Legislator Case Law & Legislation
1485/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeals against lower court ruling on inheritance interpretation and standing. Appeal rejected for lack of legal interest and improper expansion of case scope.

Case Number 1485/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed both appeals filed by a foundation and the Ministry of Economy against the Athens Court of Appeal's decision. The lower court had rejected the foundation's intervention regarding inheritance interpretation and the Ministry's claim that the applicant lacked standing as a close relative. The Court held that the appeals were inadmissible because they lacked legal interest and improperly expanded the case scope beyond the original petition.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(14) and 22 of the Code of Civil Procedure; Appeals must be dismissed if they lack legal interest or improperly expand the case scope beyond the original petition's subject matter.

Keywords

AI generated
appeal admissibility legal interest requirement case scope expansion inheritance interpretation close relative standing civil procedure code court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1485 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1485/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του καλούντος - αναιρεσίβλητου: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ανανιάδη.

Των καθών η κλήση - αναιρεσειόντων: 1. Ιδρύματος με την επωνυμία «......», που εδρεύει στην ....και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Μακρυγιάννη και 2. Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ασκούντος την εποπτεία κατά τον Α.Ν. 2039/39 επί των περιουσιών που καταλείπονται υπέρ ιδρυμάτων και κοινωφελών γενικά σκοπών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φοίβο Ιατρέλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Απριλίου 2000 αίτηση εκούσιας δικαιοδοσίας του ήδη καλούντος - αναιρεσίβλητου, την από 3 Ιουλίου 2000 κύρια παρέμβαση του ήδη 1ου καθού η κλήση - αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν με την από 3 Ιουλίου 2000 κύρια παρέμβαση του 2ου καθού η κλήση - αναιρεσείοντος, που ασκήθηκε με το δικόγραφο των προτάσεών του, ενώπιον του ως άνω Εφετείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8.704/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 1239/2002 του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η πιο πάνω απόφαση και αφού παραπέμφθηκε στο Εφετείο Αθηνών για περαιτέρω εκδίκαση, εκδόθηκε η 257/2003 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν τα αναιρεσείοντα με τις από 19 Μαρτίου 2003 και 28 Μαρτίου 2003 αιτήσεις τους (2ος και 1ος καθών η κλήση αντίστοιχα), επί των οποίων εκδόθηκε η 934/2005 απόφαση, η οποία διέταξε την συνεκδίκαση των ως άνω αιτήσεων αναίρεσης, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 28-3-2003 αίτησης και ανέβαλε τη συζήτηση της από 19-3-2003 αίτησης, προκειμένου να συνεκδικασθεί σε νέα δικάσιμο ορισθησόμενη με επιμέλεια των διαδίκων, με την πρώτη ως άνω αίτηση αναίρεσης. Η υπόθεση επανέρχεται και πάλι για συζήτηση με την από 26 Ιουλίου 2005 κλήση του ήδη αναιρεσιβλήτου.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Μαραμαθά, ανάγνωσε τις από 8 Σεπτεμβρίου 2004 και 22 Ιανουαρίου 2005 εκθέσεις της, με τις οποίες εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της από 19-3-2003 αίτησης και την απόρριψη της από 28 Μαρτίου 2003 όμοιας. Ο πληρεξούσιος του υπό 2ου καθού η κλήση - αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της από 28-3-2003 αίτησής του, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη και των δύο αιτήσεων και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την 934/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου διατάχθηκε η συνεκδίκαση των από : 1) 28.03.03 του Ιδρύματος με την επωνυμία «....» και 2) 19.03.03 του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών αιτήσεων για αναίρεση της 257/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Α) Επί της αιτήσεως αναιρέσεως του Ιδρύματος με την επωνυμία «.....»

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμός 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζονται πλην άλλων η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα, περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, όταν το δικαστήριο έκρινε κατ΄ ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα τα οποία αυτό δέχθηκε και αποτέλεσαν τη βάση της προβαλλομένης παραβιάσεως των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.

Α.Π. 32/1996). Εξ άλλου ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. είναι αόριστος αν δεν διαλαμβάνει : α) τις πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή τη μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και β) την εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι ποιά επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές και σε τι συνίστανται η αντίφαση και από που προκύπτει.

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον ΄Ιδρυμα με την επωνυμία «....» προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση με τους πρώτο, δεύτερο κατά το πρώτο μέρος του, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ. και ειδικότερα ότι το δικαστήριο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 825 Κ.Πολ.Δ.

με το να δεχθεί 1) ότι συντρέχει περίπτωση ερμηνείας της διαθήκης του ....με την οποία συστάθηκε το πιό πάνω ίδρυμα, αφού η σχετική διάταξη του Οργανισμού του ιδρύματος και της διαθήκης δεν έχουν ανάγκη ερμηνείας 2) ότι οι πλησιέστεροι συγγενείς του διαθέτη δικαιούνται κατά προτίμηση υποτροφίας από το ίδρυμα για σπουδές στο εξωτερικό, εφ΄ όσον έχουν τα προσόντα που αναφέρονται στη διαθήκη για τους τρίτους, χωρίς να ερευνάται η ιδιότητα του «...» η οποία γι΄ αυτούς υπάρχει ως εξ αίματος συγγενείς του διαθέτη ο οποίος καταγόταν από το ..., 3) ότι για την ερμηνεία της επίμαχης διαθήκης είναι επιτρεπτή η προσφυγή και σε στοιχεία που βρίσκονται έξω από τη διαθήκη και δη την υπ΄ αριθμόν 13787/3.7.2000 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, 4) ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το περιεχόμενο του κωδικέλλου και των εγκριτικών του Ιδρύματος διαταγμάτων προς ερμηνεία της διαθήκης και 5) ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο δίδοντας διαφορετικό περιεχόμενο στη διαθήκη, κωδίκελλο, εγκριτικά διατάγματα και οργανισμό υποτροφιών με το να δεχθεί, ότι δεν απαιτείται να συντρέχει η ιδιότητα του ....προκειμένου περί των πλησιεστέρων συγγενών και ότι αυτή υφίσταται αυτοδικαίως προκειμένου περί των εξ αίματος συγγενών ανεξαρτήτως γραμμής, ρίζας, τάξεως και βαθμού, αλλά και για τον αιτούντα ο οποίος δεν συνδέεται με τον διαθέτη με δεσμό αίματος ως υιοθετηθείς.

΄Απαντες οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι είναι προεχόντως αόριστοι και συνεπώς απαράδεκτοι, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι διατάξεις των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν και δη ενάριθμες, οι νομικές πλημμέλειες του δικαστηρίου και οι πλήρεις παραδοχές αυτού ώστε να είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής των κριθέντων πραγματικών γεγονότων στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου.

Επί πλέον όσον αφορά στον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, διότι η κρίση του Δικαστηρίου ουσίας για την ύπαρξη ασάφειας στην πράξη διαθέσεως εκφεύγει του ελέγχου του Αρείου Πάγου και όσον αφορά στον τρίτο λόγο αυτής, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο τα ειδικότερα στοιχεία της διαθήκης που ερμηνεύθηκαν με την αναφερομένη ένορκη βεβαίωση, η οποία είναι επιτρεπτή σε ορισμένες περιπτώσεις.

Κατά τα λοιπά οι άνω λόγοι είναι απορριπτέοι, διότι υπό την επίκληση της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου προσβάλλεται η ουσία της υποθέσεως που είναι ανέλεγκτη από τον ΄Αρειο Πάγο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 7 Κ.Πολ.Δ.. Εξ άλλου ο εκ του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του και έκτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση της ελλείψεως οιασδήποτε αιτιολογίας είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση αυτή έχει αιτιολογίες στα ουσιώδη ζητήματα, που συγκροτούν τις εφαρμοσθείσες διατάξεις, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και κατά τα λοιπά οι ίδιοι λόγοι είναι αόριστοι και συνεπώς απαράδεκτοι, γιατί δεν παρατίθενται οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε αναφέρονται στο αναιρετήριο ποία επί πλέον περιστατικά έπρεπε να παρατίθενται στην προσβαλλομένη απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και τέλος σε τι συνίσταται η αντίφαση.

Β) Επί της αιτήσεως αναιρέσεως του Υπουργού Οικονομικών.

Από τη διάταξη του άρθρου 83 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται, ότι «Αν η ισχύς της απόφασης στη κυρία δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 έως 78». Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι αποφασιστικό κριτήριο για τον χαρακτηρισμό της προσθέτου παρεμβάσεως ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της αποφάσεως, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητος και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της ασκήσεως αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδηλώσεως δυσμενών ενεργειών της αποφάσεως σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της αποφάσεως. Η ασκουμένη κατά τις διατάξεις του άρθρου 83 Κ.Πολ.Δ. αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενομένη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με τον υπέρ ου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται ως κατά πλάσμα δικαίου αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου.

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και η προβλεπομένη από το άρθρο 126 α.ν. 2039/1939 παρέμβαση του Υπουργού των Οικονομικών σε δίκες όπως η προκειμένη που ενδιαφέρουν οπωσδήποτε την υπέρ του κοινωφελούς σκοπού δωρηθείσα περιουσία. Τούτο δε συνάδει προς την ουσία της ασκουμένης επί των κοινωφελών ιδρυμάτων κατά τον ως άνω νόμο εποπτείας από τον Υπουργό των Οικονομικών, η οποία προεχόντως έχει ως σκοπό την προστασία του δημοσίου συμφέροντος με την άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου επί της διαχειρίσεως των υπέρ κοινωφελών ιδρυμάτων καταλειπομένων περιουσιών και την αποτροπή του κινδύνου αλόγιστης διαθέσεως της περιουσίας του ιδρύματος, αλλά και αποφυγής συμπαικτικών των κυρίων διαδίκων δικών.

Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί και το ότι με την παρ. 2 του άρθρου 126 του α.ν. 209/1939 παρέχεται προς τον Υπουργό των Οικονομικών δικαίωμα να ασκεί αυτοτελώς ένδικα μέσα και όταν ακόμη δεν παρέστη κατά τη συζήτηση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ.

Ειδικότερα ότι εσφαλμένα το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτο το αίτημα της παρεμβάσεώς του που άσκησε στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της αιτήσεως του ....περί ερμηνείας της διαθήκης και του κωδικέλλου του διαθέτη .....και με την οποία ζητούσε την απόρριψη της ως άνω αιτήσεως για το λόγο ότι ο ως άνω αιτών δεν ενέπιπτε στον κύκλο των πλησιεστέρων συγγενών του διαθέτη.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : Το σχετικό με το εύρος του κύκλου των «πλησιεστέρων συγγενών» του διαθέτη ζήτημα που τίθεται με την κυρία παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου δεν θα ερευνηθεί από το δικαστήριο διότι δεν αποτελεί αντικείμενο της προκειμένης δίκης, όπως τούτο διαγράφεται με την αίτηση και το οποίο απαραδέκτως επεκτείνεται με την εν λόγω κυρία παρέμβαση, η οποία δεν έχει τα στοιχεία της αυτοτελούς αγωγής.

Περαιτέρω όπως προκύπτει από την επιτρεπτώς γενομένη επισκόπηση του από 20.041999 δικογράφου της αιτήσεως του ....ο τελευταίος ζήτησε ερμηνευομένης της διαθήκης και του κωδικέλλου του διαθέτη .....να γίνει δεκτό ότι κατά την αληθινή βούληση του ως άνω διαθέτη πρέπει να χορηγούνται υποτροφίες από το Κληροδότημα για σπουδές στο εξωτερικό εις τα τέκνα του διαθέτη, εγγόνους, τέκνα εγγόνων του και τέκνα αυτών που συγκεντρώνουν τα προσόντα της επιμελείας και της αρίστης διαγωγής τα οποία προτιμώνται ερχόμενα στην πρώτη σειρά κατά την εκάστοτε εκκαθάριση ανεξαρτήτως του αν γεννήθηκαν ή κατάγονται από το .....

Ο Υπουργός Οικονομικών κατά τη συζήτηση της ως άνω αιτήσεως άσκησε με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου παρέμβαση στην οποία αφού περιέλαβε το κείμενο της αιτήσεως, ζήτησε την απόρριψή της για το λόγο ότι ο ως άνω αιτών δεν περιλαμβάνεται στους «πλησιεστέρους συγγενείς» του διαθέτη, δεν είναι οικονομικά ασθενής και δεν έχει γεννηθεί, ούτε κατάγεται από το ...., χωρίς όμως να υποβάλει αίτημα περί ερμηνείας της διαθήκης και του κωδικέλλου, όσον αφορά στον όρο αυτής περί «πλησιεστέρων συγγενών» και με τον τρόπο αυτό να διευρύνει το αντικείμενο της δίκης όπως αυτό είχε διαμορφωθεί με την αίτηση του .....

Συνεπώς ο από το άρθρο 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως όπως αυτός εκτιμήθηκε, πρέπει να απορριφθεί ως άνευ εννόμου επιρροής.

Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν αμφότερες οι αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στη δικαστική δαπάνη έκαστος του καθ΄ ου η αναίρεση, ο δε Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών στη δικαστική δαπάνη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 όπως αυτή τροποποιήθηκε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-

Απορρίπτει τις από 28 Μαρτίου 2003 και 19 Μαρτίου 2003 αιτήσεις : 1) του Ιδρύματος με την επωνυμία «.....και 2) του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών για αναίρεση της 257/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

-

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει προκειμένου για το ΄Ιδρυμα με την επωνυμία «....» στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ και για τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών στο ποσό των τριακοσίων τριάντα (330) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ