Legislator Case Law & Legislation
1483/2022 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against municipality's lease contract validity ruling, remanding case for further trial.

Case Number 1483/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Thessaloniki Single Court of Appeal's decision regarding a municipal property lease. The appellant argued the lower court failed to consider pre-litigation written lease agreements and a specific committee decision, claiming the contracts were valid. The court rejected these arguments as inadmissible because the original lawsuit was dismissed for illegality, yet found one ground of appeal valid and remanded the case for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(b) and 559(1)(11) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court's decision is flawed on specific grounds, even if other arguments are inadmissible due to the dismissal of the initial suit.

Keywords

AI generated
partial appeal allowance municipal property lease inadmissible evidence remittal for retrial civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 253(1) of Presidential Decree 410/1995
Article 3 of Presidential Decree 270/1981
Articles 308(1) and 309(2) of Presidential Decree 410/1995
Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(11) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 178(1) and 2, 183, 184, and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 281(2) of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated
Case 3486/2010 of the Council of State
Case 206/2019 of the Supreme Court

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1483 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1483/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Λ. Α. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σκέμπερη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: ΟΤΑ (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "Δήμος Βέροιας", που εδρεύει στη Βέροια και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαστεργίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/ΜΙ-ΜΙ/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1795/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-11-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 253 παρ. 1 π.δ. 410/1995 "Δημοτικός Κοινοτικός Κώδικας" ορίζεται ότι "Η εκμίσθωση ακινήτων των δήμων και κοινοτήτων γίνεται με δημοπρασία. Αν η δημοπρασία δεν φέρει αποτέλεσμα, επαναλαμβάνεται. Αν και η δεύτερη δημοπρασία δεν φέρει αποτέλεσμα, η εκμίσθωση μπορεί να γίνει με απευθείας συμφωνία, της οποίας τους όρους καθορίζει το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο".

Περαιτέρω, το π.δ. 270/1981 "περί καθορισμού των οργάνων, της διαδικασίας και των όρων διενεργείας δημοπρασιών δι' εκποίησιν ή εκμίσθωσιν πραγμάτων των δήμων και κοινοτήτων" (Α'77), το οποίο εξακολουθεί να ισχύει δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 308 παρ. 1 και 309 παρ. 2 του π.δ. 410/1995 (ΣτΕ 3486/2010 σχετ. ΑΠ 206/2019), ορίζει, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 3 "1.

Η πρώτη δημοπρασία γνωστοποιείται δια διακηρύξεως εκδιδομένης υπό του δημάρχου ή του Προέδρου της Κοινότητος, βάσει των δι' αποφάσεως των αρμοδίων οργάνων του δήμου ή της κοινότητος, καθορισθέντων όρων. 2. Η διακήρυξις δέον να περιλαμβάνη: Α' Γενικά : α) προκειμένου μεν περί κινητού,..., προκειμένου δε περί ακινήτου, το είδος, την θέσιν, τα όρια, την έκτασιν αυτού και εν γένει σαφή και λεπτομερή περιγραφήν του προς εκποίησιν ή εκμίσθωσιν ακινήτου, ως και τον δήμον ή την κοινότητα όπου τούτο κείται...Β'...

Γ'. Προκειμένου περί εκμισθώσεως πλέον των υπό εδάφιον Α' του παρόντος άρθρου: α) την διάρκειαν μισθώσεως, β) τας προθεσμίας καταβολής του μισθώματος, ...ζ) ότι ο μισθωτής υποχρεούται άμα τη λήξει της μισθώσεως, να παραδώση το μίσθιον εις την κατάστασιν εις την οποίαν το παρέλαβεν, άλλως ευθύνεται εις αποζημίωσιν, η) ότι σιωπηρά αναμίσθωσις, ως και υπεκμίσθωσις του μισθίου υπό του μισθωτού απαγορεύεται απολύτως. 3.

Αι διατάξεις των άρθρων 1 και 2 και η παράγραφος 2 του παρόντος άρθρου, εφαρμόζονται αναλόγως και προκειμένου περί αγοράς ή μισθώσεως, υπό των δήμων ή κοινοτήτων πραγμάτων ανηκόντων εις τρίτους". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, ότι οι μισθώσεις ακινήτων, στις οποίες συμβάλλεται Δήμος, διενεργούνται με δημοπρασία, μετά από δημοσίευση προκήρυξης, στην οποία καθορίζονται το είδος, η θέση, τα όρια, η έκταση και κάθε στοιχείο που περιγράφει λεπτομερώς το προς μίσθωση ακίνητο, καθώς και η διάρκεια της μίσθωσης, εκτός από το τίμημα.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 80 του ν. 2362/ 1995 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", που εφαρμόζονται αναλόγως και στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), εφόσον οι ως προς αυτούς προστατευτικές διατάξεις δεν είναι ευνοϊκότερες (άρθρα 3 του ν.δ. 31/1968, 304 του π.δ. 410/1995 και 276 του ν. 3463/2006) (ΑΠ 1335/2021, ΑΠ 320/2020, ΑΠ 1442/2014, ΑΠ 284/2011), ορίζεται ότι για το κύρος σύμβασης του Δημοσίου με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ ή που γεννά διαρκή υποχρέωση αυτού, απαιτείται η κατάρτισή της να γίνει με ιδιωτικό τουλάχιστον έγγραφο και ότι, επί συμβάσεως, η αποδοχή της προτάσεως δύναται να γίνει και με χωριστό έγγραφο, η υπό του αντισυμβαλλομένου όμως του Δημοσίου εκπλήρωση της παροχής του αίρει την εκ της ελλείψεως του γραπτού τύπου της αποδοχής ακυρότητα της συμβάσεως.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό του Δημοσίου ή αναλόγως Δήμου ή Κοινότητας ως άνω συμβάσεις, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι' αυτό και η έλλειψή του καθιστά κατά τα άρθρ. 158 και 159§1 του ΑΚ άκυρη τη σύμβαση, η οποία συνακόλουθα θεωρείται κατά το άρθρ. 180 ΑΚ ως μη γενομένη, αίρεται δε η ακυρότητα, σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης, μόνο όταν για τη σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση χωρίς να επανακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (ΑΠ 1378/2011, ΑΠ 1135/2010, ΑΠ 1161/2009).

Στην περίπτωση αυτή της άκυρης σύμβασης η παροχή, που τυχόν έγινε σε εκτέλεση της σύμβασης παρά την ακυρότητά της, είναι παροχή χωρίς νόμιμη αιτία και μπορεί συνεπώς κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 - 913 του ΑΚ για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό να αναζητηθεί αυτούσια η παροχή ή αναλόγως η αντίστοιχη ωφέλεια που επήλθε στο άλλο μέρος (ΑΠ 1335/2021, ΑΠ 1086/2017, ΑΠ 766/2014, ΑΠ 250/2006).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 56 του ν.δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 369/1976, "εξαιρούνται της εφαρμογής του παρόντος", μεταξύ των οποίων και η διάταξη του άρθρου 41 παρ. 2, κατά την οποίαν "η εκ της μη τηρήσεως του τύπου ακυρότης αίρεται εν περιπτώσει εκπληρώσεως της συμβάσεως μισθώσεως", "α) οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και τα εξ αυτών εξαρτώμενα νομικά πρόσωπα και Ιδρύματα" (ΑΠ 716/2006).

Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 και 2 του Ν 3160/2003 "Μισθώσεις για στέγαση Δημοσίου κ.λπ." σιωπηρή αναμίσθωση δεν επιτρέπεται (παρ. 1) και η χρήση από το Δημόσιο ακινήτου, που μισθώθηκε για στέγαση ή κάλυψη λειτουργικών αναγκών Δημόσιας Υπηρεσίας, πέρα από το χρόνο λήξης της μίσθωσης ή της παράτασής της, που έγινε κατά τις κείμενες διατάξεις, θεωρείται ως σιωπηρή παράταση της μίσθωσης (παρ. 2).

Εντούτοις, κατά το άρθρο 29 παρ. 1 του ίδιου ν. 3130/2003 οι μισθώσεις, που έχουν συναφθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο της σύναψής τους. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΑΠ 52/2021, ΑΠ 125/2020, ΑΠ 303/2016).

Ακολούθως, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια αυτής της διάταξης, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ένδικου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, αφετέρου δε κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης (ΑΠ 17/2017, 2200/2014, 1929/2014, 1741/2012, ΑΠ 748/2013, ΑΠ 651/2009).Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης από 30-07-2010 αγωγής του αναιρεσείοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του ήδη αναιρεσίβλητου Δήμου Βέροιας, προκύπτει, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε κατά το ουσιώδες περιεχόμενό της, τα εξής:

Ότι με το από 31-07-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό εκμίσθωσε στο Δήμο Βεργίνας Ημαθίας, στη θέση του οποίου υπεισήλθε αυτοδικαίως κατ' άρθρο 283 παρ. 1 του Ν 3852/2010 ο Δήμος Βέροιας, τον περιγραφόμενο στην αγωγή αυτοτελή και διαιρεμένο χώρο στον πρώτο όροφο διώροφης οικοδομής ιδιοκτησίας του στη Βεργίνα Ημαθίας, τον οποίο παρέδωσε αυθημερόν στο Δήμαρχο Βεργίνας με την ιδιότητα του Προέδρου της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου Βεργίνας, ως αρμοδίου προς τούτο, σύμφωνα με την υπ' αριθμ…. /17-07-2000 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τη στέγαση του Κλιμακίου της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας.

Ότι η μίσθωση συμφωνήθηκε για χρονικό διάστημα τριών ετών, λήγουσα στις 31-07-2003, και το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 150.000 δραχμών, με ετήσια αναπροσαρμογή κατά ποσοστό 75% της μεταβολής του δείκτη τιμών καταναλωτή του προηγούμενου δωδεκαμήνου. Ότι δυνάμει του από 30-07-2003 συμφωνητικού, που υπογράφηκε από τον ίδιο και τον τότε Δήμαρχο Βεργίνας Χ.

Χ., κατόπιν της υπ' αριθμ. …/17-07-2000 απόφασης της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου, η μίσθωση παρατάθηκε μέχρι τις 31-07-2006, διεπόμενη από τους ίδιους όρους και συμφωνίες με την αρχική μίσθωση, με μηνιαίο μίσθωμα ανερχόμενο στο ποσό των 462,95 ευρώ και την ίδια ετήσια αναπροσαρμογή αυτού. Ότι μετά τη συμβατική λήξη της η μίσθωση παρατάθηκε σιωπηρά, διεπόμενη από τους ίδιους όρους και συμφωνίες.

Ότι παρότι η ανωτέρω Δημόσια Υπηρεσία (Κλιμάκιο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας) προβαίνει σε ακώλυτη χρήση του μισθίου, καθυστερείται από δυστροπία η καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων του από 01-07-2006 έως 31-07-2010 χρονικού διαστήματος και οι συμφωνηθείσες αναπροσαρμογές των από την 01-08-2001 έως τις 30-06-2006 μισθωμάτων, συνολικού ύψους 24.902,97 ευρώ.

Ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρον το ανωτέρω ποσό νομιμοτόκως, καθώς και τα μισθώματα του διαστήματος από 01-08-2010 έως 28-02-2011, ύψους 3.679,41 ευρώ νομιμοτόκως, αφότου γίνει απαιτητό κάθε επιμέρους μηνιαίο μίσθωμα. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 39/ΜΙ-ΜΙ/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως προς μεν το 1ο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ως παθητικά ανομιμοποίητη, ως προς δε τον 2ο εναγόμενο Δήμο ως μη νόμιμη.

Κατά της πρωτόδικης απόφασης ο ενάγων άσκησε εναντίον του 2ου εναγομένου την από 02-08-2016 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 1795/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με αυτήν κρίθηκε, ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, διότι, σύμφωνα με τα ιστορούμενα στην αγωγή, δεν υπάρχει έγγραφη σύμβαση για το επίδικο χρονικό διάστημα (μετά τις 31-07-2006), ούτε προηγήθηκε δημοπρασία για το διάστημα αυτό και ως εκ τούτου δεν γεννώνται εκατέρωθεν υποχρεώσεις παροχής της χρήσης του μισθίου και καταβολής μισθωμάτων.

Ότι, άλλωστε, δεν ιστορούνται περιστατικά άρσης της παραπάνω ακυρότητας και δη ότι προηγήθηκε εκ μέρους του ενάγοντος χωριστή έγγραφη πρόταση κατ' άρθρο 192 του ΑΚ, πλήρης κατά περιεχόμενο και ορισμένη ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού οργάνου του εναγομένου προς σύναψη σύμβασης για το ένδικο διάστημα, ούτε άλλωστε υπήρξε εκπλήρωση της παροχής του εναγομένου (συνισταμένης της παροχής του στην καταβολή μισθώματος για το ένδικο διάστημα), ώστε να υπάρχουν λόγοι άρσης της ακυρότητας από την απουσία έγγραφου τύπου της ένδικης σύμβασης κατόπιν δημοπρασίας.

Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Με την κρίση αυτή, ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, κατά το μέρος, που αφορά στην επιδίκαση των μισθωμάτων του από 01-08-2006 έως 28-02-2011 χρονικού διαστήματος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτιθέμενες στη νομική σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Τούτο διότι, με βάση τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή α) δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος για την παράταση της ένδικης σύμβασης μίσθωσης μετά τις 31-07-2006, παρότι ο τύπος κατάρτισης της σύμβασης παράτασης της μίσθωσης με μισθωτή ΟΤΑ είναι συστατικός, ούτε προηγήθηκε δημοπρασία για το μετά τις 31-07-2006 χρονικό διάστημα, β) δεν εκτίθενται περιστατικά άρσης της ανωτέρω ακυρότητας και δη ότι προηγήθηκε εκ μέρους του ενάγοντος εκμισθωτή χωριστή έγγραφη πρόταση για την παράταση της σύμβασης, ούτε ότι ο μισθωτής Δήμος εκπλήρωσε τη παροχή του, με την καταβολή μισθώματος για το ίδιο διάστημα, γ) σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2Γζ, 2Γη και 3 του π.δ. 280/1981 ο μισθωτής υποχρεούται μόλις λήξει η μίσθωση, να παραδώσει το μίσθιο στην κατάσταση, στην οποία το παρέλαβε, άλλως ευθύνεται σε αποζημίωση, ενώ απαγορεύεται ρητά η σιωπηρή αναμίσθωση με μισθωτή ΟΤΑ.

Περαιτέρω, το Εφετείο ορθώς δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 41 του ν.δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" και των άρθρων 26 και 33 του, κατ' εξουσιοδότηση αυτού (ν.δ.) εκδοθέντος, π.δ. 715/1979 "ΝΠΔΔ.ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ-ΕΚΠΟΙΗΣΕΙΣ-ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ κλπ.", οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην υπό κρίση υπόθεση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 56 του ν.δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 369/1976, με το οποίο εξαιρούνται από την εφαρμογή αυτού και κατ' επέκταση και από την εφαρμογή του κατ' εξουσιοδότησή του εκδοθέντος π.δ. 715/1979 οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, όπως είναι ο αναιρεσίβλητος Δήμος.

Περαιτέρω, ο αναιρεσείων αλυσιτελώς υποστηρίζει, ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 601 του ΑΚ, εφόσον με την αγωγή του ζήτησε μόνο την επιδίκαση μισθωμάτων, η αξίωση δε από το άρθρο αυτό δεν συνιστά μίσθωμα, αλλά αποζημίωση για τη χρήση του μισθίου μετά τη λήξη της σύμβασης μίσθωσης, περιστατικά, τη συνδρομή των οποίων δεν επικαλείται.

Επίσης, ο αναιρεσείων αλυσιτελώς παραπονείται για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 194 και 201 του ν. 3463/2006, καθόσον αυτές είναι όμοιες με τις πράγματι εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 253 παρ. 1 και 264 του π.δ. 410/1995, τις οποίες υπαινίσσεται, ότι έπρεπε να εφαρμοσθούν στην ένδικη μισθωτική σχέση. Ειδικά, όμως, κατά το μέρος, που το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή για την επιδίκαση του μισθώματος μηνός Ιουλίου 2006, κατά τον οποίο ο ενάγων επικαλείται έγκυρη και ενεργή σύμβαση μίσθωσης (κατόπιν δημοπρασίας και τήρησης του έγγραφου τύπου της από 31-07-2000 σύμβασης και της από 30-07-2003 παράτασής της), εσφαλμένως το νόμο εφάρμοσε και πρέπει να γίνει κατά τούτο εν μέρει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, απορριπτομένου αυτού κατά τα λοιπά ως αβασίμου.

Ακολούθως, παρέλκει η έρευνα του γ' σκέλους του δεύτερου λόγου της αναίρεσης από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με το οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι η προσβαλλόμενη άφησε αδίκαστη την αξίωσή του για το οφειλόμενο μίσθωμα μηνός Ιουλίου 2006, ποσού 462,95 ευρώ, διότι αυτές οι αιτιάσεις καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των γενόμενου δεκτού λόγου, που αφορά στο ίδιο αναιρούμενο κεφάλαιο.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1021/2019, ΑΠ 1991/2017, ΑΠ 1150/2011).

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 87/2013).

Ακόμη "πράγμα", κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, είναι κάθε περιστατικό που, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 760/2020).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται, ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ' απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1498/2021, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 496/2020, ΑΠ 404/2020, ΑΠ 663/2017, ΑΠ 1809/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το α' σκέλος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ότι οι 2 έγγραφες συμβάσεις μίσθωσης, που συνάφθηκαν πριν από το ένδικο χρονικό διάστημα, που αρχίζει από τις 31-07-2006, ήταν έγκυρες.

Οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον με την προσβαλλόμενη δεν κρίθηκαν άκυρες ούτε η αρχική σύμβαση μίσθωσης ούτε η έγγραφη σύμβαση παράτασής της, αλλά μόνο η σιωπηρή παράταση. Στη συνέχεια, με το β' σκέλος του 2ου λόγου από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων παραπονείται, ότι με την προσβαλλόμενη δεν λήφθηκαν υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τον ίδιο έγγραφα και δη οι από 31-07-2000 και 30-07-2003 μισθωτικές συμβάσεις και η σχετική απόφαση της αρμόδιας Δημοτικής Επιτροπής, από τα οποία (έγγραφα) σαφώς συνάγεται, ότι τα ιδιωτικά συμφωνητικά είχαν συνταχθεί σε εκτέλεση της 55/17-07-2000 απόφασης της Δημαρχιακής Επιτροπής του συμβληθέντος τότε ως μισθωτή Δήμου Βεργίνας, αποκλειστικός λόγος έκδοσης της οποίας (και της μετέπειτα μνείας της στη σύμβαση) ήταν η επικύρωση των πρακτικών του ήδη διενεργηθέντoς σχετικού μειοδοτικού διαγωνισμού.

Οι αιτιάσεις αυτές είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν μπορούσε να λάβει υπόψη τα προεκτιθέμενα αποδεικτικά μέσα. Συνακολούθως, ο 2ος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.

Ακολούθως, αφού η από 21-11-2018 αίτηση (αριθμ. κατάθ. 333/29-11-2018) αίτηση αναίρεσης γίνει εν μέρει δεκτή, κατά παραδοχή, ως εν μέρει βάσιμου, του ανωτέρω λόγου της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της που προεκτέθηκε και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, σε αυτόν (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος Δήμος Βέροιας στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 178 §§ 1 και 2, 183, 184 και 191 § 2 του ΚΠολΔ), μειωμένη κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (ΑΠ 3/2020, ΑΠ 379/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 1795/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς το κεφάλαιο, που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο ίδιο δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

Διατάζει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που έχει καταθέσει. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ