Appeal allowed partially for wrongful application of Civil Code Art. 407 regarding criminal penalty damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision on criminal penalty damages. The appellant argued the lower court wrongly applied Article 407 of the Civil Code, while the appellee contested the sufficiency of the grounds. The court accepted the claim for the penalty portion but rejected the broader arguments due to vagueness and lack of specific factual basis.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1, 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 407 of the Civil Code: An appeal is admissible if the lower court wrongly applied substantive law rules, but grounds must be specific and cannot be rejected for vagueness.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1484 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1484/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ... θυγ. ... συζ. Σ1 ως μόνης εξ αδιαιρέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης ως άνω μητέρας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ξένο.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Πάσχο, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Μαΐου 2003 αγωγή της ... που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 95/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1182/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 24 Μαρτίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ ως προς το κεφάλαιο της ποινικής ρήτρας και αποζημίωσης και την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως κατά τα λοιπά.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου, παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοια περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 661/1984). Εξάλλου κατά το άρθρο 389 του ΑΚ "στη σύμβαση μπορεί κάποιος να επιφυλάξει στον εαυτό του το δικαίωμα της υπαναχώρησης.
Η υπαναχώρηση επιφέρει απόσβεση των υποχρεώσεων για παροχή που πηγάζουν από τη σύμβαση και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν τις παροχές που έλαβαν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό". Κατά το άρθρο 399 του ΑΚ "αν στη σύμβαση συνομολογήθηκε ότι ο οφειλέτης που δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του εκπίπτει από τα συμβατικά του δικαιώματα, θεωρείται ότι ο δανειστής επιφύλαξε για την περίπτωση αυτή δικαίωμα υπαναχώρησης".
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 390, 397 και 681 του ΑΚ, συνάγεται ότι το καθιερούμενο με την ερμηνευτική της βουλήσεως των μερών διάταξη του άρθρου 399 ΑΚ πλάσμα του νόμου, ότι σε περίπτωση ρήτρας εκπτώσεως θεωρείται ότι ο δανειστής επιφύλαξε για την περίπτωση αυτή δικαίωμα υπαναχωρήσεως, που συνεπάγεται, όταν ασκείται, την κατά τα άρθρα 389-397 ΑΚ κατάργηση αυτοδικαίως και αναδρομικώς της συμβάσεως και την έκτοτε απόσβεση όλων των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, εκτός εάν τα μέρη συμφώνησαν, ενόψει του ενδοτικού χαρακτήρα της διατάξεως του άρθρου 399 ΑΚ, ότι η έκπτωση δεν θα επέρχεται από όλα τα δικαιώματα ή ότι θα επέρχεται από ένα χρονικό σημείο και εφεξής, οπότε δεν θα εφαρμόζεται το άρθρο 399, αλλά ως προς τις συνέπειες της εκπτώσεως θα έχουν εφαρμογή οι περί διαλυτικών αιρέσεων διατάξεις.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 404, 405 και 407 του ΑΚ προκύπτει ότι, αν η ποινική ρήτρα συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, ο δανειστής, εφόσον απαιτεί την ποινή που έχει καταπέσει, οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τη σύμβαση (κύρια και παρεπόμενη περί ποινικής ρήτρας) και τις προϋποθέσεις της υπερημερίας του οφειλέτη.
Οφείλει επίσης να επικαλεσθεί, όχι όμως και να αποδείξει τη μη εκπλήρωση της παροχής. Στον οφειλέτη απόκειται να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι έχει εκπληρώσει την παροχή ή ότι δεν έχει υπαιτιότητα για την καθυστέρηση. Ο δανειστής μπορεί, κατά παρέκκλιση της διάταξης του άρθρου 407 ΑΚ, που είναι ενδοτικού δικαίου, να ζητήσει σωρευτικώς με την ποινή και τη ζημία που αποδεικνύει ότι υπέστη - όταν, η τελευταία καλύπτεται ως προς το μέγεθος από την ποινική ρήτρα-μόνον αν παρέχεται σ' αυτόν τέτοιο δικαίωμα με σαφή όρο της συμβάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: Κατόπιν συμβάσεως μισθώσεως έργου, που καταρτίσθηκε συμβολαιογραφικώς μεταξύ της αρχικώς ενάγουσας, ήδη θανούσας μητέρας της αναιρεσείουσας (στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της η αναιρεσείουσα) και του αναιρεσιβλήτου, ανέλαβε ο τελευταίος την υποχρέωση να κατασκευάσει, με το σύστημα της αντιπαροχής, 8 οικοδομές σε οικόπεδο της μητέρας της αναιρεσείουσας, από τις οποίες η τελευταία θα λάμβανε τις 3 (με ποσοστό 310 0/00 στο οικόπεδο) και οι υπόλοιπες 5 αυτοτελείς ιδιοκτησίες (με ποσοστό 690 0/00 στο οικόπεδο) θα περιέρχονταν στον αναιρεσίβλητο, ορίσθηκε ως χρόνος παράδοσης των 2 οικοδομών της οικοπεδούχου 24 μήνες από την υπογραφή του προσυμφώνου και της τρίτης οικοδομής 12 μήνες από την ίδια αφετηρία και για την περίπτωση καθυστερήσεως συμφωνήθηκε ποινική ρήτρα 50.000 δραχμών μηνιαίως για κάθε ιδιοκτησία και τέλος για την περίπτωση παρατάσεως της καθυστερήσεως παραδόσεως των ιδιοκτησιών πέραν των 6 μηνών συμφωνήθηκε ότι η οικοπεδούχος θα μπορούσε "να καταγγείλει τη σύμβαση και να κηρύξει έκπτωτο" τον αναιρεσίβλητο με απλή έγγραφη δήλωση, για την εξασφάλιση δε της τηρήσεως των όρων του συμφωνητικού και την "ενίσχυση της πιστοληπτικής φερεγγυότητας" του αναιρεσιβλήτου παραδόθηκε από αυτόν στην οικοπεδούχο τραπεζική επιταγή εκδόσεώς του, ποσού 40.000.000 δραχμών, σε διαταγή του συζύγου της αναιρεσείουσας Σ1, με την εντολή να εμφανισθεί προς πληρωμή στις 27-12-2001, στην περίπτωση που ο αναιρεσίβλητος δεν θα "είχε εκπληρώσει πλήρως τις συμβατικές του υποχρεώσεις".
Με το άρθρο 15 του συμβολαιογραφικού προσυμφώνου συνομολογήθηκε ρήτρα εκπτώσεως του αναιρεσιβλήτου για την περίπτωση μη εμπρόθεσμης περατώσεως και παραδόσεως του έργου όσον αφορά τόσο τις αυτοτελείς ιδιοκτησίες που θα παραδίδονταν στην αναιρεσείουσα, όσο και τους κοινόχρηστους χώρους, η έννοια δε αυτή, της ρήτρας ήταν, σύμφωνα με αξιολόγησή της από το Εφετείο, κατόπιν προσφυγής και στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ότι θα αφορούσε τις μετά την έκπτωση συμβατικές δεσμεύσεις των διαδίκων και δεν θα επηρέαζε τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις ως προς το τμήμα του έργου που θα είχε εκτελεσθεί.
Ο αναιρεσίβλητος, από υπαιτιότητά του, κατέστη υπερήμερος ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του, καθ' όσον μετά την αποπεράτωση του φέροντος οργανισμού από οπλισμένο σκυρόδεμα των οικοδομών διέκοψε τις εργασίες, παρά τις διαμαρτυρίες της οικοπεδούχου μητέρας της αναιρεσείουσας, η οποία άσκησε κατόπιν τούτου το από το άρθρο 15 του συμβολαιογραφικού προσυμφώνου δικαίωμα "καταγγελίας" της συμβάσεως, ενεργοποιώντας έτσι τη "ρήτρα εκπτώσεως" σε βάρος του αναιρεσιβλήτου εργολάβου για το μη εκτελεσθέν τμήμα του έργου, δηλαδή επιφέροντας λύση της σύμβασης για το μέλλον.
Από το εκτελεσθέν μέχρι τη λύση της σύμβασης τμήμα του έργου η οικοπεδούχος είχε αξιώσεις κατά του εργολάβου από ελλείψεις του έργου που είχε εκτελεσθεί, ύψους- για τις 8, 9 και 10 ιδιοκτησίες που περιήρχοντο σ' εκείνη- 91.343,44 ευρώ, όπως αναλυτικά οι αξιώσεις αυτές, ως προς την αιτία προέλευσης και το μέγεθος καθεμιάς, περιγράφονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, και απαίτηση για συμφωνημένη ποινική ρήτρα που κατέπεσε ύψους 4.401 ευρώ, ως προς το οποίο ποσό έκρινε ότι δεν μπορούσε να απαιτηθεί η καταβολή του σωρευτικώς με την επιπλέον αποδεικνυόμενη ζημία της οικοπεδούχου, κατ' εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 407 του Α.Κ, εφόσον δεν αποδεικνυόταν η ύπαρξη ειδικής περί τούτου συμφωνίας των συμβαλλομένων.
Στη συνέχεια αφήρεσε από την οφειλόμενη αποζημίωση την ποινική ρήτρα και έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή για το υπόλοιπο ποσό των 86.942,44 (91,343,44 - 4.401) ευρώ, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει την ίδια κρίση και απορρίπτοντας την έφεση. Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, καθ' όσον αφορά μεν τις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματός του, ως προς το χαρακτήρα της συμφωνηθείσης μεταξύ των διαδίκων ρήτρας εκπτώσεως, ως δικαιώματος της οικοπεδούχου μητέρας της αναιρεσείουσας να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση μισθώσεως έργου για το μετά τη σχετική δήλωσή της προς τον υπαίτιο της καθυστερήσεως του έργου αναιρεσίβλητο ανεκτέλεστο μέρος της συμβάσεως, διατηρώντας τα μέχρι τότε δικαιώματά της από αυτή, όπως και ως προς τον εγγυητικό χαρακτήρα της επιταγής που δόθηκε από τον αναιρεσίβλητο κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της υπαγωγής, των γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 681, 361, 690. 404, 405, 389, 397, 399, 173, 200 Α.Κ που εφαρμόσθηκαν.
Επομένως ο πρώτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ότι παραβιάσθηκαν ευθέως και εκ πλαγίου οι ανωτέρω κανόνες δικαίου, είναι αβάσιμος. Καθ' όσον αφορά όμως τις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η ζημία της οικοπεδούχου, λόγω ελλείψεων του έργου που εκτέλεσε ο αναιρεσίβλητος μέχρι την έκπτωσή του, δεν ήταν αποκαταστατέα στο σύνολό της, επειδή όφειλε αυτός στην οικοπεδούχο και επί πλέον ποσό 4.401 ευρώ ως συμφωνημένη ποινική ρήτρα που κατέπεσε, αλλά έπρεπε να αφαιρεθεί το ποσό της ποινικής ρήτρας από την αποζημίωση και έτσι να καταβληθεί μειωμένη αντίστοιχα αποζημίωση, χωρίς όμως και παράλληλη καταβολή της - κατά τα δεκτά γενόμενα -οφειλόμενης και μειώνουσας την αποζημίωση ποινικής ρήτρας, το Εφετείο εσφαλμένως εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 407 του ΑΚ και κατέστησε την απόφασή του αναιρετέα.
Επομένως ο λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο, όπως αυτός εκτιμάται και όπως συμπληρώθηκε από τον Εισηγητή Αρεοπαγίτη (άρθρο 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δικ)., προβάλλεται σχετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. είναι βάσιμος, κατά το μέρος που αφορά την εφαρμογή του άρθρου 407 του ΑΚ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.
προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιό λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δικ.
θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Κατά συνέπεια ο δεύτερος (υπό στοιχ. Γ) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο κατόπιν επικλήσεως των διατάξεων του άρθρου 559 αρ. 1, 11 και 19 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση:
α) εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 383, 387, 340, 341, 297, 298, 406, 686, 173, 200 ΑΚ, β) αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τη "συνδρομή των συνεπειών του άρθρου 686 ΑΚ" και γ)μη λήψη υπόψη "αποδεικτικών μέσων", και "ρητού όρου του συμβολαιογραφικού προσυμφώνου για παραίτηση (της οικοπεδούχου) από το δικαίωμα υπαναχώρησης", είναι αόριστος, καθ' όσον δεν προσδιορίζεται:
α)με ποιες παραδοχές της προσβαλλόμενης, αποφάσεως παραβιάσθηκε καθένας από τους ως άνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, β)ποιες είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την επικαλούμενη εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 686 ΑΚ και γ) ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη και ποιά αναιρετική πλημμέλεια αποδίδεται στην επικαλούμενη μη λήψη υπόψη του όρου του συμβολαιογραφικού προσυμφώνου.
Περαιτέρω, κατά το μέρος που, υπό την επίκληση των ανωτέρω αναιρετικών παραβάσεων, πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο του αποδεικτικού υλικού της υποθέσεως, ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 407 ΑΚ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της ποινικής ρήτρας και αποζημιώσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 590 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1182/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσ/νίκης, ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας από επτακόσια (700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ