Supreme Court dismisses appeal against water utility board resolution, upholding lower court's factual assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the water utility company's appeal against a regional board resolution regarding salary increases for employees. The company argued the lower court erred in interpreting the board's decision and ignored their arguments, but the court found the resolution's content was clear and binding. Consequently, the appeal was rejected as the lower court's factual evaluation was not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court's review of a lower court's assessment of a contract's content is limited to verifying whether interpretative rules were applied when ambiguities existed, not re-evaluating factual findings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1484 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1484/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας – καθής η κλήση: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «ΕΤΑΙΡΙΑ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ (Ε.ΥΔ.Α.Π. Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Προκόπιο Τάραντο.
Των αναιρεσίβλητων – καλούντων : Χ1 έως και Χ66 (66 άτομα). Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Επαμεινώνδα Τσαντή, ο οποίος δήλωσε ότι: ο υπ΄ αριθ. 9 αναιρεσίβλητος ....έχει αποβιώσει και συνεχίζουν τη δίκη οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του α)... που παρίσταται ατομικά για τον εαυτό της και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανήλικων γιων της ...
και .... β) .... γ) .... και δ) .... Ο υπ΄ αριθ. 27 αναιρεσίβλητος ... διορθώνεται σε .... Ο υπ΄ αριθ. 28 αναιρεσίβλητος .... διορθώνεται σε ... Ο υπ΄ αριθ. 37 αναιρεσίβλητος ... έχει αποβιώσει και συνεχίζουν τη δίκη οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του α) ..., β) ... και γ) ... Ο υπ΄ αριθ. 42 αναιρεσίβλητος ... διορθώνεται σε ... Η υπ΄ αριθ. 44 αναιρεσίβλητη ...
έχει αποβιώσει και συνεχίζουν τη δίκη οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της α)... και β).... Ο υπ΄ αριθ. 45 αναιρεσίβλητος έχει αποβιώσει και συνεχίζουν τη δίκη οι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του α) ..., η οποία παρίσταται ατομικά για τον εαυτό της και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της ...
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Νοεμβρίου 1996 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2022/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8421/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 26-8-2002 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 393/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη.
Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 3 Μαϊου 2004 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας, διάβασε την από 20-2-2004 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας-καθής η κλήση ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων-καλούντων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 11 του Κανονισμού Προσωπικού της αναιρεσείουσας, ο οποίος εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της παρ.1 του άρθρου 20 του Ν.1068/1980, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 26 του Ν.1418/1984, κυρώθηκε με το Π.Δ.597/1985 και έχει ισχύ νόμου «οι κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού της εταιρείας καθορίζονται με βάση τις ΕΣΣΕ που υπογράφονται κάθε φορά και σύμφωνα με τη νομοθεσία που ισχύει για αυτές» Με τον όρο 5 της από 19.5.1993 ΕΣΣΕ, της οποίας η ισχύς άρχισε από 1.1.1992 και αφορούσε στους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της αναιρεσείουσας, ορίστηκε ότι «η ΕΥΔΑΠ δεσμεύεται ότι η βαθμολογική και μισθολογική επανένταξη του προσωπικού των κατηγοριών ΜΕ και ΣΕ όλων των κλάδων θα έχει εφαρμογή από 1.3.1993. Η διαδικασία και οι όροι της επανένταξης θα ρυθμιστούν με τη συλλογική σύμβαση του 1993». Με την τελευταία ρήτρα των γενικών διατάξεων της από 8.10.1993 ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι «η παρούσα ΕΣΣΕ δεν θίγει ρυθμίσεις που συμφωνήθηκαν με τις προηγούμενες ΣΣΕ μεταξύ της ΕΥΔΑΠ και της Ομοσπονδίας προσωπικού της ΕΥΔΑΠ ή παροχές που χορηγήθηκαν στο προσωπικό με αποφάσεις του ΔΣ ή με άλλες διατάξεις».
Εν προκειμένω το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητοι απασχολούνται στην αναιρεσείουσα με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και ανήκουν στο μόνιμο προσωπικό της στην κατηγορία ΕΤ (εργατοτεχνίτης) και στις ειδικότερες κατηγορίες ΕΤ1 (τεχνίτες) και ΕΤ2 (εργάτες), οι δε σχέσεις εργασίας τους ρυθμίζονται πέραν των διατάξεων του νόμου και από τις καταρτιζόμενες Ε.Σ.Σ.Ε μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της εργοδότριας και της Ομοσπονδίας των εργαζομένων.
Ότι για την υλοποίηση του προμνησθέντος όρου της από 19.5.1993 Ε.Σ.Σ.Ε εκδόθηκε η 8609/29.9.1993 απόφαση του ΔΣ της αναιρεσείουσας που ενέκρινε τη μισθολογική προώθηση από την 1.1.1993 του προσωπικού των κατηγοριών ΜΕ και ΣΕ όλων των κλάδων, μαζί με τον κλάδο ΕΚ (ειδικών καθηκόντων), εκτός από τις κατηγορίες ΕΤ1 και ΕΤ2.
Στην παραπάνω απόφαση ορίστηκαν και τα εξής : «Βαθμολογικά δεν επέρχεται καμιά μεταβολή στους καταληκτικούς βαθμούς, που παραμένουν οι ίδιοι για όλες τις κατηγορίες. Αντίθετα, μισθολογικά οι καταληκτικοί βαθμοί ορίζονται ως ακολούθως: 1. Για την κατηγορία ΣΕ ως καταληκτικός βαθμός ορίζεται ο επόμενος του ήδη χορηγουμένου. 2.
Για την κατηγορία ΜΕ ως καταληκτικός μισθολογικός βαθμός ορίζεται ο βασικός μισθός του πρώτου βαθμού συν 20% (δύο τριετίες πέραν του πρώτου βαθμού) 3. Προκειμένου να μη διαταραχθεί η μισθολογική διαφορά μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών που προβλέπεται από τον κανονισμό του προσωπικού, ούτε η ιεραρχική τάξη μετά την ανωτέρω ρύθμιση, ορίζονται τα εξής :
α) για την κατηγορία ΑΡ ως καταληκτικός βαθμός ορίζεται ο βασικός μισθός του 1ου βαθμού συν 30% (τρεις τριετίες πέραν του πρώτου βαθμού), β) για την κατηγορία ΑΤ ως καταληκτικός μισθολογικός βαθμός ορίζεται ο βασικός μισθός του 1ου βαθμού συν 40% (τέσσερες τριετίες πέραν του πρώτου βαθμού), γ) στις κατηγορίες ΕΤ1 και ΕΤ2 χορηγείται μια επιπλέον μισθολογική προαγωγή από 10% από 1.1.1994».
Η συμβατική αυτή ρύθμιση διατηρήθηκε σε ισχύ με τον προδιαληθέντα όρο της από 8.10.1993 ΕΣΣΕ και απέκτησε εκτελεστότητα και υποχρεωτική ισχύ. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι, από την αδιάστικτη διατύπωση της παραγράφου 3γ της παραπάνω αποφάσεως του ΔΣ, προκύπτει ότι συμφωνήθηκε να δοθεί μια επιπλέον μισθολογική προαγωγή από 10% επί του βασικού μηνιαίου μισθού σε όλους του εργαζόμενους που ανήκουν στις κατηγορίες ΕΤ1 και ΕΤ2 ανεξάρτητα από το βαθμό που κατέχουν και την υπηρεσιακή τους κατάσταση και δεν προκύπτει ότι η μισθολογική προαγωγή δόθηκε μόνο σε εκείνους τους εργαζόμενους που κατά την 1.1.1994 θα συμπλήρωναν τριετή ευδόκιμη υπηρεσία στον καταληκτικό βαθμό, αφού τέτοια προϋπόθεση δεν ορίστηκε στην απόφαση αυτή για τις συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων, όπως αντίθετα διευκρινίσθηκε σχετικά με τις άλλες κατηγορίες.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι είναι αντισυμβατική η συμπεριφορά των οργάνων της αναιρεσείουσας, που ενώ χορήγησε τη μισθολογική προαγωγή στους εργαζομένους των κατηγοριών ΕΤ1 και ΕΤ2, που κατά την 1.1.1994 κατείχαν τον καταληκτικό βαθμό, αρνήθηκε να την χορηγήσει στους αναιρεσίβλητους που δεν κατείχαν τον καταληκτικό βαθμό κατά την παραπάνω ημερομηνία.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τους αναφερόμενους στην αρχή κανόνες ουσιαστικού δικαίου, αφού από τις διατάξεις αυτές δεν προκύπτει απαγόρευση συμβατικής ρυθμίσεως του ύψους των αποδοχών των μισθωτών της αναιρεσείουσας με αποφάσεις του Δ.Σ αυτής, οι οποίες μετά την αποδοχή τους από τους μισθωτούς καθίστανται όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας καθενός από αυτούς.
΄Αλλωστε στην από 8.10.1993 ΕΣΣΕ, που είναι μεταγενέστερη της παραπάνω αποφάσεως του ΔΣ της αναιρεσείουσας ρητώς αναγνωρίζεται η δυνατότητα χορηγήσεως παροχών σε προσωπικό με αποφάσεις του ΔΣ της εργοδότιδος. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέα.
Επειδή, με τον δεύτερο λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως δια της εσφαλμένης ερμηνείας των ρυθμίσεων της παραπάνω αποφάσεως του ΔΣ της αναιρεσείουσας. Ο λόγος αυτός στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού από την προσβαλλομένη προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η απόφαση αυτή συνιστά συμβατική ρύθμιση των αποδοχών των αναιρεσιβλήτων. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε λάθος ως προς την ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου, δηλαδή όταν αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο κατ' αυτό τον τρόπο παραμορφωθέν περιεχόμενο του εγγράφου.
Αντίθετα δεν υπάρχει παραμόρφωση όταν το δικαστήριο εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο δέχεται μεν όπως πραγματικά είναι το αληθινό του περιεχόμενο, αλλά από την εκτίμηση του περιεχομένου καταλήγει σε εσφαλμένο, κατά τον αναιρεσείοντα, αποδεικτικό πόρισμα. Εν προκειμένου με τον τέταρτο, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση της παραμορφώσεως του περιεχομένου του εγγράφου της 8609/29.9.1993 αποφάσεως του Δ.Σ της αναιρεσείουσας με το να δεχθεί το Εφετείο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο.
Ο λόγος αυτός, που πλήττει τη γενόμενη από το Εφετείο εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, είναι απαράδεκτος. Επειδή, με τον πέμπτο, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση της εσφαλμένης απορρίψεως από το Εφετείο του παραδεκτώς προβληθέντος ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί αοριστίας της αγωγής, διότι δεν αναφέρετο σ΄ αυτήν ότι η παραπάνω απόφαση του ΔΣ της αναιρεσείουσας κοινοποιήθηκε (και πότε ;) στους αναιρεσίβλητους ως και ότι οι τελευταίοι την αποδέχθηκαν (και με ποιο τρόπο;) ώστε να υπάρχει συμφωνία δεσμευτική για την καταβολή της ένδικης μισθολογικής προαγωγής.
Από την επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι περιέχεται σ΄ αυτήν αναφορά περί της γενομένης από τους αναιρεσίβλητους αποδοχής της αποφάσεως του ΔΣ της αναιρεσείουσας και δεν απαιτείτο να αναφέρεται σ΄ αυτή ο τρόπος που έλαβαν γνώση της εν λόγω αποφάσεως και την αποδείχθηκαν οι αναρεσίβλητοι. Επομένως ο κρινόμενος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή με τους τρίτο και έκτο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚπολΔ, λόγους της αναιρέσεως προβάλλονται οι αιτιάσεις α) της αντιφατικότητας των αιτιολογιών στο ζήτημα αν η μισθολογική αύξηση του 10% αφορά τους εργαζομένους των κατηγοριών ΕΤ1 και ΕΤ2 και β) ανεπάρκειας της αιτιολογίας ως προς το ζήτημα της ύπαρξης συμβατικής υποχρεώσεως της αναιρεσείουσας για χορήγηση στους αναιρεσίβλητους της παραπάνω μισθολογικής προαγωγής.
Από τις παρατεθείσες στην αρχή πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης προκύπτει ότι, σε σχέση με την πρώτη αιτίαση, χωρίς αντίφαση έγινε δεκτό ότι αποτελεί περιεχόμενο του παρατιθέμενου στην προσβαλλομένη κατά λέξη με στοιχείο 3γ' όρου της αποφάσεως του ΔΣ της αναιρεσείουσας η χορήγηση μιας επιπλέον μισθολογικής προαγωγής εκ 10% επί του βασικού μισθού σε όλους τους εργαζομένους που ανήκουν στις κατηγορίες ΕΤ1 και ΕΤ2 του προσωπικού της αναιρεσείουσας.
Ομοίως, σε σχέση με τη δεύτερη αιτίαση, περιέχεται στην προσβαλλομένη συνοπτική μεν αλλά πλήρης αιτιολογία, από την οποία δεν καταλείπεται αμφιβολία, περί της υπάρξεως συμβατικής δεσμεύσεως για τη χορήγηση της παραπάνω μισθολογικής προαγωγής. Επομένως οι κρινόμενοι λόγοι είναι αβάσιμοι. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 1 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση του περιεχομένου της δικαιοπραξίας από το δικαστήριο της ουσίας αποτελεί εκτίμηση γεγονότων και επομένως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Ομοίως εκτίμηση γεγονότων αποτελεί και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι το περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας είναι σαφές ή ότι δημιουργούνται αμφιβολίες για την έννοιά του ή ότι υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία για την πλήρωση του οποίου απαιτείται ερμηνεία. Αναίρεση επιτρέπεται για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δια της μη εφαρμογής τους και στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται έστω και εμμέσως την ύπαρξη αμφιβολίας ως προς τη βούληση των δικαιοπρακτούντων ή την ύπαρξη κενού της δικαιοπραξίας, παραλείπει την προσφυγή στους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες.
Στη προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο(κατά το πρώτο μέρος του), από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρόλο που εμμέσως αλλά σαφώς δέχθηκε την ύπαρξη αμφιβολίας ως προς το περιεχόμενο της αποφάσεως του ΔΣ της αναιρεσείουσας, παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω άρθρων.
Από τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης δεν προκύπτει ότι το Εφετείο διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη αμφιβολίας ως προς το περιεχόμενο της δηλώσεως βουλήσεως της αναιρεσείουσας που περιλαμβάνεται στην παραπάνω απόφαση του ΔΣ αυτής. Επομένως ο κρινόμενος λόγος είναι αβάσιμος. Επειδή, πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο) και όχι εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.
Επομένως ο έβδομος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, αληθώς μόνο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο δεν ελήφθησαν υπόψη τα εκτιθέμενα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς υποστήριξη της δεδομένης από αυτή ερμηνείας της παραπάνω αποφάσεως του ΔΣ αυτής, είναι απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-8-2002 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Εταιρία Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Πρωτευούσης (Ε.Υ.Δ.Α.Π. Α.Ε.)» κατά της 8421/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων που ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ