Supreme Court allows appeal against lower court's acceptance of unproposed unjust enrichment defense regarding bank account funds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the District Court of Western Macedonia's decision to accept an unproposed defense of unjust enrichment. The lower court erred by accepting this defense without prior proposal by the defendant, violating procedural rules. Consequently, the Supreme Court annulled the lower court's judgment and remanded the case for retrial with a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 909 of the Civil Code; Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure: The court must reject defenses not raised before the first instance; failure to do so constitutes a ground for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1484 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1484/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη-Εισηγητή, Χαράλαμπο Δημάδη και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας-καλούσας: Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Θεόδωρος Λύτρας.
Του αναιρεσίβλητου-καθού η κλήση:....., τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Κωνσταντίνος Αποστολίδης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας διόρθωσε το πατρώνυμο του αναιρεσιβλήτου από το εσφαλμένο 'του ...' που αναγράφηκε στην αίτηση αναιρέσεως στο ορθό "του .....".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Οκτωβρίου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 20 Δεκεμβρίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 52/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 129/2003 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 10 Σεπτεμβρίου 2003 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1251/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει σε συζήτηση, κατά τη σημερινή δικάσιμη, η παριστάμενη αιτούσα-καλούσα με την από 21 Νοεμβρίου 2006 κλήση της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης ανέγνωσε την από 23 Μαρτίου 2005 έκθεσή του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Βερέτσου με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 909 ΑΚ η υποχρέωση για απόδοση του πλουτισμού αποσβέννυται, εφόσον ο λήπτης δεν είναι πια πλουσιότερος κατά τον χρόνο της επιδόσεως της αγωγής. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση απώλειας ή μειώσεως του πλουτισμού του λήπτη, η ανωτέρω διάταξη προβλέπει ως συνέπεια την αντίστοιχη απόσβεση της υποχρεώσεώς του προς απόδοση της ωφέλειας. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνη του άρθρου 338 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι το γεγονός της απώλειας ή μειώσεως του πλουτισμού συγκροτεί καταχρηστική ένσταση καταλυτική του αγωγικού δικαιώματος προς απόδοση της ωφέλειας και, άρα, το βάρος της επικλήσεως και της αποδείξεως αυτού (γεγονότος) φέρει ο λήπτης, ως εναγόμενος (ΟλΑΠ 294/1981). Εξάλλου, ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε μη προταθείσα ένσταση.
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο απέρριψε την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού (κατά την επικουρική της θεμελίωση) από 18-10-1999 αγωγή της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρίας κατά του αναιρεσιβλήτου, δεχθέν ότι ο αναφερόμενος στην αγωγή πλουτισμός του αναιρεσιβλήτου εκ δραχμών 7.400.000 "δεν εσώζετο" εξαιτίας της οικονομικής καταστροφής που προκάλεσε σ' αυτόν η συνεργασία του με τον ........ Όμως, σχετική εκ του άρθρου 909 ΑΚ ένσταση με το εκτεθέν περιεχόμενο δεν περιλαμβάνεται στις κατατεθείσες ενώπιον του Πρωτοδικείου από 12-10-2000 προτάσεις του αναιρεσιβλήτου, αλλ' ούτε και στην από 18-4-2001 έφεσή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των αντιστοίχων δικογράφων. Με την ανωτέρω συνεπώς απορριπτική του κρίση το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της αποδοχής μη προταθείσας ενστάσεως και επομένως ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το μέρος με το οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στο Εφετείο η ειρημένη πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Σε σχέση με την από 20-12-1999 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας, περί επιδικάσεως αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως στον πρώτο για την περιουσιακή ζημία και την ηθική βλάβη που υπέστη από τον εκ μέρους της τελευταίας γενόμενο, παρανόμως και υπαιτίως, συμψηφισμό μέρους της άνω εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού απαιτήσεώς της με απαίτηση εκείνου από τον τηρούμενο σ' αυτή κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου, το Εφετείο, κρίναν ότι λόγω της απώλειας του πλουτισμού του αναιρεσιβλήτου και της συνακόλουθης ανυπαρξίας απαιτήσεως της αναιρεσείουσας εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ο συμψηφισμός του εκ δραχμών 690.000 ποσού από τον κοινό λογαριασμό με ισόποσο μέρος της ως άνω (ανύπαρκτης) απαιτήσεως έγινε παρανόμως και υπαιτίως, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή αυτή και επεδίκασε στον αναιρεσίβλητο αποζημίωση εκ δραχμών 690.000 και χρηματική ικανοποίηση για ηθική του βλάβη εκ δραχμών 50.000.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932, αφού με τη γενόμενη στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό ως άνω χρηματική κατάθεση, έχουσα τον χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, η αναιρεσείουσα Τράπεζα είχε ήδη αποκτήσει την κυριότητα του κατατεθέντος ποσού (άρθρα 806 και 830 ΑΚ) και συνεπώς η εκ μέρους της, λόγω του ειρημένου συμψηφισμού, άρνηση αποδόσεως του άνω ποσού στον αναιρεσίβλητο (καταθέτη) συνιστά, σε περίπτωση ανυπαρξίας της προς συμψηφισμό πραταθείσας (αντ-) απαιτήσεώς της, αθέτηση συμβατικής υποχρεώσεώς της και όχι αδικοπραξία.
Εξάλλου, η τυχόν απώλεια του πλουτισμού του αναιρεσιβλήτου, ως μη προταθείσα από αυτόν, δεν επέφερε απόσβεση της υποχρεώσεώς του προς απόδοση του πλουτισμού και, άρα, δεν ήταν, εξ αυτού του λόγου, παράνομος ο επίμαχος συμψηφισμός. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ απορρέων τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν, παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών αιτιάσεων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 129/2003 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας,τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2008 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ