Legislator Case Law & Legislation
1484/2014 AI generated

1484/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1484/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Mαΐου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-3-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1366/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5509/2013 του Μον/λούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-1-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ειρήνη Καλού, ανέγνωσε την από 29-4-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε: α) την απόρριψη όλων των λόγων της από 17-1-2014 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθ. 5509/2013 απόφασης του Μον/λούς Εφετείου Αθηνών και β) την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 1366/2012 οριστικής απόφασης του Μον/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

1484/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η έννοια αυτή του άρθρου 3 του Ν. 1229/1982, ότι δηλαδή η με αυτό κατάργηση του άρθρου 7 § 1 του Ν. 813/1978, δεν έγινε για λόγους νομοτεχνικούς, ενόψει της υπάρχουσας στο νόμο αυτό γενικής παραπομπής στον Αστικό Κώδικα (άρθρο 29), αλλά με τη βούληση μη εφαρμογής στις εμπορικές μισθώσεις των άρθρων 614 και 616 ΑΚ και 1009 ΚΠολΔικ, προκύπτει σαφώς και από τη διάταξη του άρθρου 13 § 2 του ίδιου νόμου (1229/1982), η οποία ορίζει ότι "δικαστικαί αποφάσεις...

Keywords

AI generated
european order for payment procedure discharge of obligation payment of cost deposit sale with installation obligation failure to state reasons satisfaction of claim
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1484 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1484/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Mαΐου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο Σπανάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. συζ. Σ. Μ., το γένος Β. Ρ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Σπύρου Αναγνωστόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-3-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1366/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5509/2013 του Μον/λούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-1-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ειρήνη Καλού, ανέγνωσε την από 29-4-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε: α) την απόρριψη όλων των λόγων της από 17-1-2014 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθ. 5509/2013 απόφασης του Μον/λούς Εφετείου Αθηνών και β) την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 1366/2012 οριστικής απόφασης του Μον/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 17-1-2014αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται: α) η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 έως 662 ΚΠολΔ υπ' αριθ. 5509/2013απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δετή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 23-11-2012έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 1366/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχτεί κατ' ουσίαν την από 14-3-2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος για απόδοση της χρήσης του μισθίου καταστήματος λόγω καθυστέρησης καταβολής του μισθώματος από δυστροπία και β) η προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 1366/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

I. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 του ΚΠολΔικ, αν η πρωτόδικη απόφαση προσβλήθηκε με έφεση και αυτή έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του Εφετείου, που ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αφού αν μεν έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίσθηκε και έπαυσε να υπάρχει, ενώ αν η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε πλέον στην εφετειακή απόφαση (Ολ.

ΑΠ 40/1996, ΑΠ 568/2013, ΑΠ 658/2012). Μόνο, σε περίπτωση, που η έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους, σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή για το κεφάλαιό της το σχετικό με την απόρριψη, καθώς και η πρωτόδικη απόφαση ως προς την ουσία της υποθέσεως, οπότε και απαιτείται η κατά το άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ κατάθεση της αναίρεσης και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 1451/2013, ΑΠ 883/2012, ΑΠ 769/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, παρά το ότι η έφεση του αναιρεσείοντος κατά πρωτόδικης υπ' αριθμ. 1366/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η ένδικη αίτηση αναίρεσης στρέφεται τόσο κατά της υπ' αριθμ. 5509/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όσο και κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 1366/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ενόψει τούτων, η αίτηση αναίρεσης ,κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 1366/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας άλλωστε ουδεμία αναιρετική πλημμέλεια προβάλλεται, πρέπει, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 1 και 2Κ.Πολ.Δ. να απορριφθεί ως απαράδεκτη, προεχόντως για τον λόγο ότι δεν κατατέθηκε στην γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία έχει έντονο τον χαρακτήρα κανόνος δημοσίας τάξεως, απαγορεύεται η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, τούτο δε διακηρύσσεται και με την διάταξη του άρθρου 25 παρ. 3 του Συντάγματος, το οποίο αναφέρεται αδιακρίτως σε κάθε δικαίωμα. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη αυτή "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος".

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του, κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ 741/2009.) Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 29/1998).

Στη προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων- μισθωτής με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ έκρινε ως μη νόμιμη την προβληθείσα πρωτοδίκως με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφερθείσα νομίμως με σχετικό λόγο της έφεσής του προς απόκρουση της εναντίον του αγωγής της αναιρεσίβλητης - εκμισθώτριας περί απόδοσης της χρήσης του μισθίου καταστήματος(κομμωτηρίου) λόγω καθυστέρησης καταβολής του μισθώματος από δυστροπία ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και συνακόλουθα έκρινε την αγωγή αυτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενων διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής: Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων προς απόκρουση της ασκηθείσας κατ' αυτού από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη από 14-3-2011 αγωγής περί αποδόσεως της χρήσεως του μισθίου καταστήματος (κομμωτηρίου) λόγω μη καταβολής του μισθώματος από δυστροπία προέβαλε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με προφορική δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις κατατεθείσες επί της έδρας προτάσεις του, ότι η άσκηση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης με την ένδικη αγωγή του δικαιώματος της προς απόδοση του μισθίου είναι καταχρηστική, ως υπερβαίνουσα τα διαγραφόμενα στο άρθρο 281 ΑΚ όρια.

Ειδικότερα: για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας προς απόδοση του μισθίου καταστήματος, ισχυρίστηκε, κατ' ακριβή αντιγραφή των ως άνω προτάσεών του ότι η εναντίον του αγωγή της ασκήθηκε καταχρηστικά αφού: <<Η πραγματική πρόθεση που είχε η αντίδικος κατά την άσκηση της παρούσας αγωγής δεν ήταν ο εξαναγκασμός μου να καταβάλω το μίσθωμα του μηνός Μαρτίου 2011, το οποίο κατέβαλα στις 21/3/2011, ήτοι μετά από μόλις 4 ημέρες (είχε μεσολαβήσει Σαββατοκύριακο) από την κοινοποίηση της υπό κρίση αγωγής (που έλαβε χώρα στις 17-3-2011), όπως προκύπτει από την προσαγόμενη και επικαλούμενη απόδειξη είσπραξης της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, όπου υπάρχει η ένδειξη περί καταβολής του ενοικίου μηνός Μαρτίου 2011(οράτε σχετικό 1).

Αν το ζητούμενο ήταν να εισπραχθεί το ενοίκιο του μηνός Μαρτίου 2011, τότε δεν θα υπήρχε λόγος να συζητάμε σήμερα την υπό κρίση αγωγή, αφού η είσπραξη του μισθώματος επιτεύχθηκε εντός 4 ημερών από την κοινοποίηση του δικογράφου!! Άλλες ήταν όμως οι βουλές της ενάγουσας. Και εξηγούμαι.

Πρόθεση και ενδόμυχη επιθυμία της ήταν η εκδίωξή μου από το μίσθιό της κατάστημα της ήταν εντελώς αδιάφορο εάν θα καταβάλω το μίσθωμα, τουναντίον ήλπιζε να μην μπορέσω να το πληρώσω, ώστε να ασκήσει αγωγή εναντίον μου και να καταφέρει να με αποβάλει από το μίσθιο.

Τώρα, βέβαια, θα μου πείτε γιατί να θέλει ένας ιδιοκτήτης να διώξει τον ενοικιαστή του αφού έχει οικονομικό συμφέρον να εισπράττει τα ενοίκια της ιδιοκτησίας του? Το σχετικό ερώτημα έχει την αυτονόητη απάντησή του στις περιπτώσεις που οι σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων είναι, είτε αγαστές, είτε ακόμα και εντελώς τυπικές. Στην περίπτωσή μας, όμως, οι σχέσεις μου με την ενάγουσα και τον πατέρα της Β. Ρ., πρώην εκμισθωτή μου και δικαιοπάροχο της αντιδίκου, δεν είναι απλώς τεταμένες αλλά έχουν πάρει εδώ και πολλά χρόνια την μορφή προσωπικής βεντέτας εναντίον μου.

Όλα ξεκίνησαν το έτος 2008, όταν και εξέφρασα την επιθυμία μου για την μείωση του μισθώματος λόγω της σημαντικής διαφοράς του τότε καταβαλλόμενου ενοικίου με αντίστοιχα άλλων καταστημάτων της περιοχής.

Επειδή, λοιπόν, η αντίδικος (και ο πατέρας της) δεν συναίνεσε στο αίτημά μου (είναι μεγαλοεισοδηματίες με μεγάλη ακίνητη περιουσία και δεν έχουν οικονομική ανάγκη), αποφάσισα να διεκδικήσω δικαστικά την τοιαύτη μείωση κοινοποιώντας σχετική αγωγή εναντίον της (οράτε προσαγόμενη και επικαλούμενη - υπό σχετικό 2 - από 25-9-2008 αγωγή που έλαβε αριθμό καταθ. 178385/5566/2008). Η ενέργεια αυτή ήταν η απαρχή μίας μεγάλης διαμάχης με την οικογένεια Ρ. που δεν περιορίστηκε στα στενά πλαίσια μίας διένεξης για την μείωση του ενοικίου αλλά επεκτάθηκε και σε μία προσωπική αντιπαλότητα μαζί τους. Από το καλό και πειθήνιο παιδί, που ήμουν επειδή τους έκανα όλα τα χατίρια, έγινα ξαφνικά το κόκκινο πανί γι' αυτούς και έκτοτε ξεκίνησαν εναντίον μου έναν αγώνα και κατάστρωσαν σχέδιο για την εκδίωξή μου από το μίσθιο, χρησιμοποιώντας κάθε μέσο για να κάμψουν την αντίστασή μου και να αποχωρήσω από μόνος μου.

Ενδεικτικά αναφέρω διάφορα περιστατικά που συνέβησαν μεταξύ μας, που αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς μου, ήτοι :

1ον) στις 12-9-2008, στις 16-10-2008 και στις 4-12-2008 ο πατέρας της ενάγουσας Β. Ρ. με απείλησε και με εξύβρισε κατ' εξακολούθηση (σημειωτέον ότι διαμένουν στην ίδια οικοδομή που είναι το μίσθιο) εξ ου και αναγκάστηκα να υποβάλλω προφορική μήνυση εναντίον του στο Α.Τ. Χαλανδρίου (οράτε προσαγόμενο και επικαλούμενο - υπό σχετικό 3 - αντίγραφο του δελτίου συμβάντος της 9- 12-2008).

2ον) στις ι6-10-2008 ο πατέρας της ενάγουσας Β. Ρ. δημιούργησε επεισόδιο μπροστά στην υπάλληλό μου Χ. Π., εξαιτίας του οποίου αναγκάστηκα και κάλεσα την Άμεση Δράση, περιπολικό της οποίας ήρθε επιτόπου και υπέδειξε τα νόμιμα (οράτε προσαγόμενο και επικαλούμενο - υπό σχετικό 4 - απόσπασμα ημερήσιου δελτίου οχήματος της Άμεσης Δράσης).

3ον) στις 13-1-2009 ο πατέρας της ενάγουσας Β. Ρ. είχε αφήσει να τρέχουν νερά από το κλιματιστικό του στο διαμέρισμα του 1ου ορόφου ύπερθεν του καταστήματος μου, τα οποία έρρεαν στον τοίχο του κομμωτηρίου μου και στο πεζοδρόμιο, ενέργεια για την οποία τον κάλεσα να λάβει μέτρα ώστε να μην θίγεται ο χώρος μου, αυτός όμως αδιαφόρησε και έτσι αναγκάστηκα και κάλεσα την Άμεση Δράση, περιπολικό της οποίας ήρθε επιτόπου και υπέδειξε τα νόμιμα (οράτε προσαγόμενο και επικαλούμενο - υπό σχετικό 5 - απόσπασμα ημερήσιου δελτίου οχήματος της Άμεσης Δράσης).

4ον) το από 16-9-2008 εξώδικο που μου απέστειλε η αντίδικος εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει η διάθεση αντιδικίας για θέματα που ουσιαστικά δεν υπήρχαν αλλά εφευρέθηκαν με σκοπό να εμφανίζομαι ως αντισυμβατικός μισθωτής (οράτε προσαγόμενο και επικαλούμενο - υπό σχετικό 6).

5ον) την από 3-10-2008 εξώδικη απάντηση που έστειλα στην αντίδικο, σε απάντηση του προαναφερόμενου δικού της εξωδίκου, όπου και γίνεται μνεία - σε ανύποπτο χρόνο - της άρνησης να δέχεται την καταβολή των μισθωμάτων στο μίσθιο κατάστημα (όπως το από 26-8- 2003 συμφωνητικό μίσθωσης προέβλεπε - οράτε προσαγόμενο και επικαλούμενο - υπό σχετικό 7) και της απαίτησης να καταβάλλονται αυτά σε τραπεζικό λογαριασμό, γεγονός που μου δημιουργούσε μεγάλα προβλήματα αφού η αναμονή στην τράπεζα για την κατάθεσήν του ενοικίου σε λογαριασμό της αντιδίκου, απαιτούσε πολύ χρόνο, εν ώρα μάλιστα που υποψήφιοι πελάτες μετέβαιναν στο κομμωτήριό μου, πολλοί εξ αυτών, δε, αναχωρούσαν αφού δεν μπορούσαν να περιμένουν την επιστροφή μου και πήγαιναν σε ανταγωνιστές μου (οράτε προσαγόμενο και επικαλούμενο - υπό σχετικό 8).

Η αντίδικος, λοιπόν, γνωρίζοντας ότι λόγω της δυσκολίας που μου δημιουργεί η υποχρέωση να μεταβαίνω στην τράπεζα για την κατάθεση του ενοικίου σε ώρες που το κατάστημά μου λειτουργεί, πράττω αυτό (την καταβολή του μισθώματος) όχι σε σταθερά καθορισμένες ημέρες αλλά σαφώς εντός του εκάστου μισθωτικού μήνα, κατέστρωσε σχέδιο με σκοπό να με εμφανίσει ως δύστροπο μισθωτή και το έθεσε σε εφαρμογή, αποστέλλοντάς μου αρχικά εξώδικη διαμαρτυρία για την καταβολή του μισθώματος Φεβρουάριου 2011 (κοινοποίηση στις 18-2-2011), το οποίο κατέβαλα στις 28-2-2011 ενώ εν συνεχεία για το αμέσως επόμενο μίσθωμα του μηνός Μαρτίου 2011, κατέθεσε ενώπιον Σας στις 15-3-2011 την υπό κρίση αγωγή, που μου επιδόθηκε στις 17-3-2011, ενοίκιο που κατέβαλα, όπως προείπα, στις 21-3-2011.

Πάρα ταύτα και ενώ έχει εισπράξει το μίσθωμα Μαρτίου εντός 4 ημερών από την κοινοποίηση της αγωγής της, επιμένει και θέλει να εκδικαστεί η υπόθεση όχι για κάποιον άλλο λόγο παρά για να με εκδιώξει με το έτσι θέλω από το μίσθιο και να απαλλαγεί από εμένα τον "ενοχλητικό" που τόλμησα και άσκησα αγωγή εναντίον της για μείωση του μισθώματος και προσέφυγα στην αστυνομία για να με προστατέψει από τις άνομες ενέργειες του πατέρα της. Όσον, δε, αφορά την τύχη της διαπλαστικής αγωγής που άσκησα, αυτή καταρχήν απορρίφθηκε ως αόριστη από το δικαστήριό Σας, εκδοθείσας σχετικά της με αριθμ. 1720/2009 αποφάσεώς Σας (οράτε προσαγόμενη και επικαλούμενη απόφαση - υπό σχετικό 9), κατά της οποίας κατέθεσα έφεση, η οποία και αυτή απορρίφθηκε εκδοθείσας σχετικά της με αριθμ. 4679/2010 αποφάσεώς του Εφετείου Αθηνών (οράτε προσαγόμενη και επικαλούμενη έφεση και απόφαση - υπό σχετικά 10 και 11) ενώ εν συνεχεία άσκησα νέα αγωγή, η οποία απορρίφθηκε στην ουσία της, εκδοθείσας σχετικά της με αριθμ. 259/2012 αποφάσεώς Σας (οράτε προσαγόμενη και επικαλούμενη αγωγή και απόφαση - υπό σχετικά 12 και 13), την οποία και πρόκειται να εφεσιβάλλω αφού πιστεύω βάσιμα ότι στο τέλος θα δικαιωθώ.

Η ανωτέρω εν γένει συμπεριφορά της ενάγουσας, το γεγονός ότι το μίσθωμα του μηνός Μαρτίου 2011 κατατέθηκε εντός 4 ημερών από την κοινοποίηση της υπό κρίση αγωγής και η έλλειψη πραγματικού εννόμου συμφέροντος για την εκδίκαση της παρούσας, αποτελούν στοιχεία και αποδεικνύουν πέραν πάσης αμφιβολίας ότι το κίνητρο της αντιδίκου είναι η με κάθε τρόπο εκδίωξή μου από το μίσθιο για λόγους που δεν αφορούν την δήθεν μη καταβολή του μισθώματος και την υποτιθέμενη δυστροπία μου αλλά για προσωπικούς λόγους και για την εμπάθεια που έχει αυτή και ο πατέρας της εναντίον μου.

Μία τέτοια στάση δεν μπορεί να είναι ανεκτή από το δίκαιο, χαρακτηρίζεται καταχρηστική στο σύνολό της και υπερβαίνει προφανώς τα όρια του δικαιώματος που τυπικά ο νόμος της παρέχει για την συζήτηση της υπό κρίση αγωγής>> . Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 1366/2012απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας του αγωγικού δικαιώματός της κατά το άρθρο 281 Α.Κ.

και δέχθηκε την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση ο ηττηθείς αναιρεσείων, ο οποίος, με την έφεση του, επανέφερε τον ως άνω ισχυρισμό του περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, ισχυριζόμενος, όμως προς θεμελίωση του στο άρθρο 281 ΑΚ, για πρώτη φορά με την έφεση και τις προτάσεις του πέραν των όσων προέβαλε πρωτοδίκως και νέα πραγματικά περιστατικά, ως προς τα οποία κρίθηκε ότι απαραδέκτως προβλήθηκαν το πρώτον ενώπιον του Εφετείου χωρίς να προβάλλεται σχετική αναιρετική πλημμέλεια ως προς την κρίση αυτή του Εφετείου.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού ερεύνησε ως προς τη νομιμότητά του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος με βάση τα προβληθέντα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου περιστατικά, απέρριψε αυτόν ως μη νόμιμο, ως ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ και έκανε δεκτή την εναντίον του αγωγή.

Ειδικότερα, αναφορικά με τον προβληθέντα από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, το Εφετείο, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε τα ακόλουθα: << Με την αγωγή της και κατ' εκτίμηση του δικογράφου της, η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι με το από 26.8.2003 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, η μητέρα της εκμίσθωσε στον εναγόμενο το περιγραφόμενο στο δικόγραφο ισόγειο κατάστημα, που βρίσκεται στην Αθήνα, ανήκει δε στην κυριότητά της, προκειμένου ο εναγόμενος να το χρησιμοποιήσει ως κομμωτήριο, για χρονικό διάστημα έξι (6) ετών, αρχόμενο στις 1.9.2003 και λήγον στις 30.8.2009, έναντι μηνιαίου προκαταβαλλόμενου εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός μισθώματος, ύψους ήδη 1.760 ευρώ, πλέον τέλους χαρτοσήμου ποσοστού 3,6%.

Ότι σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης μίσθωσης η μητέρα της παρέδωσε τη χρήση του μίσθιου ακινήτου στον εναγόμενο, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησε η νυν ενάγουσα την πλήρη κυριότητα του μισθίου, από 6-7-2006, και υπεισήλθε η ίδια στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της επίδικης μίσθωσης.

Ότι αν και ο εναγόμενος έκτοτε χρησιμοποιεί ακωλύτως το μίσθιο ακίνητο, παρά ταύτα, από επανειλημμένη δυστροπία δεν καταβάλει εμπροθέσμως το συμφωνηθέν μίσθωμα μετά του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, παρότι έχει οχληθεί πολλάκις για τούτο από την ενάγουσα, ήδη δε είναι δύστροπος στην καταβολή του μισθώματος μετά του τέλους χαρτοσήμου του μηνός Μαρτίου 2011, ποσού 1.760 ευρώ.

Με βάση δε τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της αποδώσει τη χρήση του μίσθιου ακινήτου, λόγω δυστροπίας περί την καταβολή του μισθώματος, να υποχρεωθεί να της καταβάλει το οφειλόμενο μίσθωμα μηνός Μαρτίου 2011, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που αυτό κατέστη απαιτητό...

Ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφέρει με την έφεση του τον ισχυρισμό ότι καταχρηστικά ασκείται η ένδικη αγωγή εκ μέρους της ενάγουσας, καθόσον αυτή αιτείται την απόδοση του μισθίου λόγω των τεταμένων σχέσεων που υφίστανται μεταξύ τους και με τον πατέρα της, λόγω του ότι αυτός από το έτος 2008 είχε ζητήσει την μείωση του μισθώματος από το δικαστήριο, σε κάθε δε περίπτωση δεν υφίσταται η ενάγουσα ζημία αφού λαμβάνει το μηνιαίο μίσθωμα του επίδικου μίσθιου, ενώ ο ίδιος θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη.

Επιπλέον με την έφεσή του και με τις προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου επικαλείται απαραδέκτως το πρώτον νέα πραγματικά περιστατικά για να θεμελιώσει την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Όμως και αληθή υποτιθέμενα τα προβληθέντα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πραγματικά περιστατικά στα οποία επιχειρεί ο εναγόμενος να θεμελιώσει την κατάχρηση δικαιώματος δεν δύνανται να θεμελιώσει την καταχρηστική άσκηση εκ μέρους της ενάγουσας της ένδικης αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε τα ίδια ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και καλώς εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου οι λόγοι της άνω έφεσης με τους οποίους ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι κακώς απορρίφθηκε η ένσταση του εκ του άρθρου 281 ΑΚ, και ότι δεν είναι επανειλημμένα δύστροπος είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι >>.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που κρίνοντας ομοίως είχε απορρίψει τον παραπάνω ισχυρισμό του εναγομένου, ως μη νόμιμο και δέχτηκε την αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την προαναφερόμενη διάταξη, που απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, εφόσον υπό τα ανωτέρω επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, ακόμα και αν είναι αληθινά, η άσκηση του επιδιωκόμενου με την αγωγή δικαιώματος της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης προς απόδοση της χρήσεως του μισθίου λόγω επανειλημμένης δυστροπίας του αναιρεσείοντος ως προς την καταβολή του μισθώματος, δεν υπερβαίνει προφανώς τα οριζόμενα από τη διάταξη αυτή όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Ειδικότερα, οι μόνες περιγραφόμενες από τον αναιρεσείοντα στις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, θετικές ενέργειες της αναιρεσίβλητης που συνίστανται: α) στην επικαλούμενη απ' αυτόν απαίτηση της τελευταίας για καταβολή του μισθώματος σε τραπεζικό της λογαριασμό, β) στην άρνησή της να συναινέσει στη μείωση του μισθώματος, γ) στην αποστολή εκ μέρους της σ'αυτόν του από 16-9-2008 εξωδίκου, το περιεχόμενο του οποίου σημειωτέον δεν αναφέρει ο αναιρεσείων στις ως άνω προτάσεις του και δ) στην κοινοποίηση αρχικά σ' αυτόν εκ μέρους της αναιρεσείουσας στις ι8-2- 2011εξώδικης διαμαρτυρίας για την καταβολή του μισθώματος Φεβρουάριου 2011, το οποίο τελικά κατέβαλε στις 28-2-2011 και στην εν συνεχεία κατάθεση από την τελευταία στις 15-3-2011της ένδικης αγωγής που του επιδόθηκε στις 18-3-2011 για το αμέσως επόμενο μίσθωμα του μηνός Μαρτίου 2011, το οποίο της κατέβαλε στις 21-3-2011, τέσσερις μέρες μετά την επίδοση αυτής δεν δύνανται να θεωρηθούν, ανεξαρτήτως της αξιολογήσεως τους από τον αναιρεσείοντα και των ενδόμυχων προθέσεων και επιθυμιών που αποδίδει αυτός στην αναιρεσίβλητη, ότι στοιχειοθετούν προηγηθείσα της ασκήσεως της αγωγής καταχρηστική συμπεριφορά της τελευταίας αναφορικά με την άσκηση του δικαιώματός της να ζητήσει την απόδοση του μισθίου για τον προαναφερόμενο λόγο, η οποία υπερβαίνει τα διαγραφόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια.

Τούτο δε συμβαίνει και σε σχέση με τα περιγραφόμενα από τον αναιρεσείοντα επεισόδια μεταξύ αυτού και του πατέρα της αναιρεσίβλητης, ο οποίος είναι τρίτος στην ένδικη σύμβαση, ενώ εξάλλου και η υπό τις εκτιθέμενες από τον αναιρεσείοντα περιστάσεις καταβολή του μισθώματος απ' αυτόν (καθυστερημένη καταβολή του μισθώματος του μηνός Φεβρουαρίου 2011 μετά από εξώδικη διαμαρτυρία της αναιρεσείουσας και καταβολή του μισθώματος του αμέσως επομένου μηνός μετά από άσκηση της ένδικης αγωγής από την τελευταία) δεν δύναται να θεωρηθεί ότι δεν θίγει σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης κανένα δικαιολογημένο συμφέρον της εκμισθώτριας.

Επομένως, ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραπάνω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και απορριπτέος .

III. Με το άρθρο 3 του Ν. 1229/1982 καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 7 § 1 του Ν. 813/1978, η οποία όριζε πως "οι διατάξεις των άρθρων 614-618, 1164 ΑΚ και 1009 Κ.Πολ.Δ. εφαρμόζονται και επί των υπαγομένων εις τον παρόντα νόμον μισθώσεων". Κατόπιν τούτου δεν ισχύει στις μισθώσεις που υπάγονται στις διατάξεις του Ν. 813/1978 και ήδη του π.δ. 34/1995, η ρύθμιση του κοινού δικαίου ως προς την τύχη της μισθωτικής σχέσης σε περίπτωση μεταβίβασης του μισθίου κατά τη διάρκεια αυτής.

Επιπλέον δε, είναι αυτονόητος ο αποκλεισμός της εφαρμογής των καταργουμένων αυτών διατάξεων, δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 29 του Ν. 813/1978 και ήδη 44 του π.δ. 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων", που ορίζει ότι "οι μισθώσεις του παρόντος διατάγματος, εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο σ' αυτό, διέπονται από τους συμβατικούς όρους τους και τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα".

Η έννοια αυτή του άρθρου 3 του Ν. 1229/1982, ότι δηλαδή η με αυτό κατάργηση του άρθρου 7 § 1 του Ν. 813/1978, δεν έγινε για λόγους νομοτεχνικούς, ενόψει της υπάρχουσας στο νόμο αυτό γενικής παραπομπής στον Αστικό Κώδικα (άρθρο 29), αλλά με τη βούληση μη εφαρμογής στις εμπορικές μισθώσεις των άρθρων 614 και 616 ΑΚ και 1009 ΚΠολΔικ, προκύπτει σαφώς και από τη διάταξη του άρθρου 13 § 2 του ίδιου νόμου (1229/1982), η οποία ορίζει ότι "δικαστικαί αποφάσεις...

εκδοθείσαι επί αγωγών στηριζομένων επί της καταργούμενης διατάξεως του άρθρου 7 § 1 του ν. 813/1978, μη εκτελεσθείσαι μέχρι της ενάρξεως ισχύος του παρόντος, δεν εκτελούνται, πλην των περί εξόδων διατάξεων αυτών". Δηλονότι, κατά το άνω άρθρο 13 § 2 του Ν. 1229/1982 δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 614, 616 Α.Κ. - στις οποίες το άρθρο 7 § 1 του νόμου αυτού παρέπεμπε ως εφαρμοστέες - ακόμη και στις περιπτώσεις που υπάρχουν εκτελεστές αποφάσεις που στηρίζονται στην εφαρμογή τους (Ολ.

ΑΠ 6/2004). Στην περίπτωση επομένως μεταβίβασης του μισθίου διαρκούσης της εμπορικής μισθώσεως, η μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης στο νέο κτήτορα χωρεί εκ του νόμου και μάλιστα χωρίς τις διατυπώσεις των άρθρων 614 και 615 του Α.Κ. Έτσι, ο νέος κτήτορας, υπεισέρχεται από το νόμο στη μισθωτική σχέση απεριόριστα και αποκτά για λογαριασμό του τα σχετικά δικαιώματα στην έκταση που τα είχε και ο δικαιοπάροχός του εκμισθωτής (Ολ.

ΑΠ 6/2004, ΑΠ 593/1991, ΑΠ 494/1989, ΑΠ 799/1987, ΑΠ 802/1987, ΑΠ 343/1987). Προκειμένου να χωρήσει κατά τις προηγούμενες διατάξεις υπεισέλευση του νέου κτήτορα στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του παλαιού αναφορικά με την εμπορική μίσθωση, πρέπει να επέλθει μεταβίβαση του μίσθιου ακινήτου για νόμιμη αιτία και μεταγραφή της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας κατά τα άρθρα 1033, 1192 αριθ. 1, 1194 § 1,1198 και 1201 Α.

Κ. Η κατά τα ως άνω υπεισέλευση συντελείται από την μεταγραφή του μεταβιβαστικού συμβολαίου (ΑΠ 1095/2004 ΕλλΔνη 46. 467 ) Η έννοια της υπεισέλευσης είναι ότι από και διά της ολοκληρώσεως της εκποιήσεως, της μεταγραφής δηλαδή της οικείας μεταβιβαστικής της κυριότητος πράξεως, μεταβιβάζεται αυτοδικαίως και ex lege ολόκληρη η ενοχική σχέση της μισθώσεως όπως προϋπήρχε, αποκοπτομένου για το μέλλον παντός ενοχικού δεσμού μεταξύ του μισθωτή και του αρχικού εκμισθωτή -παλαιού κτήτορος.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης ως προς όλα τα σκέλη του (β', γ'και δ') αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ , διότι το Εφετείο με το να δεχτεί ότι η αναιρεσείουσα -ενάγουσα υπεισήλθε ως νέα κτήτορας στη σύμβαση μίσθωσης και ότι επομένως δικαιούτο να ασκήσει δικαιώματα από τη σύμβαση μίσθωσης, που ανήκουν στον εκμισθωτή, όπως είναι στην προκειμένη περίπτωση η ασκηθείσα με την αγωγή αξίωση για απόδοση του μισθίου λόγω δυστροπίας του μισθωτή ως προς την καταβολή του μισθώματος, σύμφωνα με τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 66 του ΕισΝ ΚΠολΔ., χωρίς να περιλαμβάνει μεταξύ των παραδοχών της τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 614 ΑΚ και δη τις παραδοχές ότι η σύμβαση μίσθωσης αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας, ότι η αναιρεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα του μισθίου ακινήτου, κατόπιν συμφωνίας με τον κύριο αυτού για κάποια νόμιμη αιτία και ότι ο νέος κτήτορας απέκτησε την κυριότητα του μισθίου από τον εκμισθωτή, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 614 και 1033 του Αστικού Κώδικα και 66 του Εισαγωγικού Νόμου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας , δεδομένου ότι αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από τα αναγκαία για την εφαρμογή τους.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αναφορικά με το δικαίωμα της αναιρεσείουσας-ενάγουσας να απαιτήσει την απόδοση του μισθίου με βάση το άρθρο 66 Εισ.Ν. ΚΠολΔ, δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα για το ενδιαφέρον αυτό ζήτημα περιστατικά: <<Δυνάμει του από 26/8/2003 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης και του από 16/8/2004 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης αυτής, ο εναγόμενος μίσθωσε από την μητέρα της ενάγουσας, Δ.

Ρ., το με αριθμ. 3 ισόγειο κατάστημα, επιφανείας 38,53 τ.μ., το οποίο αποτελείται από μία ενιαία αίθουσα κι ένα wc, επί οικοδομής ευρισκομένης στο Χαλάνδρι, οδός ..., προκειμένου να το χρησιμοποιεί ως κομμωτήριο. Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε έξι (6) ετών, αρχόμενη στις 1/9/2003 και λήγουσα στις 30/8/2009, μετά δε την παρέλευση της ως άνω ημερομηνίας παρατάθηκε σύμφωνα με το νόμο μέχρι τη συμπλήρωση δωδεκαετίας.

Μετά ταύτα, δυνάμει του ... συμβολαίου της συμ/φου Αθηνών Αγγελικής Γρατσία, νόμιμα μεταγραμμένου, η ενάγουσα απέκτησε την πλήρη κυριότητα του μισθίου και έτσι υπεισήλθε ως εκμισθώτρια σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή... >> Όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, αφού δέχτηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων ότι η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα απέκτησε την πλήρη κυριότητα του μισθίου ακινήτου, διαρκούσης της ένδικης συμβάσεως μισθώσεως, κατόπιν μεταβιβάσεώς τουκατά πλήρη κυριότητα σ'αυτήν από την αρχική εκμισθώτρια μητέρα της Δ.

Ρ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της συμ/φου Αθηνών Αγγελικής Γρατσία, νόμιμα μεταγραμμένου, έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη -ενάγουσα υπεισήλθε ως εκμισθώτρια σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή και συνακόλουθα ότι είχε το δικαίωμα να απαιτήσει την απόδοση του μισθίου με βάση το άρθρο 66 Εισ.Ν.

ΚΠολΔ, λόγω μη καταβολής του μισθώματος από δυστροπία.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 614 και 1033 του Αστικού Κώδικα και 66 του Εισαγωγικού Νόμου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αφού σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, επί επαγγελματικής μίσθωσης, όπως η ένδικη σύμβαση μισθώσεως, δεν ισχύει σ' αυτήν η ρύθμιση του κοινού δικαίου (614-615 ΑΚ) αναφορικά με την τύχη της μισθωτικής σχέσεως σε περίπτωση εκποιήσεως του μισθίου κατά τη διάρκεια αυτής, αλλά ο νέος κτήτορας, όπως στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσίβλητη-εναγομένη, υπεισέρχεται από το νόμο στη μισθωτική σχέση και αποκτά για λογαριασμό του τα σχετικά δικαιώματα στην έκταση που τα είχε και ο δικαιοπάροχος του εκμισθωτής, χωρίς να απαιτείται ως προϋπόθεση, η απόδειξη της επαγγελματικής μίσθωσης με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας. Επομένως έχει και το δικαίωμα να απαιτήσει την απόδοση του μισθίου με βάση το άρθρο 66 Εισ.Ν. ΚΠολΔ, όταν δηλαδή ο μισθωτής καθυστερεί την καταβολή του μισθώματος από δυστροπία.

Συνεπώς, και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραπάνω πλημμέλεια ,είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Μετά απ' αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει από 17-1-2014αίτηση για αναίρεση: α)της υπ' αριθμ. 5509/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και β) υπ' αριθμ. 1366/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2014. Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ