Legislator Case Law & Legislation
1484/2018 AI generated

1484/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1484/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/11/2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 658/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 621/2015 του Μονομελούς Εφ...ίου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/5/2016 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1484/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, όταν το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας, (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια της, παρά το νόμο, κήρυξης απαραδέκτου του αριθ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/1999, ΑΠ 657/2014, ΑΠ 1067/2015).

Keywords

AI generated
unemployment insurance financing incapacity for work unemployment due to technical progress reintegration into employment suspension of unemployment benefits fixed-term work
AI generated
1073/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
680/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
787/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/8/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 254/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 77/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/11/2008 αίτησή της.
1359/2009
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο (επειδή κωλύονται οι Αρεοπαγίτες Αθανάσιος Θεμέλης και Ειρήνη Αθανασίου), Παναγιώτη Κομνηνάκη και Δημήτριο Μουστάκα (επειδή κωλύεται ο Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος), Αρεοπαγίτες.
202/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2613/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3913/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-11-2010 αίτησή του και τους από 4-12-2014 πρόσθετους λόγους του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1484 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1484/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Τ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσάνθη Τσιμπίνου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ ΦΑΒΕ ΑΘΗΝΩΝ (νυν ΔΟΥ Μεγάλων Επιχειρήσεων), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ανδριανή Κατσαρού με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΤΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/11/2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 658/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 621/2015 του Μονομελούς Εφ...ίου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/5/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110 παρ. 2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2 και 4, 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτηση την επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. 10945 Γ/2-10-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφ...ίου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ν. Φ. προκύπτει, ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 621/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης επισπεύσθηκε με φροντίδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος προς το σκοπό αυτό επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην τρίτη αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 41 τη δικάσιμο της 4-12-2017, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Όμως η αναιρεσίβλητη αυτή δεν παρέστη κατά την παραπάνω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία της τρίτης αναιρεσίβλητης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 621/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία ερήμην της τρίτης αναιρεσίβλητης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Με την απόφαση αυτή το Εφετείο δέχτηκε την έφεση του ανακόπτοντος- εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 658/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε απορρίψει ως αβάσιμη την από 23-11-2011 ανακοπή του, που είχε ασκήσει κατά των καθών και ήδη αναιρεσίβλητων και κατά της από 19-3-2008 αναγκαστικής κατάσχεσης, που είχε επιβάλλει το πρώτο των καθών διά του προϊσταμένου της ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών, εις χείρας του δεύτερου αυτών, ως τρίτου, προς ικανοποίηση ληξιπρόθεσμων χρεών έναντι αυτού της τρίτης των καθών, επικαλούμενος έννομο συμφέρον και συγκεκριμένα, ότι έχει απαίτηση κατά της τρίτης των καθών και προς ικανοποίησή της έχει επιβάλλει ομοίως αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας του δευτέρου των καθών, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση, αναδίκασε την υπόθεση και απέρριψε την ανακοπή, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκασή της.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, όταν, δηλαδή, τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, που, κατά το νόμο, δεν ανήκει στη δικαιοδοσία τους, αλλά ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 5/1995), ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας, (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια της, παρά το νόμο, κήρυξης απαραδέκτου του αριθ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/1999, ΑΠ 657/2014, ΑΠ 1067/2015).

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1, 2 και 3 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ.1), ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ.2), και ότι σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια (παρ.3).

Από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις προκύπτει ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, αποκλείει δε από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές όσες από τη φύση τους είναι ιδιωτικές και ως ιδιωτικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι διοικητικές.

Επιτρέπει όμως σε αυτόν, σε αντίθεση με το προηγούμενο συνταγματικό καθεστώς, σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις, προς εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της ίδιας νομοθεσίας, την ανάθεση της εκδικάσεως ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή αντιστρόφως (ΑΕΔ 18/2009). Ωσαύτως, με το άρθρο 1 παρ.1 του ν.1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διάταξης του άρθρου 94 παρ.1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν τη συνταγματική αναθεώρηση, και επέβαλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδίκασης στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια εκείνων εκ των διοικητικών διαφορών ουσίας, που δεν είχαν ακόμη υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπομένων στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου 1 περιπτώσεων, περιλήφθηκαν στο εδάφιο ια αυτής και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας, που αφορά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων (ν.δ. 356/1974 ΚΕΔΕ).

Όλες όμως οι διαφορές που ανακύπτουν κατά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων δεν αποτελούν διοικητικές διαφορές ουσίας, διότι είναι δυνατόν να προέρχονται από έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου μεταξύ του Δημοσίου και του οφειλέτη τους. Κριτήριο, προκειμένου μια τέτοια διαφορά να θεωρηθεί ως διοικητική ή ιδιωτική, αποτελεί η φύση της απαίτησης που αποδεικνύεται από τον τίτλο του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, ο οποίος αποτελεί το θεμέλιο της διοικητικής εκτέλεσης.

Αν η απαίτηση αυτή είναι ιδιωτικού δικαίου, τότε και η διαφορά που ανακύπτει κατά την επιδίωξη της αναγκαστικής είσπραξής της έχει τα χαρακτηριστικά στοιχεία της ιδιωτικής διαφοράς και η φύση της δεν μεταβάλλεται από την παρεμβολή της διοικητικής βεβαιωτικής διαδικασίας από όργανα της διοίκησης και την είσπραξη της από το δημόσιο ταμείο, για την εκδίκαση της δε έχουν δικαιοδοσία και μετά την ισχύ του ν. 1406/1983 τα πολιτικά δικαστήρια.

Αντιθέτως, αν η απαίτηση προέρχεται από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, όπως είναι και η είσπραξη φόρων, τελών και δασμών, που επιβάλλει το Δημόσιο ως φορέας δημόσιας εξουσίας, τότε η διαφορά, που ανακύπτει κατά την επιδίωξη της είσπραξής της είναι διοικητική διαφορά ουσίας και για την εκδίκαση της έχουν δικαιοδοσία τα διοικητικά δικαστήρια (ΑΕΔ 28/2011, 14/2003, 18/1993, 8/1989, 5/1989, ΟλΑΠ 489/1982, ΑΠ 741/2017, ΑΠ 1999/2013).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 30, 32, 33 και 34 του ΚΕΔΕ προκύπτει ότι το Δημόσιο για την ικανοποίηση των απαιτήσεών του κατά του οφειλέτη του μπορεί να κατάσχει εις χείρας τρίτου χρηματική απαίτηση του οφειλέτη του έναντι του τρίτου. Στην περίπτωση αυτή, οι (λοιποί) δανειστές του οφειλέτη του Δημοσίου (καθού η διοικητική εκτέλεση) δικαιούνται να προσβάλλουν την επιβληθείσα από το Δημόσιο κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας τρίτου, με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ και υπό τις εκεί προϋποθέσεις, το οποίο εφαρμόζεται στην περίπτωση αυτή, κατ' άρθρο 89 του ΚΕΔΕ, προβάλλοντας ακυρότητα αυτής, προκειμένου να ισχυροποιηθεί δική τους μεταγενέστερη κατάσχεση στο ίδιο περιουσιακό στοιχείο.

Αντικείμενο της ανακοπής αυτής από το άρθρο 933 ΚΠολΔ των (λοιπών) δανειστών του οφειλέτη του Δημοσίου είναι η ακύρωση της αναγκαστικής κατάσχεσης στα χέρια του τρίτου, που επέβαλε το Δημόσιο για την ικανοποίηση της απαίτησής του και η διαφορά που ανακύπτει είναι διοικητική, αν η φύση της απαίτησης που αποδεικνύεται από τον τίτλο του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, με βάση τον οποίο επιβλήθηκε η αναγκαστική κατάσχεση και ο οποίος αποτελεί το θεμέλιο της διοικητικής εκτέλεσης είναι δημοσίου δικαίου, όπως όταν αφορά φόρους, τέλη και πρόστιμα, που επέβαλε το δημόσιο ως φορέας δημόσιας εξουσίας και ιδιωτική, αν η φύση της απαίτησης που αποδεικνύεται από τον τίτλο του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, είναι ιδιωτικού δικαίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει, δέχτηκε τα ακόλουθα: "'Υστερα από ανοιχτή δημοπρασία που διενεργήθηκε την 8-6-1999, για την εκτέλεση του δημόσιου έργου "Διέλευση αυτοκινητόδρομου Πάτρα-Αθήνα-Θεσσαλονίκη-Εύζωνοι δια της αστικής ζώνης Κατερίνης", το πρακτικό της οποίας κυρώθηκε με την υπό στοιχεία ΕΥΔΕ/ΠΑΘΕ/45897/4-8-1999 απόφαση του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., ανάδοχος αναδείχθηκε η κοινοπραξία με την επωνυμία "...

ΑΤΕ-...Π ΑΕ-... ΑΕ- ... ΑΤΕ" και υπογράφηκε, για την εκτέλεσή του, η από 30-8-1999 σύμβαση. Ακολούθως το μέλος της ως άνω κοινοπραξίας "... ΑΕ" υποκαταστάθηκε για την εκτέλεση του παραπάνω δημόσιου έργου από την ανώνυμο εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ", το μέλος της ίδιας παραπάνω κοινοπραξίας "...Π ΑΕ" συγχωνεύτηκε, δι' απορροφήσεως, από την ανώνυμο εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΤΕ", ακολούθως δε η τελευταία και η ως άνω ανώνυμος εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" συγχωνεύθηκαν, επίσης δι' απορροφήσεως από την ανώνυμο εταιρεία με την επωνυμία "...", με αποτέλεσμα ανάδοχος για την εκτέλεση του παραπάνω έργου να είναι τελικά η κοινοπραξία με την επωνυμία"...". Για την ολοκλήρωση της εκτέλεσης του παραπάνω δημόσιου έργου απαιτήθηκε η υπογραφή πρώτης συμπληρωματικής σύμβασης έργου μεταξύ της αρμόδιας υπηρεσίας του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.

και της ως άνω αναδόχου κοινοπραξίας, ακολούθως δε και δεύτερης, για την υπογραφή της οποίας όμως το μέλος της παραπάνω κοινοπραξίας "... ΑΤΕ" δεν είχε τις εκ του νόμου απαιτούμενες προϋποθέσεις (ενημερότητα πτυχίου και ασφαλιστική ενημερότητα), με συνέπεια η τελευταία να ζητήσει να υποκατασταθεί από το μέλος της ως άνω κοινοπραξίας "...", υποκατάσταση που αποδέχθηκε η τελευταία και τελικά εγκρίθηκε με την υπό στοιχεία ΑΠ ΚΒ/ΦΚΘΣ6/ ΣΥ3/ 2298/27.4.2007απόφαση του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., σύμφωνα με την οποία το μέλος της παραπάνω αναδόχου κοινοπραξίας "...

ΑΤΕ" απαλλάχθηκε από το τμήμα της εργολαβίας, που αφορούσε τις ανεκτέλεστες ...ίες της αρχικής σύμβασης έργου, της πρώτης συμπληρωματικής σύμβασης έργου, καθώς και της δεύτερης συμπληρωματικής σύμβασης έργου, όλες δε οι πληρωμές, μετά την 58η πιστοποίηση ορίστηκε να γίνονται πλέον στην ανάδοχο κοινοπραξία, όπως διαμορφώθηκε μετά την παραπάνω υποκατάσταση, δηλαδή στην κοινοπραξία με την επωνυμία "...-ΑΤΕ- ...".

Περαιτέρω... προέκυψε ότι, η αρμόδια υπηρεσία εποπτείας, ελέγχου και πιστοποίησης των ...ιών του παραπάνω δημόσιου έργου(ΕΥΔΕ/ΠΑΘΕ/ΤΚΕ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ της Γ.Γ.Δ.Ε. του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ1Ε.), το ανεξόφλητο μέρος του 58ου λογαριασμού του εν λόγω έργου, ύψους 967.474,38 ευρώ, δικαιούχος του οποίου ήταν η προαναφερθείσα κοινοπραξία με την επωνυμία "...", ανάδοχος εκτέλεσής του, λόγω αδυναμίας της να το καταβάλει απευθείας στην τελευταία, εξαιτίας έλλειψης νομίμου εκπροσώπου της και μη προσκόμισης φορολογικής ενημερότητας της ίδιας (αναδόχου κοινοπραξίας) και ενός εκάστου των μελών της, το παρακατέθεσε υπέρ αυτής, δηλαδή της αναδόχου κοινοπραξίας με την επωνυμία "...", δημοσίως, την 16-11-2007, στο κατάστημα Θεσσαλονίκης του δεύτερου των εφεσίβλητων-καθ' ων η ανακοπή, δημόσια κατάθεση για την οποία συντάχθηκε το υπ' αρ. 138513/16-11-2007 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης, ενώ για την απόδοση του παραπάνω ποσού από το τελευταίο στην ως άνω δικαιούχο ανάδοχο κοινοπραξία όρισε ως προϋποθέσεις την προσκόμιση φορολογικής ενημερότητας σε ισχύ, κατά το χρόνο της παραπάνω δημόσιας κατάθεσης, της ίδιας (αναδόχου κοινοπραξίας) ή ενός εκάστου των μελών της, περαιτέρω δε ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο διορισμού νομίμου εκπροσώπου της εν λόγω αναδόχου κοινοπραξίας, με ημερομηνία σύνταξης μεταγενέστερη της δημόσιας κατάθεσης του παραπάνω ποσού, ή με την παρουσία των νομίμων εκπροσώπων όλων των μελών της ίδιας κοινοπραξίας για την από κοινού είσπραξή του.

Οι ως άνω όροι που τέθηκαν για την απόδοση του παραπάνω ποσού...προφανώς δεν εκπληρώθηκαν από την τελευταία και δεν αποδόθηκε σ' αυτήν από το δεύτερο των εφεσίβλητων-καθ' ων η ανακοπή. Περαιτέρω...το πρώτο των εφεσίβλητων-καθ' ων η ανακοπή, ενεργώντας δια του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Β.Ε. Αθηνών, με το υπ' αρ.

πρωτ. 7956/11-3-2008 και Αρ. Ειδ. Βιβλ. 15/2008 κατασχετήριο, που, επιδόθηκε στο δεύτερο των εφεσίβλητων-καθ' ων η ανακοπή την 19-3-2008 με την επίκληση των άρθρων 7, 9, 30 και 30Α του Κώδικα Είσπραξης Δημόσιων Εσόδων (Ν.Δ. 356/1974), επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας του τελευταίου, ως τρίτου, μέχρι του ποσού των 8.604.531,80 ευρώ, που του όφειλε η τρίτη των εφεσίβλητων-καθ' ων η ανακοπή, όπως το ως άνω ποσό αναλύεται στον ενσωματωμένο στο παραπάνω κατασχετήριο πίνακα χρεών, για όσα ποσά όφειλε να καταβάλει αυτό, δηλαδή το δεύτερο των εφεσίβλητων-καθ' ων η ανακοπή, μέχρι την επίδοση του ως άνω κατασχετηρίου ή όφειλε να καταβάλει στο μέλλον, στην τρίτη των εφεσίβλητων-καθ' ων η ανακοπή.

Ακολούθως το δεύτερο των εφεσίβλητων-καθ' ων η ανακοπή, μετά την επίδοση σ' αυτό του παραπάνω κατασχετηρίου, με την υπ' αρ. 393/24-3-2008 δήλωση στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης και την υπ' αρ. 5521/1-4-2008 δήλωση στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, δήλωσε, ως τρίτο, ότι κανένα ποσό δεν οφείλεται στην τρίτη των εφεσίβλητων-καθ' ων η ανακοπή με ελεύθερη απόδοση, ότι είναι κατατεθειμένο σ' αυτό το ποσό των 967.474,38 ευρώ, για το οποίο συντάχθηκε το υπ' αρ. 138513/16-11-2007 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης, φωτοαντίγραφο του οποίου συμπεριέλαβε στην ως άνω υπ' αρ.393/24-3-2008 δήλωσή του στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, από το οποίο προκύπτουν όσα προαναφέρθηκαν...,ότι εφόσον πληρωθούν οι παραπάνω αναφερόμενοι στο εν λόγω γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης όροι και προϋποθέσεις θα παρακρατήσει για την εξυπηρέτηση της κατασχέσεως το κατασχεθέν ποσό και θα το αποδώσει στο πρώτο των εφεσίβλητων-καθ' ων η ανακοπή (Ελληνικό Δημόσιο, συγκεκριμένα στη Δ.Ο.Υ.

Φ.Α.Β.Ε. Αθηνών) με την προσκόμιση των νομίμων δικαιολογητικών απόδοσης, εφόσον βεβαίως το ποσοστό συμμετοχής της τρίτης των εφεσίβλητων-καθ' ων η ανακοπή στην ως άνω ανάδοχο κοινοπραξία με την επωνυμία "..." και άρα και στη συσταθείσα υπέρ της τελευταίας παρακαταθήκη, επαρκεί για την κάλυψη της κατασχεθείσας απαίτησης, ότι σ' αυτό (δεύτερο των εφεσίβλητων-καθ' ων η ανακοπή, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων") έχει ήδη κοινοποιηθεί το από 21-2-2010 κατασχετήριο της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "...

Α.Ε.", με το οποίο επιβλήθηκε εις χείρας του, ως τρίτου, κατάσχεση προς ικανοποίηση αξιώσεώς της έναντι της τρίτης των εφεσίβλητων-καθ' ων η ανακοπή, για την οποία κατέθεσε την υπ' αρ. 282/2008 δήλωση τρίτου, ως εκ τούτου δε για την απόδοση των κατασχεθέντων πρέπει να ακολουθηθεί η διαδικασία των άρθρων 982, 988 επ.

του ΚΠολΔ, τέλος δε ότι η κατάσχεση είναι άκυρη αν δεν κοινοποιηθεί το κατασχετήριο εμπρόθεσμα στην καθ' ης η κατάσχεση (τρίτη των εφεσίβλητων-καθ' ων η ανακοπή), καθώς και στην Κεντρική Υπηρεσία του ιδίου (δεύτερου των εφεσίβλητων - καθ' ων η ανακοπή). Περαιτέρω...προέκυψε ότι, ο εκκαλών - ανακόπτων με το από 19-7-2010 κατασχετήριο, που επιδόθηκε στο δεύτερο των εφεσίβλητων-καθ' ων η ανακοπή, επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας του τελευταίου, ως τρίτου, για το ποσό των 46.890,64 ευρώ, που υποχρεώθηκε να του καταβάλει η τρίτη των εφεσίβλητων- καθ' ων η ανακοπή με την υπ' αρ. 138/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, που κατέστη ήδη τελεσίδικη, αξίωση που απέρρεε από σύμβαση εξαρτημένης .εργασίας που είχε καταρτίσει με την τελευταία και απασχολήθηκε στην εκτέλεση του παραπάνω δημόσιου έργου ως ηλεκτρολόγος μηχανικός, το χρονικό διάστημα από 2-6-2006 έως και 1-2-2007.

Πρέπει να επισημανθεί στο σημείο αυτό ότι, μέχρι την επιβολή της παραπάνω κατάσχεσης από τον εκκαλούντα-ανακόπτοντα εις χείρας του δεύτερου των εφεσίβλητων-καθ' ων η ανακοπή, παρέμενε στο τελευταίο το ως άνω ποσό των 967.474,38 ευρώ, που κατατέθηκε σ' αυτό υπέρ της προαναφερθείσας κοινοπραξίας με την επωνυμία "...", μέλος της οποίας ήταν και η τρίτη των εφεσίβλητων-καθ' ων η ανακοπή, προφανώς διότι δεν είχαν εκπληρωθεί οι όροι και οι προϋποθέσεις για την ελεύθερη απόδοσή του κατ' αρχήν στην τελευταία, μετά δε την επιβολή των παραπάνω κατασχέσεων στην ανώνυμο εταιρεία με την επωνυμία "...

Α.Ε." και στο πρώτο των εφεσίβλητων-καθ' ων η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο. Ήδη ο εκκαλών-ανακόπτων με την ένδικη ανακοπή του, την οποία έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει, ως δανειστής της τρίτης των εφεσίβλητων-καθ' ων η ανακοπή, σε βάρος της οποίας στρεφόταν η προαναφερθείσα διοικητική εκτέλεση, ορθώς δε την έστρεψε και κατά της τελευταίας, επικαλούμενος, ότι η ως άνω κατάσχεση, που επέβαλε το πρώτο των εφεσίβλητων-καθ' ων η ανακοπή, ενεργώντας δια του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.

Φ.Α.Β.Ε. Αθηνών, με το υπ' αρ. πρωτ. 7956/11-3-2008 και Αρ. Ειδ. Βιβλ. 15/2008 κατασχετήριο, εις χείρας του δεύτερου των εφεσίβλητων -καθ' ων η ανακοπή, ως τρίτου, προκειμένου να ικανοποιηθεί αξίωσή του σε βάρος της τρίτης των εφεσίβλητων-καθ' ων η ανακοπή, είναι άκυρη, ως αντιβαίνουσα στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 4694/1930, ισχυριζόμενο, ότι η ως άνω κατασχεθείσα αξίωση της οφειλέτριάς του (τρίτης των εφεσίβλητων-καθ' ων η ανακοπή) αποτελούσε εργολαβικό της αντάλλαγμα, που απέρρεε από την εκτέλεση δημόσιου έργου και επιβλήθηκε αυτή (κατάσχεση εις χείρας τρίτου) πριν την αποπεράτωση του (έργου), δηλαδή σε χρόνο που ήταν ακατάσχετη, περαιτέρω δε ότι αυτός (εκκαλών-ανακόπτων) έχει έννομο συμφέρον για την κήρυξη της παραπάνω ακυρότητας, ούτως ώστε να ικανοποιηθεί η δική του αξίωση, μέσω της προαναφερθείσας αναγκαστικής κατασχέσεως, που επέβαλε εις χείρας του δεύτερου των εφεσίβλητων-καθ' ων η ανακοπή, ζητεί την ακύρωσή της.

Από την παραδεκτή επισκόπηση όμως του πίνακα χρεών που είναι ενσωματωμένος στο υπ' αρ. πρωτ. 7956/11-3-2008 και Αρ. Ειδ. Βιβλ. 15/2008 κατασχετήριο, με το οποίο το πρώτο των εφεσίβλητων-καθ' ων η ανακοπή επέβαλε την παραπάνω αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας του δεύτερου των εφεσίβλητων-καθ' ων η ανακοπή, ως τρίτου, μέχρι του ποσού των 8.604.531,80 ευρώ, που του όφειλε η τρίτη των εφεσίβλητων-καθ' ων η ανακοπή, αποδεικνύεται ότι η ως άνω κατάσχεση αφορούσε ληξιπρόθεσμες οφειλές της τελευταίας, προερχόμενες από οριστική βεβαίωση Φ.Π.Α., οριστική βεβαίωση φόρου εισοδήματος, φόρο μισθωτών υπηρεσιών, φόρο μεγάλης ακίνητης περιουσίας, πρόστιμα του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, τέλη χρήσης μηχανημάτων και δικαστικά έξοδα των οικονομικών ετών 1999 έως και 2007, δηλαδή οφειλές, που απέρρεαν από σχέση δημοσίου δικαίου, με συνέπεια για την εκδίκαση της ένδικης ανακοπής να μη έχουν δικαιοδοσία τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια...,καθόσον η ανακύπτουσα διαφορά για την ακύρωση της παραπάνω διοικητικής πράξεως συγκεκριμένα δε του υπ' αρ.

πρωτ. 7956/11-3-2008 και Αρ. Ειδ. Βιβλ. 15/2008 κατασχετήριου του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΦΑΒ.Ε. Αθηνών, που αποτελεί το θεμέλιο της αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος της τρίτης των εφεσίβλητων-καθ' ων η ανακοπή, δια της επιβολής κατασχέσεως αξιώσεων της τελευταίας εις χείρας του δεύτερου των εφεσίβλητων-καθ' ων η ανακοπή, ως τρίτου, είναι διοικητική, λαμβανομένου υπόψη ότι η φύση της απαίτησης, για την οποία επιβλήθηκε η ως άνω κατάσχεση είναι δημοσίου δικαίου, ενόψει του ότι αφορά φόρους, τέλη, πρόστιμα κ.τ.λ., που επέβαλε το πρώτο των εφεσίβλητων-καθ' ων η ανακοπή (Ελληνικό Δημόσιο) ως φορέας δημόσιας εξουσίας σε βάρος της τρίτης των εφεσίβλητων-καθ' ων η ανακοπή".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε την έφεση του ανακόπτοντος- εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει ως αβάσιμη την ανακοπή του, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση, αναδίκασε την υπόθεση και, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρ. 522 ΚΠολΔ), απέρριψε την ανακοπή, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκασή της.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς κατέληξε, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ότι δικαιοδοσία για την ένδικη διαφορά έχουν τα διοικητικά δικαστήρια, δεδομένου, ότι αντικείμενο της ένδικης ανακοπής είναι η ακύρωση της αναγκαστικής κατάσχεσης στα χέρια του τρίτου, που επέβαλε το Δημόσιο για την ικανοποίηση της απαίτησής του, για το λόγο ότι η κατασχεθείσα απαίτηση αποτελούσε εργολαβικό αντάλλαγμα και, κατά το χρόνο της κατάσχεσης, ήταν ακατάσχετη και η διαφορά που ανακύπτει είναι διοικητική, διότι η υποκείμενη σχέση, στην οποία ορίζεται ο τίτλος του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, με βάση τον οποίο επιβλήθηκε από το Δημόσιο η αναγκαστική κατάσχεση είναι δημοσίου δικαίου, αφού αφορά φόρους, τέλη και πρόστιμα, που επέβαλε το δημόσιο ως φορέας δημόσιας εξουσίας.

Επομένως, ο μοναδικός από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας είναι αβάσιμος. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος με τον οποίο το πρώτον προβάλλεται ενώπιον του Αρείου Πάγου ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι η ένδικη ανακοπή του δεν έχει το χαρακτήρα της ανακοπής κατά αναγκαστικής εκτέλεσης για οφειλή, που απορρέει από σχέση δημοσίου δικαίου, αλλά ανακοπή του τρίτου, κατά το άρθρο 74 του ΚΕΔΕ, που προσβάλλεται το δικαίωμα κυριότητάς του επί του αντικειμένου της εκτέλεσης, για την εκδίκασή της οποίας έχουν αρμοδιότητα τα πολιτικά δικαστήρια, ισχυριζόμενος ειδικότερα, ότι με την επισπευδόμενη εκ μέρους του Δημοσίου διοικητική εκτέλεση προσβλήθηκε το δικαίωμα κυριότητος, που έχει επί του αντικειμένου της εκτέλεσης και συγκεκριμένα επί του κατασχεθέντος εκ μέρους του Δημοσίου στα χέρια του τρίτου εργολαβικού ανταλλάγματος, καθόσον και αυτός επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια του τρίτου για την ικανοποίηση της επιδικασθείσας τελεσιδίκως απαίτησής του από σχέση εργασίας κατά της οφειλέτριας εταιρείας (καθής η διοικητική εκτέλεση), ποσού 46.890,64€ και κατατάχθηκε στον υπ'αριθ. 123.622/29-11-2010 πίνακα κατάταξης δανειστών της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι.

Μ.-Χ. στην πρώτη θέση, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου αυτού. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των παρόντων πρώτου και δεύτερου των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός τους, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183, 189 και 181 ΚΠολΔ, μειωμένα όμως κατ' εφαρμογή του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

Πρέπει δε να λεχθεί ότι η παροχή του ευεργετήματος της πενίας ή της παροχής νομικής βοήθειας, θεσμός που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 198 επ ΚΠολΔ και 1,2,4 και 9 του ν. 3226/2004 "νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος", αντίστοιχα, δεν εμποδίζει το δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας εκείνου που έτυχε του ευεργετήματος της πενίας ή έλαβε τη νομική βοήθεια, όπως ο αναιρεσείων, να επιβάλει σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του, η είσπραξη, όμως, αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν πάψουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή του ευεργετήματος πενίας ή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμοδίου δικαστή (ΑΠ 2069/2013, ΑΠ 1403/2012 και ΑΠ 1419/2000).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-5-2016 αίτηση Π. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 621/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για τον καθένα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ