Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting evidence not proven for fraud intent.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court's decision in a fraud case involving a bank and multiple defendants. The appellants argued the lower court erred by considering evidence not submitted, specifically documents regarding a settlement procedure and payment orders. The court ruled these documents did not prove the essential element of fraudulent intent required for the conviction.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 176, 183 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the admission of evidence not submitted by the opposing party is inadmissible if such evidence did not serve to prove the essential elements of the claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1483 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1483/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Διονυσία Νίκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Τ. του Α., 2) Ε. συζύγου Σ. Τ., το γένος Ι. Γ., 3) Μ. Τ. του Σ., 4) Ε. Τ. του Σ. και 5) Σ. Τ. του Σ., απάντων κατοίκων ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Ελευθέριο Κιούκη και Αλέξανδρο Στρίμπερη.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Χατζηχηδίρογλου. Της προσθέτως υπέρ της αναιρεσιβλήτου και κατά των αναιρεσειόντων παρεμβαίνουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... η οποία εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μπάκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2813/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 857/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-7-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 28/7/2020 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία υπ'αριθμ.857/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε, τυπικά και κατ' ουσίαν, την από 19.4.2018 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας κατά της υπ'αριθμ.2813/2017 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 5/5/2011 αγωγή της κατά των αναιρεσειόντων, για διάρρηξη των αναφερόμενων σ' αυτή καταδολιευτικών δικαιοπραξιών ως κατ'ουσία αβάσιμη, και αφού εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση δέχθηκε την αγωγή ως ουσία β;aσιμη..
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου, στις 29/7/2020, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, αφού δεν προκύπτει επίδοση της εκδοθείσας μετά την 1/1/2016 προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/2018), και από την επομένη της δημοσίευσης αυτής, στις 9/1/2020, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών, μέχρι την κατά άνω άσκηση της αίτησης αναίρεσης, δεν είχε παρέλθει διετία.
Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, υπέρ κάποιου διαδίκου της αναιρετικής δίκης, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον (ΟλΑΠ 1/1996, ΑΠ 1553/2022, ΑΠ 456/2023, ΑΠ 1078/2022, ΑΠ 433/2020).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 εδαφ.α του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή, με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αντιγράφου αυτής στους κύριους διαδίκους.
Η έλλειψη της κοινοποίησης του αντιγράφου αυτού ή η μη νομότυπη και εμπρόθεσμη κοινοποίησή του, επάγεται το απαράδεκτο της συζήτησής της. Στην περίπτωση, που η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται, για πρώτη φορά, στον Άρειο Πάγο, το δικόγραφο αυτής πρέπει να κοινοποιηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα (60) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα και ενενήντα (90) ημέρες, αν κάποιος από τους διαδίκους που καλούνται διαμένει στο εξωτερικό, εκτός αν ορίστηκε, κατ' άρθρο 150 του ΚΠολΔ., σύντμηση της ως άνω προθεσμίας (ΑΠ 1553/2022, ΑΠ 456/2023, ΑΠ 1078/2022).
Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν, με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει καθ' οιονδήποτε τρόπο την ιδιότητα του διαδίκου στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 1078/2022 , ΑΠ 1329/2017) .
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78.Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης, ως αυτοτελούς, είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 456/2023, ΑΠ 302/2023, ΑΠ 1553/2022, ΑΠ 864/2022, ΑΠ 1087/2022).
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ.2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού, κατά το άρθρο 325 παρ.2 ΚΠολΔ (ΑΠ 456/2023, ΑΠ 1553/2022, ΑΠ 1078/2022, ΑΠ 864/202). Για τον χαρακτηρισμό της παρέμβασης, ως αυτοτελούς, αρκεί κατ' αρχήν ο ισχυρισμός του παρεμβαίνοντος περί διαδοχής, ο οποίος βασίζεται σε κατάλληλο, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, πραγματικό γεγονός, το οποίο, όμως, σε περίπτωση αμφισβήτησης πρέπει να αποδεικνύεται (ΑΠ 864/2022, ΑΠ 1260/2019).
Περαιτέρω , σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 εδ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", που εφαρμόζεται εν προκειμένω σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 41 § 1 ν.5072/2023, επειδή η επικαλούμενη σύμβαση διαχείρισης συνήφθη την 24-6-2019, δηλαδή πριν από την 30-12-2023, "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου.
Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις".
Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.
του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης (ΟλΑΠ 1/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, η εταιρία με την επωνυμία "... με το από 6/7/2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου την 7-7-2022 (αρ.κατ.33/7-7-2022) και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, στους αναιρεσείοντες και την αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες 7614Ζ/13-7-2022, 7615Ζ/13-7-2022, 7616Ζ/13-7-2022, 7617Ζ/13-7-2022, και 7606Ζ/13-7-2002 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Π.
Ρ., ασκεί για πρώτη φόρα, ενώπιον του Αρείου Πάγου πρόσθετη παρέμβαση, υπέρ της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της να παρέμβει στην εκκρεμή αυτή κύρια δίκη το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "..., ειδικής διαδόχου ως προς την επίδικη απαίτηση, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ...
και διακριτικό τίτλο ...", της οποίας καθολική διάδοχος λόγω διασπάσεως με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας και σύσταση νέας εταιρείας με την επωνυμία ..." και τον διακριτικό ..." κατέστη η τελευταία, υπέρ και κατά της οποίας (ειδικής διαδόχου) ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη , κατ' άρθρο 325 ΚΠολΔ.
Επομένως, η πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη, κατ` άρθρα 80 και 83 ΚΠοΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της αναιρεσείουσας και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργείται σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναιρέσεως κατ' άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ (ΑΠ 302/2023).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ, συνάγεται ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, δηλαδή απαίτηση της οποίας έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα και η οποία είναι ληξιπρόθεσμη κατά την πρώτη στο ακροατήριο συζήτηση της αγωγής για διάρρηξη (ΑΠ 869/2021, ΑΠ 668/2021), χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικά ούτε να είναι εξοπλισμένη με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 537/2023, ΑΠ 88/2023,).
Την ιδιότητα του δανειστή έχει εκείνος ο οποίος, κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης έχει απαίτηση υφιστάμενη, έστω και αν η απαίτησή του τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία (ΑΠ 774/2022, ΑΠ 877/202, ΑΠ 828/2020) 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη περιουσιακού του στοιχείου, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, ( ΑΠ 88/2023, ΑΠ 877/2022, ΑΠ 55/2022) 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.
Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο κατά την απαλλοτρίωση, αλλά και κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής διάρρηξης, που είναι και ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών και να υφίσταται κατά τον χρόνο συζήτησης αυτής (ΑΠ 1361/2022, ΑΠ 877/2022, ΑΠ 55/2022) 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής (Ολ.ΑΠ 15/2012, ΑΠ 631/2023, ΑΠ 877/2022, ΑΠ 1275/2020).
Η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία, τέτοια δε είναι και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα, αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα (ΑΠ 631/2023, ΑΠ 88/2023, ΑΠ 877/2022) και συνεπώς η περί αυτής δικαιοπραξία είναι χαριστική, μη συναγομένου άλλως από το χαρακτηρισμό της, στο α` εδάφιο της τελευταίας διάταξης, ως δωρεάς, ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, αφού αυτό αποσκοπεί στο να αποκλείσει τη δυνατότητα ανάκλησης αυτής, ως προς το μέρος που αυτή δεν αποτελεί δωρεά, και όχι να τη χαρακτηρίσει, εξ αντιδιαστολής, ως επαχθή δικαιοπραξία (ΑΠ 158/2023, ΑΠ 88/2023, ΑΠ 631/2023, ΑΠ 357/2023).
Εξάλλου, το γεγονός ότι η εν λόγω απαλλοτρίωση γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης του γονέα προς το τέκνο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών (ΑΠ 88/2023, ΑΠ 914/2020). Η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του, κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία, κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 914/2020) και τέτοια είναι κατ` αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ` αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές, και,, επομένως, εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι` αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή, τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (ΑΠ 357/2023, ΑΠ 158/2023, ΑΠ 1088/2023, ΑΠ 1906/2022).
Η αφερεγγυότητα του οφειλέτη, μετά τις καταδολιευτικές μεταβιβάσεις, είναι στοιχείο της αγωγής (ΟλΑΠ 15/2021 ΑΠ 1268/2023, ΑΠ 158/2023) αρκεί όμως η επίκληση αυτής ( ΑΠ 824/2021), ενώ η ύπαρξη επαρκούς περιουσίας και μετά τις μεταβιβάσεις αποτελεί άρνηση της αγωγής (ΑΠ 1437/2019). Πραγματοποίηση της πρόθεσης βλάβης υπάρχει όταν επέρχεται ( ή επαυξάνεται) η αφερεγγυότητα του οφειλέτη και ματαιώνεται έτσι η ικανοποίηση του δανειστή, πρέπει δε να έχει συντελεστεί κατά το χρόνο εγέρσεως της αγωγής διρρρήξεως.
Η απόδειξη αυτή είναι ευκολότερη όταν ο οφειλέτης προκαλεί με την απαλλοτρίωση άμεση μείωση του ενεργητικού της περιουσίας του, όπως συμβαίνει επί εκποιήσεως ακινήτου με ευτελές αντάλλαγμα ή επί δωρεάς, ενώ όταν η απαλλοτρίωση οδηγεί μόνο σε έμεση διακινδύνευση της ικανοποιήσεως του δανειστή, όπως όταν γίνεται έναντι ισάξιου τουλάχιστον ανταλλάγματος τότε ο δανειστής πρέπει να προσκομίσει συγκεκριμένες αποδείξεις για την πρόθεση βλάβης του οφειλέτη, που δεν μπορεί πλέον να συναχθεί από την απαλλοτριωτική και μόνο πράξη του τελευταίου (ΑΠ 2038/2022, ΑΠ 1275/2020).
Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 874 ΑΚ, 669 ΕμπΝ, 112 ΕισΝΑΚ και 64 - 67 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει ότι ο δανειστής που είναι φορέας απαιτήσεως από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να ασκήσει την αγωγή για διάρρηξη των προς βλάβη του απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη του, έστω και αν, κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, δεν είχε κλειστεί οριστικώς ο λογαριασμός, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του.
Το κλείσιμο, δηλαδή, του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του καταλοίπου. Με τη σύμβαση, δε, του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως τμηματικώς, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες, δε, καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο.
Και πριν όμως το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση καθενός, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως, τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί και υπάρχουν ήδη από το χρόνο σύναψης της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, ώστε η απαίτηση να είναι γεννημένη και να δημιουργείται έκτοτε ενοχή για το κατάλοιπο, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, όπως γίνεται με το κλείσιμο του λογαριασμού.
Επομένως, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, δανείστρια, και συνεπώς έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, ακόμη και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεσθεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικώς η απαίτηση, ούτε να έχει εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 631/2023, ΑΠ 88/2023, ΑΠ 1361/2022, ΑΠ 877/2022).
Αντίθετη άποψη θα οδηγούσε στο άτοπο ότι ο οφειλέτης, γνωρίζοντας σε δεδομένη στιγμή και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού την παθητική σε βάρος του κατάσταση, που προκύπτει από την αντιπαραβολή των κονδυλίων πιστώσεων και χρεώσεων αυτού, θα μπορεί χωρίς κανένα κίνδυνο διαρρήξεως, να απαλλοτριώνει τα περιουσιακά του στοιχεία πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, προς βλάβη του δανειστή του (ΑΠ 529/2022 , ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019).
Εξάλλου,, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 και 851ΑΚ με τη σύμβαση εγγυήσεως, ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στον αντισυμβαλλόμενο του, που είναι έναντι άλλου δανειστής, την ευθύνη ότι θα καταβληθεί σ` αυτόν η οφειλή του άλλου. Με αυτή τη σύμβαση, ο εγγυητής ενέχεται προς τον αντισυμβαλλόμενο του όπως κάθε γνήσιος οφειλέτης απέναντι στον δανειστή του, και, συνεπώς, όταν καταβάλει σε αυτόν (δανειστή), εκπληρώνει μεν την παροχή του πρωτοφειλέτη, συγχρόνως, όμως, εκπληρώνει και τη δική του οφειλή.
Είναι επομένως και ο εγγυητής οφειλέτης κατά την έννοια του άρθρου 939 ΑΚ και, συνεπώς, κάθε απαλλοτρίωση που έγινε από αυτόν προς βλάβη του αντισυμβαλλομένου του και δανειστή του, εφόσον δεν επαρκεί η υπόλοιπη περιουσία αυτού για την ικανοποίηση εκείνου, υπόκειται σε διάρρηξη κατά τους όρους των διατάξεων του περί καταδολιεύσεως δανειστών κεφαλαίου ΑΚ (ΑΠ 1088/2023, ΑΠ 1631/2022, ΑΠ 877/2022).
Περαιτέρω από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προς εκείνες των άρθρων 111 παρ. 2, 118, 216 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής ότι το δικόγραφο της αγωγής με την οποία ζητείται η εκ μέρους του δανειστή διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, κάθε απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας του οφειλέτη (τέτοιος είναι και ο εγγυητής), πρέπει, για την πληρότητά του, να διαλαμβάνει α) περιγραφή αφενός της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένης, κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης και ληξιπρόθεσμης κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, αφού ως απώτερος κρίσιμος χρόνος συνδρομής των στοιχείων της κτήσεως και του απαιτητού του διά της αγωγής ασκούμενου δικαιώματος είναι ο της συζητήσεως της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και αφετέρου του απαλλοτριωθέντος περιουσιακού στοιχείου του τελευταίου, με τον προσδιορισμό της αξίας αυτού κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, (ΟλΑΠ 15/2012), β) επίκληση πρόθεσης βλάβης του δανειστή και θετικής γνώσης της εν λόγω πρόθεσης από τον τρίτο, κατά το χρόνο της απαλλοτριώσης και γ) επίκληση βλάβης του δανειστή, συνισταμένη στην αδυναμία αυτού να ικανοποιήσει την απαίτησή του εξαιτίας του ότι η υπολειπομένη εμφανής, μετά την απαλλοτρίωση, περιουσία του οφειλέτη κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, δεν επαρκεί γι` αυτό (ΟΛΑΠ 6/2003, ΑΠ 357/2023, 158/2023, ΑΠ 223/2022).
Ενόψει δε του ότι η διάρρηξη επέρχεται μόνο κατά το μέρος που ζημιώνεται ο δανειστής και η εξεύρεση αυτού του μέρους εξαρτάται από τη σχέση του ποσού της απαίτησης που πρέπει να ικανοποιηθεί προς το ποσό της αξίας του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά την άσκηση της αγωγής, πρέπει για το ορισμένο της τελευταίας, τα ποσά αυτά να αναφέρονται στο δικόγραφο, εκτός και αν η ληξιπρόθεσμη απαίτηση του δανειστή είναι μεγαλύτερη από τη συνολική αξία των αλλοτριωθέντων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, οπότε αρκεί η αναφορά της συνολικής αυτής αξίας και δεν απαιτείται ο προσδιορισμός της αξίας καθενός από αυτά (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 3572023, ΑΠ 158/2023, ΑΠ 1623/2018).
Είναι δε ορισμένη η αγωγή, όταν με το δικόγραφό της προσδιορίζεται η κατά την άσκηση αυτής αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ακόμη και όταν ο προσδιορισμός αυτός στηρίζεται επί του αντικειμενικού συστήματος εξευρέσεως αξιών, αφού με αυτόν τον προσδιορισμό υιοθετείται από τον ενάγοντα ότι η πραγματική αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου ταυτίζεται προς την κατ'αντικειμενικό προσδιορισμό αντίστοιχη (ΑΠ 158/2023).
Εξάλλου, αν η απαίτηση που έχει ο ενάγων δανειστής κατά του εναγόμενου οφειλέτη αποτελεί κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, που κλείστηκε, πρέπει στην αγωγή να γίνεται παράθεση όλων των χρεοπιστωτικών κονδυλίων αυτού του λογαριασμού, από τα οποία προκύπτει αυτό το κατάλοιπο. Η παράθεση αυτή δεν είναι αναγκαία όταν η αγωγή στηρίζεται στην αναγνώριση του καταλοίπου από τον οφειλέτη ή τον εγγυητή .
Η παράθεση αυτή δεν είναι αναγκαία όταν η αγωγή στηρίζεται στην αναγνώριση του καταλοίπου από τον οφειλέτη ή τον εγγυητή (ΑΠ 357/2023 ΑΠ 1116/2018). Εξάλλου η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, συντρέχει δε, αν δικαστήριο έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί νόμος για τη γένεση του οικείου δικαιώματος , ή την έκρινε ως αόριστη, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία απ' όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του οικείου δικαιώματος (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1254/2023, ΑΠ 385/2023, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 39/2023).
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά, με τους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 385/2023, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 5/2023, ΑΠ 1381/2022/) Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη, αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ' αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν (ΑΠ 39/2023, ΑΠ 9/2020), ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή εάν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 385/2023, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 666/2020, ΑΠ 46/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής διαλαμβάνονται στο δικόγραφο αυτής όλα τα από τις διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ και 939-942 Α.Κ. απαιτούμενα για την πληρότητά του στοιχεία και ειδικότερα : α) ο επαρκής, κατά το ποσό και τα παραγωγικά αίτια, προσδιορισμός της απαίτησης της αναιρεσίβλητης κατά των εναγομένων, γεγενημένης κατά τον χρόνο επιχείρησης των απαλλοτριώσεων β) η περιγραφή των απαλλοτριωθέντων ακινήτων με προσδιορισμό της αξίας αυτών, γ) η εκ μέρους των οφειλετών εγγυητών (πρώτου και δεύτερης εναγομένων) πρόθεση βλάβης της αναιρεσίβλητης κατά τον χρόνο των απαλλοτριώσεων, δ) η ανεπάρκεια της υπολειπόμενης περιουσίας των οφειλετών προς ικανοποίηση της αναιρεσίβλητης δανείστριας, που συνέτρεχε κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής και ε) η γνώση των λοιπών εναγομένων, ότι οι μεταβιβάσαντες προς αυτές τα αναφερόμενα ακίνητα, λόγω πώλησης, οφειλέτες απαλλοτριώνουν προς βλάβη της αναιρεσίβλητης.
Ειδικά δε και καθόσον αφορά α) την αξία των απαλλοτριωθέντων αναφέρεται η αξία αυτών κατά την άσκηση αγωγής (βλ. "η αξία τους ανέρχεται", εν:άσκηση αγωγής) β) την αξία της απαίτησης αρκούσε η αναφορά της αξίας κατά τον χρόνο της καταγγελίας των συμβάσεων, νοουμένης αυτής και κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ενόψει και του ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, από την καταγγελία και έκτοτε ουδεμία καταβολή έλαβε χώρα, ώστε να υπάρχει διαφοροποίηση της αξίας, κατά τους παραπάνω χρόνους.
Επομένως, το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει το απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης και, συνεπώς ο πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως από τον αριθ. 14 (και όχι 1 ο πρώτος) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προσάπονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ'επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟΛΑΠ 6/2022, ΑΠ 312/2023) Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019).
Ο έλεγχος συνίσταται στο αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές στη μείζονα πρόταση (ΑΠ 312/2023).. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο ερεύνησε την ουσία της διαφοράς, η παραβίαση ή μη κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται αποκλειστικώς και μόνο βάσει των πραγματικών παραδοχών της απόφασης, βάσει δηλαδή των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του ( ερμηνευτικό σφάλμα), καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών αυτών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (υπαγωγικό σφάλμα) (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 4/2019, ΑΠ 1871/2022, ΑΠ 534/2022).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 357/2023, ΑΠ 50/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Με την με αριθμό 43/1/07.04.1998 σύμβαση χορήγησης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που συνήφθη στην Αθήνα μεταξύ της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε η ενάγουσα, ήδη εκκαλούσα, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...
χορηγήθηκε στην τελευταία πίστωση συνολικού ποσού μέχρι 250.000.000 δραχμών (ήδη 733.674,00 ευρώ), με τους αναλυτικά εκτιθέμενους σε αυτή όρους και συμφωνίες, το ύψος της οποίας αυξήθηκε με τις πρόσθετες αυτής πράξεις ως ακολούθως, α) με την 43/1/1/15-5-1998 κατά 30.000.000 δραχμές (ήδη 821.716,80 ευρώ), β) με την 43/1/2/05.11.1998 κατά 10.000.000 δραχμές (ήδη 851.063,85 ευρώ), γ) με την 43/1/3/18.02.2004 κατά 148.936,17 ευρώ και δ) με την 43/1/4/20.02.2006 κατά 300.000,00 ευρώ, έτσι ώστε το συνολικό ύψος της πίστωσης να ανέλθει στο ποσό των 1.300.000,00 ευρώ.
Την τήρηση των όρων της εν λόγω σύμβασης πίστωσης εγγυήθηκαν μεταξύ άλλων, οι πρώτος και δεύτερη των εναγομένων, ήδη πρώτος και δεύτερη των εφεσιβλήτων, εκ των οποίων , ο πρώτος ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ως άνω εταιρείας και διευθύνων σύμβουλος, ενώ η δεύτερη, σύζυγος του πρώτου, ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου, παραιτούμενοι της ένστασης διζήσεως, ευθυνόμενος ο καθένας αυτών αλληλεγγύως, αδιαιρέτως και εις ολόκληρον με την πιστούχο εταιρεία ως αυτοφειλέτης.
Η πιστούχος εταιρεία έκανε χρήση της χορηγηθείσας πίστωσης μέσω του ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού με αριθμό ... , από την έναρξή του μέχρι του οριστικού κλεισίματος του, στις 02.07.2010, ενώ στις 04.01.2010, με την με ίδια ημερομηνία επιστολή της, προς την ενάγουσα, την οποία υπέγραψε ο νόμιμος εκπρόσωπος της- πρώτος εναγόμενος, είχε προηγηθεί αναγνώριση του κατάλοιπου του ως άνω τηρηθέντος λογαριασμού, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την άνω ημερομηνία (:04.01.2010), ύψους 853.551,14 ευρώ.
Στη συνέχεια, την 02.07.2010, λόγω μη τήρησης των συμφωνηθέντων ως προς την καταβολή των δόσεων, έκλεισε οριστικά ο άνω λογαριασμός, που τηρούταν προς εξυπηρέτηση αυτής της σύμβασης , με χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 381.077,85 ευρώ και μεταφέρθηκε στον ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης και την 15.07.2010 η ενάγουσα κατήγγειλε την εν λόγω σύμβαση πίστωσης και προς τούτο κοινοποίησε , μεταξύ άλλων, και στους πρώτο και δεύτερη εναγομένους, την από 02.07.2010 εξώδικη δήλωση-καταγγελία με τις με αριθμούς 3533Δ και 3532Δ/15.07.2010 .
εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Ι. Κ.), για την καταβολή από τους ίδιους του ανωτέρω καταλοίπου, ως κεφαλαίου, πλέον τόκων και εξόδων. Εν συνεχεία, αναφορικά με την προαναφερθείσα οφειλή, που προέκυψε από την άνω σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό εκδόθηκε η με αριθμό ...
διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάσσονταν μεταξύ άλλων και οι πρώτος και δεύτερη εναγόμενοι στην καταβολή προς την ενάγουσα του προαναφερθέντος ποσού ως κεφαλαίου, πλέον νομίμων τόκων και εξόδων, η οποία δεν προκύπτει να έχει επιδοθεί στους άνω εναγόμενους οφειλέτες.
Επίσης η ίδια ως άνω o ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ..." δυνάμει της από 03.03.2006 απόφασης της γενικής συνέλευσης των μετόχων της, σε συνδυασμό με την από 07.03.2006 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου αυτής, αποφάσισε την έκδοση κοινού ομολογιακού δανείου, ποσού 300.000,00 ευρώ, διαιρούμενου σε δέκα έξι (16) ομολογίες στον κομιστή (ανώνυμες) με ονομαστική αξία κάθε ομολογίας 18.750,00 ευρώ και τιμή εκδόσεως στο άρτιο και την 10.03.2006 η ως άνω εκδότρια εταιρεία εξέδωσε πρόγραμμα του δανείου (αρ. 1 παρ. 4 ν.3156/2003), το οποίο περιέχει τους όρους του δανείου ενώ την ίδια ημερομηνία εκδόθηκε το άνω δάνειο με την έκδοση ενός πολλαπλού τίτλου των δέκα έξι ομολογιών και καλύφθηκε με την από 15-03- 2006 σύμβαση κάλυψης ομολογιακού δανείου από την ενάγουσα τράπεζα, στην οποία παραδόθηκαν οι άνω ομολογίες, αφού αυτή κατέβαλε στην παραπάνω εκδότρια του δανείου εταιρία το συνολικό ποσό των 300.000,00 ευρώ, που αντιστοιχεί στη συνολική ονομαστική αξία των ομολογιών και η οποία (:
ενάγουσα τραπεζική εταιρεία) ορίσθηκε πληρεξούσια των καταβολών και εκπρόσωπος των ομολογιούχων. Το κεφάλαιο του δανείου καλύφθηκε εξ ολοκλήρου κατά την έκδοση του, με τη συμφωνία να εξοφληθεί σε δεκαέξι (16) ισόποσες τριμηνιαίες δόσεις , η πρώτη από τις οποίες ήταν καταβλητέα στις 15-10-2007 και η τελευταία στις 15-07-2011 κατά τους ειδικότερους όρους που συμπεριελήφθησαν στην από 15-03-2006 σύμβαση κάλυψης κοινού ομολογιακού δανείου και διορισμού πληρεξούσιου καταβολών και εκπροσώπου των ομολογιούχων.
Οι πρώτος και δεύτερη των εναγομένων εγγυήθηκαν προς την ομολογιούχο ενάγουσα τράπεζα δυνάμει της ως άνω σύμβασης, την τήρηση των υποχρεώσεων της εκδότριας εταιρείας έναντι των ομολογιούχων παραιτούμενοι της ένστασης διζήσεως, ευθυνόμενος ο καθένας αυτών αλληλεγγύως, αδιαιρέτως και εις ολόκληρον με την εκδότρια εταιρεία ως αυτοφειλέτης.
Με τον τέταρτο όρο της σύμβασης κάλυψης ομολογιακού δανείου συμφωνήθηκε ότι οι ομολογιούχοι έχουν δικαίωμα, να καταγγείλουν την εν λόγω σύμβαση στην περίπτωση καθυστέρησης εξόφλησης ομολογίας ή οποιασδήποτε άλλης οφειλής από την ομολογία (περ.Ια) ,ότι το δικαίωμα καταγγελίας ασκείται από την ορισθείσα εκπρόσωπο των ομολογιούχων, δηλαδή την ενάγουσα τραπεζική εταιρεία ( περ.2) και ότι σε περίπτωση καταγγελίας, οι ομολογίες που δεν έχουν εξοφληθεί καθίστανται ληξιπρόθεσμες και αμέσως απαιτητές με τους δεδουλευμένους μέχρι την ημερομηνία καταγγελίας τόκους (περ.3) Για την εξυπηρέτηση του δανείου τηρήθηκε από την ενάγουσα, ως εκπρόσωπο των ομολογιούχων, ο με αριθμό ...
λογαριασμός ομολογιακού δανείου. Λόγω καθυστέρησης στην πληρωμή της ενδέκατης ομολογίας, λήξης 15-04-2010, η ενάγουσα έκλεισε τον λογαριασμό στις 05- 07-2010 και το υπόλοιπό του μεταφέρθηκε στον με αριθμό ... λογαριασμό προσωρινής καθυστέρησης και στη συνέχεια, στον με αριθμό ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης.
Στις 05.07.2010, η ενάγουσα ως ορισθείσα εκπρόσωπος των ομολογιούχων, κατήγγειλε την εν λόγω σύμβαση ομολογιακού δανείου και προς τούτο κοινοποίησε, μεταξύ άλλων και στον πρώτο και δεύτερη των εναγομένων, την από 05.07.2010 εξώδικη δήλωση-καταγγελία με τις με 3530Δ και 3531 Δ/15.07.2010 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Ι.
Κ.) για την καταβολή από τους ίδιους, του ποσού των 93.750,00 ευρώ ως κεφαλαίου του συνόλου των υπόλοιπων ομολογιών, πλέον τόκων και εξόδων, συνολικού ποσού 114.177,42 ευρώ. Στη συνέχεια αναφορικά με την προαναφερθείσα οφειλή, που προέκυψε από την εν λόγω σύμβαση ομολογιακού δανείου, εκδόθηκε η με αριθμό 16002/28.07.2010 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάσσονταν μεταξύ άλλων και οι πρώτος και δεύτερη εναγόμενοι στην καταβολή προς την ενάγουσα του προαναφερθέντος ποσού των 114.177,42 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, η οποία δεν προκύπτει να έχει επιδοθεί στους άνω εναγόμενους οφειλέτες.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε σχετικά με την άνω σύμβαση πίστωσης, ότι ήδη από το έτος 2008, η οφειλέτρια πιστούχος εταιρεία
είχε αρχίσει να καθυστερεί τις οφειλόμενες δόσεις, με αποτέλεσμα να έχει δημιουργηθεί χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της, το οποίο κατά το χρονικό διάστημα από 04-01-2010 έως 02-07-2010 κυμάνθηκε από 853.551,14 ευρώ στις 04-01-2010 έως 381.077,85 ευρώ στις 02-07-2010. Λόγω των διαφαινόμενων προβλημάτων που διείδε η ενάγουσα τράπεζα από τον ισολογισμό της πιστούχου του έτους 2007, η χρηματοδότηση προς την τελευταία γινόταν από το έτος 2008 αποκλειστικά μέσω της παράδοσης λόγω ενεχύρου επιταγών πελατείας της με διακράτηση όμως μεγαλύτερου ποσοστού αυτών, ακριβώς λόγω της επιδείνωσης των οικονομικών στοιχείων της πιστούχου.
Με τον τρόπο αυτόν, η πιστούχος εταιρεία κατάφερε να μειώσει το κατάλοιπο του κατά τα άνω τηρηθέντος λογαριασμού κατά 472.473,29 ευρώ και δη από 853.551,14 ευρώ στις 04-1-2010 έως 381.077,85 ευρώ στις 02-07-2010. Ωστόσο, από το έτος 2009 εμφανίσθηκαν προβλήματα και με την πληρωμή των επιταγών αυτών, οι οποίες σταδιακά άρχισαν να μην πληρώνονται με συνέπεια τα περιθώρια μείωσης του χρεωστικού καταλοίπου να έχουν εξαντληθεί δεδομένης της μη ύπαρξης άλλων επιταγών ενεχύρου, καταδειχθέντος έτσι, ότι πλέον δεν υφίσταντο περιθώρια μείωσης της απαίτησης ενώ υπόλοιπο παρέμενε χρεωστικό σε βάρος της πιστούχου εταιρείας.
Επίσης, αποδείχθηκε, σχετικά με τη σύμβαση ομολογιακού δανείου ότι η εκδότρια ανώνυμη εταιρεία δεν κατέβαλε το ποσό της ενδέκατης ομολογίας, κατά την ημερομηνία λήξης της στις 15.04.2010. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, ενώ η άνω ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ..." ήταν αρχικά μια υγιής επιχείρηση, εντούτοις από το έτος 2008 και έκτοτε άρχισε να εμφανίζει οικονομικά προβλήματα.
Ενδεικτικά, ενώ το έτος 2007 είχε συνολικά ακαθάριστα έξοδα (τζίρο) 9.500.000 ευρώ, το επόμενο έτος (:2008) είχε 8.800.000 ευρώ και τα καθαρά κέρδη της κατήλθαν από 200.000 ευρώ σε 90.000 ευρώ με παράλληλη αύξηση των δανειακών υποχρεώσεων της προς τις τράπεζες. Άλλωστε, ενόψει των οικονομικών της προβλημάτων, η εν λόγω εταιρεία, κατέθεσε το έτος 2010 αίτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αίτημα το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής (άρθρο 99 του ΠτΚ) με σκοπό τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ αυτής και των πιστωτών της ώστε να αρθούν οι οικονομικές δυσκολίες και τη συνέχιση της δραστηριότητας της, αποδεχόμενη έτσι την οικονομική αδυναμία της να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της.
Κατόπιν της αίτησης αυτής, εκδόθηκε η με αριθμό 1087/31-1Θ-2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής, πλην όμως, εν τέλει η αίτηση απορρίφθηκε με την με αριθμό 88/4-2-2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου κριθέντος ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις επικύρωσης της συμφωνίας συνδιαλλαγής.
Από το περιεχόμενο της άνω απόφασης προκύπτει ότι με βάση τα λογιστικά βιβλία της αιτούσας εταιρείας και τον ισολογισμό της 31ης-07-2011, η εταιρεία είχε ήδη μέχρι τότε δημιουργήσει συνολικές οφειλές ύψους 8.148.559,57 ευρώ και συγκεκριμένα: (α) προς προμηθευτές-πιστωτές, απαιτήσεις ποσού 1.626.054,30 ευρώ, (β) προς τράπεζες-λογαριασμοί βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων, απαιτήσεις ύψους 5.603.786,39 ευρώ, (γ) προς τους υπαλλήλους, απαιτήσεις ύψους 141.121,06 ευρώ, (δ) προς το Δημόσιο (από φόρους και τέλη), απαιτήσεις ύψους 460.303,20 ευρώ και (ε) προς τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, απαιτήσεις ύψους 317.294,62 ευρώ.
Με βάση λοιπόν τα ανωτέρω, προκύπτει ότι η άνω οφειλέτρια εταιρεία ήδη από το έτος 2009 δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις της έναντι της ενάγουσας- δανείστριάς της και ότι οι εγγυητές της , ο πρώτος εναγόμενος, υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της, η δεύτερη εναγομένη, σύζυγος του και μέλος του διοικητικού συμβουλίου, τελούσαν σε άμεση και πραγματική γνώση των χρεών και της οικονομικής δυσπραγίας αυτής.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ενώ τα παραγωγικά της ανωτέρω απαίτησης της ενάγουσας σε βάρος του πρώτου και της δεύτερης των εναγομένων , γεγονότα από το κατάλοιπο του προαναφερόμενου αλληλόχρεου λογαριασμού υπήρχαν ήδη από τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης (μετά της εγγυήσεως) - 1998 κατά τα ανωτέρω - από την οποία είχε δημιουργηθεί, έκτοτε, ενοχή για το κατάλοιπο και οι δύο πρώτοι εναγόμενοι ήταν οφειλέτες ως εγγυητές από τον αλληλόχρεο λογαριασμό, η κατάσταση, του οποίου είχε παθητικό σε βάρος τους χαρακτήρα (ανεξαρτήτως του μη ακόμη οριστικού κλεισίματος αυτού που έλαβε όμως χώρα στις 02.07.2010, μέχρι την πρώτη επ' ακροατηρίω του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου συζήτηση της αγωγής στις 19.01.2017 , αυτοί (πρώτος και δεύτερη εναγόμενοι) έσπευσαν και μεταβίβασαν στις 21.07.2008 λόγω γονικής παροχής στις λοιπές εναγόμενες, ενήλικες θυγατέρες τους, σημαντικά περιουσιακά στοιχεία τους.
Ειδικότερα, ήδη πριν το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού (:02-07-2010) με το προαναφερθέν κατάλοιπο των 381.077,85 ευρώ , αλλά και δύο περίπου έτη πριν από το χρόνο καταγγελίας της σύμβασης ομολογιακού δανείου και το οριστικό κλείσιμο του οικείου λογαριασμού (:05-07-2010), με το προαναφερθέν χρεωστικό κατάλοιπο των 114.177,42 ευρώ οι πρώτος και δεύτερη των εναγομένων μεταβίβασαν το σημαντικότερο μέρος την ακίνητης περιουσίας τους στην τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των εναγομένων.
ανήλικες θυγατέρες τους, δυνάμει των με αριθμούς 14828 και 14829/21.07.2008 συμβολαίων γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας Σταματιάδου-Τερζοπούλου, νομίμως μεταγεγραμμένων στο βιβλία μεταγραφών του αρμόδιου υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα Αττικής, όπως ειδικότερα θα γίνει λόγος κατωτέρω. Συγκεκριμένα, ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής [...ακολουθεί η περιγραφή των μεταβιβασθέντων ακινήτων και τα αντίστοιχα συμβόλαια....].
Ως αντικειμενική αξία των ως άνω μεταβιβασθέντων ακίνητων, αναγράφεται στο πρώτο από τα ως άνω συμβόλαια, που αφορά στις δύο ιδιοκτησίες , το συνολικό ποσό των 350.523,50 ευρώ, και στο δεύτερο, που αφορά στην τρίτη ιδιοκτησία, το ποσό των 208.401,90 ευρώ (και συνολικά 558.925,40 ευρώ). Η αξία αυτή αντιστοιχεί και στο χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, η οποία επιδόθηκε στους εναγομένους στις 27-01-2012, ενώ η εμπορική τους αξία δεν υπερβαίνει κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής το ποσό των 600.000 ευρώ λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία ο χώρος της αγοράς των ακινήτων επλήγη ιδιαιτέρως συνεπεία της επελθούσας οικονομικής κρίσης.
Οι επίδικες μεταβιβάσεις έγιναν με πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, δηλαδή για να μην μπορέσει αυτή να ικανοποιήσει τις σε βάρος του πρώτου και της δεύτερης των εναγομένων απαιτήσεις της από τις προαναφερόμενες συμβάσεις εγγύησης, διότι οι εναγόμενοι αυτοί γνώριζαν, κατά το χρόνο που έλαβαν χώρα αυτές (:μεταβιβάσεις) , αφενός ότι είναι οφειλέτες της, κατά τα προαναφερόμενα, αφετέρου ότι με την απαλλοτρίωση των παραπάνω αξιόχρεων (κατά το χρόνο της μεταβίβασης, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και της συζήτησης αυτής) (εμφανών) σημαντικών περιουσιακών τους στοιχείων, θα περιέλθουν σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε δεν θα είναι πλέον εφικτή η ικανοποίηση των απαιτήσεων της (ενάγουσας), γεγονός που αποδέχθηκαν.
Πράγματι αποτέλεσμα των προαναφερόμενων ενεργειών των δύο πρώτων εναγομένων ήταν να ματαιωθεί η ικανοποίηση της ένδικης συνολικής απαίτησης της ενάγουσας κατ' αυτών, αφού δεν είχαν άλλα εμφανή περιουσιακά στοιχεία (από τα οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απαίτηση της τελευταίας) κατά το χρόνο της άσκησης της αγωγής και συζήτησης αυτής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Συγκεκριμένα με τις ανωτέρω μεταβιβάσεις οι δύο πρώτοι εναγόμενοι απαλλοτρίωσαν το σημαντικότερο μέρος της (εμφανούς) περιουσίας τους, με συνέπεια να καταστεί ανέφικτη η ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας (γεγονός το οποίο αυτοί, οφειλέτες της ενάγουσας, γνώριζαν και αποδέχονταν, καθώς αυτοί στερούνται άλλης εμφανούς σημαντικής και επαρκούς περιουσίας, γεγονός που δεν αρνούνται, ούτε ισχυρίζονται κάτι διαφορετικό, μη αρκούσης της ένορκης κατάθεσής του μάρτυρα των εναγομένων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο οποίος κατέθεσε αορίστως ότι ο πρώτος εναγόμενος διαθέτει μια οικία σε χωριό της Αιτωλοακαρνίας.
Γνώση της τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των εναγόμενων ως προς της πρόθεση των δύο πρώτων να απαλλοτριώσουν προς βλάβη της δανείστριας τράπεζας, δεν απαιτείται, γιατί οι σχετικές απαλλοτριώσεις έγιναν από χαριστική αιτία (γονική παροχή) και συνεπώς εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 942 ΑΚ. Οι εναγόμενοι αρνούνται την πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, υποστηρίζοντας, ότι οι ένδικες απαλλοτριώσεις έλαβαν χώρα πριν τις καταγγελίες των συμβάσεων (πίστωσης και ομολογιακού δανείου) και μόνο στα πλαίσια της δημιουργίας οικονομικής αυτοτέλειας των ενήλικων θυγατέρων τους και όχι προς το σκοπό ματαίωσης της ικανοποίησης της απαίτησης της ενάγουσας και επιπλέον, ότι όσον αφορά στην ένδικη σύμβαση πίστωσης, κατά το χρονικό διάστημα από 04-01-2010 έως το χρόνο καταγγελίας στις 02-07-2010, η πιστούχος εταιρεία απομείωσε το κατάλοιπο από 853.551,14 ευρώ σε 381.077,85 ευρώ .
Ωστόσο, οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν κρίνονται βάσιμοι. Ειδικότερα, το γεγονός ότι οι άνω απαλλοτριώσεις έλαβαν χώρα σε χρόνο προγενέστερο του κλεισίματος των λογαριασμών, οπότε και καταγγέλθηκαν οι ένδικες συμβάσεις από την ενάγουσα, δεν ασκεί εν προκειμένω καμιά έννομη επιρροή, καθόσον, τα παραγωγικά της απαίτησης της ενάγουσας περιστατικά, ήτοι η κατάρτιση των συμβάσεων, πίστωσης και ομολογιακού δανείου και η χορήγηση των δανείων αυτών, είχαν ήδη συντελεστεί, ώστε οι απαιτήσεις της να είναι γεννημένες και με το κλείσιμο των λογαριασμών, που είχε συντελεσθεί μέχρι την συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατέστησαν (οι απαιτήσεις της) απλώς ληξιπρόθεσμες και απαιτητές.
Επομένως, η ενάγουσα τράπεζα και πριν από το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών ήταν δανείστρια και κατά συνέπεια έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτικές τις πιο πάνω απαλλοτριώσεις των οφειλετών της, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, μολονότι αυτές πράγματι έλαβαν χώρα δύο περίπου χρόνια πριν από το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών.
Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία, πιστούχος και εκδότρια του ομολογιακού δανείου, είχε ήδη αρχίσει να παρουσιάζει οικονομικές δυσκολίες.Ο πρώτος, ως νόμιμος εκπρόσωπος και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου, η δεύτερη και πέμπτη των εναγομένων, ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου (ειδικότερα η πέμπτη ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου από 30-6-2009 έως 30-6-2011) γνώριζαν την οικονομική κατάσταση της εταιρείας και την επερχόμενη δυσπραγία της και τελούσαν σε άμεση και πραγματική γνώση των χρεών της , γι'αυτό άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, αιτήθηκαν εντός του έτους 2010, το άνοιγμα συνδιαλλαγής αφού τα χρέη είχαν ανέλθει στις 31-07-2011 στο ύψος των 8.148.559,57 ευρώ, που μαρτυρεί ότι τα οικονομικά προβλήματα είχαν ήδη αρχίσει κάποια έτη νωρίτερα.
Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος ήταν καθ'ολο το επίδικο χρονικό διάστημα πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω εταιρείας και μάλιστα, με την ιδιότητα αυτή είχε προβεί στις 04-01-2010, όπως προαναφέρθηκε, σε έγγραφη αναγνώριση της οφειλής, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί κατά την άνω ημερομηνία, στο ποσό των 853.551,14 ευρώ.
Το γεγονός ότι η πιστούχος εταιρεία κατάφερε να μειώσει το κατάλοιπο κατά 472.473,29 ευρώ και δη από 853.551,14 ευρώ που ανερχόταν στις 04-1-2010 σε 381.077,85 ευρώ, που ανερχόταν στις 02-07-2010, καταδεικνύει μεν πρόθεση εξόφλησης της οφειλής της από τη σύμβαση πίστωσης, δεν αναιρεί όμως την πρόθεση βλάβης της ενάγουσας αφού οι δύο πρώτοι εναγόμενοι γνώριζαν την ύπαρξη του άνω χρέους της πιστούχου εταιρείας και την από αυτό ευθύνη τους λόγω της χορηγηθείσας από αυτούς εγγύησης τους, και ότι με την απαλλοτρίωση των περιουσιακών στοιχείων του καθενός, θα περιέλθουν σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία τους, που απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση της δανείστριας, γεγονότα που αποδέχθηκαν.
Διαβλέποντας δε, ότι δεν δύνανται να εξοφλήσουν το σύνολο των απαιτήσεων της ενάγουσας , προχώρησαν στις μεταβιβάσεις, ώστε να διασφαλίσουν την μη εκποίηση τους γνωρίζοντας ότι ματαίωναν την δια της αναγκαστικής εκτέλεσης ικανοποίηση των απαιτήσεων της (:ενάγουσας), οι οποίες άλλωστε έως τη συζήτηση της αγωγής, παρέμεναν στο σύνολο τους ανεξόφλητες.
Ούτε αναιρεί την πρόθεση των δύο πρώτων εναγομένων προς βλάβη της ενάγουσας το γεγονός ότι αυτοί το έτος 2009 προσκόμισαν στην ενάγουσα, ως άλλωστε είχαν υποχρέωση, το φορολογικό έντυπο Ε9, όπου εμφαίνονταν οι εν λόγω μεταβιβάσεις, καθώς τούτο δεν σχετίζεται με τη δική τους πρόθεση προς βλάβη της ενάγουσας ώστε να μην μπορέσει αυτή να ικανοποιήσει τις σε βάρος αυτών απαιτήσεις της από τις προαναφερόμενες συμβάσεις εγγύησης.
Περαιτέρω, το γεγονός, ότι οι απαλλοτριώσεις (διαθέσεις) αυτές έγιναν προς τις εναγόμενες θυγατέρες του πρώτου και δεύτερης των εναγομένων στα πλαίσια δημιουργίας οικονομικής και επαγγελματικής αυτοτέλειας δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών, όπως αναφέρεται στην ανωτέρω νομική σκέψη.
Εξάλλου, από τα προαναφερόμενα, σε συνδυασμό με το ότι έως και σήμερα δεν έχει ικανοποιηθεί η απαίτηση της ενάγουσας, σαφώς προκύπτει ότι, με τις ένδικες απαλλοτριώσεις οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, οφειλέτες της ενάγουσας, στόχευαν στην αποξένωση τους από τα ως άνω περιουσιακά τους στοιχεία, ώστε να μην μπορεί η ενάγουσα, επιλαμβανόμενη αυτών, να ικανοποιήσει την αξίωσή της στο σύνολο της.
Δηλαδή, σκοπός τους ήταν η βλάβη της δανείστριάς τους ενάγουσας, αφού, αν και γνώριζαν τα επίδικα χρέη τους και ότι με την απαλλοτρίωση των άνω περιουσιακών τους στοιχείων δεν υφίστατο επαρκής υπόλοιπη περιουσία για την ικανοποίηση της δανείστριας ενάγουσας, η οποία έτσι θα υφίστατο βλάβη από την απαλλοτρίωση, επεδίωκαν να ματαιώσουν την ικανοποίηση της αξίωσής της.
Περαιτέρω, οι εναγόμενοι με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, επικαλούνται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία προβάλλουν ένσταση καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής (ΑΚ 281). Ειδικότερα, ισχυρίζονται προς θεμελίωσή της ότι, επειδή η εμπορική αξία καθενός των μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων έγκειται στις 600.00 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 1.800.000 ευρώ, είναι δηλαδή κατά πολύ μεγαλύτερη από το ύψος της συνολικής απαίτησης της ενάγουσας, για το λόγο αυτόν η αξίωση της τελευταίας προς διάρρηξη και των τριών επίδικων δικαιοπραξιών καθιστά καταχρηστική την άσκηση της ένδικης αγωγής, αφού η ενάγουσα δύναται να ικανοποιηθεί με τη διάρρηξη μόνο μίας εκ των τριών επίδικων δικαιοπραξιών και την εν συνεχεία επιβολή αναγκαστικής εκτέλεσης .
Κατά τα εν λόγω εκτιθέμενα, η ένσταση αυτή είναι μη νόμιμη, διότι και αληθών υποτιθέμενων όσων αναφέρονται από τους άνω εναγομένους, η άσκηση της επίδικης αξίωσης της ενάγουσας δεν καθίσταται καταχρηστική, διότι τα ως άνω ανάγονται στην ύπαρξη ή μη του έννομου συμφέροντος της ενάγουσας, το οποίο ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστλήριο ως αναγκαία προϋπόθεση δικαστικής προστασίας (άρθρα 68 και 73 του Κ.Πολ.Δ) .
Στην περίπτωση δε, κατά την οποία τα ως άνω επικαλούμενα από τους εναγομένους περιστατικά κριθούν βάσιμα , τούτο θα έχει ως έννομη συνέπεια την απόρριψη της ένδικης αγωγής λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος στο πρόσωπο της ενάγουσας δανείστριας για διάρρηξη της δικαιοπραξίας πέρα από το μέτρο που είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση της δανείστριας και όχι την απόρριψη της αγωγής ως καταχρηστικώς ασκηθείσας.
Σε κάθε περίπτωση, εν προκειμένω, όπως ήδη αναφέρθηκε, η απαίτηση της ενάγουσας, είχε διαμορφωθεί, κατά το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού στις 02-07-2010 στο ποσό των 381.077,85 ευρώ και κατά το κλείσιμο του τηρηθέντος λογαριασμού στα πλαίσια της σύμβασης ομολογιακού δανείου στις 05-07-2010, στο ποσό 114.177,42 ευρώ , και συνολικά σε 495.255,27 ευρώ.
Ωστόσο, το ποσό των 381.077,85 ευρώ επιβαρύνεται έκτοτε με τόκους, με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας από 3-7-2010 και εξαμηνιαίο ανατοκισμό, μέχρι την εξόφληση, και ομοίως το ποσό των 114.177,42 ευρώ επιβαρύνεται και αυτό με τόκους υπερημερίας από Εισηγήτρια 6-7-2010, των τόκων ανατοκιζόμενων ανά εξάμηνο, και προφανώς κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης αγωγής έχει ανέλθει σε πολύ μεγαλύτερο ύψος ενώ η αντικειμενική αλλά και εμπορική αξία της κάθε μιας από τις παραπάνω τρεις απαλλοτριωθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες, ανερχόταν, όπως προεκτέθηκε, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (:27-01-2012) στο ποσό των 175.261,75 ευρώ για κάθε μια από τις δύο πρώτες προαναφερόμενες και των 208.401,90 ευρώ για την τρίτη αυτών και συνολικά στο ποσό των συνολικά 558.925,40 ευρώ, ήτοι αξίες, οι οποίες στο σύνολο τους, σαφώς δεν καλύπτουν το ποσό της απαίτησης της ενάγουσας.
Ως εκ τούτου, για την ικανοποίηση της απαίτησης της τελευταίας, δεν αρκεί η μερική διάρρηξη των επίδικων δικαιοπραξιών. Επίσης, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η ως άνω γενομένη από την ενάγουσα τραπεζική εταιρεία καταγγελία της σύμβασης πίστωσης είναι άκυρη ως καταχρηστική βάλλοντας κατά τον τρόπο αυτόν κατά του ληξιπρόθεσμου και απαιτητού της ένδικης απαίτησης επιχειρώντας να θεμελιώσουν την καταχρηστικότητα στο ότι εντός χρονικού διαστήματος έξι μηνών , ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από 10-02-2010 έως 02-07-2010, οπόταν καταγγέλθηκε η σύμβαση πίστωσης, πιστώθηκε στον τηρούμενο λογαριασμό με καταβολές το ποσό των 472.473,29 ευρώ, την ίδια δε ημέρα που έλαβε χώρα καταβολή, ποσού 27.840,34 ευρώ, η ενάγουσα προέβη στην καταγγελία της σύμβασης πίστωσης.
Ωστόσο, η ως άνω ενέργεια της ενάγουσας αποτελεί ενάσκηση νομίμου δικαιώματος της, χωρίς να αποκλίνει από τις αρχές των άρθρων 281 ΑΚ. Ειδικότερα, πράγματι από την ως άνω πιστούχο ανώνυμη εταιρεία πιστώθηκε στον τηρούμενο λογαριασμό, από τις 10-02-2010 έως τις 02-07-2010, το ποσό των 472.473,29 ευρώ, το οποίο όμως, δεν αντιστοιχεί στο σύνολο των οφειλομένων, αιτία για την οποία η ενάγουσα με την προαναφερθείσα από 02-07-2010 εξώδικη καταγγελία - πρόσκληση και δήλωση, που επιδόθηκε στους οφειλέτες εναγόμενους κατά τα προαναφερθέντα, προέβη στην καταγγελία της σύμβασης , όπως είχε δικαίωμα με βάση τους όρους 7.3 και 8 της σύμβασης, κατά τους οποίους, η τράπεζα έχει δικαίωμα να κλείσει οριστικά την πίστωση, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση του πιστούχου, κατά την ελεύθερη κρίση της οποτεδήποτε, έστω και αν δεν υπάρχει υπέρβαση του ορίου της πιστώσεως ή και αν ακόμη δεν έχει γίνει καθόλου χρήση της πιστώσεως ( όρος 7.3), σε περίπτωση οριστικού κλεισίματος της πιστώσεως το κατάλοιπο είναι αμέσως απαιτητό και ο πιστούχος περιέρχεται αυτοδικαίως, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση του.
σε υπερημερία. Το κατάλοιπο φέρει σ'αυτήν την περίπτωση τόκο υπερημερίας που υπολογίζεται κατά τα οριζόμενα στον όρο 5.3 ( όρος 8). Αλλωστε, από τις ίδιες διατάξεις του νόμου, που ορίζουν την έννοια του αλληλόχρεου λογαριασμού (άρθρο 112 ΕισΝΑΚ), παρέχεται η δυνατότητα σε καθένα των συμβαλλομένων μερών να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού και να θεωρήσει ότι έχει κλείσει οριστικά ο λογαριασμός, οπότε ο δικαιούχος του καταλοίπου να δικαιούται να απαιτήσει αμέσως αυτό (άρθρο 112 παρ. 2 ΕισΝΑΚ).
Επομένως, σε κάθε περίπτωση η καταγγελία της επίδικης σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό δεν μπορεί να είναι καταχρηστική αφού απηχεί τη διάταξη του άρθρου 112 παρ. 2 ΕισΝΑΚ. Τέλος, να σημειωθεί ότι κατόπιν όλων όσων αποδείχθηκαν, το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση και ως εκ τούτου δεν κρίνεται αναγκαία η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για τον προσδιορισμό του ύψους της απαίτησης της ενάγουσας έναντι των δύο πρώτων εναγομένων και της αξίας των μεταβιβασθέντων ακινήτων, απορριπτομένου του σχετικού αιτήματος των εναγομένων.
Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση κρίνοντας αντίθετα, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, δεχόμενο, ότι ο πρώτος και η δεύτερη των εναγομένων δεν είχαν καταδολιευτική πρόθεση, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τους περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και κακής εκτίμησης των αποδείξεων λόγους της έφεσης της αναιρεσίβλητης και εξαφανίζοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή αυτής, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, δέχθηκε αυτήν ως κατ'ουσίαν βάσιμη και απήγγελε τη διάρρηξη υπέρ της αναιρεσίβλητης των επίμαχων δικαιοπραξιών (γονικών παροχών).
'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939 επ. και 941 ΑΚ, τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων και δικαιολογούσαν τη διάρρηξη των ένδικων απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών, αφού σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης α) τα δικαιοπαραγωγικά περιστατικά της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, συνολικού ποσού 495.255,27 ευρώ (κεφάλαιο), είχαν συντελεστεί κατά τον κρίσιμο χρόνο (21/7/2008) της κατάρτισης των επίμαχων μεταβιβαστικών συμβολαίων, καθόσον είχαν ως γενεσιουργό αιτία την από 7/4/1998 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και την από 15/3/2006 σύμβαση κάλυψης κοινού ομολογιακού δανείου ποσού 300.000 ευρώ, δυνάμει των οποίων η αναιρεσίβλητη (με την πρώτη σύμβαση) χορήγησε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ...
πίστωση συνολικού ποσού 1.300.000 ευρώ και (με την δεύτερη σύμβαση) κάλυψε εξ ολοκλήρου το εν λόγω δάνειο, το οποίο εξέδωσε η προναφερόμενη ανώνυμη εταιρεία και στις οποίες (συμβάσεις) συμβλήθηκαν ως εγγυητές οι δύο πρώτοι αναιρεσείοντες, ευθυνόμενοι έναντι της αναιρεσίβλητης πιστώτριας και ομολογιούχου δανείστριας για την εμπρόθεσμη και προσήκουσα εξόφληση των κάθε είδους απαιτήσεών της από τη σύμβαση πίστωσης και από τις ομολογίες, οι ένδικες δε απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης εναντίον τους είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες και απαιτητές προ του χρόνου έγερσης της ένδικης αγωγής (27/1/2012) ανερχόμενες (τόσο κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής όσο και κατά τον χρόνο συζήτησής της) στο ποσό των 381.077,85 ευρώ και 114.177,42 ευρώ αντίστοιχα, πλέον συμβατικών τόκων υπερημερίας από τις 3/7/2010 και 6/7/2010, ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο, β) οι δύο πρώτοι εναγομένοι με τα υπ' αριθμ.14828 και 1829/21.07.200 συμβόλαια γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας Σταματιάδου-Τερζοπούλου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, μεταβίβασαν στις λοιπές εναγόμενες ιδιοκτησίες τους, συνολικής αξίας, κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 558.925,40 ευρώ , με πρόθεση βλάβης της αναιρεσίβλητης, ήτοι με αποκλειστικό σκοπό να αποστερήσουν αυτήν από τη δυνατότητα να ικανοποιήσει την απαίτησή της από τα μεταβιβασθέντα περιουσιακά τους στοιχεία διότι γνώριζαν, κατά τον χρόνο των απαλλοτριώσεων, πως με τις μεταβιβάσεις αυτές θα περιέλθουν σε αδυναμία να εξοφλήσουν την τελευταία, αφού δεν διέθεταν άλλη εμφανή περιουσία επαρκή για την ικανοποίησή της γ) η αφερεγγυότητα αυτή των δύο πρώτων εναγομένων υπήρχε κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, και δ) η αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, (558.925,40 ευρω) υπολείπεται των απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης, με συνέπεια να πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων και να δικαιολογείται η διάρρηξη των γενομένων καταδολιευτικών απαλλοτριώσεων.
Οι μερικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, σχετικά με την πρόθεση βλάβης της αναιρεσίβλητης και την υφιστάμενη κατά το χρόνο των απαλλοτριώσεων απαίτηση αυτής κατά των αναιρεσειόντων, είναι αβάσιμες, καθόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι οι δύο πρώτοι αναιρεσείοντες με τις προαναφερόμενες μεταβιβάσεις των ακινήτων τους ενήργησαν προς βλάβη της αναιρεσίβλητης, διότι γνώριζαν πως με τις μεταβιβάσεις αυτές θα περιέλθουν σε αδυναμία να εξοφλήσουν την τελευταία, καθόσον δεν διέθεταν άλλη εμφανή περιουσία επαρκή για την ικανοποίησή της, στοιχείο που αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της γνώσης αυτών (ΑΠ 357/2023), και όχι "επειδή ο αλληλόχρεος λογαριασμός έπαυσε να εξυπηρετείται από τον Αύγουστο του έτους 2010 και η πιστούχος εταιρεία υπέβαλε το έτος 2010 αίτηση προκειμένου να ανοίξει η διαδικασία συνδιαλλαγής (αρ.99-106 ν.3588/2007), τα οποία αναφέρονται κατά την ιστορική έκθεση των γεγονότων. 'Οσον δε αφορά την απαίτηση της αναιρεσίβλητης, η τελευταία, είχε, υπό τις προκτεθείσες παραδοχές, γεγενημένες, κατά τον χρόνο των απαλλλοτριώσεων (21/72008) απαιτήσεις κατά των αναιρεσειόντων, (από τα έτη 1998 και 2006 που είχαν συντελεσθεί τα παραγωγικά τους αίτια), τις οποίες (απαιτήσεις) είχε και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (27/1/2012) και κατά το χρόνο συζήτησης αυτής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (19/1/2017).
Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠοΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμος. Επίσης, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 939, 940, 941 και 942 Α.Κ., τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού τα δεκτά, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα περί της καταδολιευτικής φύσης των επίδικων μεταβιβάσεων και περί συνδρομής περίπτωσης διάρρηξης αυτών.
Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα: α) ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι με την προαναφερόμενη μεταβίβαση των ακινήτων τους ενήργησαν προς βλάβη της ενάγουσας, διότι γνώριζαν πως με τη μεταβίβαση αυτή θα περιέλθουν σε αδυναμία να εξοφλήσουν την τελευταία, καθόσον, μετά την παραπάνω μεταβίβαση, δεν διέθεταν άλλα περιουσιακά στοιχεία, τέτοια ώστε να είναι δυνατή η ικανοποίηση των παραπάνω απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης β) ότι η αξία των μεταβιβασθέντων ακινήτων υπολείπεται της συνολικής αξίας της απαίτησης της αναιρεσίβλητης.
Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και δη: 1) η αναφορά του επιτοκίου και του ύψους των οφειλόμενων για την απαίτηση τόκων, ενόψει και του ότι το αναφερόμενο ύψος του κεφαλαίου είναι αρκετό για να δικαιολογήσει το αίτημα για πλήρη ανατροπή των μεταβιβάσεων με βάση τις αξίες των ακινήτων, όπως αυτές αναφέρονται στην αγωγή, συνεκτιμωμένων και των εξόδων της κατά του οφειλέτη επικείμενης αναγκαστικής εκτελέσεως, καθώς και το γεγονός ότι κατά τον πλειστηριασμό είναι απίθανο να επιτευχθεί πλειστηρίασμα ίσο με την αγοραία αξία των ακινήτων (ΑΠ 158/2023 , ΑΠ 357/2023, ΑΠ 869/2021, ΑΠ 1623/2018). 2) η αναφορά, σε σχέση με τη συνδρομή του στοιχείου της πρόθεσης βλάβης, της μη εξυπηρέτησης της πίστωσης, κατά τον κρίσιμο χρόνο της μεταβίβασης (2008), αφού, όπως προεκτέθηκε, για τη συνδρομή της πρόθεσης βλάβης αρκεί το ότι οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, χωρίς να αναιρείται η πρόθεση αυτή, από την τυχόν εξυπηρέτηση μερικότερων δόσεων της πίστωσης.
Περαιτέρω ουδεμία αντίφαση υφίσταται μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλομένης ότι "οι εναγόμενοι δεν είχαν άλλα εμφανή περιουσιακά στοιχεία" και της παραδοχής ότι "οι εναγόμενοι απαλλοτρίωσαν το σημαντικότερο μέρος της εμφανούς περιουσίας τους", αφού και οι δύο παραδοχές καταλήγουν ότι δεν υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία προς ικανοποίηση της δανείστριας.
Ούτε αντιφάσκει η παραδοχή ότι "ήδη από το έτος 2008 η οφειλέτρια πιστούχος εταιρεία είχε αρχίσει να καθυστερεί τις οφειλόμενες δόσεις" με την παραδοχή ότι "από το έτος 2009 δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις της", η οποία οφείλεται σε προφανή παραδρομή. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ.2 ΚΠολΔ), ως "πράγματα" των οποίων η μη λήψη υπόψη , καίτοι νομίμως προταθέντων ή αντίθετα η λήψη υπόψη καίτοι μη προταθέντων θεμελιώνει τον από την διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως θεωρούνται οι νόμιμοι και παραδεκτά προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος ασκούμενου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτελών ισχυρισμών (ΑΠ 559/2020), οι ισχυρισμοί δηλαδή που, κατά το νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 22/2005,ΑΠ 323/2023, ΑΠ 312/2023).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1667/2022, ΑΠ 50/2020). Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.8 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν είχαν προταθεί και έχουν ουσιώδη επίδραση στην δίκη και ειδικότερα α) ότι εμπορική αξία των απαλλοτριωθεντων ακινήτων ανέρχεται σε 558.25,40 ευρώ, ενώ η ενάγουσα, με την ένδικη αγωγή της επικαλείτο ότι ανέρχεται σε 1.000.000 ευρώ και β) ότι για την θεμελίωση του δόλου (πρόθεση βλάβης) των αναιρεσειόντων έλαβε υπόψη την μη εξυπηρέτηση του λογαριασμού της πίστωσης από το 2010 και το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής, που δεν είχε επικαλεστεί η αναιρεσίβλητη με την αγωγή της.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ως προς μεν την υπό στοιχείο (α) αιτίαση, διότι ο ισχυρισμός που φέρεται να λήφθηκε υπόψη καίτοι δεν είχε προταθεί, δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια του προεκτεθέντος άρθρου 559 αριθμ.8 του ΚΠολΔ, αλλά αφορά την από το δικαστήριο εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019), ως προς δε την υπό στοιχείο (β) αιτίαση, διότι τα παραπάνω περιστατικά δεν ελήφθησαν υπόψη για τη θεμελίωση ουσιώδους για την προκειμένη δίκη ισχυρισμού, ήτοι την πρόθεση βλάβης των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με τα εκτεθέντα κατά την έρευνα του πρώτου λόγου αναίρεσης , αλλά συνιστά η σχετική, κατά την ιστορική διήγηση των γεγονότων, αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης πραγματικό επιχείρημα του δικαστηρίου της ουσίας προς στήριξη της ήδη εξενεχθείσας κρίσης του ως προς το ανωτέρω ζήτημα, ότι δηλαδή οι επίμαχες μεταβιβάσεις "έγιναν με πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, δηλαδή για να μην μπορέσει αυτή να ικανοποιήσει τις σε βάρος του πρώτου και της δεύτερης των εναγομένων απαιτήσεις της από τις προαναφερόμενες συμβάσεις εγγύησης, διότι οι εναγόμενοι αυτοί γνώριζαν, κατά το χρόνο που έλαβαν χώρα αυτές.., αφενός ότι είναι οφειλέτες της [αναιρεσείουσας],...
αφετέρου ότι με την απαλλοτρίωση των παραπάνω αξιόχρεων (κατά το χρόνο της μεταβίβασης, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και της συζήτησης αυτής) (εμφανών) σημαντικών περιουσιακών τους στοιχείων, θα περιέλθουν σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε δεν θα είναι πλέον εφικτή η ικανοποίηση των απαιτήσεων της (ενάγουσας), γεγονός που αποδέχθηκαν" και ως εκ τούτου, τα πιο πάνω επικαλούμενα περιστατικά δεν αποτελούν, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ.γ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008).
Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός πρέπει το επίμαχο αποδεικτικό μέσο να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1982, ΑΠ 911/2002,). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν με επίκληση από την ενάγουσα, και ειδικότερα έλαβε υπόψη α) την από το έτος 2010 αίτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της ...
με αίτημα το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής (άρθρο 99 του ΠτΚ) με σκοπό τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ αυτής και των πιστωτών της, ώστε να αρθούν οι οικονομικές δυσκολίες και τη συνέχιση της δραστηριότητάς τη β) την υπ' αριθ. 1087/31-10-2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της ως άνω αιτήσεως και με την οποία διατάχθηκε το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής, και γ) την αριθ. 88/4-2-2015 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση συνδιαλλαγής και δ) τις υπ' αριθ. 16.001/28-7-2010 και 16.002/28-7-2010 διαταγές πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ε) τις από 02-7-2010 και 5-7-2010 καταγγελίες της συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και Ομολογιακού δανείου αντίστοιχα.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον τα μεν υπό στοιχείο (ε) έγγραφα, προσκομίστηκαν με επίκληση από την αναιρεσίβλητη (βλ.σελ. 6 και 7 Προτάσεις στο Εφετείο και σελ. 7 Προτάσεις στο Πρωτοδικείο), τα δε λοιπά (α-δ) έγγραφα, δεν χρησίμευσαν για την απόδειξη ουσιώδους για την προκειμένη δίκη ισχυρισμού, ήτοι την πρόθεση βλάβης των αναιρεσειόντων, όπως προεκτέθηκε κατά την έρευνα του πρώτου λόγου αναίρεσης.
Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν, η υπέρ της αναιρεσίβλητης ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση, να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστούν οι ηττώμενοι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης και της υπέρ αυτής προσθέτως παρεμβαίνουσας, που κατέθεσαν προτάσεις και υπέβαλαν σχετικό αίτημα, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, σύμφωνα με τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 28/7/2020 αίτηση των 1) Σ. Τ. του Α. 2) Ε. συζ. Σ. Τ. 3) Μ. Τ. του Σ. 4) Ε. Τ. του Σ. 5) Σ. Τ. του Σ., κατοίκων ... Αττικής, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 857/2020 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και την από 6/7/2022 πρόσθετη υπέρ της αναιρεσίβλητης παρέμβαση.
Δέχεται την πρόσθετη παρέμβαση.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και,
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες- καθ'ων η πρόσθετη παρέμβαση στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για την αναιρεσίβλητη και χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ για την προσθέτως παρεμβαίνουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη
αποχωρησάντων ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ