος Συνεταιρισμός παρεβίασε του κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 281 του ΑΚ και 4 παρ. 1 του Συντάγματος που επιβάλλει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
Στο αναιρετήριο, όμως αναφέρονται, κατά βάση, η άποψη της αναιρεσείουσας για την έννοια των διατάξεων που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν και η καταληκτική κρίση του Εφετείου, εντελώς δε επιλεκτικώς, σποραδικώς και αποσπασματικώς παρατίθενται μέρη των ουσιαστικών παραδοχών του Εφετείου και μάλιστα όχι τα κύρια και ουσιώδη.
Δεν αναφέρονται, δηλαδή, αναλυτικά και με πληρότητα όλα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο εκείνο, με συνέπεια να η μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως από την άποψη της παραβιάσεως των ανωτέρω διατάξεων. Πέραν τούτων, δεν αναφέρεται στον πρώτο ως άνω λόγο ως προς ποίο σημείο η προβαλλόμενη παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 1 και 24 του Π.Δ 93/1987 επέδρασε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αφού, όπως απ' αυτήν προκύπτει, το Εφετείο έκρινε νόμιμη την ως άνω αγωγή, όπως και το πρωτόδικο δικαστήριο, μετά μερική αντικατάσταση της εσφαλμένης αιτιολογίας της εκκληθείσας αποφάσεως, που είχε θεωρήσει την αγωγή ως στηριζόμενη στη διάταξη της άρθρου 101 του ΑΚ.
Επομένως οι ερευνώμενοι λόγοι είναι αόριστοι και άρα απαράδεκτοι. Κατά το μέρος δε που ο ως άνω έκτος λόγος πλήττει την ανέλεγκτη, ως αφορώσα την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), κρίση του Εφετείου, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
ΙΙ. Ως "πράγματα" από τη λήψη υπόψη των οποίων παρόλο που δε προτάθηκαν ή από τη μη λήψη υπόψη των οποίων παρόλο που προτάθηκαν ιδρύεται ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση(ΟλΑΠ 3/1997). Πάντως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό, αλλά τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991).
Εν προκειμένω, με τους εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ απορρέοντες τρίτο και τέταρτο λόγους αποδίδονται στο εφετείο οι αιτιάσεις α) ότι αν και δεν είχε αποδειχθεί πως ο αρχικός δικαιούχος του αναφερόμενου στην αγωγή οικοπέδου και εκχωρητής των επ' αυτού δικαιωμώατων στην αναιρεσείουσα την είχε ενημερώσει κατά την εκχώρηση αυτού για το υπόλοιπο της εκ του τιμήματός του οφειλή αυτού προς το συνεταιρισμό, αλλά και ο τελευταίος δεν είχε καν επικαλεσθεί την εκ του τρόπου αυτού γνώσης της, το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη πράγματα που δεν είχαν προταθεί, κατέληξε στην αυθαίρετη κρίση ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε ότι υπήρχε υπόλοιπο οφειλής εκ δρχ. 21.000 και ότι, επομένως, δεν υπήρχε λόγος να την ενημερώσει ο αναιρεσίβλητος Συνεταιρισμός με οποιοδήποτε τρόπο περί οφειλής της και β) αλλιώς, ότι το εφετείο απέρριψε τις δικαιολογημένες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι η έκπτωσή της χώρησε χωρίς να της γνωστοποιηθεί η υποχρέωσή της να τακτοποιήσει το ως άνω υπόλοιπο οφειλής της μέχρι τις 6-11-2982 και συνακόλουθα αρνήθηκε να λάβει υπόψη του πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο ως άνω τρίτος λόγος είναι αβάσιμος, διότι τα όσα αναφέρονται σ' αυτόν δε συνιστούν "πράγματα" υπό την εκτεθείσα έννοια, σε κάθε δε περίπτωση στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν δέχθηκε τα αναφερόμενα στον λόγο αυτόν. Ο τέταρτος λόγος είναι αβάσιμος, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στο ίδιο λόγο, το Εφετείο απέρριψε τις αναφερόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις της αναιρεσείουσας.
Εξάλλου, ο υπαγόμενος στις ρυθμίσεις των αριθμών 8 και 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ενδέκατος λόγος, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι, ενώ ο αναιρεσίβλητος δεν είχε επαναφέρει νομίμως τις προτάσεις του α' βαθμού ενώπιον του Εφετείου, (άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ), καθώς και τα προσκομισθέντα στο πρωτοδικείο αποδεικτικά μέσα, πράγμα που είχε επισημάνει η αναιρεσείουσα στην προσθήκη των προτάσεών της, παρά ταύτα το Εφετείο έλαβε υπόψη τις άνω προτάσεις και τα αποδεικτικά αυτά μέσα, είναι αόριστος και άρα απαράδεκτος.
Τούτο δε, καθόσον δεν προσδιορίζονται στον αναιρετικό αυτόν λόγο α) ποιους ισχυρισμούς από τις πρωτόδικες προτάσεις που δεν επαναφέρθηκαν νομίμως και β) ποια αποδεικτικά μέσα που δεν επαναπροσκομίσθηκαν νομίμως, έλαβε υπόψη το Εφετείο.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ (όπως αυτή ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 2915/2001 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή), αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά.
Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι αυτή περιλαμβάνει δύο περιπτώσεις, ήτοι α) την παραδοχή "πραγμάτων" ως αληθινών χωρίς να προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι'αυτά ή χωρίς αναφορά των αποδεικτικών μέσων από τα οποία το δικαστήριο άντλησε την απόδειξη για τα πράγματα αυτά και β) την παράλειψη διατάξεως αποδείξεων για κρίσιμα περιστατικά.
Ωστόσο, ο λόγος αυτός στη δεύτερη (υπό β) περίπτωση δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δικάζει κατά τη διαδικασία του άρθρου 270 του Κ.Πολ.Δ (όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το άρθρο 12 του Ν 2915/2001 και το άρθρο 7 του Ν 3043/2002). Τούτο δε, καθόσον κατά μεν την παρ. 1 εδ. β' του άρθρου αυτού, ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου οι διάδικοι οφείλουν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο να προσκομίσουν προαποδεικτικώς όλα τα αποδεικτικά μέσα τους, κατά δε την παρ. 6 του ίδιου άρθρου, η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν η διεξαχθεί στο ακροατήριο.
Οι εν λόγω διατάξεις των παρ,1 και 6 του άρθρου αυτού (270 του Κ.ΠολΔ), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 1 του αυτού Κ.Πολ.Δ (όπως και η διάταξη αυτή ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 16 παρ. 3 του ως άνω Ν. 2915/2001), έχουν εφαρμογή, αν με την έφεση προσβάλλεται απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου. Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον πέμπτο από το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ απορρέοντα λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε την ως άνω οικονομική της υποχρέωση (οφειλή τουποσού των 21.000 δρχ.) προς τον αναιρεσίβλητο Συνεταιρισμό, ως αληθινά α) χωρίς απόδειξη και β) χωρίς να διατάξει απόδειξη γι' αυτά.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, κατά μεν το υπό στοιχ.α'τμήμα του, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του από τα αναφερόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα (κατάθεση μάρτυρα και έγγραφα), κατά δε το υπό στοιχ. β' τμήμα του, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει απ' αυτήν, εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως κατά της πρωτόδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου που εκδόθηκε κατά την προσήκουσα τακτική διαδικασία και κατά την εκδίκαση της υποθέσεως τηρήθηκε η διαδικασία του ως άνω άρθρου 270 του Κ.Πολ.Δ, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται ο από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 περ.
β'του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως.
IV. Για το ορισμένο του από το άρθρο 559ν αρ. 11 περ. γ'του Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενου λόγου αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά αυτά μέσα, να προσδιορίζονται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσκομιδής τους, καθώς και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους. Επίσης, πρέπει να καθορίζεται κι ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Εν προκειμένω, με τον έβδομο λόγο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ προβάλλεται η αιτίαση ότι ναι μεν αναφέρεται στην αρχή της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά έγγραφα που προσκομίσθηκαν με επίκληση, "πλην ουδαμού στο κείμενο της απόφασης αυτής αναφέρονται τα εις α εν προσθήκη των προτάσεων (της αναιρεσείουσας) και β' βαθμού, αυτή αναφέρεται αποδεικτικά έγγραφα της ανίσου μεταχειρίσεώς της σε σχέση με τους (αναφερόμενους στο λόγο αυτόν) εξ ίσου οφειλέτες κατά την 6.11.82..."και επομένως προκύπτει "τουλάχιστον εύλογη αμφιβολία για το αν και κατά πόσον συνεξετίμηθηκαν και τα ειρημένα σχετικά έγγραφα".
Επίσης, με τον υπό την επίκληση της ίδιας ως άνω διατάξεως προβαλλόμενο δέκατο λόγο (που, όπως αναφέρεται σ' αυτόν, αποτελεί συνέχεια του ανωτέρω έβδομου λόγου), αποδίδεται η πλημμέλεια ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία δεν γίνεται λόγος και για όσα αποδεικτικά έγγραφα προσκομίσθηκαν κατά την αυτήν δικάσιμο επί της εφέσεως ....
και στα οποία η αναιρεσείουσα παρέπεμψε το Εφετείο με την προσθήκη Νο 1 των ενώπιόν του προτάσεών της που αφορούσαν την άνιση μεταχείρισή της και έναντι των αναφερόμενων στον λόγο τούτον άλλων οφειλετών συνεταίρων, "αγνοήθηκαν αποδεικτικά μέσα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως". Οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι και εντεύθεν απαράδεκτοι, διότι δεν εξειδικεύονται κατά ταυτότητα και κατά περιεχόμενο τα αποδεικτικά αυτά έγγραφα.
V. Για να ιδρυθεί ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ. 17 Κ.Πολ.Δ αναιρετικός λόγος, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, πρέπει η αντίφαση να υπάρχει στο διατακτικό αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, έτσι ώστε, εξαιτίας αυτής, να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια δεδικασμένου ή οι αντιφατικές αυτές διατάξεις να προκαλούν αβεβαιότητα ως προς τη διάγνωση που έλαβε χώρα.
Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος όταν οι αντιφάσεις υπάρχουν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, εκτός αν επέχουν θέση διατακτικού. Εξάλλου, από τη διάταξη του αυτού ως άνω άρθρου 559 αρ. 19 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, λογικώς, η έλλειψη νόμιμης βάσεως σημαίνει την αδυναμία αναιρετικού ελέγχου της δικαστικής κρίσεως ως προς την εφαρμογή διατάξεως ουσιαστικού νόμου, ιδίως λόγω ελλείψεως ή ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας αιτιολογιών, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας αναιρείται α) για ανεπαρκείς αιτιολογίες, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, την οποία το δικαστήριο εφάρμοσε, όχι δε και όταν οι αποδιδόμενες ελλείψεις ανάγονται στην ανάλυση ή στάθμιση ή εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του σαφούς αποδεικτικού πορίσματος και β) για αντιφατικές αιτιολογίες, όταν εξαιτίας της αντιφατικότητας αυτών δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της αποφάσεώς του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφήρμοσε το νόμο.
Εν προκειμένω, με τον όγδοο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι α) ενώ κατά την προσβαλλόμενη απόφαση αποδείχθηκε ότι "το Μάρτιο του 1972...έλαχε (στην αναιρεσείουσα) το εξ αδιαθέτου υπ. αρ. 8 οικόπεδο του 84ου οικοδομικού τετραγώνου, το οποίο μεταγενέστερα έλαβε στοιχείον 1 Ε" και πιο κάτω ότι αυτή κηρύχθηκε έκπτωτη "του ως άνω ΕΝΟΣ οικοπέδου δια το οποίον είχε ...εγγραφεί ως δικαιούχος και την αντιστοιχούσαν εις αυτόν αξίαν...δεν εξώφλησε μέχρις 6-11-82", β) ενώ η αναιρεσείουσα στις προτάσεις της του β'βαθμού αναφέρει ότι "με το υπ.
αριθ. 5/19-6-85 (σχετ. 4) πρακτικόν κοινής συνεδριάσεως των δύο Συμβουλίων του αντιδίκου (της) εξεπέσθη (αυτή) του δικαιώματός της να αποκτήσει το μοναδικό οικόπεδο του οποίου ήταν δικαιούχος" και γ) ενώ στο ως άνω σχετ. 4 πρακτικό που προσκόμισε στο Εφετείο αναφερόταν ρητώς ότι η αναιρεσείουσα ήταν δικαιούχος ενός οικοπέδου και το ένα αυτό "περιεκόπτετο από το λαβείν της", παρά ταύτα το εφετείο, αγνοώντας το επιχείρημά της ότι της είχε χορηγηθεί, μετά την έκπτωσή της με το ως άνω πρακτικό, βεβαίωση ότι αυτή παρέμενε πάντα δικαιούχος του σ' αυτήν ενός οικοπέδου, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έκρινε κατά τρόπο αντιφατικό προς όσα με την ίδια είχαν γίνει δεκτά από την προσκομισθείσα βεβαίωση εξάγεται ότι "η εκκαλούσα είναι δικαιούχος του επιδίκου...αλλά ετέρου εκτάσεως 488,56 τ.μ, ήτοι ότι η ως άνω βεβαίωση "αφορά έτερον οικόπεδο" καίτοι "ουδαμόθεν" προέκυπτε κάτι τέτοιο.
Έτσι, κατά τον εξεταζόμενο λόγο, το Εφετείο παρεβίασε τόσο τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 όσο και εκείνη του αυτού άρθρου αρ 19 του Κ.Πολ.Δ, διότι "αφενός μεν εκφέρει αντιφατικές διατάξεις, αφετέρου δε έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και δη αναφορικά α) με την από το άρθρο 559 αρ. 17 του Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, για τι η πλημμέλεια αυτή αφορά ύπαρξη αντιφάσεως στο χωρίς προσόντα διατακτικού αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως και β) με την από το άρθρο 559 αρ. 19 του ίδιου Κώδικα πλημμέλεια, γιατί αυτή ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων.
VI. κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ, παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι προφανώς διαφορετικό από το πραγματικό (ΟλΑΠ 1/1999). Για να είναι δε ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο το πραγματικό περιεχόμενο του αποδεικτικού εγγράφου και το περιεχόμενο που αποδόθηκε σ' αυτό από δικαστήριο της ουσίας, ώστε να καταστεί εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.
Πάντως, ο λόγος αυτός δεν περιλαμβάνει και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ένατο λόγο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται η πλημμέλεια ότι "γενομένου δεκτού ότι δεν θα μπορούσε δήθεν να αγνοηθεί η απόφαση της Γ.Σ της 19-9-82 περί εκπτώσεως των γενομένων υπαιτίων της αφαιρέσεως των 125 στρεμμάτων λόγω οφειλών.... παρεβιάσθη η απαγόρευση παραμορφώσεως του εγγράφου της ως άνω αποφάσεως, ήτοι του οικείου πρακτικού, όπου ΟΥΔΕΝ εκ των γενομένων από το δικαστήριο αναφέρεται".
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο το πραγματικό περιεχόμενο του ως άνω αποδεικτικού εγγράφου και το περιεχόμενο που αποδόθηκε σ' αυτό από το εφετείο.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-1-2004 αίτηση της Χ1 περί αναιρέσεως της 4270/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2008 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ