Legislator Case Law & Legislation
1484/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding forced expropriation compensation, upholding lower court's jurisdiction and procedural handling.

Case Number 1484/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding forced expropriation compensation. The appellant argued that the lower court erred in accepting certain claims under Article 559 of the Civil Procedure Code, while the state and municipalities contended the court correctly applied the principle of a single trial. The court ruled that the lower court properly interpreted the European Convention on Human Rights and the Constitution, affirming that the single trial procedure does not violate the right to a fair trial or the principle of reasonable time.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 of the First Protocol to the ECHR; Articles 17, 25, 28 of the Constitution; Article 20 of Law 2881/2002; Article 559 of the Civil Procedure Code: The single trial procedure for expropriation compensation claims does not violate the right to a fair trial or the principle of reasonable time, and the Court of Appeal has jurisdiction to hear such consolidated claims.

Keywords

AI generated
forced expropriation compensation single trial procedure fair trial rights reasonable time principle Civil Procedure Code jurisdiction of appellate court consolidated claims

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of the First Protocol to the ECHR
Article 17 of the Constitution
Article 25 of the Constitution
Article 28 of the Constitution
Article 20 of Law 2881/2002
Article 559 of the Civil Procedure Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1484 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1484/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Της υπό εκκαθάριση εταιρίας με την επωνυμία " …", νόμιμα εκπροσωπούμενης από τους εκκαθαριστές αυτής, 1. Ι. Τ., κάτοικο ... και 2. Β. Ο., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεωργίου Γκεσούλη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του ΝΣΚ Κωνσταντίνο Βαρδακαστάνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2. Δήμου Θεσσαλονίκης, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Δήμαρχο Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημήτριο Στράνη και κατέθεσε προτάσεις, 3. Του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ε.Υ.Α.Θ. Παγίων", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αλκιβιάδη Παναγόπουλου και κατέθεσε προτάσεις και 4. Του Ο.Τ.Α με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΥΛΑΙΑΣ-ΧΟΡΤΙΑΤΗ" που εδρεύει στο Πανόραμα του Ν.Θεσσαλονίκης, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Δήμαρχο αυτού, ως καθολικού διαδόχου του πρώην Δήμου Πυλαίας ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Κωνσταντίνου Παπαδόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις: α) από 28-9-2007 και με αριθμό κατάθ. 3590/4-10-2007 αίτηση περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, β) από 27-1-2009 και με αριθμό κατάθ. 366/29-1-2009 ανακοίνωση σε δίκη-προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση, γ) από 20-3-2009 και με αριθμό κατάθ. 1239/27-3-2009 κύρια παρέμβαση και δ) από 18-7-2009 και με αριθμό κατάθ. 3020/30-7-2009 ανακοίνωση δίκης, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκε η 2646/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, Την αναίρεση της απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-11-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ιωάννα Πετροπούλου ανέγνωσε την από 14-11-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον αναιρεσίβλητο Δήμο Πυλαίας, την απόρριψη των λόγων αυτής ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους και την παραδοχή του προτεινόμενου από την εισηγήτρια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των 2ου, 3ου και 4ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.1, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ ορίζονται αντίστοιχα, τα εξής : α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. β) Η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου, που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων.

γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβαση της.

δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται, κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου, που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους. ε) Αν α διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ'αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 575 του ΚΠολΔ, με αίτηση του Εισαγγελέα, του εισηγητή ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο μπορεί να αναβάλλει τη συζήτηση της υπόθεσης μία μόνο φορά σε μεταγενέστερη δικάσιμο, που ορίζεται αμέσως με επισημείωση στο πινάκιο.

Τα εδ. γ' και δ' της παρ.3 του άρθρου 226 εφαρμόζονται και εδώ. Από τα εδάφια αυτά το εδ. γ ορίζει ότι αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε, το δε εδάφιο δ' ότι η κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτεπάγγελτης αναβολής της συζήτησης από τον 'Αρειο Πάγο, υπό την προϋπόθεση, της παρουσίας κατ'αυτήν αμφοτέρων διαδίκων (αναιρεσείοντος και αναιρεσιβλήτου), διαφορετικά, πρέπει απαραίτητα ο απουσιάσας να κληθεί κατά τη νέα δικάσιμο από τον αντίδικο που επιθυμεί τη συζήτηση της υπόθεσης κατ'αυτή, προκειμένου να μη στερηθεί του δικαιώματος ακροάσεως (Ολ.ΑΠ 1690/1983).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου κατά τη μετ'αναβολή, αυτεπάγγελτα από το πινάκιο της 24.2.2012, σημερινή συζήτηση στο ακροατήριο της από 11.11.2010 αίτησης αναιρέσεως κατά της 2646/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που έγινε με την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ε.Υ.Α.Θ.

παγίων παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλκιβιάδη Παναγόπουλου, χωρίς όμως να επικαλείται και να προσκομίζει πληρεξούσιο, με το οποίο να χορηγείται στο φερόμενο ως πληρεξούσιό του σχετική εκ μέρους του πληρεξουσιότητα, όπως ομόφωνα αποφασίστηκε με την προσκομιζόμενη υπ'αρ. 56/2012 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ως ανωτέρω Ν.Π.Δ.Δ., το οποίο κατά συνέπεια θεωρείται ως μη παριστάμενο (δικονομικά απών).

Από τα υπάρχοντα δε στη δικογραφία στοιχεία και ειδικότερα, από την υπ'αρ. .../12.6.2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης …, που μετ' επικλήσεως προσκομίζεται από τη νομίμως παριστάμενη αναιρεσείουσα υπό εκκαθάριση εταιρεία, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 23.11.2012 και με αρ.κατ. 353/2010 αίτησης αναιρέσεως της 2646/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο (24.2.2012), κατά την οποία το αναιρεσίβλητο ως ανωτέρω ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΕΥΑΘ ΠΑΓΙΩΝ δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, καθώς και η με αρ.πρωτ. 112/5.3.2012 βεβαίωση της Γραμματέα του Αρείου Πάγου περί αναβολής της συζητήσεως της υπόθεσης για τη δικάσιμο αυτή (23.11.2012) με αριθμό πινακίου 45, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στο ως απολειπόμενο θεωρούμενο ως άνω αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ.

Επομένως και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης που επισπεύδεται από την αναιρεσείουσα υπό εκκαθάριση εταιρία, παρά την απουσία του πιο πάνω αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 91 και 92 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η ανακοίνωση δίκης δεν αποτελεί μορφή αιτήσεως παροχής ένδικης προστασίας και δεν δημιουργεί υποχρέωση του δικαστηρίου να αποφανθεί επ'αυτής, ούτε του προς ον η ανακοίνωση να απαντήσει στην ιστορική βάση αυτής. Εκείνος προς τον οποίο έγινε η ανακοίνωση της δίκης, αν δεν ασκήσει παρέμβαση, δεν αποκτά την ιδιότητα του διαδίκου, έστω και αν προσήλθε στο δικαστήριο και κατέθεσε κοινές προτάσεις με το διάδικο, που του ανακοίνωσε τη δίκη.

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αναίρεση πρέπει να κατευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων από αυτούς για τους οποίους επιδιώκεται με αυτή και με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που στρέφεται κατά του Δήμου Πυλαίας Θεσσαλονίκης, στον οποίο ανακοινώθηκε η δίκη η ανοιγείσα με την υπ'αρ.κατ. 3590/2007 αγωγή-αίτηση της υπό εκκαθάριση εταιρείας με την επωνυμία " …" κατά του 1. Δήμου Θεσσαλονίκης και 2. Ελληνικού Δημοσίου με το υπ'αρ.

κατ. 3020/2009 δικόγραφο του κυρίως παρεμβάντος στη δίκη αυτή Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ε.Υ.Α.Θ. ΠΑΓΙΩΝ", ο οποίος όμως (Δήμος Πυλαίας), όπως από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης προκύπτει, δεν παρενέβη στη δίκη και δεν κατέστη κατά συνέπεια διάδικος, πρέπει ν'απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Επειδή, το κύρος της διοικητικής πράξεως κηρύξεως αναγκαστικής απαλλοτριώσεως κρίνεται από το Σύνταγμα που ίσχυε κατά το χρόνο της εκδόσεώς της. Όταν όμως μετά την κήρυξη και πριν από τη συντέλεση, δηλαδή πριν από την απώλεια της ιδιοκτησίας εκείνου σε βάρος του οποίου γίνεται η απαλλοτρίωση, επέλθει συνταγματική μεταβολή, τότε, η προστασία της υπάρχουσας ακόμα ιδιοκτησίας, διέπεται από το νέο συνταγματικό καθεστώς, από τις διατάξεις του οποίου κρίνεται πλέον η νομιμότητα της περαιτέρω διαδικασίας, μέχρι την συντέλεση, ή την τυχόν ανάκληση, ή άρση της απαλλοτριώσεως.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι διατάξεις των άρθρων 21 παρ.3γ του Συντάγματος 1968, 4 παρ.1 της Συντακτικής πράξεως 1.8.1974 και 17 παρ.4γ του Συντ/τος 1975 που ορίζουν μεταξύ άλλων ότι η ένεκα αναγκαστικής απαλλοτριώσεως αποζημίωση καταβάλλεται υποχρεωτικώς μέσα σε ορισμένη προθεσμία που αρχίζει από τη δημοσίευση της πρώτης αποφάσεως περί προσδιορισμού (προσωρινού ή οριστικού) της αποζημιώσεως, εφαρμόζονται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν πριν από την ισχύ των συνταγματικών αυτών, διατάξεων, εφ'όσον η απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση δημοσιεύθηκε υπό την ισχύ των Συνταγμάτων αυτών.

Η απόφαση αυτή αποτελεί τη βάση για την συντέλεση της απαλλοτριώσεως με την καταβολή στο δικαιούχο του ποσού, που ορίζεται σ'αυτή και την αφετηρία για τη μέτρηση της αποκλειστικής προθεσμίας μέσα στην οποία πρέπει να γίνει η καταβολή, γιατί αλλιώς επέρχεται αυτοδικαίως άρση της απαλλοτριώσεως. Εξ άλλου, στο άρθρο 17 Συντ/τος 1975 αλλά και στις συναφείς συνταγματικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν, ορίζεται μεταξύ άλλων ότι "ουδείς στερείται της ιδιοκτησίας αυτού, ει μη δια δημοσίαν ωφέλειαν προσηκόντως αποδεδειγμένην, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, πάντοτε δε προηγουμένης πλήρους αποζημιώσεως ανταποκρινόμενης προς την αξίαν του απαλλοτριούμενου κατά τον χρόνον της ενώπιον του δικαστηρίου συζητήσεως περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως.

Επί απ'ευθείας αιτήσεως περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως λαμβάνεται υπ'όψιν η αξία κατά τον χρόνον της περί τούτου συζητήσεως ενώπιον του δικαστηρίου (παρ.2), ότι η μετά την δημοσίευσιν της πράξεως απαλλοτριώσεως και ένεκα ταύτης ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριούμενου δεν λαμβάνεται υπ'όψιν (παρ.3), ότι προ της καταβολής της οριστικής ή προσωρινώς ορισθείσης αποζημιώσεως διατηρούνται ακέραια πάντα τα δικαιώματα του ιδιοκτήτου, μη επιτρεπόμενης καταλήψεως (παρ.4β) και ότι η ορισθείσα αποζημίωση καταβάλλεται υποχρεωτικώς το βραδύτερον εντός ενός και ημίσεως έτους από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, επί απ'ευθείας δε αιτήσεως περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, από της δημοσιεύσεως της περί τούτου αποφάσεως του δικαστηρίου, άλλως, αίρεται αυτοδικαίως.

Από τις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις συνάγεται, ότι α) πλήρης αποζημίωση χωρίς καταβολή της οποίας ο ιδιοκτήτης διατηρεί όλα τα δικαιώματα της ιδιοκτησίας του στο απαλλοτριωθέν, νοείται η αξία του κατά το χρόνο συζητήσεως του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως ή σε περίπτωση απευθείας αιτήσεως για οριστικό προσδιορισμό η αξία κατά το χρόνο συζητήσεως αυτής.

Β) ο θεσπιζόμενος με το άρθρο 17 παρ.4 του Συντάγματος 1975 και των συναφών συνταγματικών διατάξεων που προαναφέρθηκαν κανόνας της αυτοδίκαιης άρσεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων στην περίπτωση μη συντελέσεώς τους εντός ενός και ημίσεως έτους από τη δημοσίευση της δικαστικής αποφάσεως προσωρινού ή οριστικού καθορισμού της σχετικής αποζημιώσεως, ισχύει και επί ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων, όπως συνάγεται από την αδιάστικτη διατύπωση της εν λόγω συνταγματικής διατάξεως η οποία δεν διακρίνει μεταξύ ρυμοτομικών και λοιπών απαλλοτριώσεων, γ) όταν προσδιορίστηκε προσωρινά ή οριστικά η αποζημίωση και δεν καταβλήθηκε ο ιδιοκτήτης δεν έχει το δικαίωμα να προσφύγει στο δικαστήριο για ανακαθορισμό της, μόνο δε δικαίωμα έχει, αν πέρασε το δεκαοκτάμηνο, να μην εισπράξει αποζημίωση και να επικαλεσθεί ότι επήλθε αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως.

Αν το πράγμα που απαλλοτριώθηκε καταστραφεί ή αχρηστευθεί από υπαιτιότητα των οργάνων του Δημοσίου ή του ΟΤΑ (υπέρ των οποίων η απαλλοτρίωση), ο ιδιοκτήτης έχει μεν δικαίωμα αποζημίωσης κατά τα άρθρα 914, 297, 298 του ΑΚ, 104 και 105 του Εισ.Ν.ΑΚ, όχι όμως και δικαίωμα νέου καθορισμού ή ανακαθορισμού της αποζημιώσεως, δ) σε περίπτωση κατάληψης του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε από τα υπέρ ού η απαλλοτρίωση όργανα (Δημόσιο ή ΟΤΑ ή των προστηθέντων από αυτά) πριν καταβληθεί η αποζημίωση στον ιδιοκτήτη, υπάρχει παρανομία και γεννιέται επομένως υποχρέωση αποζημίωσης, ε) αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως λόγω μη καταβολής της δικαστικά καθορισθείσας αποζημίωσης δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να προβάλλεται από τον καθού η απαλλοτρίωση προς το συμφέρον του οποίου θεσπίστηκε.

Με την άσκηση δε του δικαιώματος της αυτοδίκαιης άρσης της απαλλοτριώσεως αίρεται η νομική κατάσταση που δημιουργήθηκε με την απαλλοτρίωση, η οποία καθίσταται ανίσχυρη και ανενεργής και το απαλλοτριωθέν ακίνητο απαλλάσσεται από το βάρος της απαλλοτριώσεως και από όλες τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται.

Δεν αποκλείεται δε και το δικαίωμα στον καθ' ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη να ασκήσει και σχετική αγωγή ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου με την οποία να ζητείται η αναγνώριση του γεγονότος της αυτοδίκαιης άρσεως. 0 ιδιοκτήτης μετά την άσκηση του δικαιώματος αυτούς μπορεί να ασκήσει όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από το ακίνητο, δεν παρέχεται όμως σ' αυτόν η δυνατότητα να διατηρήσει την απαλλοτρίωση.

Η επελθούσα αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως δεν ανατρέπεται 1)Εκ του ότι η διοίκηση αρνήθηκε να προβεί στη νόμιμη (οφειλόμενη) ενέργεια να εκδώσει διαπιστωτικού χαρακτήρα πράξη για την επελθούσα ανάκληση με τροποποίηση του οικείου ρυμοτομικού σχεδίου και 2) Εκ του ότι το ακίνητο που είχε απαλλοτριωθεί καταλήφθηκε από τον υπέρ ού η απαλλοτρίωση με την κατασκευή του έργου αυτής.

Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ.1, 2 και 4 του Συντάγματος η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που ανταποκρίνεται στην αξία, την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά τον χρόνο της συζήτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια. Νόμος μπορεί να προβλέπει την εγκαθίδρυση ενιαίας δικαιοδοσίας, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 94, για όλες τις διαφορές και υποθέσεις που σχετίζονται με απαλλοτρίωση καθώς και την κατά προτεραιότητα διεξαγωγή των σχετικών δικών.

Κατά την διάταξη δε του άρθρου 17 Κωδ Αν Απαλλ (α.ν.1731/39) ήδη του άρθρου 18 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως γίνεται με δικαστική απόφαση. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ερμηνευομένης, εν όψει της, ως άνω, διατάξεως του Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 1 του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 (και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων), σύμφωνα με το οποίο "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του ειμή διό λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου, όρους", αντικείμενο της δίκης του καθορισμού της αποζημιώσεως και της αρμοδιότητος του Εφετείου, είναι η αποζημίωση εν συνόλω λαμβανομένη, δηλαδή η χορήγηση αποζημιώσεως, σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο προσδιορισμός της ωφέλειας του ιδιοκτήτου αυτού, όπου η ύπαρξη της επηρεάζει τις εκ της απαλλοτριώσεως αξιώσεις του, κάθε άλλο θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και η δικαστική δαπάνη Όμως, θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και αντικείμενο της δίκης του καθορισμού της αποζημιώσεως δεν αποτελεί η διαφορά, η οποία γεννάται επ' ευκαιρία της απαλλοτριώσεως και έχει ως αντικείμενο αξίωση αποζημιώσεως, για ζημία και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από παράνομες πράξεις των οργάνων της διοικήσεως κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους στα πλαίσια της διαδικασίας της απαλλοτριώσεως.

Επιπρόσθετα, όπως από την ως ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της Συμβάσεως της Ρώμης προκύπτει, η εφαρμογή κάθε μέτρου που συνιστά επέμβαση στο δικαίωμα του φυσικού ή νομικού προσώπου για σεβασμό της περιουσίας του, οφείλει να γίνεται με την τήρηση της δίκαιης και εύλογης ισορροπίας" μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ιδιωτών.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 1 εδ.α του άρθρου 559 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, Ο κανόνας παραβιάζεται κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με τη μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται όταν εφαρμόζεται κανόνας ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 218 ΚΠολΔ κατά την οποία "1. Περισσότερες αιτήσεις του ίδιου ενάγοντος κατά του ιδίου εναγομένου οι οποίες πηγάζουν από την ίδια ή διαφορετική αιτία, αφορούν το ίδιο ή διαφορετικό αντικείμενο και στηρίζονται στον ίδιο ή διαφορετικό λόγω, μπορούν να ενωθούν στο ίδιο δικόγραφο αγωγής α) αν δεν είναι αντιφατικές μεταξύ τους β) αν στο σύνολό τους υπάγονται λόγο ποσού στο δικαστήριο όπου εισάγονται γ) αν υπάγονται στην τοπική αρμοδιότητα του ίδιου δικαστηρίου δ) αν υπάγονται στο ίδιο είδος διαδικασίας ε) αν η σύγχρονη εκδίκασή τους δεν επιφέρει σύγχυση. 2.

Αν ενωθούν περισσότερες αιτήσεις χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1, διατάσσεται ύστερα από αίτηση ή και αυτεπαγγέλτως ο χωρισμός και στην περίπτωση καθύλην ή κατά τόπον αναρμοδιότητας εφαρμόζονται τα άρθρα 46 και 47", συνάγεται ότι περισσότερες αιτήσεις του ίδιου ενάγοντα κατά του ίδιου εναγόμενου μπορούν να ενωθούν στο ίδιο δικόγραφο αγωγής, εφ'όσον συντρέχουν οι ως άνω αναφερόμενες προϋποθέσεις, αν δε δεν υπάρχουν αυτές, μεταξύ των οποίων να υπάγονται στο ίδιο είδος διαδικασίας, διατάσσεται κατ'αίτηση ή αυτεπαγγέλτως ο χωρισμός τους, η κρίση δε ότι οι ασκηθείσες αιτήσεις δεν υπάγονται στο ίδιο είδος διαδικασίας, απόκειται κυριαρχικώς στο δικάζον δικαστήριο, του οποίου η τοιαύτη περί χωρισμού απόφαση είναι οριστική.

Στην προκειμένη περίπτωση η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα υπό εκκαθάριση εταιρία στη με αρ. κατ. 3590/2007 αίτησή της εκθέτει, ότι σε εφαρμογή του από 18.2.1958 (ΦΕΚ 31/26.2.1958) ρυμοτομικού διατάγματος της περιοχής Ανατολικής Κάτω Τούμπας και Μαλακοπής Θεσ/νίκης απαλλοτριώθηκε υπέρ και δαπάναις του Δήμου Θεσ/νίκης για τη διάνοιξη της περιφερειακής τάφρου από το ακίνητό της που βρίσκεται στην περιοχή Πυλαίας Θεσ/κης και στη θέση "εναντι Καμάρας" έκταση 3.130 τ.μ.

Ότι με την 985/1971 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θες/νίκης καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδος για το απαλλοτριούμενο ακίνητό της στο ποσό των 500 δρχ. ανά τ.μ. Ότι με την 2507/1972 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θες/νίκης, αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης. Ότι με τις 2335/1981 και 358/1982 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και Εφετείου Θεσ/νίκης αντίστοιχα, επανακαθορίστηκε η αποζημίωση στο ποσό των 7.500 δρχ.

ανά τ.μ. Ότι με την 2560/1983 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης ο Δήμος Θεσ/νίκης υποχρεώθηκε να καταβάλει για αποζημίωση του απαλλοτριουμένου ακινήτου της το ποσό των 22.910.000 δρχ. Ότι με την 170/1991 απόφαση του Εφετείου Θεσ/νίκης κατά παραδοχή σχετικής αγωγής της (αιτούσας) αναγνωρίστηκε ότι έχει αυτοδικαίως ανακληθεί η απαλλοτρίωση του ακινήτου της λόγω μη καταβολής της προσδιορισθείσας δικαστικώς αποζημιώσεως χωρίς μέχρι σήμερα να ανακληθεί τυπικά η απαλλοτρίωση και "εν τοις πράγμασι" με τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, ότι λόγω εκτελέσεως στο απαλλοτριούμενο του έργου καθίσταται ανέφικτη η απόδοση της νομής και κατοχή αυτού.

Ότι συνεπεία υπαίτιας συμπεριφοράς των οργάνων της Διοίκησης και δη του Ελληνικού Δημοσίου που δεν ανακάλεσε και τυπικά την απαλλοτρίωση με την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου και του οικείου ΟΤΑ, που δεν κατέβαλε την αποζημίωση υπέστη ζημία. Ότι ειδικότερα, η παράνομη συμπεριφορά των καθών η αίτηση συνίσταται στη μη έγκαιρη συντέλεση της απαλλοτριώσεως με την καταβολή της πλήρους αποζημιώσεως από το Δήμο Θεσσαλονίκης, στη μη έγκαιρη ανάκληση τυπικά της απαλλοτριώσεως, στην κατάληψη του ακινήτου της με την εκτέλεση του έργου χωρίς τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως από το Δήμο Θεσσαλονίκης ή έστω από το Δημόσιο, με αποτέλεσμα τη μακροχρόνια στέρηση της ιδιοκτησίας της.

Ότι από την παράνομη αυτή συμπεριφορά τους υπέστη ζημία ύψους 2.911.808 ευρώ ποσό, που αντιστοιχεί στους δικαιοπρακτικούς τόκους από 1.1.1987 έως 30.9.2007 του κεφαλαίου της αποζημιώσεως ύψους 22.910.000 δρχ., στην καταβολή του οποίου υποχρεώθηκε ο Δήμος Θεσσαλονίκης δυνάμει της υπ'αρ. 2560/1983 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Ότι άλλως, επικουρικά, η αποζημίωση αυτή συνίσταται στα μισθώματα που θα εισέπραττε τα έτη 1987-2007 από την εκμίσθωση διαμερισμάτων της οικοδομής που θα ανήγειρε επί του απαλλοτριούμενου ακινήτου της ύψους 4.680.000 ευρώ. Ότι συνεπεία της παράνομης "δήμευσης" της ιδιοκτησίας της υπέστη ηθική βλάβη. Ζήτησε δε, παραιτούμενη του δικαιώματος της ανάκλησης της απαλλοτρίωσης:

α) να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης του απαλλοτριούμενου σε 3.200 ευρώ ανά τ.μ. β) άλλως, επικουρικώς, να προσδιοριστεί η οφειλόμενη αποζημίωση με βάση την αποζημίωση που καθορίστηκε με την 2560/1983 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, ανατοκιζόμενη με τον κοινό δικαιοπρακτικό τόκο από 1.1.1984 έως 8.8.2007, ως ανερχόμενη, στο ποσό των 5.860.561 ευρώ, γ) να προσδιοριστεί η αποζημίωση για τη στέρηση χρήση του απαλλοτριούμενου ακινήτου της στο ποσό των 2.911.809 ευρώ, δ) να προσδιοριστεί η χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη συνεπεία της αδικοπρακτικής ως άνω συμπεριφοράς του στο ποσό των 50.000 ευρώ και ε) να υποχρεωθούν οι καθών, εις ολόκληρον ο καθένας, στην καταβολή των ποσών αυτών με το νόμιμο τόκο από τον τελεσίδικο καθορισμό της αποζημίωσης, άλλως, έξι μήνες από τη δημοσίευση της απόφασης μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι στο δικόγραφο της ένδικης αίτησης με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αιτήματα σωρεύονται αίτηση καθορισμού αποζημιώσεως απαλλοτριώσεως και αγωγή αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας. Εκ τούτων την αίτηση καθορισμού αποζημιώσεως απέρριψε ως μη νόμιμη α) διότι με την υπ'αρ. 170/1991 απόφαση του Εφετείου Θεσ/νίκης που εκδόθηκε μετά την άσκηση σχετικής από την αιτούσα αγωγής έχει αναγνωρισθεί τελεσίδικα η αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης λόγω της μη καταβολής της καθορισθείσης αποζημίωσης και η υφιστάμενη ως εκ τούτου απαλλοτρίωση κατέστη ανίσχυρη και ανενεργής, το δε απαλλοτριωθέν ακίνητο απαλλάχθηκε από το βάρος της απαλλοτρίωσης και από όλες τις συνέπειες, που αυτό συνεπάγεται, β) διότι η αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης δεν ανετράπη εκ του ότι η διοίκηση αρνήθηκε να προβεί στην έκδοση διαπιστωτικού χαρακτήρα πράξης για την ανάκληση της απαλλοτρίωσης ή την έκδοση διατάγματος τροποποιητικού του ρυμοτομικού σχεδίου και γ) διότι η αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης κατ'ουδέν επηρεάζει το γεγονός 1) της κατασκευής σο απαλλοτριούμενο του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, γεγονός, που γεννά μόνο υποχρέωση αποζημιώσεως και 2) της παραίτησης της αιτούσας με σχετική δήλωση από το δικαίωμα της αυτοδίκαιης ανάκλησης της απαλλοτρίωσης καθόσον δεν αναιρεί τις επελθούσες ήδη με την άσκηση του οικείου δικαιώματος συνέπειες. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφήρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν και οι αναιρετικοί λόγοι πρώτος και δεύτερος με τους οποίους προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 (αληθώς δε από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ της παραβίασης των διατάξεων αυτών ευθέως και εκ πλαγίου, διότι η ένδικη απαλλοτρίωση έστω και αν εκδόθηκε τελεσίδικη δικαστική απόφαση αυτοδίκαιης άρσης της απαλλοτρίωσης δεν ανακλήθηκε και τυπικά λόγω της μη έκδοσης τροποποιητικού του ρυμοτομικού σχεδίου διατάγματος, καθώς και λόγω της παραίτησης της αιτούσας από του δικαιώματος ανάκλησης της απαλλοτρίωσης με το αναιρετήριο, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι η άρνηση της διοίκησης να προβεί στην έκδοση διαπιστωτικού χαρακτήρα πράξης για την ανάκληση της απαλλοτρίωσης με την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, και η χωρήσασα παραίτηση με το αναιρετήριο από του δικαιώματος ανάκλησης της απαλλοτρίωσης, μετά την έκδοση της 170/1991 απόφασης του Εφετείου Θεσ/νίκης, που εκδόθηκε κατόπιν σχετικής αγωγής της αιτούσας, δεν θεμελιώνουν δικαίωμα επανακαθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για το απαλλοτριωθέν ως άνω ακίνητο.

Περαιτέρω, το Εφετείο, αναφορικά με τη σωρευόμενη στο δικόγραφο της ένδικης αίτησης αγωγή αποζημιώσεως που αντικείμενο έχει την αποκατάσταση της ζημίας και της ηθικής βλάβης που υπέστη η αιτούσα υπό εκκαθάριση εταιρία συνεπεία των αναφερόμενων σαυτή παράνομων πράξεων των οργάνων των αναιρεσιβλήτων κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους στα πλαίσια της διαδικασίας της απαλλοτριώσεως και ειδικότερα, λόγω της μη καταβολής της δικαστικά προσδιορισθείσας τιμής μονάδας αποζημιώσεως για το απαλλοτριούμενο ακίνητο, της μη έγκαιρης ανάκλησης της απαλλοτριώσεως και τυπικά με την έκδοση διατάγματος τροποποιητικού του ρυμοτομικού σχεδίου καθώς και της κατάληψης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου με την κατασκευή του έργου, έκρινε, ότι απαραδέκτως σωρεύεται στο ίδιο δικόγραφο με την αίτηση επανακαθορισμού τιμής μονάδας αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου της και πρέπει να διαταχθεί ο χωρισμός αυτών κατ'άρθρο 218 παρ.2 ΚΠολΔ διότι πρόκειται περί διαφοράς που υπάγεται σε διαφορετικό είδος διαδικασίας ήτοι στην τακτική, από εκείνο της σωρευόμενης στο ίδιο δικόγραφο ως ανωτέρω αίτησης και περαιτέρω, να παραπεμφθεί κατά τα υπό στοιχεία γ, δ και ε αιτήματά της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, ως αρμόδιου καθ'ύλη δικαστηρίου να ερευνήσει και το θέμα της δικαιοδοσίας.

Ειδικότερα, όπως κρίθηκε από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αιτήματα αίτηση που απαραδέκτως σωρεύεται στο ίδιο δικόγραφο με την αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος, δεν μπορεί να εισαχθεί προς συζήτηση κατά παράκαμψη του πρώτου βαθμού στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και να θεμελιωθεί αρμοδιότητα αυτού στις επικαλούμενες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, διότι το τελευταίο, δεν υποκαθιστά τον Εθνικό νομοθέτη στη θέσπιση του εφαρμοστέου δικονομικού συστήματος, που δεν προβλέπει ενιαία καθ'ύλη αρμοδιότατα του Εφετείου προς εκδίκαση κάθε διαφοράς που σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα με την απαλλοτρίωση ή ανακύπτει επ'ευκαιρία αυτής ή συνεπεία παρανομίας των οργάνων της διοίκησης στα πλαίσια της απαλλοτριώσεως ή έχει ως γενεσιουργό αιτία αυτή.

Εξ άλλου, η εκδίκασή της από το αρμόδιο καθ'ύλη δικαστήριο κατά την προβλεπόμενη από την εσωτερική έννομη τάξη τακτική διαδικασία δεν αντιβαίνει στο Σύνταγμα, στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, διότι η υποχρέωση του Δικαστηρίου για δίκαιη δίκη επιβάλλει να υπάρχουν τα εχέγγυα δικαστικής προστασίας και για τα δύο διάδικα μέρη αλλά είναι και σύμφωνο με το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ που επιβάλλει να εξασφαλίζεται η διαδικασία της κατ'αντιμωλία παράστασης των διαδίκων και της δυνατότητάς τους να ασκήσουν όλα τα τακτικά και έκτακτα ένδικα μέσα με σκοπό την πληρέστερη και ασφαλέστερη διερεύνηση της διαφοράς, ενώ εξ άλλου η ρύθμιση αυτή δεν πλήττει την αρχή της εκδικάσεως των συνεπειών της απαλλοτριώσεως εντός ευλόγου χρόνου στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας και δίκης, διότι πρωτίστως δεν πρόκειται για αποζημίωση λόγω απαλλοτριώσεως. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 πα.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και των άρθρων 17 παρ.1,2 και 4, 25 παρ.1 και 28 παρ.1 του Συντάγματος και 20 του ν. 2881/2002 και ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο κακώς δέχθηκε, παραβιάζοντας τις διατάξεις αυτές ότι τα υπό στοιχεία γ, δ και ε , ως ανωτέρω αιτήματα απαραδέκτως σωρεύονται στο δικόγραφο της ένδικης αίτησης με αντικείμενο τον επανακαθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ενόσω, το αίτημα καθορισμού αποζημίωσης λόγω στέρησης χρήσης αυτού νόμιμα εισάγεται στη διαδικασία καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος κατά την υπερνομοθετική αρχή της ενιαίας δίκης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Επειδή με βάση τα προεκτειθέμενα, πρέπει να απορριφθεί η από 9.11.2010 αίτηση αναιρέσεως της 2646/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα για καθένα των πρώτου, δεύτερου και τετάρτου των αναιρεσιβλήτων, πλην του εκ τούτων τρίτου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΥΑΘ Παγίων" που δεν παρέστη (άρθρ.176, 183 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9.11.2010 αίτηση αναιρέσεως της 2646/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα για καθένα των δεύτερου και τετάρτου των αναιρεσιβλήτων που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ καθώς και του πρώτου αυτών που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ