Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court properly considered all evidence including sworn testimony.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Regional Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court ignored a specific sworn testimony from a representative of the opposing company regarding a sample submission. The court ruled that the appellate court had indeed considered this evidence alongside other materials when forming its factual findings, as explicitly stated in the judgment. Consequently, the appeal was rejected, the costs were assigned to the appellant, and the original verdict stood.
Legislator headnote
AI generatedArticles 57, 59, 914, 920, 932 of the Civil Code; Article 454 of the Code of Civil Procedure: The appellate court is not required to explicitly mention every piece of evidence in its reasoning if it has duly considered it in forming its factual findings, and the free evaluation of evidence prevails over formal omissions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1483 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1483/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΙΜΠΕΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΠΡΟΜΗΘΕΙΑΣ ΕΡΓΑΛΕΙΟΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ, ΟΧΗΜΑΤΩΝ, ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Πρωτοπαπά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "CSI DEFENCE Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στην Πυλαία Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Γιώρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/9/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10639/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2448/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/12/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού έχει λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα και σε ο,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος ως προς την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης απαιτείται η παράνομη προσβολή να είναι και υπαίτια.
Τέτοιο προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι και η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 920 ΑΚ, όποιος γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι: α) υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων.
Ως "υποστήριξη" νοείται ο ισχυρισμός των ειδήσεων ενώπιον τρίτων με επιχειρηματολογία υπέρ της αλήθειας τούτων, ενώ ως "διάδοση" νοείται η απλή ανακοίνωση των ισχυρισμών. Η υποστήριξη ή η διάδοση των ειδήσεων μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, δηλαδή γραπτώς ή προφορικώς, προς ένα ή περισσότερα πρόσωπα.
Ως ειδήσεις νοούνται οι πληροφορίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε περιστατικά, σχέσεις ή καταστάσεις, οι οποίες, κατά το χρόνο της υποστήριξης ή διάδοσης, εκθέτουν σε κίνδυνο ένα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στη διάταξη αγαθά, δηλαδή την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του θιγομένου. Οι υποστηριζόμενες ή διαδιδόμενες ειδήσεις πρέπει να είναι σαφείς και συγκεκριμένες και να αναφέρονται σε ορισμένα γεγονότα, επιπλέον δε να αποδεικνύονται και αναληθείς, με την έννοια να μην αληθεύει εξ ολοκλήρου το σχετικό γεγονός ή να παρουσιάζεται αυτό παραποιημένο.
Αν το σχετικό γεγονός αληθεύει, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της ως άνω διάταξης. β) Γνώση ή υπαίτια άγνοια της αναλήθειας. Δηλαδή, αυτός που υποστηρίζει ή διαδίδει τις αναληθείς ειδήσεις πρέπει να γνωρίζει ή υπαιτίως (από αμέλεια) να αγνοεί την αναλήθεια αυτών. Το στοιχείο αυτό ανταποκρίνεται στην έννοια του πταίσματος και με τις δύο γνωστές μορφές (330 ΑΚ), δηλαδή του δόλου (γνώση της αναλήθειας) και της αμέλειας (άγνοια της αναλήθειας, επειδή δεν καταβλήθηκε η απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια).
Πρόθεση του διαδίδοντος να προξενήσει βλάβη στον θιγόμενο δεν απαιτείται. Η ζημία του βλαπτομένου πρέπει να προήλθε αιτιωδώς από τη διάδοση ή την υποστήριξη των αναληθών ειδήσεων, γ) Κίνδυνος για την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του προσώπου. Οι διαδιδόμενες αναληθείς ειδήσεις πρέπει επιπλέον να εκθέτουν αιτιωδώς και πραγματικώς σε κίνδυνο ένα από τα περιοριστικώς διαλαμβανόμενα στο πιο πάνω άρθρο αγαθά του φυσικού ή νομικού προσώπου.
Δεν αρκεί η διαπίστωση ότι αφηρημένως είναι ικανές να εκθέσουν σε κίνδυνο τα εν λόγω αγαθά. Ως πίστη του προσώπου νοείται η καλή γνώμη και υπόληψη την οποία έχουν τρίτοι σχετικά με την οικονομική και επαγγελματική κατάσταση του φυσικού ή νομικού προσώπου. Ως μέλλον αυτού νοείται η οικονομική και επαγγελματική βελτίωση.
Η πίστη, το μέλλον ή το επάγγελμα ενός προσώπου θεωρείται ότι βρίσκονται σε κίνδυνο, όταν δημιουργούνται δυσμενείς παραστάσεις σε τρίτους και ειδικότερα σ' εκείνους με τους οποίους σχετίζεται κοινωνικά, οικονομικά ή επαγγελματικά και δ) Ζημία. Τελευταία, λοιπόν, προϋπόθεση για την ύπαρξη αξιώσεως από το άρθρο 920 ΑΚ, είναι η απόδειξη ζημίας, η οποία προκαλείται αιτιωδώς από την έκθεση σε κίνδυνο ενός από τα πιο πάνω αγαθά.
Με βάση το άρθρο 920 ΑΚ ο θιγόμενος (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) μπορεί να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπραξία κατ' άρθρο 932 ΑΚ. Ειδικότερα τα νομικά πρόσωπα μπορούν να ζητήσουν αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, αν με την εις βάρος τους αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον.
Για να γεννηθεί η αξίωση από την προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται, δηλαδή, σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο, σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.
Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως αυτές προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 ΠΚ. Από τις τελευταίες διατάξεις, με τις οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται τα κατά της τιμής διαπραττόμενα αδικήματα, με τη βασική τριπλή διάκριση της εξύβρισης, δυσφήμησης και συκοφαντικής δυσφήμησης, συνάγεται, ότι μ' αυτές προστατεύονται μόνο τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία είναι φορείς του εννόμου αγαθού της τιμής, που θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας αυτού, καθώς και της υπόληψης που θεμελιώνεται επί της κοινωνικής αξίας αυτού, σε αντίθεση με τα νομικά πρόσωπα, που δεν είναι φορείς αυτών των εννόμων αγαθών και συνεπώς δεν μπορούν να προσβληθούν κατά την τιμή και την υπόληψή τους.
Ειδικά, όμως, προκειμένου περί εταιρειών, που έχουν αποκτήσει νομική προσωπικότητα, ο Ποινικός Κώδικας με το άρθρο 364 έκρινε άξιες προστασίας μόνο τις ανώνυμες εταιρείες, αλλά και η προστασία αυτή είναι περιορισμένη, αφού παρέχεται μόνο όταν προσβάλλεται η οικονομική και επιχειρηματική οντότητα της και η εμπιστοσύνη του κοινού προς αυτή.
Για τις λοιπές εταιρείες δεν γίνεται λόγος. Επομένως απομένει η προστασία που παρέχουν οι ως άνω διατάξεις των άρθρων, του αστικού δικαίου (57, 59, 914, 920, 932 ΑΚ) και με βάση αυτές οι άνω εταιρείες μπορούν να ζητήσουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αν με την αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικώς το εμπορικό τους μέλλον (ΑΠ 718/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αν αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Δηλαδή, πρέπει να παραβιάζονται κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρηση τους (ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 159/2004). Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, ανέλεγκτα, το δικαστήριο της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 36/1988).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, ιδρύεται όταν, από τις αιτιολογίες της, δεν προκύπτουν, σαφώς, τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως, που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και, όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995).
Για να είναι, όμως, ορισμένος και αυτός ο αναιρετικός λόγος, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται, με σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της κρίσης του για την βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και, ακόμη, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες, επιπλέον, αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις της (ΟλΑΠ 16/2006, 20/2005).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Ο λόγος αυτός δεν δημιουργείται, ούτε και αν το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΟλΑΠ 1/1999, 24/1992, ΑΠ 2068, 1852/2007, ΑΠ 907/2006). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο, του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "...από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από την υπ' αριθμ. 45/12-1-2015 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που λήφθηκε μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης αντιδίκου της καλούσας ενάγουσας [βλ.
την υπ' αριθμ. 10615/5-1-2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Φ. Τ.] και από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα ξενόγλωσσα έγγραφα που είναι συνταγμένα στην αγγλική γλώσσα, την οποία το Δικαστήριο κατανοεί και προσκομίζονται χωρίς να συνοδεύονται από την κατ' άρθρο 454 ΚΠολΔ επίσημη μετάφραση, θα ληφθούν δε υπόψη για την διαμόρφωση τού αποδεικτικού πορίσματος συμπληρωματικά, ως αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, εκτιμώμενα ελεύθερα..., αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Με την υπ' αριθμ. 133/2008 διακήρυξη του Υπουργείου Ανάπτυξης προκηρύχθηκε ανοιχτός διαγωνισμός με κριτήριο κατακύρωσης τη χαμηλότερη τιμή για την προμήθεια για λογαριασμό του Γενκού Επιτελείου Στρατού των εξής πλαστικών δοχείων συσσωρευτών: α) 22.000 τεμαχίων πλήρους 12V - 100ΑΗ με προϋπολογισθείσα δαπάνη 380.600 ευρώ, β) 4500 τεμαχίων μονώσεων με προϋπολογισθείσα δαπάνη 56.250 ευρώ, γ) 3.168.000 τεμαχίων μονώσεων με προϋπολογισθείσα δαπάνη 231.264 ευρώ και δ] 297.000 τεμαχίων μονώσεων (ΔΤ) με προϋπολογισθείσα δαπάνη 29.106 ευρώ.
Την ορισθείσα ημέρα διενέργειας του διαγωνισμού [30- 6-2009] υπέβαλαν τις προσφορές τους τέσσερις επιχειρήσεις και συγκεκριμένα η ενάγουσα, η εναγομένη και οι άγνωστης νομικής μορφής εταιρίες Γ.. Χ. Β. και Π. Θ.. Τρεις ημέρες μετά την υποβολή των προσφορών η εναγομένη ζήτησε με την από 3-7-2009 επιστολή της αντίγραφα των δικαιολογητικών που κατέθεσε η ενάγουσα και με το υπ' αριθμ. .../10-7-2009 έγγραφο της αρμόδιας Διεύθυνσης Προμηθειών κλήθηκε να παραλάβει όποτε ήθελε αντίγραφο της απόδειξης παραλαβής δείγματος που κατέθεσε η ενάγουσα για το διαγωνισμό, ενώ κατά τα λοιπά ενημερώθηκε ότι θα λάβει απαντήσεις μετά την αξιολόγηση των τεχνικών προσφορών από την αρμόδια μόνιμη επιτροπή εμπειρογνωμόνων [ΜΕΕ].
Με την υπ' αριθμ. .../16-8-2009 απόφαση της αρμόδιας Διεύθυνσης Προμηθειών του Υπουργείου Ανάπτυξης και κατά παραδοχή της σχετικής από 22-7-2009 εισήγησης και της αντίστοιχης από 4-8-2009 γνωμοδότησης της Επιτροπής Κρατικών Προμηθειών αποφασίστηκε η απόρριψη των προσφορών της εναγομένης και της επιχείρησης Γ.. Χ.-Β., λόγω μη προσήκουσας υποβολής δικαιολογητικών, η κατ' αρχήν αποδοχή των προσφορών της ενάγουσας και της επιχείρησης Π.
Θ., διότι υπέβαλαν όλα τα προβλεπόμενα από τη διακήρυξη δικαιολογητικά, καθώς και η διαβίβαση των τεχνικών τους προσφορών στην 1η ΜΕΕ για τεχνική αξιολόγηση. Η απόφαση αυτή γνωστοποιήθηκε στις επιχειρήσεις των οποίων οι προσφορές απορρίφθηκαν στις 10-8-2009 και αυτές κατέθεσαν εμπροθέσμως προσφυγές στις 24-8-2009 κατά της ως άνω 5771/2009 απόφασης.
Οι προσφυγές αυτές απορρίφθηκαν με την υπ' αριθμ. .../18-12-2009 απόφαση της ως άνω Διεύθυνσης Προμηθειών του Υπουργείου Ανάπτυξης. Μετά την κατάθεση της προσφυγής της και πριν την έκδοση της ως άνω απόφασης επ' αυτής, με την από 5-11-2009 αναφορά υπόμνημα η εναγομένη κατήγγειλε παραβίαση ουσιωδών όρων της un' αριθμ. 133/2008 διακήρυξης κατά τη συμμετοχή της ενάγουσας στο διαγωνισμό.
Τελικά, ο διαγωνισμός κατακυρώθηκε στην ενάγουσα με την υπ' αριθμ..../20-7-2011 απόφαση της ίδιας υπηρεσίας, η οποία την ενημέρωσε για το γεγονός αυτό με το υπ' αριθμ. .../21-7-2011 έγγραφό της. Στις 14-9-2011 υπογράφηκε η υπ' αριθμ. .../2011 σύμβαση προμήθειας αξίας 576.086,49 ευρώ, μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας Κ.
Κ. και της Α. Μ., διευθύντριας της προαναφερομένης Διεύθυνσης Προμηθειών, που εκπροσωπούσε με την ιδιότητά της αυτή το Ελληνικό Δημόσιο. Στις 10-11-2011 η εναγομένη επέδωσε στην ανωτέρω Διεύθυνση του ΥΠ.ΑΝ. την από 2-11-2011 εξώδικη πρόσκληση και δήλωσή της με την οποία, αναφερόμενη στην προηγούμενη από 5-11-2009 αναφορά της προς την υπηρεσία, κατήγγειλε και πάλι τις ίδιες παραβιάσεις ουσιωδών όρων της διακήρυξης εκ μέρους της ενάγουσας.
Στην εξώδικη αυτή δήλωση διαλαμβάνονται επί λέξει, πλην άλλων, τα εξής ως προς την ενάγουσα: ".... η εν λόγω εταιρία κατά προφανή παραβίαση των όρων της διακήρυξης στο πλαίσιο υποβολής της προσφοράς της φέρεται να κατέθεσε δείγματα υλικού κατ' απομίμηση προς τα κατατεθέντα δείγματα υλικού της εταιρίας μας και επίσης κατά παράβαση ουσιωδών όρων του διαγωνισμού δεν κατέθεσε εις διπλούν τα δείγματα του προσφερόμενου υλικού ούτε κατέθεσε δελτίο αποστολής σύμφωνα με τη νομοθεσία, αλλά και αυτό που κατέθεσε δεν ήταν πλήρες....
Επειδή με βάση τις συνεχείς αρνήσεις να εξετάσετε εάν η εταιρία "CSI DEFENSE ΕΠΕ" κατέθεσε πράγματι δείγματα της εταιρίας ΛΑΜΑΠΛΑΣΤ ΑΒΕΕ, που φέρεται ότι θα κατασκευάσει τα υλικά και όχι άλλα είτε της εταιρίας ACCUΜA είτε απομιμητικά, αλλά και από το γεγονός ότι κατέθεσε μόνο ένα δείγμα και αυτό όχι πλήρες....Περαιτέρω, υποτίθεται πως με βάση την προσφορά της "CSI DΕFΕΝSΕ ΕΠΕ", τις σχετικές υπεύθυνες δηλώσεις και τη σχετική σύμβαση, που υπογράφηκε, τα υλικά θα κατασκευαστούν από την εταιρία ΛΑΜΑΠΛΑΣΤ ΑΒΕΕ.
Η εταιρία μας θα ευχόταν πράγματι η εταιρία αυτή να είχε τη σχετική τεχνογνωσία, ώστε να προβεί σε κατασκευή των υλικών σύμφωνα με τις απαιτήσεις των τεχνικών προδιαγραφών της ΠΥΓΕΣ-ΔΚΠΣ/152Α/494..... Πλην όμως τούτο δεν είναι βέβαιο, διότι, όπως από τη συμπεριφορά της αναθέτουσας αρχής αναγκαζόμαστε να συμπεράνουμε [συνεχείς αρνήσεις απάντησης των αναφορών μας] είναι αμφίβολο αν τα υλικά αυτά έτυχαν δοκιμής.
Να προβείτε...σε έλεγχο των εγκαταστάσεων του κατασκευαστή (ΛΑΜΑΠΛΑΣΤ ΑΒΕΕ) για να διαπιστωθεί εάν και κατά πόσο είναι σε θέση να κατασκευάσει τα προαναφερθέντα υλικά σύμφωνα με τις απαιτήσεις των τεχνικών προδιαγραφών της ΠΥΓΕΣ-ΔΚΠΣ/152Α/494. Αλλιώτικα σας δηλώνουμε, πως θα προβούμε σε κάθε νόμιμη ενέργεια, που θα έχει ως αποτέλεσμα την προστασία μας ως συμμετεχόντων και αποκλεισθέντων από τον εν λόγω διαγωνισμό, αλλά και την προστασία των συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου...".
Σε απάντηση των αιτιάσεών της η εναγομένη έλαβε το υπ' αριθμ. .../24-11-2011 έγγραφο της οικείας Διεύθυνσης Προμηθειών του ΥΠΑΝ μετά από το οποίο η ίδια επανήλθε με την από 9-1-2012 επιστολή της που επέδωσε στην ανωτέρω Διεύθυνση του ΥΠ.ΑΝ στις 11-1-2012, στην οποία επανέλαβε τις καταγγελίες της. Στην επιστολή αυτή διαλαμβάνονται επί, λέξει, πλην άλλων, τα εξής ως προς την ενάγουσα: "...Δεν μπορεί να μας γίνει κατανοητό το πώς η δική μας προσφορά εξετάστηκε [σύμφωνα με τη νομοθεσία των προμηθειών] με μικροσκόπιο, ενώ στη σχετική της "CSI DEFENSE ΕΠΕ" δεν έτυχαν εξέτασης ούτε τά ουσιώδη...
Στον τελευταίο σχετικό διαγωνισμό που διενεργήθηκε από το ΓΕΣ συμμετείχαμε εμείς και "CSI DEFENSE ΕΠΕ", όπου κατέθεσε δείγμα της εταιρίας ΑCCUΜΑ, διαπιστώσαμε α) πως δεν είχε φέρει πλήρες δείγμα και αντιδείγμα, β) το ελλιπές δείγμα που κατέθεσε ήταν της εταιρίας ΑCCUΜΑ, [που όπως προαναφέραμε είμαστε αποκλειστικοί αντιπρόσωποι σε Ελλάδα και Κύπρο], γ] το δείγμα αυτό δεν συνοδευόταν από δελτίο αποστολής της "CSI DEFENSE ΕΠΕ" σύμφωνα, με τον ΚΒΣ..
ήταν ή δεν ήταν ελλιπές το δείγμα, που κατέθεσε η "CSI DEFENSE ΕΠΕ" της εταιρίας ΑCCUΜΑ...Γιατί η τυπολατρική αυτή θέση της υπηρεσίας σας δεν τηρήθηκε και στην προσφορά της "CSI DEFENSE ΕΠΕ" αφού στο ποινικό μητρώο του νομίμου εκπροσώπου της υπήρχαν καταδικαστικές αποφάσεις και έπρεπε με βάση το αρθρ. 11 της παρ. 1.6.1. της διακήρυξης να προσκομίσει και αντίγραφα των καταδικαστικών αποφάσεων, πράγμα που δεν έκανε Ε] Η "CSI DEFENSE ΕΠΕ" δήλωσε ως χώρα κατασκευής την Ελλάδα και εργοστάσιο κατασκευής αυτό της ΛΑΜΑΠΛΑΣΤ ΑΒΕΕ, Τους όρους του διαγωνισμού αποδέχθηκε και ο νόμιμος εκπρόσωπος της τελευταίας.
Κατατέθηκε ISO της εν λόγω εταιρίας στο οποίο αναφερόταν η κατασκευή καλουπιών πλαστικών υλών, καρεκλών και άλλα χωρίς να αναφέρεται το εν λόγω πιστοποιητικό και σε συσσωρευτές, πλην όμως δεν κατέθεσε όπως όφειλε και περιγραφή του τεχνικού εξοπλισμού του εργοστασίου κατασκευής [παρ. 1.6.8 και 1.6.9 της διακήρυξης].
Α] Η εταιρία ΛΑΜΑΠΛΑΣΤ ΑΒΕΕ δήλωσε εγγράφως στη "CSI DEFENSE ΕΠΕ" πως αδυνατεί να κατασκευάσει τα δοχεία λόγω του ότι δεν μπορεί να βρει πρώτες ύλες λόγω της κρίσεως. Παρόλα αυτά η "CSI DEFENSE ΕΠΕ" εισέπραξε προκαταβολή για το λόγο αυτό. Β] Ενώ η ΛΑΜΑΠΛΑΣΤ ΑΒΕΕ παραιτήθηκε η "CSI DEFENSE ΕΠΕ" κυκλοφορεί έγγραφο στις συναρμόδιες υπηρεσίες πως θα παραδώσει προϊόντα κατασκευής εταιρίας με παρεμφερή επωνυμία!!! Η τυχόν αλλαγή του εργοστασίου κατασκευής αφενός μεν δεν επιτρέπεται...
Και μόνον η τελευταία ενέργεια της "CSI DEFENSE ΕΠΕ" που σκοπό έχει να παραπλανήσει τις υπηρεσίες σας, θα πρέπει να σας βάλει σε σκέψεις για το κατά πόσο οι υφιστάμενοί σας, που προφανώς συνέταξαν την επιστολή που υπογράψατε σκοπίμως δεν απαντούν στα ερωτήματά μας...
Επειδή ακόμη και η σημερινή επιχειρούμενη απόπειρα παραπλάνησης ως προς το εργοστάσιο κατασκευής είναι πολύ σοβαρό ζήτημα...Θεωρούμε ανεπίτρεπτο να καταστρατηγούνται οι κανόνες του ανταγωνισμού με τέτοιου είδους μεθοδεύσεις, όπως αυτές που μετέρχεται η "CSI DEFENSE ΕΠΕ". Περαιτέρω, όλα τα ανωτέρω που διέλαβε η εναγομένη στις ανωτέρω δύο επιστολές της προς το ΥΠ.ΑΝ είναι ψευδή και συκοφαντικά για την ενάγουσα και αναγράφηκαν στα έγγραφα αυτά εν γνώσει του ψεύδους τους με σκοπό προσβολής της φήμης της ενάγουσας, διότι η εναγομένη αποβλήθηκε από τον ένδικο διαγωνισμό προμηθείας, ενώ μέχρι τότε η εναγομένη συμμετείχε με επιτυχία σε αντίστοιχους διαγωνισμούς του Δημοσίου προσφέροντας σε αυτό τα ίδια υλικά με υψηλότερες τιμές από αυτές στις οποίες τα προσέφερε η ενάγουσα.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 133/2008 διακήρυξη, η συμμετοχή στον επίδικο διαγωνισμό προϋποθέτει την υποβολή φακέλου προσφοράς στον οποίο τοποθετούνται α] τα δικαιολογητικά συμμετοχής στα διαγωνισμό όπως πχ ΦΕΚ σύστασης, εγγύηση, υπεύθυνες δηλώσεις ιδίως περί μη καταδίκης σε κάποιο από τα αναφερόμενα αδικήματα, β] χωριστός φάκελος τεχνικής προσφοράς που περιέχει τα τεχνικά στοιχεία της προσφοράς και γ] χωριστός φάκελος οικονομικής προσφοράς.
Μεταξύ των δικαιολογητικών περιλαμβάνεται η απόδειξη κατάθεσης ή αποστολής δείγματος, δήλωση που αναφέρει τη χώρα παραγωγής του προϊόντος και περιγραφή του τεχνικού εξοπλισμού του κατασκευαστή. Ακόμη, η τεχνική προσφορά πρέπει να ανταποκρίνεται στην υπ' αριθμ. ΠΓΕΣ-ΔΚΠΣ-1252Α/4-94 τεχνική προδιαγραφή του Γενικού Επιτελείου Στρατού που αφορά τα υλικά του διαγωνισμού, δηλαδή τα δοχεία συσσωρευτών 12V-70ΑΗ και επισυνάπτεται στην άνω διακήρυξη.
Σύμφωνα με αυτήν, με την κατάθεση της προσφοράς, ο υποψήφιος προμηθευτής στον οποίο έχει κατακυρωθεί ο διαγωνισμός, πριν προβεί στη μαζική παραγωγή του προϊόντος, οφείλει να προσκομίσει δύο δείγματα στην Επιτροπή Παραλαβής, τα οποία αυτή ελέγχει μακροσκοπικά και εφόσον τα κρίνει κατάλληλα, τα επισημοποιεί ώστε να χρησιμοποιηθούν από τον προμηθευτή ως βιομηχανικά πρότυπα για την έναρξη μαζικής παραγωγής, χωρίς η επισημοποίηση να απαλλάσσει τον προμηθευτή από την ευθύνη τήρησης όλων των όρων της προδιαγραφής.
Στην τεχνική προσφορά περιλαμβάνονται δήλωση για τη μονάδα που θα κατασκευάσει το προσφερόμενο προϊόν και για τον τόπο εγκατάστασής της, καθώς και υπεύθυνη δήλωση του προμηθευτή ότι η κατασκευή του προϊόντος θα γίνει από την επιχείρηση στην οποία ανήκει ή η οποία εκμεταλλεύεται τη μονάδα, κατασκευής και ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της τελευταίας έχει αποδεχθεί την εκτέλεση της προμήθειας αν αυτή κατακυρωθεί στον υποψήφιο προμηθευτή.
Περαιτέρω, η ενάγουσα κατέθεσε εις διπλούν το ως άνω δείγμα, το οποίο σφραγίστηκε με τη μεταλλική σφραγίδα του Υπουργείου και εκδόθηκε προς τούτο η υπ' αριθμ. 1884/30-6-2009 απόδειξη παραλαβής δείγματος, όπως προβλέπεται από τον 1.6.4. όρο της διακήρυξης. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ενάγουσα όφειλε να περιλαμβάνει στο φάκελο της προσφοράς ως δικαιολογητικό το δελτίο αποστολής του δείγματος με την έννοια του ΚΒΣ, δεν προβλέπεται από την ως άνω διακήρυξη, διότι εάν ίσχυε κάτι τέτοιο, είναι βέβαιο ότι η διακήρυξη θα το όριζε ρητά και δεν θα απαιτούσε απλώς "απόδειξη κατάθεσης ή αποστολής δείγματος".
Άλλωστε, το νόημα της διακήρυξης είναι ότι το ως άνω δείγμα μπορεί είτε να κατατεθεί την ημέρα διενέργειεας του διαγωνισμού, με την έκδοση επί τόπου απόδειξης παραλαβής που τίθεται μέσα στον φάκελο της προσφοράς, όπως έπραξε η ενάγουσα, είτε να έχει αποσταλεί νωρίτερα στο ΥΠ.ΑΝ. και να κατατεθεί την ημέρα διενέργειας του διαγωνισμού απόδειξη της αποστολής του στον φάκελο της προσφοράς, όπως έπραξε η εναγομένη.
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το αναγραφόμενο στην υπ' αριθμ. 1884/30-6-2009 απόδειξη ότι η ενάγουσα "Δεν προσκόμισε δελτίο αποστολής", το οποίο αναφέρεται προκειμένου να επισημανθεί ότι το δείγμα δεν είχε σταλεί από πριν [όπως έπραξε η εναγομένη] και δεν επιδρά στο κύρος της προσφοράς. Εξάλλου, η προκομιδή δύο δειγμάτων δεν προβλέπεται κατά το στάδιο υποβολής των προσφορών, αλλά μετά την κατακύρωση στον προμηθευτή που κατέθεσε τη χαμηλότερη οικονομική προσφορά, αφού ο διαγωνισμός διενεργείται με βάση βιομηχανικό πρότυπο, που χρησιμοποιείται κατόπιν για την μαζική παραγωγή του προϊόντος.
Έτσι, με βάση το αρχικώς κατατεθέν δείγμα ο μειοδότης στον οποίο κατακυρώθηκε ο διαγωνισμός κατασκευάζει και καταθέτει δύο δείγματα, τα οποία, μετά την έγκρισή τους, χρησιμοποιούνται ως βιομηχανικά πρότυπα για τη μαζική παραγωγή των προϊόντων για τα οποία διενεργήθηκε ο διαγωνισμός. Εντούτοις η ενάγουσα κατέθεσε κατά την υποβολή της προσφοράς της δύο δείγματα, όπως αποδεικνύεται από την ως άνω υπ' αριθμ. 1884/30-6-2009 απόδειξη.
Τα ως άνω δείγματα ήταν πλήρη και είχαν όλα τα απαιτούμενα εξαρτήματα, ήτοι δοχείο, κάλυμμα, πώματα, υποδοχές πόλων και δυο χειρολαβές - κορδόνια. Άλλωστε, η εναγομένη δεν τεκμηριώνει την αιτίασή της περί της μη πληρότητας του δείγματος, αφού δεν προσδιορίζει στις προαναφερόμενες επιστολές της ποια και πόσα ακριβώς εξαρτήματα έλειπαν από το δείγμα.
Εξάλλου, για την εκτέλεση της επίδικης προμήθειας, η ενάγουσα ήλθε σε συνεννόηση με την εταιρία ΛΑΜΑΠΛΑΣΤ, προκειμένου να κατασκευάσει η τελευταία για λογαριασμό της ενάγουσας τα απαιτούμενα προϊόντα, αν βέβαια κατακυρωνόταν σε αυτήν ο διαγωνισμός. Έτσι, η ενάγουσα περιέλαβε στην προσφορά της δήλωση για την μονάδα που θα κατασκευάσει τα προαναφερόμενα προϊόντα και για τον τόπο εγκατάστασής της, η οποία ήταν για μεν τα δοχεία συσσωρευτών η εταιρία ΛΑΜΑΠΛΑΣΤ με έδρα την Ελλάδα, για δε τις μονώσεις η εταιρία "Lishui Andali Battery Separator Co.
Ltd" με έδρα την Κίνα. Στη δήλωση αναγράφηκε και η ένδειξη ΡΙΝ, που αποδίδεται ως χαρακτηριστικό στοιχείο του υλικού παραγωγής από τον κατασκευαστή του, ώστε να καθίσταται αναγνωρίσιμο σε σχέση με άλλα υλικά. Η ένδειξη αυτή για τη ΛΑΜΑΠΛΑΣΤ ήταν LΑΜ-19852 ως προς τα δοχεία 12V-100ΑΗ και LΑΜ-19853 ως προς τα δοχεία 12V- 70ΑΗ και για την κινέζικη εταιρία ήταν 85079010/1471481.8 για την πρώτη κατηγορία μονώσεων και 85079010/1451121-4 για τη δεύτερη κατηγορία μονώσεων.
Στη δήλωση επισυνάφθηκε φυλλάδιο του εργοστασίου ΛΑΜΑΠΛΑΣΤ και πιστοποιητικό ISO, το οποίο καλύπτει το αντικείμενο της προμήθειας ως προς τo υλικό, σύμφωνα με τη διακήρυξη που αφορούσε "διάφορα είδη εκ πλαστικής ύλης" και όχι ειδικά συσσωρευτές, ώστε να απαιτείται να καλύπτει το ISO όχι μόνο πλαστικά αλλά ειδικά συσσωρευτές.
Ωστόσο, μετά την υπογραφή της υπ' αριθμ. .../14-9-2011 σύμβασης με το Δημόσιο, με την από 15-11-2011 επιστολή της προς την ενάγουσα, η ΛΑΜΑΠΛΑΣΤ δήλωσε σε αυτήν ότι "η τρέχουσα οικονομική κρίση και αναστάτωση της αγοράς, είχε ως συνέπεια, άλλοι προμηθευτές μας Α' υλών να διακόψουν παντελώς τη λειτουργία τους και άλλοι να μεταβάλλουν δραστικά τα οικονομικά και χρονικά στοιχεία εκτέλεσης των παραγγελιών μας.
Ως αποτέλεσμα αυτού, την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν είμαστε σε θέση να εκτελέσουμε το έργο κατασκευής των πλαστικών δοχείων για συσσωρευτές μολύβδου... Σύμφωνα με τους όρους της σχετικής σας σύμβασης με το Υπουργείο Ανάπτυξης". Έτσι, η ενάγουσα με την από 16-11-2011 επιστολή της ζήτησε την έγκριση για την αλλαγή του κατασκευαστή του υλικού, αφού η ΛΑΜΑΠΛΑΣΤ δήλωσε ότι πλέον δεν μπορούσε να το κατασκευάσει.
Με την υπ' αριθμ Π2/1564/19-6-2012 απόφαση του Γενικού Διευθυντή Προμηθειών, κατόπιν της υπ' αριθμ. 367/9-2-2012 θετικής προς τούτο γνωμοδότησης της αρμόδιας Τεχνικής Διεύθυνσης της Γενικής Διεύθυνσης Κρατικών Προμηθειών εγκρίθηκε αλλαγή της ΛΑΜΑΠΛΑΣΤ με την "... ΟΕ" σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 1/2012 πρακτικά της 1ης ΜΕΕ [επιτροπής εμπειρογνωμόνων] με βάση τις διατάξεις των νόμων και των προεδρικών διαταγμάτων που απαριθμούνται στην απόφαση αυτή καθώς και η παράταση του χρόνου παράδοσης των προϊόντων.
Η αλλαγή αυτή γνωστοποιήθηκε τόσο στην ενάγουσα με το υπ' αριθμ. .../25-6-2012 έγγραφο της Διεύθυνσης Προμηθειών όσο και στην εναγομένη με το υπ' αριθμ. .../10-7-2012 έγγραφο της ίδιας Διεύθυνσης, καθώς μάλιστα η τελευταία είχε αποστείλει νέα από 24-5-2012 εξώδικη όχληση τόσο στο Υπουργείο Ανάπτυξης όσο και στο ΓΕΣ, με την οποία ζητούσε να μάθει αν κηρύχθηκε έκπτωτη του έργου η ενάγουσα, εάν επέστρεψε την προκαταβολή που έλαβε και εάν θα διενεργηθεί νέος διαγωνισμός ή θα κατακυρωθεί αυτός στον επόμενο μειοδότη, διότι κατά τη γνώμη της δεν επιτρεπόταν αλλαγή του κατασκευαστή και η νέα κατασκευάστρια δεν είχε το μέγεθος και την τεχνογνωσία της ΛΑΜΑΠΛΑΣΤ.
Εξάλλου, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. φ600.14/12/598273/18-2-2013 έγγραφο της Διεύθυνσης Υλικού Πολέμου του ΓΕΣ και σε απάντηση της από 22-1-2013 επιστολής της ενάγουσας, επιβεβαιώνεται η έγκριση της αλλαγής κατασκευαστή και η υλοποίηση της σύμβασης. Από τα παραπάνω σαφώς συνάγεται ότι η αλλαγή του κατασκευαστή που δηλώθηκε με την τεχνική προσφορά δεν απαγορεύεται και είναι δυνατή με την τήρηση συγκεκριμένης νόμιμης διαδικασίας, που προϋποθέτει συμφωνία των συμβαλλομένων, γνωμοδότηση ταυ αρμοδίου οργάνου και ύπαρξη όρου στη σύμβαση που να επιτρέπει την τροποποίησή της.
Μάλιστα στην υπ' αριθμ. .../2011 σύμβαση προμήθειας και στο άρθρο 6 αυτής υπάρχει γενική πρόβλεψη τροποποίησης, η οποία παραπέμπει τόσο στην εφαρμοστέα νομοθεσία όσο και στη διακήρυξη 133/2008, στην οποία δεν υπάρχει καμμία διάταξη που να απαγορεύει την αλλαγή κατασκευαστή. Επομένως, η ενάγουσα δεν παραπλάνησε τις αρμόδιες αρχές σχετικά με το εργοστάσιο κατασκευής των προϊόντων, ούτε εισέπραξε αδικαιολόγητα προκαταβολή για την εκτέλεση της σύμβασης, ούτε ισχυριζόταν ψευδώς ότι θα παραδώσει υλικά άλλης εταιρίας.
Αντιθέτως, η ενάγουσα επιδίωξε και πέτυχε νομότυπα την έγκριση αλλαγής του κατασκευαστή από την αρμόδια υπηρεσία και αληθώς δήλωνε ότι μεταβλήθηκε το πρόσωπο του κατασκευαστή, αφού είχε λάβει αντίστοιχη προς τούτο έγγραφη έγκριση. Τα παραπάνω έγγραφα, δηλαδή η διακήρυξη και η σύμβαση προμήθειας, από το περιεχόμενο των οποίων συνάγεται ότι επιτρέπεται η αλλαγή κατασκευαστή, περιήλθαν σε γνώση της εναγομένης, ενώ λόγω της μακροχρόνιας απασχόλησής της με τους διαγωνισμούς του Δημοσίου, γνώριζε ότι επιτρέπεται και είναι απολύτως θεμιτή η αλλαγή του κατασκευαστή των προϊόντων της προμήθειας με ορισμένη διαδικασία.
Εξάλλου, τα δύο δείγματα που κατέθεσε η ενάγουσα δεν ήταν κατασκευής της εταιρίας ΑCCUΜΑ, αποκλειστικός εμπορικός αντιπρόσωπος της οποίας στην Ελλάδα είναι η εναγομένη, αλλά αντίθετα ήταν της εταιρίας ΛΑΜΑΠΛΑΣΤ, όπως προκύπτει και από το υπ' αριθμ. Π2/1095/17-Ι0-2014 απαντητικό έγγραφο της Διεύθυνσης Κρατικών Προμηθειών του ΥΠ.ΑΝ.
στα ερωτήματα του διενεργούντος προανάκριση Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης. Περαιτέρω, από το υπ' αριθμ. 4777/5-9-2011 αντίγραφο του ποινικού μητρώου του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας Κ. Κ., προκύπτει ότι ο ίδιος δεν έχει καταδικαστεί για καμία από τις αναφερόμενες περιοριστικά στη διακήρυξη πράξεις, παρά μόνο για την πράξη της αυτοδικίας, που δεν συμπεριλαμβάνεται σε αυτές.
Έτσι, η ενάγουσα δεν είχε υποχρέωση προσκομιδής αμετάκλητων αποφάσεων για τα προαναφερόμενα αδικήματα, αφού τέτοιες δεν υπήρχαν στο ποινικό μητρώο του νομίμου εκπροσώπου της. Μετά από όλα τα παραπάνω, τα διαλαμβανόμενα στις δύο ως άνω επιστολές της εναγομένης ότι η ενάγουσα δεν προσκόμισε τα απαιτούμενα δύο δείγματα και το δελτίο αποστολής τους με την έννοια του ΚΒΣ για τη συμμετοχή της στο διαγωνισμό, ότι το δείγμα που κατέθεσε δεν ήταν πλήρες, ότι δεν επιτρεπόταν η αλλαγή κατασκευαστή του υλικού της προμήθειας, ότι η ενάγουσα παραπλάνησε τις αρχές ως προς το εργοστάσιο κατασκευής των υλικών, ότι τα δείγματα δεν ήταν της εταιρίας ΛΑΜΑΠΛΑΣΤ αλλά της εταιρίας ΑCCUΜΑ και δεν συνοδεύονταν από τα απαραίτητα στοιχεία, ότι το πιστοποιητικό ISO της ΛΑΜΑΠΛΑΣΤ δεν κάλυπτε το υλικό της προμήθειας [συσσωρευτές] ότι η ενάγουσα δεν κατέθεσε περιγραφή του τεχνικού εξοπλισμού του εργοστασίου κατασκευής και ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας δεν προσκόμισε αντίγραφα καταδικαστικών εις βάρος του αποφάσεως είναι αντικειμενικά ψευδή και συνιστούν γεγονότα, ικανά να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την επαγγελματική τιμή και υπόληψη της ενάγουσας, η δε εναγομένη γνώριζε την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, έχοντας αναγνώσει τους προαναφερόμενους όρους συμμετοχής στο διαγωνισμό που περιέχονται στη διακήρυξη και στη συνημμένη τεχνική προδιαγραφή, έχοντας εμπειρία από τη συμμετοχή της σε άλλους διαγωνισμούς για το ίδιο υλικό και έχοντας λάβει τις αρνητικές απαντήσεις σε προηγούμενες καταγγελίες της, καθώς και την απορριπτική απόφαση επί της προσφυγής της.
Ακόμη γνώριζε ότι τα όσα διέλαβε στις επίδικες δύο επιστολές της ήταν ικανά να πλήξουν και μάλιστα σοβαρά την επαγγελματική φήμη και αξία της ενάγουσας. Εξάλλου, η εναγομένη, από την ημέρα της διενέργειας του διαγωνισμού, αναζήτησε σε τακτά χρονικά διαστήματα αναλυτική ενημέρωση για την πορεία του επίδικου διαγωνισμού, ανταλλάσσοντας σχετική αλληλογραφία με τις αρμόδιες υπηρεσίες και ήδη κατά το χρόνο της αποστολής των επίδικων επιστολών της γνώριζε ότι τα διαλαμβανόμενα σε αυτές δεν είναι αληθή και ότι μπορούν να βλάψουν την εμπορική πίστη της ενάγουσας.
Άλλωστε, ήδη με το υπ' αριθμ. .../10-7-2009 έγγραφο της ως άνω Διεύθυνσης Προμηθειών, είχε ενημερωθεί ότι σχετικά με τις αιτιάσεις της που περιλαμβάνονται στην από 3-7-2009 πρώτη επιστολή της και που αφορούν την κατάθεση δείγματος και δελτίου αποστολής, θα ενημερωθεί εκ νέου από την αρμόδια 1η ΜΕΕ, εν τούτοις αφενός επανέλαβε στις 5-11-2009 με αντίστοιχη αναφορά προς τη Διεύθυνση Προμηθειών και το ΓΕΣ τις αιτιάσεις της πριν από τη συνεδρίαση της 1ης ΜΕΕ και αφετέρου μετά τη γνωμοδότηση της 1ης ΜΕΕ, με το υπ' αριθμ. 34/29-9-2010 πρακτικό αυτής, περί κρίσης των προσφορών της ενάγουσας και του Π.
Θ. ως τεχνικά αποδεκτών και σύμφωνων με τις τεχνικές προδιαγραφές της διακήρυξης, της οποίας έλαβε γνώση, πολύ δε περισσότερο μετά την υπογραφή της υπ' αριθμ. .../14-9-2011 σύμβασης προμήθειας, ενέμεινε στις ψευδείς καταγγελίες της και παρά τις σαφείς απαντήσεις που έλαβε αριθμ. .../24-11-2011 έγγραφο με το υπ' της Διεύθυνσης Προμηθειών για τη νόμιμη συμμετοχή της ενάγουσας στον ένδικο διαγωνισμό, εντούτοις στις 9-1-2012 επανήλθε με τη δεύτερη επιστολή εμμένοντας κακόπιστα στις απόψεις της.
Επιπλέον, η εναγομένη επαναλάμβανε τις αβάσιμες αιτιάσεις της, χωρίς να αναμένει απάντηση από τις αρμόδιες αρχές σε ήδη υποβληθείσες διαμαρτυρίες της, όπως συνέβη με την από 5-11-2009 αναφορά της, που απέστειλε πριν εκδοθεί η υπ' αριθμ. .../18.12.2009 απόφαση επί της από 24-8-2009 προσφυγής της και πριν εκδοθεί το υπ' αριθμ. 34/29-9-2010 πρακτικό της 1ης ΜΕΕ για την αξιολόγηση των τεχνικών προσφορών, με βάση το οποίο θα ελάμβανε ενημέρωση επί της από 3-7-2009 πρώτης επιστολής της.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι α] η εναγομένη ελάμβανε έγγραφη απάντηση σε κάθε έγγραφη διαμαρτυρία και β) εξετάστηκε ενδελεχώς η συμμόρφωση της προσφοράς της ενάγουσας με την υπ' αριθμ. 133/2008 διακήρυξη και τη συνημμένη τεχνική προδιαγραφή, γι' αυτό δεν είναι αληθείς ούτε και οι ισχυρισμοί της εναγομένης περί συνεχών και σκοπίμων αρνήσεων απάντησης των αναφορών της εκ μέρους των υπηρεσιών στις οποίες απευθύνθηκε και περί ελλιπούς ελέγχου της προσφοράς της ενάγουσας.
Εξάλλου, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι πρώτο μέλημά της ήταν η προάσπιση των συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου δεν είναι πειστικός, αφενός διότι ελάμβανε σαφείς απαντήσεις που καταδείκνυαν την πιστή τήρηση των όρων διεξαγωγής του διαγωνισμού και αφετέρου διότι η εναγομένη είχε υπογράψει στις 24-9-2009 άλλη σύμβαση για το ίδιο είδος σε τιμή πολύ υψηλότερη από αυτήν που προσέφερε η ενάγουσα, όπως ρητά αναφέρεται στο υπ' αριθμ. .../24-11-2011 έγγραφο της αρμόδιας Διεύθυνσης Προμηθειών.
Ακόμη, πρώτιστο μέλημά της ήταν η προστασία των δικών της συμφερόντων ως αποκλειστικής αντιπροσώπου της ιταλικής εταιρίας κατασκευής δοχείων συσσωρευτών ΑCCUΜΑ, πλην όμως η ενάγουσα δεν κατέθεσε δοχεία της εταιρίας αυτής, αφού μάλιστα η ως άνω εταιρία απέστειλε μεν την υπ' αριθμ. Πρωτ. 1177/21-5-2012 επιστολή της στο ΥΠ.ΑΝ με την οποία επισημαίνει ότι ποτέ δεν συνήψε σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας με την ενάγουσα και ζήτησε να επιτραπεί στην εναγομένη να εξετάσει το δείγμα που κατέθεσε η ενάγουσα για να διαπιστωθεί εάν είναι δικό της, πλην όμως έκτοτε δεν αναμείχθηκε σε όλη τη διαδικασία, όπως θα έπραττε εάν είχαν προσβληθεί τυχόν δικαιώματά της.
Μάλιστα η από 10-5-2012 και με αριθμ. πρωτ. 1177/21-5-2012 επιστολή της ΑCCUMA δεν συντάχθηκε με δική της πρωτοβουλία αλλά κατόπιν υποδείξεων και με βάση υπόδειγμα επιστολής που συνέταξε και απέστειλε η εναγομένη. Επιπλέον, η όχληση της εναγομένης που περιλαμβάνεται στην από 2-11-2011 πρώτη επίδικη επιστολή της, περί ελέγχου εκ μέρους των αρμοδίων υπηρεσιών των εγκαταστάσεων του κατασκευαστή, ήταν περιττή και είχε σκοπό τη δυσφήμηση της ενάγουσας, ότι δήθεν παραπλάνησε τις αρχές σχετικά με τη δυνατότητα του κατασκευαστή να κατασκευάσει τα υλικά της προμήθειας, αφού ήδη νωρίτερα, χωρίς δική της παρέμβαση, με το υπ' αριθμ. .../24-10-2011 έγγραφο της Διεύθυνσης Υλικού Πολέμου του ΓΕΣ γνωστοποιήθηκε στο ΥΠ.ΑΝ.
η ανάγκη ελέγχου των εγκαταστάσεων του κατασκευαστή. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι για τα ανωτέρω καταγγελόμενα με τις επίδικες επιστολές έλαβαν γνώση οι υπάλληλοι και οι διευθυντές των αρμόδιων υπηρεσιών του Υπουργείου στις οποίες απεστάλησαν οι επιστολές αυτές από το περιεχόμενο των οποίων μπορούσε κατ' αντικειμενική κρίση να προσβληθεί η φήμη και πράγματι προσεβλήθη η εμπορική και επαγγελματική αξιοπιστία της ενάγουσας, αφού αυτές [επιστολές] την παρουσίαζαν σαν εταιρία που επιχειρεί να εξαπατήσει τις αρχές, με την υποβολή ελλιπών δικαιολογητικών για τη συμμετοχή της στο διαγωνισμό, να παρακάμψει τις νόμιμες διαδικασίες καθώς και να επιτύχει παράνομα την κατακύρωση της προμήθειας σε αυτήν και γενικά σαν εταιρία που μετέρχεται παράνομες και αθέμιτες μεθόδους με αποκλειστικό σκοπό το κέρδος.
Εξαιτίας της περιέλευσης των παραπάνω επιστολών στο ΥΠ.ΑΝ. η ενάγουσα αντιμετώπισε την καχυποψία της υπηρεσίας που διενεργούσε το διαγωνισμό και βρέθηκε στη δυσάρεστη θέση να παράσχει συνεχώς εξηγήσεις για τις ψευδείς καταγγελίες που διατύπωσε επανειλημμένα σε βάρος της η εναγομένη. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η ενάγουσα, όταν πληροφορήθηκε τους ισχυρισμούς της εναγομένης περί του εάν μπορούσε ή όχι η εταιρία UNIQUEPLAST, που υποκατέστησε την εταιρία ΛΑΜΑΠΛΑΣΤ, να κατασκευάσει το υλικό της προμήθειας υποχρεώθηκε, προκειμένου να διασφαλίσει την εμπορική της αξιοπιστία, να αποστείλει την από 11.1.2012 επιστολή της προς το ΥΠ.ΑΝ.
με την οποία προσφερόταν να αναλάβει τα έξοδα μετάβασης των αρμοδίων υπαλλήλων του Υπουργείου, προκειμένου να διενεργηθεί ο απαιτούμενος επιτόπιος έλεγχος και η αξιολόγηση των κατασκευαστικών δυνατοτήτων της νέας κατασκευάστριας. Με το υπ' αριθμ. .../6-6-2012 έγγραφό της η Διεύθυνση Προμηθειών γνωστοποίησε στην ενάγουσα την από 10-5-2012 επιστολή της εταιρίας ΑCCUMA, που συντάχθηκε καθ' υπόδειξη της εναγομένης και την καλούσε να εκθέσει τις απόψεις της επ' αυτής.
Σε απάντηση του εγγράφου αυτού, η ενάγουσα αναγκάστηκε να αποστείλει την από 7-6-2012 επιστολή της προς το ΥΠ.ΑΝ., με την οποία εξηγούσε ότι το δείγμα που κατέθεσε δεν ήταν της εταιρίας ΑCCUMA και εξέθετε την άποψή της για τα κίνητρα των ενεργειών της εναγομένης. Από αυτά αποδεικνύεται ότι οι επίδικες επιστολές κλόνισαν την εμπιστοσύνη της αναθέτουσας αρχής προς το πρόσωπο της ενάγουσας και έβλαψαν το εμπορικό της όνομα, το επαγγελματικό της κύρος, τη φήμη και την αξιοπιστία της, δημιουργώντας στην αναθέτουσα αρχή αμφιβολίες για το εάν η ενάγουσα μπορεί να εκτελέσει τη σύμβαση και για το εάν μετέρχεται θεμιτές μεθόδους για να αποκομίσει κέρδος από την εκτέλεση της σύμβασης προμήθειας.
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από τις αρνητικές απαντήσεις που έδωσε η υπηρεσία στις επανειλημμένες καταγγελίες της εναγομένης, αφού ταυτόχρονα με αυτές καλούσε την ενάγουσα να παράσχει αντίστοιχες εξηγήσεις. Επομένως, οι επίδικες επιστολές προκάλεσαν δυσμενή σχόλια για την ενάγουσα στις υπηρεσίες της αναθέτουσας αρχής και αμφιβολίες για την ειλικρίνεια των δηλώσεών της και την ικανότητά της να εκτελέσει και να παραδώσει το έργο, προσέβαλαν την επαγγελματική της τιμή και υπόληψη και κλόνισαν την εμπορική αξιοπιστία, φήμη και πελατεία της, αφού την παρουσίασαν σαν ανεύθυνη και αναξιόπιστη επαγγελματία.
Κατά συνέπεια, η ενάγουσα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση για την προσβολή του εμπορικού της κύρους και της επαγγελματικής της αξιοπιστίας, που υπέστη από την αποστολή των παραπάνω επιστολών και την περιέλευσή τους σε γνώση των ως άνω δημοσίων υπηρεσιών. Έτσι, λαμβανομένων υπόψη του είδους, του τρόπου, της έντασης της προσβολής, του μέσου δια του οποίου τελέστηκε αυτή, του βαθμού του πταίσματος της εναγομένης, της δημοσιότητας που έλαβε η προσβολή, της επαγγελματικής, κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, το ποσό που δικαιούται η ενάγουσα ανέρχεται σε 7.000 ευρώ....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει τα ίδια και (είχε) δεχθεί, εν μέρει, ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, επιδικάζοντας, σ' αυτή το ίδιο, ως άνω χρηματικό ποσό των 7.000 €, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, από τη διάδοση των αναφερομένων στις επίμαχες επιστολές της αντιδίκου της αναληθών ειδήσεων, που εξέθεσαν σε κίνδυνο την εμπορική της πίστη, την επαγγελματική της υπόληψη και γενικώς το εμπορικό της μέλλον.
Ειδικότερα, από το σύνολο των παραδοχών της απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι: "...τα διαλαμβανόμενα στις δύο ως άνω επιστολές της εναγομένης ότι η ενάγουσα δεν προσκόμισε τα απαιτούμενα δύο δείγματα και το δελτίο αποστολής τους με την έννοια του ΚΒΣ για τη συμμετοχή της στο διαγωνισμό, ότι το δείγμα που κατέθεσε δεν ήταν πλήρες, ότι δεν επιτρεπόταν η αλλαγή κατασκευαστή του υλικού της προμήθειας, ότι η ενάγουσα παραπλάνησε τις αρχές ως προς το εργοστάσιο κατασκευής των υλικών, ότι τα δείγματα δεν ήταν της εταιρίας ΛΑΜΑΠΛΑΣΤ αλλά της εταιρίας ΑCCUΜΑ και δεν συνοδεύονταν από τα απαραίτητα στοιχεία, ότι το πιστοποιητικό ISO της ΛΑΜΑΠΛΑΣΤ δεν κάλυπτε το υλικό της προμήθειας [συσσωρευτές] ότι η ενάγουσα δεν κατέθεσε περιγραφή του τεχνικού εξοπλισμού του εργοστασίου κατασκευής και ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας δεν προσκόμισε αντίγραφα καταδικαστικών εις βάρος του αποφάσεως είναι αντικειμενικά ψευδή και συνιστούν γεγονότα, ικανά να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την επαγγελματική τιμή και υπόληψη της ενάγουσας, η δε εναγομένη γνώριζε την αναλήθεια των γεγονότων αυτών...Ακόμη γνώριζε ότι τα όσα διέλαβε στις επίδικες δύο επιστολές της ήταν ικανά να πλήξουν και μάλιστα σοβαρά την επαγγελματική φήμη και αξία ενάγουσας....Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι για τα ανωτέρω καταγγελλόμενα με τις επίδικες επιστολές έλαβαν γνώση οι υπάλληλοι και οι διευθυντές των αρμόδιων υπηρεσιών του Υπουργείου στις οποίες απεστάλησαν οι επιστολές αυτές από το περιεχόμενο των οποίων μπορούσε κατ' αντικειμενική κρίση να προσβληθεί φήμη και πράγματι προσεβλήθη η εμπορική και επαγγελματική αξιοπιστία της ενάγουσας, αφού αυτές [επιστολές] την παρουσίαζαν σαν εταιρία που επιχειρεί να εξαπατήσει τις αρχές, με την υποβολή ελλιπών δικαιολογητικών για τη συμμετοχή της στο διαγωνισμό, να παρακάμψει τις νόμιμες διαδικασίες καθώς και να επιτύχει παράνομα την κατακύρωση της προμήθειας σε αυτήν και γενικά σαν εταιρία που μετέρχεται παράνομες και αθέμιτες μεθόδους με αποκλειστικό σκοπό το κέρδος...
ότι οι επίδικες επιστολές κλόνισαν την εμπιστοσύνη της αναθέτουσας αρχής προς το πρόσωπο της ενάγουσας και έβλαψαν το εμπορικό της όνομα, το επαγγελματικό της κύρος, τη φήμη και την αξιοπιστία της, δημιουργώντας στην αναθέτουσα αρχή αμφιβολίες για το εάν η ενάγουσα μπορεί να εκτελέσει τη σύμβαση και για το εάν μετέρχεται θεμιτές μεθόδους για να αποκομίσει κέρδος από την εκτέλεση της σύμβασης προμήθειας...
Επομένως, οι επίδικες επιστολές προκάλεσαν δυσμενή σχόλια για την ενάγουσα στις υπηρεσίες της αναθέτουσας αρχής και αμφιβολίες για την ειλικρίνεια των δηλώσεών της και την ικανότητά της να εκτελέσει και να παραδώσει το έργο, προσέβαλαν την επαγγελματική της τιμή και υπόληψη και κλόνισαν την εμπορική αξιοπιστία, φήμη και πελατεία της, αφού την παρουσίασαν σαν ανεύθυνη και αναξιόπιστη επαγγελματία...".
Με τις κρίσεις του αυτές, το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ειδικότερα τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 του ΑΚ και 364 ΠΚ και ορθώς υπήγαγε σ' αυτές τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, σχετικά με την προσβολή, από την διάδοση των αναφερομένων στις επίμαχες επιστολές της ήδη αναιρεσείουσας αναληθών ειδήσεων, της εμπορικής πίστης, της επαγγελματικής υπόληψης και γενικώς του εμπορικού μέλλοντος της ήδη αναιρεσίβλητης, ενάγουσας, καθόσον αυτά ανταποκρινόταν στο πραγματικό των εν λόγω κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Ούτε και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα και δεν απαιτείτο η παράθεση και άλλων, πλην των ανωτέρω αιτιολογιών. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, υπό τα στοιχεία: β, ε και ζ, από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ και γ, στ, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατά τις λοιπές αιτιάσεις τους, οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον με αυτές προβάλλονται πλημμέλειες του Εφετείου αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του ανωτέρω, σαφούς, πορίσματος, το οποίο εξήγαγε από αυτές.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ως και οι λόγοι έφεσης. Ο λόγος αυτός, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106), αλλά και της αρχής της ακρόασης όλων των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, έστω και αν δεν διαλαμβάνονται στην ιστορική βάση της αγωγής (Ολομ. ΑΠ 22/2005, Ολομ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 928/2019, ΑΠ 927/2017, ΑΠ 75/2016, ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 656/1989).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον υπό στοιχείο α λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αποδίδεται, από την αναιρεσείουσα, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που συντελέσθηκε με το να λάβει το Εφετείο, για το σχηματισμό της σχετικής με το επιζήμιο γι' αυτήν, ως άνω, αποδεικτικό του πόρισμα, υπόψη, παρά το νόμο, "πράγματα", που δεν προτάθηκαν από την αντίδικό της. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι, ενώ στην ένδικη αγωγή της τελευταίας διαλαμβάνεται ότι αυτή (ήδη αναιρεσείουσα, εναγομένη) ανέφερε, στις επίμαχες επιστολές της, ψευδώς και συκοφαντικώς ότι η ήδη αναιρεσίβλητη, ενάγουσα, δεν είχε καταθέσει δελτίο αποστολής, το Εφετείο, έκρινε αναληθή αυτό τον ισχυρισμό της (ήδη αναιρεσείουσας, εναγομένης), δεχόμενο ότι ναι μεν τέτοιο δελτίο δεν είχε κατατεθεί, πλην, όμως, η κατάθεσή του δεν ήταν αναγκαία κατά τους όρους του διαγωνισμού, παρότι τέτοια περιστατικά δεν διαλαμβάνονται στην ένδικη αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης. Με το περιεχόμενο, όμως, αυτό ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν ιδρύεται, δεδομένου ότι η ανωτέρω, πληττόμενη, παραδοχή του Εφετείου δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια που εκτέθηκε παραπάνω, αλλά περιστατικό το οποίο προέκυψε από τις αποδείξεις.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 297/2009).
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί.
Έτσι, ο λόγος αυτός, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Η αναιρεσείουσα, στην προκειμένη περίπτωση, με τον υπό στοιχείο δ αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 11 γ άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμα, ότι τα δείγματα που χρησιμοποιήθηκαν από την αντίδικό της, ήταν κατασκευής της εταιρίας ΛΑΜΑΠΛΑΣΤ και, συνακόλουθα, να κρίνει τα όσα περί του αντιθέτου υποστήριξε αυτή (αναιρεσείουσα, εναγομένη), στις επίμαχες επιστολές της, ψευδή και συκοφαντικά για την αντίδικό της, δεν έλαβε υπόψη την από 22-01-2014 ένορκη εξέταση του νομίμου εκπροσώπου της ανωτέρω εταιρείας (ΛΑΜΑΠΛΑΣΤ), Κ.
Μ., στην οποία αυτός βεβαίωσε ότι ουδέποτε έδωσε στην ήδη αναιρεσίβλητη, ενάγουσα δείγμα για κατάθεση σε διαγωνισμό και την οποία (ένορκη βεβαίωση) νόμιμα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή, διαβεβαίωση του Εφετείου ότι συνήγαγε το πόρισμά του: "...από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου εξετάστηκαν δικαστηρίου περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από την υπ' αριθμ.. 45/12-1-2015 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που λήφθηκε μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης αντιδίκου της καλούσας ενάγουσας [βλ.
την υπ' αριθμ. 10615/5-1-2(315 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Φ. Τ.] και από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα ξενόγλωσσα έγγραφα που είναι συνταγμένα στην αγγλική γλώσσα, την οποία το Δικαστήριο κατανοεί και προσκομίζονται χωρίς να συνοδεύονται από την κατ' άρθρο 454 ΚΠολΔ επίσημη μετάφραση, θα ληφθούν δε υπόψη για την διαμόρφωση τού αποδεικτικού πορίσματος συμπληρωματικά, ως αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, εκτιμώμενα ελεύθερα ...", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της (προσβαλλομένης), καθίσταται, χωρίς αμφιβολία, βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και την επίμαχη ένορκη εξέταση, που φέρεται, κατά την αναιρεσείουσα, ως αγνοηθείσα, έστω και αν δεν τη μνημονεύει ειδικώς ή δεν την αξιολογεί ξεχωριστά στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως, άλλωστε, κατά τα προαναφερθέντα, δεν είχε τέτοια υποχρέωση.
ΙV. Κατόπιν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε η τελευταία, με τις, ενώπιον του Αρείου Πάγου, προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-12-2018 αίτηση αναίρεσης της 2448/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου) ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ