Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations for municipal claims exceeding five years.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment regarding a claim against the municipality of Veria. The court found that the claims, originating in 2003-2005, had expired under the five-year statute of limitations applicable at the time. The court ruled that the earlier lawsuit did not interrupt the limitation period due to a lack of identity of parties and that the claims expired before the new law came into force.
Legislator headnote
AI generatedArticles 90 § 1 and 91 of Law 2362/1995; A claim against a municipality expires after five years from the end of the fiscal year in which it arose, and a prior lawsuit without identity of parties does not interrupt this period.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1484 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1484/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Λ. Α. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σκέμπερη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: ΟΤΑ (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "Δήμος Βέροιας", που εδρεύει στη Βέροια και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αριστούλα Παπαστάμκου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 170/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 13/ΜΙ-ΜΙ/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-11-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο Ν 2362/1995 (Δημόσιο Λογιστικό), ο οποίος καταργήθηκε από τον ισχύοντα από 1-1-2015 Ν 4270/2014 (Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης -εποπτείας - Δημόσιο Λογιστικό) όριζε με τις διατάξεις των άρθρων 90 § 1 και 91 εδ. α' (όμοιες των οποίων εισήχθησαν και με τα άρθρα 140 § 1, 141 του Ν 4270/2014) τα ακόλουθα: α) Το άρθρο 90 § 1: "Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής" και β) το άρθρο 91 εδ.
α': "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Όσον αφορά στην παραγραφή των αξιώσεων κατά των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, τόσον το προϊσχύσαν ΠΔ 410/1995 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), όσον και ο ισχύων Ν 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων) αντιστοίχως στα άρθρα 304 εδ.
α', β' και 276 § 2 ορίζουν με ίδιες διατάξεις, ότι "Για την παραγραφή των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ καταργείται". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής, οποιαδήποτε απαίτηση κατά των Δήμων παραγράφεται μετά από την πάροδο πενταετίας, η οποία αρχίζει, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλη ειδική διάταξη του νόμου περί Δημοσίου Λογιστικού, από το τέλος του οικονομικού έτους εντός του οποίου γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της απαίτησης.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 93 περ. α' του Ν 2362/1995 η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται, μεταξύ άλλων, και με την έγερση αγωγής, οπότε αρχίζει εκ νέου (η παραγραφή) από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Κατά την αληθή έννοια της τελευταίας διάταξης, διακοπή της παραγραφής επέρχεται όχι μόνο, όταν εισαχθεί στο δικαστήριο η διαφορά που αφορά στην ικανοποίηση της αξίωσης, αλλά και όταν άλλο δικαστήριο, κρίνοντας για διαφορετικό αντικείμενο, επιλύει αρμοδίως ζήτημα που αποτελεί τη βάση ή προϋπόθεση της αξίωσης ή η παρεμπίπτουσα έρευνα του οποίου θα ήταν αναγκαία για να επιλυθεί η διαφορά που αναφέρεται στην αξίωση (ΟλΑΠ 1327/1986), υπό την προϋπόθεση ότι στις δύο δίκες υπάρχει ταυτότητα διαδίκων, καθόσον η υποβολή της υπόθεσης στο αρμόδιο δικαστήριο αποτελεί διακοπτικό της παραγραφής γεγονός, όταν ασκείται από τον δανειστή κατά του οφειλέτη της ένδικης αξίωσης (ΑΠ 125/2020, ΑΠ 666/2018, ΑΠ 252/2016, ΑΠ 1704/2013, ΑΠ 1674/2002).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 261 § 1 εδ. α' του ΑΚ, η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής, ήτοι με την επίδοση αυτής κατά τα άρθρα 215 § 1 και 221 § 1 του ΚΠολΔ. Κατά δε το άρθρο 263 του ΑΚ, που έχει εφαρμογή και στην παραγραφή των κατά του Δημοσίου χρηματικών απαιτήσεων (AΠ 52/2021, AΠ 1102/2019, AΠ 252/2016) και κατ' επέκταση και των απαιτήσεων κατά των ΟΤΑ, κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.
Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται, ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης υπάρχει σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας ματαιώνεται για λόγο, που δεν ανάγεται στη νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαίτησης.
Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη της ικανότητας δικαστικής παράστασης, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι οι οποίοι, κατά βασική δικονομική αρχή, ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της ύπαρξης και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξίωσης και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωσή της.
Ως επανέγερση της αγωγής νοείται η υποβολή νέου αιτήματος παροχής δικαστικής προστασίας από τον ίδιο ενάγοντα ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή από το διάδοχό του κατά του ιδίου εναγομένου ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή των διαδόχων εκείνου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία.
Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι την παραγραφή διακόπτει η έγερση αγωγής κατά του πραγματικού υποχρέου, ενώ η άσκηση αγωγής κατά προσώπου που δεν είναι υπόχρεο δεν επιφέρει διακοπή της παραγραφής υπέρ του δικαιούχου (ΑΠ 125/2020).Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 981/2020).
Με αυτό το λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΑΠ 125/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σχετικά με την ένσταση παραγραφής του εναγομένου μισθωτή (Δήμου Βέροιας) των αξιώσεων του ενάγοντος εκμισθωτή από την ένδικη σύμβαση μίσθωσης και την αντένσταση διακοπής της παραγραφής του τελευταίου, τα εξής περιστατικά: "...για το χρονικό διάστημα των μηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2003 ο μισθωτής όφειλε στον ενάγοντα το συμφωνηθέν μίσθωμα, δηλαδή το συνολικό ποσό των 880,40 ευρώ (440,20 ευρώ μηνιαίο μίσθωμα Χ 2 μήνες) ενώ για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και με δεδομένο ότι η συμφωνηθείσα διάρκεια της μίσθωσης έληξε στις 28-2-2003 και ο μισθωτής εξακολούθησε να χρησιμοποιεί το μίσθιο τουλάχιστον έως το τέλος του έτους 2005, όφειλε αποζημίωση χρήσης που ισούται κατά κανόνα με το συμφωνηθέν μίσθωμα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 601 ΑΚ, δηλαδή το συνολικό ποσό των 14.966,80 ευρώ (440,20 ευρώ/μήνα Χ 34 μήνες), χωρίς να έχει επέλθει σιωπηρή παράταση της μίσθωσης μετά τη λήξη της, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων στο δικόγραφο της αγωγής (...).
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι για την ικανοποίηση της ίδιας ως άνω αξίωσής του o ενάγων είχε ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας την από 2-10-2009 και με αριθμό κατάθεσης 4162/ΜΙ-ΜΙ/144/23-10-2009 αγωγή που στρεφόταν κατά του "Ελληνικού Δημοσίου" και με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί το τελευταίο να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 17.055,21 ευρώ για τα ως άνω οφειλόμενα μισθώματα (των ετών 2003, 2004, 2005) βάσει της ίδιας ως άνω σύμβασης μίσθωσης.
Επί της παραπάνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμό 41/ΜΙ-ΜΙ/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του εναγομένου "Ελληνικού Δημοσίου" στην άσκησή της καθόσον έγινε δεκτό ότι παθητικά νομιμοποιούνταν o "Δήμος Βεργίνας" ο οποίος ετύγχανε μισθωτής στην πιο πάνω σύμβαση μίσθωσης.
Μετά την απόρριψη της παραπάνω αγωγής του o ενάγων άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βέροιας την από 21-1-2015 και με αριθμό κατάθεσης 6/ΜΙΣΘ/21-1-2015 αγωγή εναντίον του εναγομένου (ήδη εκκαλούντος) επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση και στο δικόγραφο της οποίας εμπεριέχεται ρητή δήλωση του ενάγοντος περί παραίτησης από το δικόγραφο της ως άνω προγενέστερης αγωγής.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο εναγόμενος νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής ως καθολικός διάδοχος του "Δήμου Βεργίνας" ο οποίος συμβλήθηκε κατά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης μίσθωσης με την ιδιότητα του μισθωτή και ως εκ τούτου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε τον ισχυρισμό του εναγομένου περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής του στην άσκηση της αγωγής, δεν έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου (...).
Ακολούθως, ο εναγόμενος προέβαλε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος επικαλούμενος ότι από το χρόνο γέννησης της τελευταίας έως την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, η οποία του επιδόθηκε στις 26-2-2015, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του Ν. 2362/1995 που εφαρμόζεται και για τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης εφόσον οι προστατευτικές γι' αυτούς διατάξεις δεν είναι ευνοϊκότερες σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 του Ν.Δ. 31/1968, 304 του Π.Δ. 410/1995 και 276 του Ν. 3463/2006.
Κατά της ως άνω ένστασης ο ενάγων προέβαλε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την αντένσταση περί διακοπής της προθεσμίας παραγραφής σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ επικαλούμενος ότι η προθεσμία διακόπηκε με την άσκηση της προαναφερόμενης όμοιας αγωγής που είχε ασκήσει σε βάρος του "Ελληνικού Δημοσίου" και η οποία απορρίφθηκε λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης με την υπ' αριθμό 41/ΜΙ-ΜΙ/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας.
Με την εκκαλούμενη απόφασή του το πρωτοβάθμιο δικαστήριρ απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ανωτέρω ένσταση παραγραφής δεχόμενο ότι η προθεσμία παραγραφής διακόπηκε με την έγερση της ανωτέρω προγενέστερης αγωγής του ενάγοντος με την οποία ο τελευταίος επιδίωκε την ικανοποίηση της ίδιας αξίωσής του που απέρρεε από την ίδια σύμβαση μίσθωσης(...) Με την πιο πάνω διάταξη (ενν.
του άρθρου 140 παρ. 1 του Ν. 4270/2014) προβλέπεται η πενταετής παραγραφή των αξιώσεων, πλην εκείνων για τις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας εφόσον δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής από άλλη γενική ή ειδική διάταξη. Η ως άνω πενταετία αρχίζει, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η απαίτηση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 141 εδ.
α' του Ν. 4270/2014. Ωστόσο, η ως άνω προθεσμία παραγραφής διακόπτεται, πλην άλλων περιπτώσεων που ορίζονται στο νόμο, με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, όπως ρητά τούτο ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 143 περ.
α' του ίδιου ως άνω νόμου. Για να επέλθει η ανωτέρω διακοπή της παραγραφής θα πρέπει η υπόθεση που υποβλήθηκε στο δικαστήριο να αφορά στη συγκεκριμένη αυτή αξίωση και όχι άλλη αξίωση από άλλη υπόθεση, έστω παρόμοια ή πηγάζουσα από την ίδια αιτία, ενώ, περαιτέρω, γίνεται δεκτό ότι διακοπή της παραγραφής επέρχεται και όταν άλλο δικαστήριο, που έκρινε επί διαφορετικού αντικειμένου, αποφάνθηκε επί ζητήματος που αποτελεί τη βάση ή προϋπόθεση της αξίωσης και η παρεμπίπτουσα έρευνα του οποίου θα ήταν αναγκαία για να επιλυθεί η διαφορά που αναφέρεται στην αξίωση (...).
Ωστόσο, αυτονόητη προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 143 εδ. α' του Ν. 4270/2014, η οποία επαναλαμβάνει την προϊσχύουσα ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 93 περ. α' του Ν. 2362/1995, αποτελεί η ύπαρξη ταυτότητας διαδίκων στις δύο δίκες εφόσον η υποβολή της υπόθεσης στο αρμόδιο δικαστήριο αποτελεί διακοπτικό γεγονός της παραγραφής όταν ασκείται από τον δανειστή κατά του οφειλέτη της ένδικης αξίωσης και ως εκ τούτου δεν επέρχεται διακοπή της παραγραφής αν στη δίκη ενώπιον του άλλου δικαστηρίου δεν υπήρξε διάδικος ο φορέας της υποχρέωσης (οφειλέτης) αλλά τρίτο πρόσωπο (...).
Επιπλέον, ταυτότητα διαδίκων απαιτείται να υφίσταται και στην περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 263 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση απαιτήσεων κατά οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, υπό την έννοια ότι η διακοπή της παραγραφής με την άσκηση της αγωγής επέρχεται υπέρ του πραγματικού δικαιούχου και κατά του πραγματικού δικαιούχου της διαγνωστέας οφειλής όταν η νέα αγωγή εγείρεται, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει η ως άνω διάταξη, από τον ίδιο ενάγοντα (ή από τον διάδοχό του αν μεσολαβήσει καθολική ή ειδική διαδοχή) κατά του ίδιου εναγομένου και βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη αγωγή ιστορική και νομική αιτία. (...) Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο ενάγων κατέθεσε την κρινόμενη αγωγή του στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου Βέροιας στις 21-1-2015 (βλ.
τη συνημμένη επί του δικογράφου της αγωγής έκθεση κατάθεσης του αρμόδιου γραμματέα) και επέδωσε αυτήν στον εναγόμενο "Δήμο Βέροιας" στις 26-2-2015 (όπως αναφέρει ο εκκαλών στο δικόγραφο της έφεσης και δεν αμφισβητείται από τον εφεσίβλητο) και ως εκ τούτου από το τέλος εκάστου των οικονομικών ετών εντός των οποίων επήλθε η γέννηση της απαίτησης του ενάγοντος για την καταβολή των επίμαχων μισθωμάτων, οπότε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή τους μέχρι την κατά τα ως άνω άσκηση της αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα κατά πολύ μεγαλύτερο της πενταετίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 140 παρ. 1 και 141 εδ.
α' του Ν. 4270/2014. Υπογραμμίζεται ότι η άσκηση της προγενέστερης (και απορριφθείσας με την υπ' αριθμό 41/ΜΙ-ΜΙ/2Ο11 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας) από 2-10-2009 και με αριθμό κατάθεσης 4162/ΜΙ-ΜΙ/144/23-10-2009 αγωγής του ενάγοντος κατά του "Ελληνικού Δημοσίου" για την ίδια ως άνω αξίωση, δεν επέφερε τη διακοπή της παραγραφής της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος σε σχέση με τον εναγόμενο αφού η ως άνω προγενέστερη αγωγή ασκήθηκε σε βάρος του "Ελληνικού Δημοσίου" και όχι κατά του εναγομένου ή έστω του "Δήμου Βεργίνας", καθολικός διάδοχος του οποίου τυγχάνει ο εναγόμενος, με συνέπεια να μην υφίσταται ταυτότητα διαδίκων και ως εκ τούτου να μην εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 143 εδ.
α' του Ν. 4270/2014 αλλά ούτε και η διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη...". Στη συνέχεια, το Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας, που δίκασε ως Εφετείο, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 170/2015 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Βέροιας, που είχε κρίνει αντιθέτως, κράτησε και δίκασε την αγωγή, δέχθηκε την ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης, που πρότεινε ο εναγόμενος Δήμος, απορρίπτοντας την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, που πρότεινε ο ενάγων, και απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Με βάση τα γενόμενα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς δέχθηκε ότι α) οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Δήμου Βέροιας, ως καθολικού διαδόχου του Δήμου Βεργίνας, υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή, η δε έναρξη της παραγραφής αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτών, ήτοι των αξιώσεων του έτους 2003 από την 1-1-2004, των αξιώσεων του έτους 2004 από την 1-1-2005 και των αξιώσεων του έτους 2005 από την 1-1-2006 (διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1, 91 εδ.
α' του Ν 2362/1995, που ίσχυαν μέχρι την κατάργησή τους από τις όμοιες διατάξεις των άρθρων με τα άρθρα 140 § 1, 141 του Ν 4270/2014, με έναρξη ισχύος του τελευταίου νόμου από την 1-1-2015), β) η από 2-10-2009 και με αριθμό κατάθεσης 4162/ΜΙ-ΜΙ/144/23-10-2009 αγωγή του ίδιου ενάγοντος για τις αυτές αξιώσεις ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, που στρεφόταν κατά του "Ελληνικού Δημοσίου" και απορρίφθηκε λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης με την υπ' αριθμό 41/ΜΙ-ΜΙ/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, δεν διέκοψε την πενταετή παραγραφή, καθόσον δεν υπάρχει ταυτότητα διαδίκων στις 2 αγωγές, ήτοι στην από 2-10-2009 αγωγή και την ένδικη αγωγή (διάταξη του άρθρου 93 περ.
α' του Ν 2362/1995, που ίσχυε μέχρι την κατάργησή της με την όμοια διάταξη του άρθρου 143 εδ. α του Ν 4270/2014) και γ) από το χρόνο, που οι ανωτέρω αξιώσεις του ενάγοντος γεννήθηκαν και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή τους μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (στις 26-2-2015) παρήλθε χρονικό διάστημα κατά πολύ μεγαλύτερο της πενταετίας, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της παραγραφής, έτσι ώστε οι αξιώσεις αυτές υπέπεσαν στο σύνολό τους στην πενταετή παραγραφή.
Η δε παραγραφή συμπληρώθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του Ν 4270/2014, ήτοι υπό την ισχύ των διατάξεων του Ν 2362/1995. Συνακολούθως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί παραγραφής και διακοπής της παραγραφής και ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου Δήμου Βέροιας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένη κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (ΑΠ 3/2020, ΑΠ 379/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-11-2018 αίτηση (αριθμ. κατάθ. 20/ΑΝΡ/15-03-2019) για αναίρεση της 13/ΜΙ-ΜΙ/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ