Legislator Case Law & Legislation
1483/2025 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against land compensation decision regarding agricultural use restrictions.

Case Number 1483/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the State's appeal against a lower court's land compensation decision, remanding the case for further examination. The State argued for specific compensation percentages based on the severity of agricultural use difficulties, while the lower court had set different rates. The court agreed that the original decision required re-evaluation of the specific agricultural impact on the disputed properties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court's decision contains errors regarding the calculation of compensation based on the severity of use restrictions, remanding the specific disputed portion for re-examination by a different panel.

Keywords

AI generated
agricultural use restrictions land compensation calculation partial appeal allowance remittal to lower court state appeal procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 28 paragraph 4 of Law 2579/1998
Article 22 paragraph 4 of Law 1868/1999
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1483 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1483/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αντωνία Κυρίτση, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Χ. του Γ. (ΚΠ 288), 2. Κ. Α. (ΚΠ 337), 3. Κ. Τ. (ΚΠ 344), 4. Χ. Χ. (ΚΠ 382), 5. Δ. συζ. Α. Π. (ΚΠ 201), κατοίκων ..., 6. α) Α. Γ. του Η., β) Ε. συζ. Γ. Κ., γ) Σ. Γ. του Η., δ) Α. Γ. του Η., ε) Μ. Γ. του Η., συζ. Α. Κ., κατοίκων ... (ΚΠ 211), 7. α) Φ. χας Χ. Κ., το γένος Ε. Τ., κατοίκου ..., β) Ε. Κ. του Χ., κατοίκου ..., γ) Π. Κ. ή Χ. του Χ., κατοίκου ... (ΚΠ 220), 8.

Ε. συζ. Λ. Τ., κατοίκου ... (ΚΠ 229), 9. Α. Τ. του Κ., κατοίκου ... (ΚΠ 235), 10. α) Δ. συζ. Δ. Ν., β) Ε. συζ. Γ. Μ., γ) Χ. συζ. Γ. Α., κατοίκων ... (ΚΠ 241), 11. Ι. Ν. του Γ., κατοίκου ... (ΚΠ 253), 12. α) Ν. Γ. του Γ., β) Α. - Σ. Γ. του Ν., κατοίκων ... (ΚΠ 259), 13. Γ. Γ., κατοίκου ... (ΚΠ 264), 14. Δ. Α. του Α., κατοίκου ... (ΚΠ 265), 15. α) Β. Γ. του Ν., β) Ε. Γ. του Ν., γ) Γ. Γ. του Ν., δ) Χ.

Τ. του Δ., ε) Γ. Τ. του Δ., στ) Δ. Τ. του Δ., ζ) Δ. θυγ. Ν. Τ., η) Ε. θυγ. Ν. Τ., κατοίκων ... (ΚΠ 266), 16. Γ. Τ., κατοίκου ... (ΚΠ 273), 17. Χ. Κ. του Ε., κατοίκου ... (ΚΠ 287), 18. α) Χ. Α., κατοίκου ..., β) Ζ. Ζ. του Α., κατοίκου ... (ΚΠ 291), 19. α) Ν. Α. του Α., β) Π. Τ. του Δ., κατοίκων ... (ΚΠ 297), 20. Δ. Κ. του Π., κατοίκου ... (ΚΠ 304), 21. α) Ε. χας Δ. Τ., το γένος Β. Α., β) Π. Τ.

του Δ., γ) Χ. Τ. του Δ., δ) Μ. Τ. του Δ., κατοίκων ... (ΚΠ 307), 22. α) Ε. χας Η. Μ., β) Χ. Μ. του Η., γ) Δ. Μ. του Η., δ) Μ. Μ. του Η., κατοίκων ... (ΚΠ 309), 23. Γ. Τ. του Α., κατοίκου ... (ΚΠ 311), 24. Α. συζ. Δ. Α., θυγ. Α. Α., κατοίκου ... (ΚΠ 330), 25. α) Γ. Τ. του Σ., β) Κ. Τ. του Σ., κατοίκων ... (ΚΠ 350), 26. Ι. Λ. του Α., κατοίκου ... (ΚΠ 378), 27. Ν. Π. του Σ., κατοίκου ... (ΚΠ 393), 28.

Ο. Σ. του Κ., κατοίκου ... (ΚΠ 406), 29. α) Μ. χας Ε. Τ., β) Δ. Τ. του Ε., γ) Π. Τ. του Ε., δ) Χ. συζ. Χ. Π., ε) Θ. χας Ι. Τ., στ) Α. Τ. του Δ., ζ) Ε. συζ. Ε. Β. (ΚΠ 416Α), 30. α) Σ. χας Κ. Π., β) Α. Π. του Κ., κατοίκων ... γ) Σ. Π. του Κ., κατοίκου ... (ΚΠ 300, 300Ε), 31. Α. Κ. του Γ., συζ. Β. Θ., κατοίκου ... (ΚΠ 301), 32. Ν. Π. του Θ., κατοίκου ... (ΚΠ 306, 306Α), 33. α) Ε. Α. του Α., β) Ε.

χας Κ. Κ., το γένος Α. Α., γ) Μ. χας Ν. Ε., το γένος Α. Α., κατοίκων ..., δ) Μ. συζ. Δ. Β., θυγ. Γ. Μ., κατοίκου ..., (ΚΠ 336), 34. Σ. Ζ. του Η., κατοίκου ... (ΚΠ 379), 35. Γ. Δ. του Α., κατοίκου ... (ΚΠ 380), 36. Μ. συζ. Σ. Ν., κατοίκου ... (ΚΠ 385), 37. α) Β. Ε. του Κ., β) Β. Ε. του Κ., γ) Ν. Ε. του Κ., δ) Φ. Ε. του Κ., κατοίκων ... (ΚΠ 390), 38. Σ. συζ. Β. Π., θυγ. Ε. Κ., κατοίκου ... (ΚΠ 403), 39.

Σ. Δ. του Κ., κατοίκου ... (ΚΠ 411), 40. Γ. Π. του Θ., κατοίκου ... (ΚΠ 412), 41. α) Κ. Μ. του Ε., συζ. Α. Κ., κατοίκου ..., β) Δ. Μ. του Ε., συζ. Ο. Ρ., κατοίκου ... (ΚΠ 420), 42. Ε. συζ. Γ. Ν., κατοίκου ... (ΚΠ 425Α), 43. Σ. συζ. Γ. Π., το γένος Ν. Τ., Η. Τ. του Ν., Μ. συζ. Ι. Τ., το γένος Ν. Τ., Β. χας Δ. Τ., Κ. Τ. του Δ., Π. Τ. του Δ., Ν. Τ. του Δ., Κ. Τ. του Δ., το γένος Ν. Τ., Π.

συζ. I. Π., το γένος Τ., Ε. συζ. Κ. Τ., το γένος Τ., Γ. Τ. του Ν., Σ. συζ. Ι. Δ., το γένος Τ., κατοίκων ... (ΚΠ 431), 44. Π. Μ., κατοίκου ... (ΚΠ 432), 45. Π. Λ. του Ν., Θ. Λ. του Ν., κατοίκων ... (ΚΠ 433), 46. Θ. Α. του Α., κατοίκου ... (ΚΠ 434), 47. Χ. Α. του Α., κατοίκου ... (ΚΠ 440), 48. Σ. Ρ. του Γ., κατοίκου ... (ΚΠ 443), 49. Ι. Τ. του Α., κατοίκου ... (ΚΠ 448), 50. α) Π. Π. του Α., β) Α.

Π. του Π., γ) Π. Α., το γένος Π., κατοίκων ... (ΚΠ 456), 51. Α. Κ. του Χ., κατοίκου ... (ΚΠ 459), 52. α) Σ. Ρ., β) Ο. χας Δ. Ρ., κατοίκων ... (ΚΠ 465), 53. Π. Γ., κατοίκου ... (ΚΠ 469), 54. Ε. Α. του Σ., Α. Α. του Ε., Ε. συζ. Κ. Μ., το γένος Ε. Α., Ι. Σ. του Ο. (ΚΠ 471), 55. α) Κ. Χ. του Α., β) Γ. Π. του Ν., κατοίκων ... (ΚΠ 477), 56. α) Γ. Τ. του Χ., β) Ε. χας Κ. Τ., γ) Ε. συζ. Χ. Π., το γένος Κ.

Τ., δ) Δ. Τ. του Κ. και ε) Ε. συζ. Γ. Κ., το γένος Κ. Τ., (ΚΠ 492), οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-9-1998 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 8388/1998 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο ... και συνεκδικάστηκε με τις αυτοτελείς αιτήσεις προσώπων, μεταξύ των οποίων και ορισμένων εκ των ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1637/2000 μη οριστική και 1067/2003 τελεσίδικη του Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-4-2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αντιγόνη Τζελέπη διάβασε την από 7-2-2020 έκθεση της ήδη αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, τότε Αρεοπαγίτου και μετέπειτα Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ελένης Φραγκάκη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 4-4-2004 και αρ. κατ. ...-2004 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της με αριθμό 1067/2003 τελεσίδικης και της συμπροσβαλλομένης με αυτή υπ' αριθμ 1637/2000 αποφάσεως του Εφετείου ..., ως προς τους πρώτη, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων και την απόρριψη αυτής, ως προς τους λοιπούς των αναιρεσιβλήτων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 σε συνδυασμό με αρθρ. 568 του ΚΠολΔ αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νομίμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση.

Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4, εδάφ. γ' και δ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρον 575 εδάφ. β' του ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στην σειρά των υποθέσεων, που θα συζητηθούν, κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος ή μη νομίμως παριστάμενος, κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση, διάδικος, είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης. Διαφορετικά, απαιτείται κλήτευσή του στη μετ' αναβολή δικάσιμο.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, όπως αυτή προστέθηκε με τη διάταξη του άρθρου 131 παρ. 2 του Ν. 4070/2012 (που εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αιτήσεις αναίρεσης, σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου 146 του ανωτέρω Ν. 4070/2012), σε περίπτωση που ο αριθμός των αναιρεσιβλήτων υπερβαίνει τους είκοσι (20), η κλήτευσή τους στη δίκη μπορεί να διενεργηθεί κατά τις διατάξεις του δευτέρου, τρίτου και τετάρτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 19, ήτοι η αίτηση, μαζί με την πράξη προσδιορισμού της δικασίμου, τοιχοκολλάται δεκαπέντε τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο στο κατάστημα του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται και στο κατάστημα του δήμου ή της κοινότητας, στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα.

Η τοιχοκόλληση πιστοποιείται με έκθεση, που συντάσσεται από το γραμματέα του δικαστηρίου ή της κοινότητας, αντιστοίχως. Η ειδοποίηση, στην οποία μνημονεύονται το δικαστήριο, στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξης, δημοσιεύεται σε τρεις ημερήσιες εφημερίδες, που εκδίδονται στην Αθήνα ή σε δύο που εκδίδονται στην Αθήνα και σε μία που εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη, όταν η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο μέρος αυτής βρίσκεται στα όρια του Υπουργείου Βόρειας Ελλάδας, καθώς και σε μία εφημερίδα που εκδίδεται στην πρωτεύουσα του νομού, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο μέρος αυτής.

Εξάλλου, στην παρ. 4 του άρθρου 19 του Ν. 2882/2001, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 171 του Ν. 4512/2018 και αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 88 παρ. 1 του Ν. 4714/2020, ορίζεται ότι: "Όταν εκείνοι που φέρονται ως ιδιοκτήτες στον κτηματολογικό πίνακα υπερβαίνουν τους πενήντα (50), η κλήτευσή τους γίνεται σύμφωνα με την παρούσα.

Η αίτηση, μαζί με την πράξη προσδιορισμού της δικασίμου, τοιχοκολλάται δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο στο κατάστημα του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται, στα καταστήματα των δικηγορικών συλλόγων της περιφερειακής ενότητας ή των περιφερειακών ενοτήτων και στα καταστήματα των δήμων ή των κοινοτήτων στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα.

Η τοιχοκόλληση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από τον γραμματέα του δικαστηρίου, τον γραμματέα του οικείου δικηγορικού συλλόγου και τον γραμματέα του οικείου δήμου ή της κοινότητας, αντίστοιχα. Η ειδοποίηση, στην οποία μνημονεύονται το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξης, αναρτώνται στις επίσημες ιστοσελίδες του Υπουργείου Οικονομικών (Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων) και του αρμόδιου για την απαλλοτρίωση φορέα.

Η ανάρτηση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας γι' αυτήν υπηρεσίας. Εάν η συζήτηση αναβληθεί για σοβαρό λόγο, σύμφωνα με την παρ. 6, δεν απαιτείται η επανάληψη της διαδικασίας, εκτός αν ο λόγος της αναβολής οφείλεται στην πλημμελή, ατελή ή εκπρόθεσμη πραγματοποίηση των παραπάνω δημοσιεύσεων".

Η παράγραφος 4 του άρθρου 22 του ν. 2882/2001 ισχύει αναλόγως και στη διαδικασία καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδας της αποζημίωσης, σύμφωνα με το άρθρο 20 του ν. 2882/2001 και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του ανωτέρω άρθρου, αιτήσεις καθορισμού οριστικής τιμής (ΑΠ 1168/2022, ΑΠ 455/2022, ΑΠ 447/2022, ΑΠ 1001/2021).

Περαιτέρω, με το άρθρο 83 παρ. 2 του Ν. 4790/2021 "Κατεπείγουσες ρυθμίσεις για την προστασία της δημόσιας υγείας από τις συνεχιζόμενες συνέπειες της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, την ανάπτυξη, την κοινωνική προστασία και την επαναλειτουργία των δικαστηρίων και άλλα ζητήματα" ορίζεται ότι "2. Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από το γραμματέα στο δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.

Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".

Με την προαναφερόμενη διάταξη, προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων, που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κάποιου διαδίκου κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολιπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος, είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ο ίδιος, είτε να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε, λόγω της αναστολής.

Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη, από 3-4-2004 (αριθμ. εκθ.καταθ. ...-2004), αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου με την οποία προσβάλλεται η υπ'αριθμ. 1067/7-4-2003 απόφαση του Εφετείου ..., της οποίας, με πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, ορίσθηκε αρχική δικάσιμος, για τη συζήτηση της υπόθεσης, η 21-2-2020.

Κατά τη δικάσιμο αυτή η συζήτηση αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 2-4-2021, κατά την οποία ματαιώθηκε λόγω της πανδημίας, επαναπροσδιορίστηκε, δε, αυτή αυτεπαγγέλτως για την δικάσιμο της 3-12-2021, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 19-5-2023, οπότε ματαιώθηκε λόγω εκλογών και επαναπροσδιορίσθηκε αυτεπαγγέλτως για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος, και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ. 2 του Ν. 4790/2021.

Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, όλοι οι αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν στο ακροατήριο κατά την σημερινή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε η κατ' άρθρον 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.

Τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης επισπεύδει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, κατά τη διαδικασία του άρθρων 19 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, αφού οι αναιρεσίβλητοι υπερβαίνουν τους 50. Το αναιρεσείον, παρά την ως άνω εκ του πινακίου αναβολή της υπόθεσης, κλήτευσε τους αναιρεσίβλητους σύμφωνα με τα οριζόμενα στη προαναφερθείσες διατάξεις επιδίδοντας τόσο το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης όσο και κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (20-9-2024) .

Συγκεκριμένα προσάγει και επικαλείται την από 3-7-2024 έκθεση τοιχοκόλλησης της Ε. Τ. υπαλλήλου του Αρείου Πάγου, περί τοιχοκόλλησης στον πίνακα δημοσιεύσεων του Αρείου Πάγου επικυρωμένου αντιγράφου της κρινομένης αίτησης αναίρεσης, την από 8-7-2024 έκθεση τοιχοκόλλησης του Α. Κ. περί τοιχοκόλλησης του επικυρωμένου αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης στον πίνακα δημοσιεύσεων του Δήμου ...

ανωτέρω Δήμου, την από 11-7-2024 έκθεση τοιχοκόλλησης του Διευθυντή του Δικηγορικού Συλλόγου ... Δ. Π. για την τοιχοκόλληση επικυρωμένου αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης στον πίνακα δημοσιεύσεων του ανωτέρω Δικηγορικού Συλλόγου, τη με ημερομηνία 24-7-2024 βεβαίωση ανάρτησης στην επίσημη ιστοσελίδα του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών της με ημερομηνία 17-7-2024 ειδοποίησης -κλήσης του Δημοσίου, και την από 18-7-2024 βεβαίωση ανάρτησης της με ημερομηνία 17-7-2024 ειδοποίησης -κλήσης του Δημοσίου στην επίσημη ιστοσελίδα του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών.

Από τα παραπάνω προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των απόντων αναιρεσιβλήτων για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (20-9-2024).

Συνεπώς, ενόψει του ότι οι ως άνω αναιρεσίβλητοι έχουν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει να δικασθούν ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτοί παρόντες. Η κρινόμενη, από 3-4-2004 (αριθμ. εκθ.καταθ. ...-2004) αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία προσβάλλεται η υπ'αριθμ. 1067/7-4-2003 απόφαση του Εφετείου ... μετά της εν μέρει οριστικής υπ'αριθμ. 1637/2000 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατ' άρθρον 22 παρ. 1 του νόμου αυτού (ΚΑΑΑ), ήτοι εντός ενός έτους από την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, δεδομένου ότι, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ότι έλαβε χώρα επίδοση της ανωτέρω απόφασης.

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο λόγος αυτός αποτελεί τη λογική συνέπεια της ισχύος του συστήματος της συζήτησης (άρθρο 106 ΚΠολΔ) στο δικονομικό δίκαιο. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1843/2024, ΑΠ 1184/2023, ΑΠ 1947/2022, ΑΠ 1290/2021, ΑΠ 171/2020, ΑΠ 506/2020), όπως και η αίτηση για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης σχετικά με την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων τους ή της ιδιαίτερης, κατ' άρθρο 13 παρ. 4 Ν. 2882/2001, αποζημίωσης, ή της άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας (ΑΠ 1290/2021,ΑΠ 171/2020, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 365/2018, ΑΠ 2062/2017).

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 2, 4 και 9 ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, λόγω του χρόνου κήρυξης της απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3 εδ. β' του Ν. 2882/2001, προκύπτει ότι ο καθ'ού η αίτηση προσδιορισμού της οριστικής αποζημίωσης μπορεί να ασκήσει αντίθετη αίτηση, είτε με την κατάθεση και επίδοση αυτοτελούς δικογράφου, είτε με τις προτάσεις, οι οποίες, με ποινή απαραδέκτου, πρέπει να κατατεθούν το βραδύτερο πέντε ημέρες πριν τη συζήτηση της αίτησης.

Κατά τη συζήτηση, δε, της αίτησης και ανταίτησης γίνεται έρευνα της υπόθεσης στην ουσία και αν απουσιάζουν μερικοί από τους διαδίκους (αιτούντες, ανταιτούντες και καθ'ών η αίτηση). Για τους διαδίκους, που δεν είναι παρόντες, αφού δεν υπάρχει περίπτωση να υποβάλουν αίτηση ή ανταίτηση λόγω του ότι δεν εμφανίσθηκαν, όπως επίσης και για τους διαδίκους που δεν υπέβαλαν ανταίτηση, ενώ ήταν παρόντες, δεν μπορεί να καθοριστεί από το Εφετείο τιμή οριστικής μονάδας αποζημίωσης, μεγαλύτερη από εκείνη που καθορίστηκε προσωρινά, αφού γι' αυτούς τους ενδιαφερομένους, που αμέλησαν να υποβάλουν αίτηση κατά της απόφασης περί προσωρινού προσδιορισμού αποζημίωσης ή ανταίτηση, γίνεται οριστική η αποζημίωση που προσδιορίστηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο.

Αν, δε, παρά τα ανωτέρω καθοριστεί ως προς τους διαδίκους αυτούς τιμή οριστικής αποζημίωσης μεγαλύτερη από εκείνη που είχε οριστεί προσωρινά, συντρέχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περίπτ. α', γιατί επιδικάστηκε κάτι που δεν ζητήθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 11100783/6218ΠΕ/0010/16.3.1995 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύτηκε στο τεύχος Δ ΦΕΚ 196/4.4.1995,κηρύχτηκε αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα, για λόγους δημόσιας ωφέλειας [διάνοιξη της Εγνατίας οδού Τμήμα Δερβένι-Νυμφόπετρα υπότμημα Δερβένι- Ανάληψη χθ 2+450 έως χθ 14+741], έκταση συνολικού εμβαδού 1.050.091 μ2, που βρίσκεται στο Νομό ...

και εικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στα με αριθ. σχεδίων ΟΡ-Κ1/Νοέμβριος 1992, OP-K-2/Νοέμβριος 1992 και OP-K-3/Μάρτιος 1992 κτηματολογικά διαγράμματα και στους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες της Δ/12 Δ/νσης Τμήμα Δ του ΠΕΧΩΔΕ, που έχει συντάξει ο Δ. Κ. και θεώρησε την 8.4.1994 ο Δ/ντής της άνω Δ/νσης κ. Δ., όπως αναμορφώθηκαν κατόπιν της από 8.12.1998 έκθεσης κτηματογράφησης και της Α' από 4.2.2002 διόρθωσης αυτής του Α.

Κ., Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού, υπαλλήλου Δ/νσης Δημοσίων Έργων της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Με την υπ' αριθμ. 8388/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης για την άνω απαλλοτριωθείσα έκταση και τα επικείμενά της. Ειδικότερα, καθορίσθηκε προσωρινή τιμή μονάδας για τα ακίνητα με αριθμό Κ.Π 288, 337, 344 και 382 της πρώτης, δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα, στο ποσό των 900 δρχ.(2,64 ευρώ)/τ.μ., ενώ δεν καθορίσθηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα των ως άνω ακινήτων.

Ακολούθως, ενώπιον του αρμοδίου για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης Εφετείου ... ασκήθηκε (μεταξύ άλλων αιτήσεων, που δεν ενδιαφέρουν στην ένδικη περίπτωση) η από 9-9-1998 (αριθμ. εκθ. καταθ. 3566/1998) αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία είχε ως αίτημα αφενός μεν τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για την άνω απαλλοτριωθείσα έκταση και τα επικείμενά της, στο ποσό των 400 δρχ (1,17 )/τ.μ και αφετέρου τον μη καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα τμήματα των ακινήτων που απέμεναν εκτός απαλλοτρίωσης, άλλως τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης σε ποσοστό όχι ανώτερο του 5% επί της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης που θα οριζόταν με την απόφαση.

Η αίτηση αυτή στρεφόταν, εκτός των άλλων, και κατά της Ε. Γ. (66ης των καθ'ών με αριθμό ακινήτου Κ.Π 288), του δεύτερου αναιρεσίβλητου Κ. Α. (129ος των καθ'ών με αριθμό ακινήτου Κ.Π 337), του τρίτου αναιρεσίβλητου Κ. Τ. ( 136ου των καθ'ών με αριθμό ακινήτου Κ.Π 344, ) και του τέταρτου των αναιρεσίβλητων Χ. Χ. (175ου των καθ'ών με αριθμό Κ.Π ακινήτου 382).

Όλες οι αυτοτελείς αιτήσεις και ανταιτήσεις συζητήθηκαν ενώπιον του Εφετείου ... στις 27-3-2000. Κατά τη συζήτηση αυτή, επί της ως άνω αυτοτελούς αίτησης του ήδη αναιρεσείοντος, που συνεκδικάσθηκε με άλλες αιτήσεις, παρεμβάσεις και ανταιτήσεις άλλων διαδίκων, που δεν ενδιαφέρουν την ένδικη περίπτωση, ερήμην της 66ης των καθ' ών, όπως και του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των ήδη αναιρεσίβλητων και αντιμωλία των λοιπών καθ'ών η αίτηση, εκδόθηκε η συμπροσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1637/2000 εν μέρει οριστική απόφαση του Εφετείου ..., με την οποία διατάχθηκε και η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.

Στη συνέχεια, μετά τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, η υπόθεση επαναφέρθηκε προς εκδίκαση ενώπιον του Εφετείου ... και κατά τη συζήτηση της υπόθεσης τη δικάσιμο της 17-2-2003, η πρώτη αναιρεσίβλητη άσκησε (μεταξύ άλλων) παρέμβαση για το με αριθμό ΚΠ 288 ακίνητο με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της συζήτησης.

Το Δικαστήριο, δε, εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 1067/2003 απόφαση, με την οποία, αφού κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση για τους αναφερόμενους μη εμφανισθέντες καθ'ών η αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, μεταξύ των οποίων και η 66η, 129ος, 136ος και 175ος, ήτοι η Ε. Γ. και ο δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των ήδη αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα, καθόρισε για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα της πρώτης αναιρεσίβλητης που, όπως προαναφέρθηκε άσκησε παρέμβαση κατά τη μετ' απόδειξη συζήτηση για το ακίνητο ΚΠ 288 της ως άνω πρώτης των καθ'ών Ε.

Γ., όπως και για τα ακίνητα του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των καθ'ών και ήδη αναιρεσιβλήτων, οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης σε ποσό υψηλότερο εκείνου που είχε καθοριστεί προσωρινά από το Μονομελές Πρωτοδικείο. Ειδικότερα, καθόρισε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για το με αριθμό ΚΠ 288 ακίνητο της πρώτης των ήδη αναιρεσιβλήτων και παρεμβαίνουσας στο Εφετείο, σε έξι ευρώ και τριάντα έξι λεπτά (6,36 €) ανά τ.μ., και για τα με αριθ.

ΚΠ 337, 344 και 382 ακίνητα, των δεύτερου τρίτου και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων και τότε υπο στοιχ. A 129, Α136 και Α175 των καθ'ών αντίστοιχα στην ενώπιον του Εφετείου αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, σε τρία ευρώ και ογδόντα τρία λεπτά (3,83 €)/τ.μ , ενώ το Μονομελές Πρωτοδικείο είχε καθορίσει προσωρινή τιμή μονάδας σε 900 δρχ ή 2,64 € ανά τ.μ.

Παράλληλα επιδίκασε και ιδιαίτερη αποζημίωση: α) για το εναπομείναν εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα του με αριθ. ΚΠ 288 ακινήτου, εμβαδού 1.146 τ.μ. σε ποσοστό 25% επί της καθορισθείσας οριστικής τιμής, β) για τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα του με αριθ. Κ.Π. 337 ακινήτου, εμβαδού 536 τ.μ. σε ποσοστό 50% και εμβαδού 2072 τ.μ.

σε ποσοστό 25% αντίστοιχα επί της καθορισθείσας οριστικής τιμής, γ) για το εναπομείναν εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα του με αριθ. ΚΠ 344, εμβαδού 3.511 τ.μ. σε ποσοστό 25% επί της καθορισθείσας οριστικής τιμής και δ) για το εναπομείναν εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα του με αριθ. ΚΠ 382 ακινήτου, εμβαδού 3.191 τ.μ. σε ποσοστό 25% επί της καθορισθείσας οριστικής τιμής.

Έτσι, όμως, το Εφετείο καθόρισε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης μεγαλύτερη της προσωρινώς ορισθείσας για τις με αριθ. ΚΠ 337, 344 και 382 ιδιοκτησίες, προσδιόρισε, δε, και ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα εδαφικά τμήματα αυτών, χωρίς να παρασταθούν οι καθ'ών η αίτηση ιδιοκτήτες τους, για τους οποίους είχε κηρυχθεί κατά τα προαναφερθέντα απαράδεκτη η συζήτηση λόγω μη κλήτευσής τους στη μετ'απόδειξη συζήτηση και οι οποίοι δεν είχαν υποβάλει αντίθετη αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την πρώτη συζήτηση.

Επιδίκασε, επίσης τα πιο πάνω μεγαλύτερα ποσά ως οριστική αποζημίωση και ως ιδιαίτερη αποζημίωση και για την ιδιοκτησία με αριθ. ΚΠ 288 χωρίς να το ζητήσει και η πρώτη των αναιρεσιβλήτων ιδιοκτήτρια του ακινήτου, που άσκησε παρέμβαση στο Εφετείο χωρίς να υποβάλλει αντίστοιχα αιτήματα. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 ( αναρίθμηση της παρ 4 με την παρ 8 του άρθρου 47 του 814/1978) του Ν.Δ. 797/1971 "Περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" (η οποία εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, κατ' άρθρο 29 παρ. 2 του Ν. 2882/2001)σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου εξ αιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για την χρήση, για την οποία προορίζεται, με την ίδια απόφαση, για τον καθορισμό της αποζημίωσης, προσδιορίζεται και παρέχεται ιδιαίτερη γι' αυτήν αποζημίωση του ιδιοκτήτη, μαζί με την καταβαλλόμενη για το απαλλοτριούμενο τμήμα. Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε, μαζί με την σύμβαση, αρχικώς με τον Ν.2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, κατ' άρθρο 28 του Συντάγματος, συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνον την αξία του απαλλοτριουμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει μετά την απαλλοτρίωση γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.

Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το απομένον τμήμα υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά την δίκη του προσωρινού προσδιορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει όχι μόνο τη ζημία, από την απαλλοτρίωση και μόνο της έκτασης του όλου ακινήτου, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.

Διότι διαφορετικά, ως προς την τελευταία αυτή ζημία, το παραμένον στον ιδιοκτήτη τμήμα του ακινήτου και επομένως η περιουσία του θα παρέμενε χωρίς αποκατάσταση (ΟλΑΠ 31/2005, ΑΠ 1998/2013, ΑΠ 389/2009). Η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης θεωρείται ανεπαρκής αν: α) δεν ενέχει προσδιορισμό των τμημάτων που εναπέμειναν, ήτοι αναφορά για το εμβαδόν τους και τα λοιπά προσδιοριστικά τους στοιχεία και β) δεν αναφέρει την κατά προορισμό χρήση των τμημάτων που απομένουν, καθώς και τη, μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση, δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποιες προϋποθέσεις (ΑΠ 749/2024, ΑΠ 1217/2023, ΑΠ 781/2022,ΑΠ 205/2017, ΑΠ 1279/2015, ΑΠ 1619/2010).

Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του ακινήτου αυτού ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο όρος, όμως, "σημαντική", μείωση της αξίας του ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971 ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ το δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μείωσης και του ποσοστού της (ΑΠ 1586/2024, ΑΠ1941/2022, ΑΠ 687/2020, ΑΠ 96/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται ο κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί, ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως.

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης και όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε.

Εξάλλου, για το ορισμένο αμφοτέρων των λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντα, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1000/2024, ΑΠ 916/2024, ΑΠ 1887/2023, ΑΠ 1398/2023,ΑΠ 295/2022, ΑΠ 140/2022, 887/2019) Τέλος, ο αναιρετικός λόγος, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση που συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά ή εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε τις διατάξεις, που επικαλείται ο αναιρεσείων, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του KΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1776/2024, ΑΠ 853/2024,ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 584/2019).

Στην ερευνώμενη υπόθεση το Εφετείο που συνεκδίκασε Α) την από 9.9.1998 (με αριθμ.εκθ.καταθ. 3566/10.9.1998) αίτηση του αιτούντα - αναιρεσείοντα κατά των, μεταξύ άλλων, καθ'ών και ήδη αναιρεσίβλητων με την οποία ζητούσε, αφενός τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης της ίδιας έκτασης και των επικειμένων αυτής, αφετέρου τον μη καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων που απέμεναν εκτός απαλλοτρίωσης, άλλως τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης σε ποσοστό που να μην υπερβαίνει το 5% επί της καθορισθησομένης οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, και Β) τις με αριθ.καταθ. 3566/1998, 3927/1999, 3931/1998, 1154/1999, 1033/2000 και 3945/1998, αντίθετες αιτήσεις και ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των καθ'ών και ήδη 5ου-56εης των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι ζήτησαν τον καθορισμό υψηλότερης οριστικής τιμής αποζημίωσης και ιδιαίτερης αποζημίωσης, δέχτηκε ανελέγκτως, μετά από αξιολόγηση των αποδείξεων, κατά το ενδιαφέρον, στην προκειμένη περίπτωση, μέρος της επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης, λόγω μείωσης της αξίας των απομενόντων εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων των ιδιοκτησιών που φέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως κατηγορία Γ με στοιχεία ΚΠ 201, 211, 220, 229, 235, 241, 253, 259, 264, 266, 265, 273, 287, 288, 291, 297,304, 305,3 07, 309, 311, 337, 344, 350, 378, 382, 393 ,406, 416Α, 403, 380, 336, 306, 300, 300Ε, 301,306Α, 336, 385, 379, 390, 411,412, 420, 425Α, 330, 431, 432, 433, 434, 440, 443, 448, 456, 459, 465, 469, 471, 477 και 492 τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "......(φύλλο 31) Τα ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν βρίσκονται λίγο μετά τον κόμβο Δερβένι , που απέχει 13 χιλιόμετρα από την Πλατεία Βαρδαρίου της ..., στις κτηματικές περιοχές των κοινοτήτων Περιβολακίου [οι 196 έως 273 ΚΠ ιδιοκτησίες], Καβαλαρίου [οι ΚΠ 275 έως 286 ιδιοκτησίες, του Δήμου ... [οι ΚΠ 287 έως 421Α, 422Α, 424Α, 425Α και 427Α ιδιοκτησίες] και της κοινότητας ... [οι 421 έως 497 ιδιοκτησίες].

Ειδικότερα η απαλλοτριούμενη λωρίδα ακινήτων αρχίζει λίγο μετά τον κόμβο Δερβενίου, εκτείνεται στην κτηματική περιοχή Περιβολακίου, τέμνει την κεντρική οδό ... ... στη θέση το Στρατοπέδου Ράμιαλη, διασχίζει τον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ του Δήμου ... [σε απόσταση 2 χιλιομέτρων από το κέντρο αυτού] και της Κοινότητας Καβαλαρίου και συνεχίζει παράλληλη πορεία προς τις όχθες της λίμνης Κόρωνεια [σε απόσταση 2 χιλιομέτρων] καταλήγει δε στα διοικητικά όρια της κοινότητας ...

λίγο πριν τις Κοινότητες Δρακοντίου και Ανάληψης. Είναι χωράφια πεδινά χωρίς άρδευση, καλλιεργούμενα με σιτάρι ή καλαμπόκι. Αρδεύονται με γεωτρήσεις οι 200, 210, 216, 212, 228, 229,230, 248, 251, 261, 266, 269, 327, 331, 342,349 359, 360, 377, 379, 389, 399 , 400, 401, 411Β, 412, 413Α, 415Α , 416, 431, αι άλλες ιδιοκτησίες. Το τμήμα 3,7 χιλιομέτρων που περιλαμβάνει τις 196 έως 319 ιδιοκτησίες, έχει οικοπεδική αξία διότι προσφέρεται για εγκατάσταση βιοτεχνικών ή βιομηχανικών μονάδων Συγκεκριμένα υπάρχουν στις ιδιοκτησίες, με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 196 επιχειρήσεις ... , στη 219...222 και 232..233..246...,250...254...Επίσης σε απόσταση έως 200 μέτρων από τα απαλλοτριούμενα της άνω περιοχής υπάρχουν και άλλες βιομηχανικές ή βιοτεχνικές μονάδες επεξεργασίας ξύλου, βρεφικών επίπλων, επίπλων, εμπορίας σιδηρών, αυτοκινήτων, καταστημάτων Π., βιομηχανία γάλακτος, Β., Κ.

και ΑΓΝΟ, επεξεργασίας ελαιολάδου, μαρμάρων Κοζάνης, βαφικών χημικών ,παρασκευής σκυροδέματος κ.α. Στο τμήμα αυτό υπάρχουν δίκτυα ύδρευσης, τηλεφώνου και ηλεκτρικού ρεύματος. Όπου δεν υπάρχουν βιοτεχνικές ή βιομηχανικές μονάδες η χρήση είναι γεωργική κατά προορισμό και δευτερευόντως για ανοικοδόμηση.

Εξυπηρετείται οδικά από τις οδούς ...-... ...- Περιβολακίου, ...-Καβαλαρίου, ...-Καβαλαρίου, ...- Περιβολακίου. Το υπόλοιπο τμήμα της απαλλοτριούμενης έκτασης, που περιλαμβάνει τις 320 έως 497 ιδιοκτησίες κατά βάση η χρήση είναι γεωργική. Το τμήμα αυτό εξυπηρετείται οδικά από ασφαλτοστρωμένες οδούς ...-..., ...-... ...-λίμνης Κορώνειας και διαθέτει δίκτυο ηλεκτρικού ρεύματος.

Βιομηχανικές ή βιοτεχνικές μονάδες υπάρχουν σε απόσταση πεντακοσίων έως 1000 μέτρων [συγκρότημα ... ..., θερινού ψυχαγωγικού κέντρου, βαφής ρούχων-υφασμάτων, βαφείο-φινιριστήριο, εμπορίας γεωργικών ελκυστήρων και συναφών μηχανημάτων, υαλοποιίας και επίπλων]. Έτσι εμφανίζεται και κάποια ζήτηση για την εγκατάσταση τέτοιων επιχειρήσεων, που προσδίδει οικοπεδική αξία στα απαλλοτριωθέντα του άνω τμήματος, αισθητά μικρότερη εκείνης του τμήματος που περιλαμβάνει τις 296 έως 319 ιδιοκτησίες.

Όλα τα απαλλοτριωθέντα βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλεως ή οικισμών και η δυνατότητα ανοικοδόμησης διέπεται από το πδ της 24/31.5.1985, ήτοι κατά κανόνα απαιτείται έκταση 4.000 μ2 και όσα κείνται σε επαρχιακές ή κοινοτικές οδούς πρέπει να έχουν πρόσωπο [κατά κανόνα] 45 μέτρων και βάθος 50 μέτρα .......(φύλλα 42-46).

Στην ένδικη υπόθεση από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκαν τα εξής: 1] Εξακολουθούν να είναι, όπως και πριν την απαλλοτρίωση, άρτια και οικοδομήσιμα τα εκτός απαλλοτρίωσης εναπομένοντα τμήματα των παρακάτω αναφερόμενων ιδιοκτησιών, κατά τους όρους του άρθρου 2 π.δ. 347/1993, 2 του π.δ. 299/1998 και 1 επομ.

του π.δ. (23/31.5.1985), διότι έχουν απαιτούμενες αποστάσεις από τα όρια τους με τις γειτονικές ιδιοκτησίες ή από τον άξονα της Εγνατίας ή παράπλευρης οδού αυτής, στην κατασκευή των οποίων απέβλεψε η απαλλοτρίωση ή από το όριο της απαλλοτρίωσης, δεν δυσχεραίνεται ουδόλως η κατά προορισμό κύρια ή δευτερεύουσα χρήση [γεωργική εκμετάλλευση ή ανοικοδόμηση], οι δε, περί έλλειψης παράπλευρου δρόμου ή υψηλότερης στάθμης της υπό κατασκευή οδού ή της εκπομπής σκόνης ή άλλων ρύπων κατά τη λειτουργία του έργου αυτού, ισχυρισμοί σχετίζονται με το είδος το έργου που απέβλεψε η απαλλοτρίωσης και όχι με την απότμηση του απαλλοτριωθέντος τμήματος, συνεπώς οι αιτήσεις για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης είναι απορριπτέες ως κατ' ουσία αβάσιμες για τα εξής εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα ιδιοκτησιών κατά τον αναθεωρημένο κτηματολογικό πίνακα: 196 4250 μ2, 199 4900 μ2, 200 12950 μ2, 201 6.756 μ2, 204, 7046 μ2, 208 9650 μ2, 210 9600 μ2, 212 7400 μ2, 213 12600 μ2, 214 1123Θ μ2, 215 3350 μ2, 216 3350 μ2, 217 4766 μ2, 218 5950 μ2, 221 4250 μ2, 228 3490 μ2, 375Α 2266 [δεν μεταβάλλεται το νομικό καθεστώς του], 318 1576 μ2 που είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, 230 4500 μ2, 232 5950 μ2, 233 που από τα 2350 μ2 απομένουν 1985 μ2 και εξακολουθεί να ισχύει το πριν την απαλλοτρίωση νομικό καθεστώς, 241 32^2 μ2, 242 4300 μ2, 243 6796 μ2, 246 5300 μ2, 248 26450 μ2, 251 4000 μ2, 257 9950 μ2, 258 5200 μ2, 260 3856 μ2, 263 5050 μ2, 265Α 3078 μ2, ' 267 2222 μ2, 265 5292 μ2, 266Α 1520 μ2, 268 11.800 μ2, 270 3400 μ2, 271 6200 μ2, 273 5750 μ2, 294 3466 μ2, 298 3967 μ2, 00A 638 μ2 που και πριν ήταν μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο [αρχικό εμβαδό 1000 μ2] , 314Α 3350 μ2, 317 3468 μ2, 347 3706 μ2, 320 4050 μ2, 326 968 μ2, που και πριν ήταν μη άρτιο και είχε το ίδιο τριγωνικό σχήμα, 333 3.800 μ2, 335 1889 μ2 που και πριν με έκταση 2375 μ2 ήταν μη άρτιο, 353 1376 μ2 που και πριν με έκταση 2335 μ2 ήταν μη άρτιο, 359 2004 μ2 που και πριν ήταν μη άρτιο, 359Α 6570 μ2 και 328 1870 μ2 για τον ίδιο λόγο, 388 3083 μ2, 396 1599 μ2 που και πριν ήταν μη άρτιο, 352 [πριν 351] 7842 μ2, 368 12246 μ2 και 5684 μ2, 408Α 8841 μ2, 401 2227 μ2 που και πριν ήταν μη άρτιο, 411Β 3198μ2, 414 3508μ2, 416 2478 μ2, 416Γ 3594 μ2, 417Α 2868 μ2 που και πριν ήταν μη άρτιο,331 9676 μ2, 410 6768μ2, 411 A 3528μ2, 422 7700 μ2 και 9700 μ2, 458 10950 μ2, 461 10950 μ2, 463 9850 μ2, 467 4915 μ2 και 2851 μ2, 468 1600 μ2 και 1767 μ2, 469 7050 μ2, 471 4474 μ2, 473 4598 μ2, 481 20450 μ2, 482 5956 μ2, 491 17950 μ2, 492 5100 μ2 και 4 93 16300 μ2.

Γίνεται μνεία ότι τα τμήματα με εμβαδό κάτω των 4.000 μ2 είναι κατά τις παρεκκλίσεις του π.δ. 24/31.5.1985 άρτια και οικοδομήσιμα, ως πληρούντα τις προϋποθέσεις ελάχιστου προσώπου, βάθους ή εμβαδού καθόσον προέρχονται από απαλλοτρίωση και συγχρόνως μπορούν να οικοδομηθούν με τήρηση των αποστάσεων του αρθρ 2 πδ 347/1993 [60 μ από τον άξονα της οδού ή 40 μέτρων από το όριο απαλλοτρίωσης ή 20 μέτρων από τον άξονα της παράπλευρης οδού]. 2]) Δεν πληρούν τις προϋποθέσεις των άνω διαταγμάτων (δηλ.

του π.δ. 347/1993 και του π.δ. της 24/31.5.1985) για ανοικοδόμηση και συγχρόνως δυσχεραίνεται ουσιωδέστατα η κατά προορισμό κύρια χρήση για γεωργική εκμετάλλευση στις υπό α' ιδιοκτησίες ή πολύ ουσιωδώς στις υπό β' ιδιοκτησίες ή ουσιωδώς στις υπό γ' ιδιοκτησίες που αναφέρονται παρακάτω (εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων αυτών), βάσει και του τριγωνικού ή άλλου παρεμφερούς σχήματος των, υφιστάμενης της δυνατότητας μίσθωσης ή εκποίησης σε τρίτους όμορους ιδιοκτήτες, εκτός εκείνων που έχουν έκταση άνω των 1000 μέτρων που μπορούν να καλλιεργούνται κατά προορισμό και από τους ιδιοκτήτες όπως και πριν, συνεπώς για τα τμήματα αυτά εκτός απαλλοτρίωσης οφείλεται ιδιαίτερη αποζημίωση, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη της παρούσας ως εξής :....α) στο 70%ης οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριούμενων τμημάτων των ίδιων ιδιοκτησιών τα εξής εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα:

της 199 64 μ2, της 205 296 μ2, και 270 μ2, της 364 55 μ2, της 211 526 μ2, της 212 44 μ2, της 300 18 μ2, της 229 262 μ2, της 234 230 μ2, της 235 10 μ2, της 362 1μ2, της 248 186 μ2 , της 252 416 μ2, της 259 340 μ2, της 226Α154 μ2,της 269 94μ2, της 324 110 μ2 28 μ2 και 134 μ2,της 329 390 μ2, της 334 157μ, της 342 300 μ2 της 349 270 μ2, της 412 308 μ2, της 413Α 344 μ2, της 349 110 μ2, της 319Α 512 μ2, της 336Γ 272 μ2 της 338 19 μ2, της 411Δ 238 μ2, της 424Α 352 μ2, της 427 36 μ2, της 433 230 μ2, της 437 264 μ2, της 438 425 μ2 της 346 18 μ2, της 352 24 μ2, 375 178 μ2, της 318 164 μ2, της 464 12 μ2, της 473 312 μ2, της 477 204 μ2 της 363 18 μ2, της 411 278 μ2, της

495 290 μ2 και 54 μ2. β] στο 50% της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλ/νων τμημάτων των ίδιων ιδιοκτησιών τα εξής εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα: της 234 666 μ2, της 252 748 μ2, της 269 702 μ2, της 302 725 μ2, της 308 590 μ2 της 317 ΚΠ 768 μ2 της 306Β 870 μ2, της 329 922 μ2, της 354 813 μ2, της 357 550 μ2, της 319Α 880 μ2, της 365 689 μ2, της 369 962 μ2, της 373 871 μ2 της 408 A 515 μ2, της 377 536 μ2, της 343 566 μ2, της 391 991 μ2, της 452 878 μ2, της 464 758 μ2 γ)στο 25% της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων τμημάτων των ίδιων ιδιοκτησιών τα εξής εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα:

της 201 2421 μ2, της 211 3872 μ2, της 220 2000 μ2 και 2000 μ2, της 229 1852 μ2, της 235 2264 μ2, της 241 1526 μ2, της 253 3100 μ2,της 359 1522 μ2, της 264 1972 μ2, της 266 154μ2, της 265 1928 μ2, της 273 1792 μ2, της 287 3543 μ2, της 288 1146 μ2, της 291 3466 μ2, της 297 3348 μ2, της 304 4118 μ2, της 305 2438 μ2, της 307 2663 μ2, της 309 1770 μ2, της 311 3708 μ2, της 337 2072μ2, της 344 3511μ2, της 350 2898 μ2, της 378 1250μ2 της 382 3191 μ2, της 393 1296 μ2, της 406 2654 μ2 και 1552 μ2, της 416Α 1317 μ2, της 403 1766 μ2, της 380 1367 μ2, της 336Α 860 μ2, της 336 2498μ2, της 306 2498 μ2, της 300 2150 μ2, της 300Ε 1862 μ2, της 301 2860 μ2, της 306 2500 μ2, της 306Α 1768 μ2, της 336 2603 μ3 και 2446 μ2, της 385 3462 μ2, της 379 1360 μ2 της 390 3396 μ2, της 411 1046 μ2, της 412 3414 μ2, της 420 1820 μ2, της 425Α (3200μ2, της 330 2254 μ2, της 431 2002 μ2, της 432 6308 μ2, της 433 1700 μ2, της 434 1296 μ2, της 440 1554 μ2, της 443 1750 μ2, της 448 3650 μ2, της 456 2750 μ2 και 4960 μ2, της 459 3440 μ2, της 465 1680 μ2, της 469 4050 μ2, της 471 2854 μ2, της 477 5988 μ2 της 492 2822 μ2.....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση, προσδιόρισε την ιδιαίτερη αποζημίωση για τα απομείναντα τμήματα των ιδιοκτησιών των καθ'ών και ήδη αναιρεσίβλητων με αριθμούς ΚΠ 201, 211, 220, 229, 241, 253, 259, 264, 265, 266, 273, 287, 291, 297, 304, 307, 309, 311, 330, 350, 378, 393, 406, 416Α, 300, 300Ε, 301, 306, 306Α, 336, 379, 380, 385, 390, 403, 411, 412, 420, 425, 431, 432, 433, 434, 440, 443, 448, 456, 459, 465, 469, 471, 477, 492 σε ποσοστό 25% της ορισθείσας οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης.

Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τους δεύτερο και τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης παραθέτοντας μεμονωμένες και αποσπασματικές παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα 1) με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο επιδικάζοντας ιδιαίτερη αποζημίωση λόγω μείωσης της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων των ακινήτων των ως άνω καθ'ών και ήδη αναιρεσίβλητων ιδιοκτητών των με αριθμούς ΚΠ 201, 211, 220, 229, 241, 253, 259, 264, 265, 266, 273, 287, 291, 297, 304, 307, 309, 311, 330, 350, 378, 393, 406, 416Α, 300, 300Ε, 301, 306, 306Α, 336, 379, 380, 385, 390, 403, 411, 412, 420, 425, 431, 432, 433, 434, 440, 443, 448, 456, 459, 465, 469, 471, 477, 492 ιδιοκτησιών 1) εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2,3 του Συντάγματος, 13 παρ. 2,3, 4 του ν.δ. 797/1971, 6 παρ. 1 της Συμβάσεως της Ρώμης και του άρθρου 1 του προσθέτου πρωτοκόλλου αυτής, 2 του ΠΔ 347/1993 και 2 Π.Δ 209/1998, δεχθέν ότι ο περιορισμός της οικοδομησιμότητας των εναπομεινάντων τμημάτων των απαλλοτριουμένων ακινήτων λόγω μη συνδρομής γι'αυτά των προϋποθέσεων που τάσσουν οι διατάξεις των π.δ 347/1993 και 209/1998, διότι ο περιορισμός της οικοδομησιμότητας των εναπομεινάντων τμημάτων, λόγω των ορίων ασφαλείας από τον άξονα και το όριο της οδού και η εξ αυτού του λόγου μείωση της αξίας αυτών, είναι συνέπεια της φύσεως του κατασκευαζομένου έργου (οδός ταχείας κυκλοφορίας) και όχι αυτής καθαυτής της απότμησης, 2) ανεπαρκώς αιτιολόγησε την έλλειψη των προϋποθέσεων ανοικοδόμησης των εναπομεινάντων εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων των ακινήτων και ειδικότερα δεν προσδιόρισε για ποιο λόγο τα τμήματα αυτά δεν είναι ούτε κατά παρέκκλιση άρτια και οικοδομήσιμα α) με παράθεση του χρόνου δημιουργίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, στοιχείου κρίσιμου, καθόσον εξ αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του π.δ 24/1985, κρίνεται το αναγκαίο ελάχιστο εμβαδόν για την κατά παρέκκλιση αρτιότητα των απομενόντων εκτός της απαλλοτρίωσης τμημάτων αυτών, β) τις αποστάσεις του κάθε ακινήτου ξεχωριστά από τον άξονα της παράπλευρης οδού ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων για ανοικοδόμηση, 3) με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχτηκε μείωση της αξίας εναπομεινάντων εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων των ακινήτων και στη συνέχεια επιδίκασε ιδιαίτερη αποζημίωση σε ποσοστό 25% επί της οριστικής τιμής των απαλλοτριωθέντων τμημάτων, καθώς, ενώ δέχθηκε ότι δυσχεραίνεται ουσιωδώς η κατά προορισμό κύρια χρήση για την γεωργική εκμετάλλευση των επίδικων ακινήτων, στη συνέχεια δέχθηκε ότι τα ακίνητα αυτά που έχουν έκταση άνω των 1000 τ.μ (κατηγορία στην οποία ανήκει το σύνολο των περιλαμβανομένων στην κατηγορία Γ ακινήτων) μπορούν να καλλιεργούνται όπως και πριν και συνεπώς δεν μειώνεται η αξία τους.

Οι ως άνω λόγοι είναι, πρωτίστως, απαράδεκτοι, εξ αιτίας της αοριστίας τους, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, όπως απαιτείται, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί, όλες οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης για το εν λόγω ζήτημα, χωρίς να αρκεί η αποσπασματική πιο πάνω παράθεση. Σε κάθε περίπτωση, οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι ως εξής: 1) οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, διότι στηρίζονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης αφού, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη μείωσης της αξίας των εναπομενόντων τμημάτων των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των ως άνω αναιρεσίβλητων, όχι με την αιτιολογία ότι αυτά κατέστησαν μη άρτια και οικοδομήσιμα, αλλά με την αιτιολογία ότι η προέχουσα για τα παραπάνω απαλλοτριωθέντα ακίνητα κατά προορισμό κύρια χρήση ήταν η γεωργική (και όχι οικιστική όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει με τις επικαλούμενες στον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις το αναιρεσείον), η οποία κατέστη πλέον για τα ως άνω εναπομένοντα της κατηγορίας Γ εδαφικά τμήματα ουσιωδώς δυσχερής σύμφωνα με τον προορισμό τους. 2) ο τέταρτος λόγος ,πέραν της αντιφατικότητας του με τους δεύτερο και τρίτο λόγους είναι και αβάσιμος διότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ζήτημα της ιδιαίτερης αποζημίωσης.

Συγκεκριμένα, το Εφετείο α) προσδιορίζει τα τμήματα που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση β) αναφέρει την κατά προορισμό χρήση των τελευταίων που ανήκουν στις περιγραφόμενες υπό στοιχείο Γ ιδιοκτησίες, ήτοι τη γεωργική χρήση αυτών, όπως και το ότι αυτή η χρήση μειώθηκε ουσιωδώς λόγω της απαλλοτρίωσης. Η σχετική, δε, παραδοχή δεν είναι αντιφατική με την αναφορά ότι τα ακίνητα που " έχουν έκταση άνω των 1000 μέτρων που μπορούν να καλλιεργούνται κατά προορισμό και από τους ιδιοκτήτες όπως και πριν" δεδομένου ότι όπως προαναφέρθηκε η προσβαλλόμενη επιδίκασε ιδιαίτερη αποζημίωση για τις μεν περιγραφόμενες υπό στοιχείο υπό στοιχ.

Α ιδιοκτησίες σε ποσοστό 70% της οριστικής τιμής, διότι δυσχεραίνεται ουσιωδέστατα η κατά προορισμό χρήση για γεωργική εκμετάλλευση, για τις περιγραφόμενες υπό στοιχείο υπό στοιχ.Β ιδιοκτησίες σε ποσοστό 50% της οριστικής τιμής, διότι δυσχεραίνεται πολύ ουσιωδώς η κατά προορισμό χρήση για γεωργική εκμετάλλευση και τέλος, για τις επίδικες περιγραφόμενες υπό στοιχείο υπό στοιχ.

γ ιδιοκτησίες σε ποσοστό 25% της οριστικής τιμής, διότι δυσχεραίνεται ουσιωδώς η κατά προορισμό χρήση για γεωργική εκμετάλλευση και όχι διότι είναι αδύνατη η γεωργική χρήση των επίδικων.

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης για να ερευνηθεί πρέπει, μετά την ουσιαστική παραδοχή του πρώτου αναιρετικού λόγου για την πλημμέλεια εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά μέρος αυτής που αφορά τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και ιδιαίτερης αποζημίωσης για τις ιδιοκτησίες με αριθμό Κ.Π 288,3337,344 και 382 των πρώτης, δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα, και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) για να ερευνηθεί περαιτέρω κατά το αναιρούμενο μέρος αυτής. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Δημόσιο δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατά την άσκηση της αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 σε συνδυασμό με άρθρο 22 παρ. 4 ν. 1868/1999 (ΑΠ 682/2019, ΑΠ 1257/2019).

Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι πρώτη, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του Ελληνικού Δημοσίου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, μειωμένα όμως κατά τους περιορισμούς του άρθρου 22 Ν. 3693/1957, το οποίο εφαρμόζεται υπέρ και κατά του Δημοσίου (ΑΠ 682/2019, ΑΠ 452/2018), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ των λοιπών αναιρεσίβλητων οι οποίοι, λόγω της ερημοδικίας τους, δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα, ούτε υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται εν μέρει την από 3-4-2004 (αριθμ. εκθ.καταθ. ...-2004) αίτηση με την οποία προσβάλλεται η υπ'αριθμ. 1067/7-4-2003 απόφαση του Εφετείου ... μετά της εν μέρει οριστικής υπ'αριθμ. 1637/2000 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, ως προς τους πρώτη, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο αναιρεσίβλητους

Αναιρεί εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της, την υπ' αριθμ. 1067/2003 απόφαση του Εφετείου ...

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, κατά τα κεφάλαιά της αυτά, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τους πρώτη, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ