Supreme Court dismisses appeal regarding inadmissibility of counter-appeal filed within statutory deadline. Appeal rejected due to procedural error in filing method.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court of Athens' decision rejecting the respondent's counter-appeal. The appellant argued the counter-appeal was inadmissible because it was submitted via written proposals rather than a separate document, violating the new procedural law. The court ruled that the First Instance Court correctly applied the law by accepting the counter-appeal filed within the eight-day deadline, as the specific requirement for a separate document did not apply to this procedural step.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The counter-appeal is a defensive procedural act subject to the law in force at the time of filing, and its admissibility is determined by the specific deadline and method prescribed for that particular procedural stage.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1483 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1483/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Γ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτριου Λαμπροπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ηλίας Νίκας, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-9-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 848/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως και αντεφέσεως των διαδίκων, η 5866/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσας με την από 10-7-2014 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 611/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 2643/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεσή της ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 13-3-2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως απρ τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984).
3.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 ΑΚ συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη, της οποίας η διάρκεια συνομολογείται μέχρις ένα ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση μελλοντικού και βέβαιου γεγονότος ή για την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως.
Σε περίπτωση αμφιβολίας, η σύμβαση θεωρείται αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ.1, 2 και 3 του ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του νόμου αυτού επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, χωρίς, πάντως, να επιτρέπεται, εγκύρως, η παράταση μιας τέτοιας σύμβασης ή η μετατροπή της σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Οι περιορισμοί αυτοί απέκτησαν αυξημένη τυπική ισχύ με την προσθήκη των παρ.7 και 8 στο άρθρο 103 του Συντάγματος, κατά την αναθεώρηση του έτους 2001. Στους κανόνες αυτούς υπάγεται τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιο τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου όσο και αυτό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ.3 και 8 του Συντάγματος (ΟλΑΠ 7, 8/2011).
Ειδικά, όμως, με το άρθρο 20 παρ.4 του ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη, ως περίπτωση (κα') στο άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2190/1994, επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού (απαλειφθείσα ήδη με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009, που δεν καταλαμβάνει την ένδικη διαφορά), η οποία αφορά στην πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ.
Ειδικότερα, ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού, που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση τέτοιου προγράμματος, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στο πρόγραμμα αυτό. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη εκτέλεσης των ειδικών προγραμμάτων, γι' αυτό και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (ΑΚ 669 παρ. 1).
Η σύναψη των σχέσεων αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, διότι επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση των ειδικών προγραμμάτων, για την εξυπηρέτηση των οποίων συνάπτονται. Περαιτέρω, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης.
Ειδικότερες μορφές της συμβάσεως μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στο μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσης του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του.
Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, μόνο αναλογικά εφαρμόζονται οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφ' όσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον στοιχείο στη γνήσια σύμβαση μαθητείας.
Επίσης, στη γνήσια σύμβαση μαθητείας μπορεί να συμφωνηθεί ότι ο εργοδότης θα καταβάλλει στο μαθητευόμενο μισθό (κατώτερο από το μισθό του καταρτισμένου μισθωτού) για την ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν θα λαμβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για την εκπαίδευση του (ΟλΑΠ 19/1987).
Αντίθετα, επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση επιδιώκοντας, παραλλήλως, την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της συμβάσεως και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.
Γι αυτό, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, αφού προέχων σκοπός της συμβάσεως είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 1677/2011, ΑΠ 1592/2009).
Σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας ενοχικής σχέσης ως σύμβασης έργου ή ως σύμβασης μαθητείας γνήσιας ή μη γνήσιας ή ως σύμβασης εργασίας ανεξάρτητης ή εξαρτημένης, ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί, κατ' εξοχήν, έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία, μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική μορφή συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση (ΟλΑΠ 19, 20/2007, ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ 865/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 17-9-2010 και με αριθ. καταθ. 5414/2010 αγωγή ή ήδη αναιρεσείουσα ενάγουσα εξέθετε ότι στις 27-4-2007 συνυπέγραψε με τον μη διάδικο Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) και το ήδη αναιρεσίβλητο εναγόμενο το υπό την αυτή χρονολογία ''συμφωνητικό συνεργασίας" δεκαοκτάμηνης διαρκείας στο πλαίσιο σχετικού προγράμματος κατάρτισης ανέργων (πρόγραμμα stage), στο οποίο συμμετείχε ως φορέας υλοποίησης αυτού το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, για δήθεν απόκτηση εργασιακής εμπειρίας.
Ότι πραγματικός εργοδότης αυτής ήταν το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο από την κατάρτιση του εν λόγω συμφωνητικού με τον ΟΑΕΔ παρείχε την εργασία της. Ότι ειδικότερα αυτή τοποθετήθηκε στην ΙΕ' ΔΟY Αθηνών, όπου της ανατέθηκαν καθήκοντα διοικητικού υπαλλήλου ίδια με εκείνα των μονίμων υπαλλήλων, συνιστάμενα στην παραλαβή και ευρετηριασμό αρχικά δηλώσεων δωρεάς και κληρονομιάς και στη συνέχεια στην καταχώριση, των εισερχομένων και εξερχομένων εγγράφων των ενταλμάτων πληρωμής των δηλώσεων φόρου εισοδήματος, των μισθοδοτικών καταστάσεων σχολείων την εξόφληση αυτών με εντολές μεταφοράς στην Τράπεζα της Ελλάδας, την τακτοποίηση των εισερχόμενων ενταλμάτων πληρωμής, καλύπτοντας έτσι πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, το οποίο δια των οργάνων του καθόριζε τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας της, ασκώντας διαρκή έλεγχο και εποπτεία αυτής.
Ότι μετά τη λήξη του αρχικού χρόνου απασχόλησης στις 22-11-2008 η σύμβαση ανανεώθηκε για ένα ακόμη δεκαοκτάμηνό και τοποθετήθηκε στη ΔΟΥ Ν. Ηρακλείου Αττικής από 24-12-2008 μέχρι τις 23-6-2010, οπότε το εναγόμενο έπαυσε πλέον να δέχεται, τις υπηρεσίες της, απασχολήθηκε δε και κατά την διάρκεια της δεύτερης αυτής σύμβασης με τα αυτά ως άνω καθήκοντα.
Ότι συνακόλουθα οι συμβάσεις της με το εναγόμενο έφεραν τον χαρακτήρα έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού καταρτίσθηκαν κατ' επίφαση γι' απόκτηση επαγγελματικής εμπειρίας και στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του εναγομένου. Ότι κατά τη διάρκεια των ως άνω συμβάσεων που απασχολήθηκε αμειβόταν με το ποσό των 25 ευρώ ημερησίως μεικτά για, κάθε ημέρα απασχόλησης, ήτοι ποσό μικρότερο των αποδοχών που καταβάλλοντο στο προσωπικό του εναγομένου που υπηρετεί με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου η ορισμένου χρόνου, ούσα έγγαμη και μητέρα τριών τέκνων, με συνέπεια να της οφείλει για διαφορές αποδοχών του διαστήματος από 23-5-2007 έως 23-6-2010 πλέον επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας του ανωτέρω, διαστήματος το συνολικό ποσό των 24.677,15 ευρώ.
Ότι το ως άνω ποσό οφείλει να της καταβάλει το εναγόμενο εκ της εργασιακής της συμβάσεως. Ότι επικουρικά εφόσον ήθελε κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας της ήταν άκυρη, το εναγόμενο της οφείλει τα ίδια ποσά με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεδομένου ότι από την εργασία της αυτή έγινε πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας της κατά τα εν λόγω ποσά, τα οποία θα κατέβαλλε σε άλλον μισθωτό της ειδικότητάς της, τον οποίο θα απασχολούσε υπό τις αυτές συνθήκες απασχόλησης και εργασίας και επικουρικότερα ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας των αρμόδιων οργάνων του.
Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η υπ' αριθ. 848/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, κατόπιν δε ασκηθείσης εφέσεως κατ αυτής εκ μέρους του εναγομένου και δια των προτάσεως αντεφέσεως εκ μέρους της ενάγουσας εξεδόθη η υπ' άριθ. 5866/2013 απόφαση, του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη η αντέφεση έγινε δεκτή η έφεση του εναγομένου, ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφανίστηκε η επικαλούμενη και ακολούθως απερρίφθη η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν τόσο κατά την κύρια όσο και κατά τις επικουρικές της βάσεις.
Επί ασκηθείσης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της αμέσως ανωτέρω απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών εκ μέρους της ενάγουσας εξεδόθη η υπ' αρίθ. 611/2015 απόφαση του Β1 τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς νέα συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, κατόπιν δε νέας συζήτησης της εφέσεως στο Εφετείο εξεδόθη η ήδη προσβαλλόμενη υπ' αρίθ. 2643/2016 απόφαση ρου Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την απέφεση, δέχθηκε την έφεση του εναγομένου, ήδη αναιρεσίβλητου και ακολούθως απέρριψε την αγωγή τόσο προς την κύρια όσο και ως προς τις επικουρικές βάσεις αυτής.
Ειδικότερα το εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο τα ακόλουθα ουσιώδη:
"Με την υπ'αριθμ.30484/04.07.2006 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β 881/11.07.2006), που εκδόθηκε μετά την υπ'αριθμ. 843/13/21.03.2006 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΑΕΔ και κατ' εφαρμογή των προβλεπομένων στο άρθρο 20 παρ.1 και 15 του ν.2639/1998 καταρτίστηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας STAGE 9.000 ανέργων πτυχιούχων ΑΕ! ή ΤΕΙ, διπλωματούχους ΙΕΚ και αποφοίτους TEΛ, ΕΠΛ, TEE Β' Κύκλου και Γενικού Λυκείου, σε υπηρεσίες του Δημοσίου, του ευρύτερου δημόσιου τομέα και των OTA διαρκείας 18 μηνών, που αφορούσε την τοποθέτηση των ωφελούμενων ανέργων σε θέσεις του τομέα ειδίκευσής τους για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας.
Η χρηματοδότηση του προγράμματος σύμφωνα με την άνω ΚΥΑ θα καλυπτόταν από τον προϋπολογισμό του ΟΑΕΔ. Στα πλαίσια της εν λόγω ΚΥΑ καταρτίστηκε στις 27.04.2007 μεταξύ του ΟΑΕΔ και του εναγομένου Δημοσίου αφενός και της ενάγουσας αφετέρου, συμφωνητικό συνεργασίας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στο Δημόσιο και συγκεκριμένα, στο Υπουργείο Οικονομικών με ισχύ από 23.05.2007 έως 22.11.2008.
Κατά το συμφωνητικό δε αυτό, το μεν εναγόμενο Δημόσιο (φορέας υλοποίησης) ανέλαβε την υποχρέωση να τοποθετήσει την ενάγουσα σε συγκεκριμένη θέση εργασιακής εμπειρίας, για χρονικό διάστημα 18 μηνών, η δε ενάγουσα αποδέχθηκε την τοποθέτηση της αυτή και ανέλαβε την υποχρέωση να εξασκηθεί με συνέπεια και να επιδείξει επιμέλεια, απασχολούμενη στη θέση αυτή εργασιακής εμπειρίας επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα έως και Παρασκευή) και όχι για περισσότερες από 7 ώρες ημερησίως, ο δε υπεύθυνος φορέας (ΟΑΕΔ) ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα για κάθε ημέρα απασχόλησής της και όχι πλέον των 22 ημερών το μήνα το ποσό των 25 ευρώ, εφόσον αυτή ήταν απόφοιτη Γενικού Λυκείου με πτυχίο ΙΕΚ προγραμματισμού ανάλυσης Η/Υ και λειτουργικών συστημάτων.
Με την υπ'αριθμ.57808/899/30.10.2008 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β 2288/11.11.2008), που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή των προβλεπομένων στο άρθρο 20 παρ.1 και 15 του ν.2639/1998 καταρτίστηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας STAGE 4.000 ανέργων πτυχιούχων ΑΕΙ ή ΤΕΙ, διπλωματούχους ΙΕΚ και αποφοίτους ΤΕΛ, ΕΠΛ, TEE Β' Κύκλου και Γενικού Λυκείου, σε υπηρεσίες του Δημοσίου, του ευρύτερου δημόσιου τομέα και των ΟΤΑ διαρκείας 18 μηνών, που αφορούσε την τοποθέτηση των ωφελούμενων ανέργων σε συγκεκριμένες θέσεις του τομέα ειδίκευσης τους για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας.
Στο άρθρο 4 της εν λόγω ΚΥΑ ορίστηκε ότι στο πρόγραμμα μπορούν να υπαχθούν εκ νέου και όσοι παρακολούθησαν ή παρακολουθούν προηγούμενο πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας. Η χρηματοδότηση του προγράμματος σύμφωνα με την άνω ΚΥΑ θα καλυπτόταν από τον προϋπολογισμό του ΟΑΕΔ. Στα πλαίσια της εν λόγω δεύτερης ΚΥΑ καταρτίστηκε στις 09.12.2008 μεταξύ του ΟΑΕΔ και του και του εναγομένου Δημοσίου αφενός και της ενάγουσας αφετέρου, συμφωνητικό συνεργασίας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στο Δημόσιο και συγκεκριμένα, στο Υπουργείο Οικονομικών με ισχύ από 24.12.2008 έως 23.06.2010.
Κατά το συμφωνητικό δε αυτό το μεν εναγόμενο Δημόσιο (φορέας υλοποίησης') ανέλαβε την υποχρέωση να τοποθετήσει την ενάγουσα σε συγκεκριμένη θέση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, για χρονικό διάστημα 18 μηνών, η δε ενάγουσα αποδέχθηκε την τοποθέτηση της αυτή στη συγκεκριμένη θέση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας και ανέλαβε την υποχρέωση να εξασκηθεί με συνέπεια και να επιδείξει επιμέλεια, απασχολούμενη επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα έως και Παρασκευή) και όχι για περισσότερες από 7 ώρες ημερησίως, ο δε υπεύθυνος φορέας (ΟΑΕΔ) ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα για κάθε ημέρα απασχόλησής της και όχι πλέον των 22 ημερών το μήνα το ποσό των 25 ευρώ, εφόσον αυτή ήταν απόφοιτη Γενικού Λυκείου με πτυχίο ΙΕΚ προγραμματισμού ανάλυσης Η/Υ και λειτουργικών συστημάτων.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με βάση την πρώτη από τις προαναφερόμενες συμβάσεις, η ενάγουσα τοποθετήθηκε, καθ' υπόδειξη του φορέα υλοποίησης (Δημοσίου), αρχικά στη ΙΕ Δ Ο Υ Αθηνών από 23.05.2007 έως 14.08.2007 και από 24.08.2007 έως τη λήξη του άνω συμφωνητικού στις 22.11.2008, στη Δ ΟΥ Ν.Ηρακλείου, ενώ με βάση τη δεύτερη από τις πιο πάνω συμβάσεις η ενάγουσα τοποθετήθηκε στη Δ Ο Υ Ν.Ηρακλείου από 24.12.2008 έως 23.06.2010, οπότε έληξε η συμφωνηθείσα διάρκεια του προγράμματος.
Η ενάγουσα, από τις θέσεις εργασιακής εμπειρίας που τοποθετήθηκε, (στο Τμήμα ΕΣΟΔΑ-ΕΙΣΟΔΗΜΑ- Κ.Β.Σ. στη ΙΕ' Δ Ο Υ Αθηνών {έκδοση διπλοτύπων χαρακτηρισμός και καταχώριση φορολογικών δηλώσεων} και στο Τμήμα Εσόδων και Τμήμα Γραμματείας στη Δ Ο Υ Ν.Ηρακλείου), προκειμένου να καταρτισθεί πρακτικά και να αποκτήσει εργασιακή εμπειρία, ασκείτο υπό τις οδηγίες του εκάστοτε αρμοδίου υπαλλήλου της Δ Ο Υ, χωρίς να προκύψει το όνομα του αρμοδίου υπαλλήλου, που ορίστηκε για την παρακολούθηση της εξέλιξης της κατάρτισής της και της τήρησης του ωραρίου της στη ΙΕ' Δ Ο Υ Αθηνών, που τοποθετήθηκε αρχικά από 23.05.2007 έως 14.08.2007, σε αντίθεση με την Δ Ο Υ Ν.Ηρακλείου που τοποθετήθηκε για το μεγαλύτερο διάστημα της κατάρτισής της από 24.08.2007 έως 23.06.2010, που η αρμόδια υπάλληλος που είχε οριστεί για την παρακολούθηση και εκτέλεση του προγράμματος, δηλαδή της εξέλιξης της κατάρτισής της και την τήρηση του ωραρίου της από 07:30 έως 14:30, δηλαδή 7 ώρες από Δευτέρα έως Παρασκευή, ήταν η Προϊσταμένη του Τμήματος Εσόδων Μ.
Κ.. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα παρακολουθούσε και συνέδραμε τους υπαλλήλους του Τμήματος Εσόδων- Εισοδήματος-Κ.Β.Σ. της Δ Ο Υ ΙΕ' Αθηνών και του Τμήματος Εσόδων και του Τμήματος Γραμματείας της Δ Ο Υ Ν.Ηρακλείου, που ασχολούντο με την καταχώριση εισερχομένων και εξερχομένων εγγράφων, τη διαδικασία αποστολής αλληλογραφίας μέσω ΕΛΤΑ τη διανομή αλληλογραφίας στα τμήματα, τη δακτυλογράφηση, τους υπαλλήλους του Τμήματος Εξόδων που ασχολούντο με την καταχώριση μισθοδοτικών καταστάσεων σχολείων και εξόφληση αυτών με εντολές μεταφοράς στην Τράπεζα της Ελλάδος, με την καταχώριση και τακτοποίηση των ενταλμάτων πληρωμής, με την αποστολή κρατήσεων στα ταμεία, τους υπαλλήλους του Τμήματος Εισοδήματος, που ασχολούντο με την καταχώριση δηλώσεων Φόρου Εισοδήματος, την τακτοποίηση - αρχειοθέτηση.
Τις ίδιες εργασίες, εκτελούμενες από τους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους, παρακολούθησε η ενάγουσα κατά την έναρξη της πρακτικής της άσκησης στη Δ Ο Υ ΙΕ Αθηνών από τη θέση και το Τμήμα ΕΣΟΔΑ-ΕΙΣΟΔΗΜΑ-Κ.Β.Σ. {έκδοση διπλοτύπων χαρακτηρισμός και καταχώριση φορολογικών δηλώσεων} που είχε τοποθετηθεί. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι εκτελούσε η ίδια τις πιο πάνω εργασίες και ότι έτσι, κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου Δημοσίου και ότι συνεπώς, συνδέεται μαζί του με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ή σε κάθε περίπτωση με σχέση εργασίας.
Όμως, ο ισχυρισμός της αυτός, δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι τις πιο πάνω εργασίες δεν τις εκτελούσε η ενάγουσα, στην οποία δεν είχαν ανατεθεί ούτε οι παραπάνω εργασίες, αλλά ούτε και συγκεκριμένα καθήκοντα, ούτε, άλλωστε, αυτή είχε συγκεκριμένη ειδικότητα, αλλά ο εκάστοτε αρμόδιος δημόσιος υπάλληλος, τον οποίο αυτή παρακολουθούσε και συνέδραμε προς τον σκοπό πρακτικής εξάσκησης και απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, υπό τις οδηγίες του αρμοδίου δημοσίου υπαλλήλου, που είχε οριστεί για την παρακολούθησή της.
Άλλωστε, η ενάγουσα δεν είχε τη δυνατότητα να εκτελέσει μόνη της αυτές τις εργασίες, αφού δεν είχε πρόσβαση στις ηλεκτρονικές εφαρμογές του Υπουργείου, στις οποίες μόνο ο αρμόδιος υπάλληλος είχε πρόσβαση, διαθέτοντας σχετικό κωδικό, ούτε είχε (η ενάγουσα) δικαίωμα υπογραφής διοικητικών εγγράφων. Και τούτο, διότι ο σκοπός των ενδίκων συμβάσεων δεν ήταν η παροχή εργασίας, έστω επιβοηθητικής εκ μέρους της ενάγουσας στο εναγόμενο Δημόσιο για εκτέλεση παραγωγικού έργου, αλλά μόνο για τις ανάγκες της εκπαίδευσής της και της εξοικείωσής της με το αντικείμενο του επαγγέλματος της, ώστε με την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, να ωφεληθεί αυτή στον τομέα της προϋπηρεσίας, προκειμένου να διευκολυνθεί στην ανεύρεση εργασίας.
Οι παραπάνω εργασίες αποτελούν, σύμφωνα και με όσα ρητώς αναγράφονται στο σχετικό φύλλο συμπληρωματικών στοιχείων που επισυνάπτεται σε κάθε μία από τις ένδικες συμβάσεις, ακριβή περιγραφή της θέσης, στην οποία η ενάγουσα τοποθετήθηκε για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας παρακολουθώντας την εργασία των αρμοδίων υπαλλήλων του Δημοσίου και δεν αποτελούν ανάθεση καθηκόντων στην τελευταία.
Η δε παρεχόμενη συνδρομή της στους τακτικούς υπαλλήλους του Δημοσίου, στα πλαίσια του εν λόγω προγράμματος, είναι σύμφυτη με την πρακτική της άσκηση, διαφορετικά η τελευταία είναι αδιανόητη, ενώ για τις εν λόγω βοηθητικές υπηρεσίες που η ενάγουσα αναπόφευκτα παρείχε στο Δημόσιο, στα πλαίσια της εκπαίδευσης της, η οποία (εκπαίδευση) ήταν και ο μοναδικός σκοπός των συμβαλλομένων μερών, ώστε να αποκτήσει αυτή (ενάγουσα) εργασιακή εμπειρία, συμφωνήθηκε η αμοιβή της σε 25 ευρώ ημερησίως για χρονικό διάστημα όχι πλέον των 22 ημερών μηνιαίως.
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου όχι μόνο δεν αναιρείται αλλά αντίθετα ενισχύεται από την κατάθεση της μάρτυρα της ενάγουσας, αφού και αυτή κατέθεσε ότι ο έφορος έδινε στην ενάγουσα την εργασία που θα έκανε καθημερινά, ότι η ενάγουσα δεν είχε κωδικό πρόσβασης στο TAXIS, ούτε δικαίωμα υπογραφής, ενώ η ίδια η μάρτυρας ως υπάλληλος της Δ Ο Υ Ν.
Ηρακλείου ήταν υπεύθυνη για τυχόν παραπτώματα και λάθη της ενάγουσας. Το τμήμα της κατάθεσής της μάρτυρα περί του ότι η ενάγουσα δούλεψε σαν κανονική υπάλληλος με ωράριο μονίμων υπαλλήλων και στη Γραμματεία και στο Εισόδημα απασχολήθηκε για επείγουσες υπηρεσιακές ανάγκες, δεν κρίνεται πειστικό, αφού αντιφάσκει προς τα από την ίδια τη μάρτυρα άνω κατατεθέντα σχετικά με την αδυναμία πρόσβασης της ενάγουσας στις ηλεκτρονικές εφαρμογές του Υπουργείου και με την αδυναμία υπογραφής εγγράφων, που καθιστούσαν αδύνατη την απασχόλησή της ως κανονικής υπαλλήλου.
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται και από το με αρ.πρωτ.Δ2Α 1106813 ΕΞ 2011 /24.10.2011 έγγραφο της Διεύθυνσης Προσωπικού Δ Ο Υ στο οποίο εξειδικεύονται οι εκπαιδευτικές δραστηριότητες των ανέργων που με αποκλειστικό σκοπό την κατάρτιση και την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας συνάπτουν συμφωνητικά συνεργασίας, όπως τα ένδικα.
Ούτε, άλλωστε, αναιρείται η κρίση του δικαστηρίου από το χωρίς αριθμό πρωτοκόλλου από 03.05.2010 έγγραφο που υπογράφει η Π. Β. Διευθύντρια της Δ Ο Υ Ν.Ηρακλείου στο οποίο αναφέρει ότι η ενάγουσα απασχολήθηκε από 23.05.2007 στην άνω Δ Ο Υ στη Γραμματεία, στο Τμήμα Εξόδων, στο Τμήμα Εισοδήματος, αφού οι εργασίες που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό (όπως καταχωρίσεις εισερχομένων και εξερχομένων εγγράφων, διαδικασία αποστολής αλληλογραφίας μέσω ΕΛΤΑ, διανομή αλληλογραφίας στα τμήματα, καταχωρίσεις μισθοδοτικών καταστάσεων σχολείων και εξόφληση αυτών με εντολές μεταφοράς στην Τράπεζα Ελλάδος, καταχώριση και τακτοποίηση των εισερχομένων ενταλμάτων πληρωμής και αποστολή κρατήσεων στα ταμεία, καταχώριση δηλώσεων Φόρου Εισοδήματος) απαιτούσαν κωδικό πρόσβασης στις ηλεκτρονικές εφαρμογές του Υπουργείου και δικαίωμα υπογραφής, που αποδείχθηκε ότι στερείτο η ενάγουσα και συνεπώς, δεν μπορούσαν να εκτελεσθούν-ούτε αποδείχθηκε ότι εκτελέστηκαν-από την ίδια.
Είναι δε αδιάφορες για την απόδειξη του κρίσιμου ζητήματος ο\ κρίσεις της άνω υπογράφουσας, η οποία δεν είναι, άλλωστε, αρμόδια προς τούτο υπάλληλος, ότι η ενάγουσα κάλυπτε εξ αρχής πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι οι ένδικες συμβάσεις, διαρκείας 18 μηνών η κάθε μία, αποτελούσαν γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, οι οποίες κατέστησαν απολύτως αναγκαίες για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας από την ενάγουσα, η οποία ως απόφοιτος Γενικού Λυκείου και πτυχίου ΙΕΚ προγραμματισμού ανάλυσης Η/Υ και λειτουργικών συστημάτων, ήτοι εκπαιδευθείσα σε εντελώς διαφορετικό αντικείμενο, στερείτο παντελώς σχετικών θεωρητικών και πρακτικών γνώσεων, στο ιδιαίτερα χρήσιμο, υπεύθυνο και δυσχερές αντικείμενο των παραπάνω Δ Ο Υ, όπως περιγράφεται παραπάνω, του φορέα υλοποίησης του προγράμματος που είχε τοποθετηθεί και για τις οποίες (ένδικες γνήσιες συμβάσεις μαθητείας) δεν ισχύουν οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, αλλά εκείνες του ΑΚ και έληξαν αυτοδικαίως με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου λήξης τους.
Πέραν των ανωτέρω, που αποδείχθηκαν, πρέπει να σημειωθεί ότι οι ένδικες συμβάσεις οι οποίες καταρτίστηκαν με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στις 27.04.2007 (η πρώτη) και στις 24.12.2008 (η δεύτερη), ενόψει του ιστορούμενου χρόνου σύναψής τους, υπό την ισχύ από 18.04.2001 του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος, του άρθρου 21 του ν.2190/1994, αλλά και των άρθρων του π.δ. 164/2004, που εκδόθηκε για την εφαρμογή στην ημεδαπή έννομη τάξη της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, δεν θα μπορούσαν να καταρτισθούν εγκύρως ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του ν.2190/1920, ενώ ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι η ενάγουσα κάλυπτε πράγματι πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου Δημοσίου, όπως αβάσιμα αυτή ισχυρίζεται, δεν θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, το τελευταίο (Δημόσιο) δεν μπορούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο να συνάψει ούτε εξ αρχής τέτοια σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του ν.2190/1994 και συγκεκριμένα, κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από το νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή του ΑΣΕΠ.
Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, οι ένδικες συμβάσεις δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ούτε κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 του ν. 2112/1920, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου EE, αφού ούτε το άνω άρθρο 8 του ν.2112/1920 έχει εφαρμογή μετά την έναρξη της ισχύος στις 19.07.2004 του π.δ. 164/2004 (ούτε βέβαια και στο προηγούμενο χρονικό διάστημα), αλλά ούτε και η ως άνω Οδηγία, η ισχύς της οποίας δεν ήταν άμεσης εφαρμογής και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών και Κράτους ολοκληρώθηκε μόνο με την έκδοση του ως άνω προεδρικού διατάγματος για την ενσωμάτωσή της στην ελληνική έννομη τάξη (Ολ.ΑΠ 19 και 20/2007, 31/2009 και ΑΠ 939/2014), τούτο δε και μόνον ρυθμίζει από την έναρξη της ισχύος του τα σχετικά ζητήματα.
Εν όψει τούτων, αποδείχθηκε πλήρως ότι η ενάγουσα συνδέεται με το εναγόμενο Δημόσιο με γνήσια σύμβαση μαθητείας και όχι με σχέση εξαρτημένης εργασίας.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα αντίθετα, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και οι σχετικοί λόγοι έφεσης του εναγομένου Δημοσίου πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι και κατ' ουσίαν. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η ένδικη έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο με το οποίο δέχθηκε την κύρια αγωγική βάση σε βάρος του εναγομένου, να κρατηθεί η υπόθεση, να δικασθεί η αγωγή, κατά την κυρία από τη σύμβαση βάση της και κατά το αντίστοιχο μέρος (522 ΚΠολδικ) και να απορριφθεί αυτή, κατά τούτο, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Περαιτέρω, αφού εξαφανίστηκε κατά τα άνω η εκκαλουμένη και απορρίφθηκε η κύρια αγωγική βάση, πρέπει το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως να ερευνήσει τις επικουρικές βάσεις της αγωγής, οι οποίες δεν εξετάσθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια των ενδίκων γνήσιων συμβάσεων μαθητείας, η ενάγουσα ασκήθηκε, προκειμένου να εξοικειωθεί με το αντικείμενο του επαγγέλματος της και να αποκτήσει εργασιακή εμπειρία, υπό την επίβλεψη των αρμοδίων υπαλλήλων των οικείων Δ Ο Υ επί πενθήμερο και επί 7ώρες ημερησίως από τις 7:30 έως τις 14:30, όπως ακριβώς είχε συμφωνηθεί και αμείφθηκε με το ποσό των 25 ευρώ ημερησίως, κατά τα συμφωνηθέντα με την ένδικη σύμβαση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, για την βοηθητική εργασία που αναπόφευκτα παρείχε στο Δημόσιο, ως φορέα υλοποίησης του σχετικού προγράμματος και στα πλαίσια του εν λόγω προγράμματος, προκειμένου να αποκτήσει τη σχετική επαγγελματική κατάρτιση, η οποία (επαγγελματική κατάρτιση) ήταν και ο μοναδικός σκοπός των συμβληθέντων και όχι για την εκτέλεση παραγωγικού έργου.
Δηλαδή, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεν παρείχε την εργασία της στο Δημόσιο, με την έννοια της εκτέλεσης παραγωγικού έργου, ώστε να προκύψει πλουτισμός του τελευταίου από την παροχή αυτή και να δικαιούται η ενάγουσα σε απόδοσή του, αλλά αντίθετα, για τις βοηθητικές υπηρεσίες, τις οποίες αυτή αναπόφευκτα παρείχε στα πλαίσια της σύμβασης μαθητείας, προκειμένου να αποκτήσει εργασιακή εμπειρία, αμείφθηκε με το συμφωνημένο ποσό των 25 ευρώ ημερησίως, έτσι ώστε δεν πλούτισε σε βάρος της το εναγόμενο Δημόσιο.
Συνεπώς, κατά την πρώτη επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, που είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, το οποίο έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και επί των ΝΠΔΔ και επί αξιώσεων κατ' αυτών από σχέση εργασίας, διότι δεν εισάγεται υπέρ αυτών εξαίρεση με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου από αυτά σε μη νομοθετημένη θέση, παρά την ακυρότητα της πρόσληψης, που συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης της νόμιμης αιτίας........η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τέλος, ως προς την επικουρικότερη αγωγική βάση από την. επικαλούμενη αδικοπραξία που συνίσταται στην υπαίτια παράλειψη των οργάνων του εναγομένου Δημοσίου να καταβάλουν στην ενάγουσα την οφειλόμενη στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους αμοιβή για την παροχή της εργασίας της, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι έχει ως προαπαιτούμενο την οφειλή τέτοιων αποδοχών στην ενάγουσα, πράγμα το οποίο δεν αποδείχθηκε κατά τα άνω, η αγωγή είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέα, ως μη νόμιμη, καθόσον η επικαλούμενη συμπεριφορά των οργάνων του Δημοσίου, ακόμη και αν υποτεθεί αληθής, συνιστά μεν ποινικό αδίκημα, κατά το άρθρο μόνο του Ν.690/1945, όχι όμως και αδικοπραξία κατ' άρθρο 914 ΑΚ, αφού με την παράλειψη της πληρωμής ο εργαζόμενος δεν χάνει τις καθυστερούμενες αποδοχές του.
Συνεπώς, δεν υπάρχει ζημία, που να έχει αιτία, την σε σχέση με το Ν.690/1945 παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη, ενώ η μη εκπλήρωση από τον τελευταίο της υποχρεώσεώς του προς καταβολή του οφειλόμενου μισθού και η παρακράτησή του δεν συνιστά αδικοπραξία......και η αγωγή με βάση αυτή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε την έφεση του εναγόμενου, ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και απέρριψε αυτή ως προς όλες τις βάσεις της, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών-που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα-στις προεκτεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε με σφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.
Ειδικότερα, με τις Ανωτέρω παραδοχές το δικαστήριο της ουσίας δεχόμενο ότι δεν υφίσταται σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αλλά ούτε και απλή σχέση εργασίας μεταξύ της ήδη αναιρεσείουσας και του αναιρεσίβλητου, αφού οι συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων ήταν γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, επί των οποίων δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, μεταξύ των οποίων και αυτές που προβλέπουν το κατώτατο ημερομίσθιο, την καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας και ότι, η ήδη αναιρεσείουσα δεν δικαιούται τις διαφορές αποδοχών ούτε με βάση έγκυρη εργασιακή σύμβαση, αλλά ούτε και κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.
Διέλαβε δε στο υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καταστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω. Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης αιτιάσεις και υπό την επίφαση των άνω αναιρετικών πλημμελειών πλήττονται απαραδέκτως οι ανεπίδεκτες αναιρετικού ελέγχου ουσιαστικές παραδοχές του εφετείου.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη οι από τους αριθμούς 1 και 19 το άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14ΚΠολΔ η απόφαση είναι αναιρετέα "εάν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Περαιτέρω, στις ειδικές διαδικασίες, η αντέφεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 591 τταρ.1 εδ.ζ ΚΠολΔικ, όπως αυτή ισχύει από 01.01.2016 μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν.4335/2015, ασκείται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και επιδίδεται στον εκκαλούντα οκτώ (8) ημέρες πριν από την συζήτηση της έφεσης. Κατά την σαφή διατύπωση της διάταξης, απαιτείται να συντελεσθούν και οι δύο ως άνω συμπλεκτικώς οριζόμενες διαδικαστικές πράξεις, της κατάθεσης δηλαδή του δικογράφου της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και της επίδοσής της στον εκκαλούντα, οι οποίες αποτελούν την έγγραφη προδικασία της άσκησης κατά την έννοια του άρθρου 111 ΚΠολΔ και οι δύο δε, πρέπει να λάβουν χώρα πριν από την τιθέμενη αποκλειστική προθεσμία των οκτώ (8) ημερών πριν από την συζήτηση, αλλιώς η αντέφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Η αντέφεση δεν είναι ένδικο μέσο, αλλά είναι ιδιαίτερο ένδικο βοήθημα άμυνας του εφεσιβλήτου, που περιέχει περιορισμένης έκτασης αντεπίθεση αυτού κατά του εκκαλούντος (Ολ ΑΠ 180/1979 ΑΠ 429/1977) και αποσκοπεί στην απόρριψη των κεφαλαίων που μεταβιβάστηκαν στο εφετείο με την έφεση και των αναγκαίων με αυτά συνεχομένων, χωρίς να επηρεάζονται τα κεφάλαια εκείνα που δεν μεταβιβάστηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την έφεση και τα αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα, ως προς τα οποία δεν επιλαμβάνεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Η αντέφεση, λοιπόν, έχει παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με την έφεση και συνιστά σε σχέση αυτή, ιδιαίτερη διαδικαστική πράξη, που διέπεται από τις σχετικές με αυτή διατάξεις. Το παραδεκτό και οι διατυπώσεις της αντέφεσης, ως απλής διαδικαστικής πράξης, κατ' άρθρο 12 του ΕισΝΚΠολΔ, κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο της άσκησής της (ΑΠ429/1977).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη την εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 αναιρετική, πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι εσφαλμένα το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την δια των προτάσεων της ασκηθείσα αντέφεση. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε με "....Αντιθέτως απορριπτέα ως απαράδεκτη... άρθρα 246, 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ), είναι η αντέφεση που άσκησε με τις από 17-10-2016 έγγραφες προτάσεις της η εφεσίβλητη-ενάγουσα, κατά του κεφαλαίου της εκκαλουμένης, που πλήττεται με τον τέταρτο (4°) λόγο έφεσης, οι οποίες (προτάσεις), όπως προκύπτει από τη σημείωση της Γραμματέως της έδρας κατατέθηκαν στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου στις 17.10.2016, ήτοι την προτεραία της δικασίμου, διότι δεν ασκήθηκε (η αντέφεση) όπως προβλέπει το τροποποιημένο άρθρο 591 παρ.1 εδ.ζ ΚΠολΔικ, που σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη, εφαρμόζεται εν προκειμένω, κατ' άρθρο 12 του ΕισΝΚΠολΔικ, δηλαδή με ιδιαίτερο δικόγραφο, το οποίο να έχει κατατεθεί στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου και να έχει επιδοθεί στην εκκαλούσα-αντεφεσίβλητη οκτώ (8) ημέρες πριν από την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 18.10.2016".
Επομένως, η προσβαλλόμενη δεν κήρυξε εν προκειμένω παρά το νόμο απαράδεκτο και συνεπώς είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης.
Κατόπιν αυτών πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176,183, και 191 παρ.2) μειωμένα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕΙσΝΚΠολΔ σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΚΥΑ 134423/1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 13-3-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' άριθμ. 2643/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ