Legislator Case Law & Legislation
1483/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment due to failure to cite evidence in written submissions.

Case Number 1483/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued the lower court failed to consider specific evidence regarding a non-existent settlement agreement, but the court found no clear citation of these documents in the written submissions. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 561, 559, 495, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the lower court's failure to consider evidence is inadmissible if the appellant fails to clearly cite such evidence in their written submissions.

Keywords

AI generated
appeal admissibility failure to cite evidence unfounded appeal costs allocation written submissions requirement

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1483 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1483/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Αστικού μη κερδοσκοπικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Κοκολινάκη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ζωητό με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/1/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1838/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4060/2012 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/10/2014 αίτησή του.

Η αίτηση αυτή φέρεται προς συζήτηση με την από 8/3/2017 κλήση του αναιρεσείοντος μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. 4/2017 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 19/2/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Μαχαίρα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν ο πρώτος και δεύτερος λόγος της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία φέρεται προς συζήτηση με την από 8-3-2017 κλήση του αναιρεσείοντος μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. 4/2017 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία είχε κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτησή της, προσβάλλεται η υπ’ αριθ. 4060/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων. Το Εφετείο με την απόφαση αυτή έκανε δεκτή την από 29-7-2011 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και τους από 12-10-2011 πρόσθετους λόγους αυτής κατά της υπ’ αριθ. 1838/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχτεί την από 26-1-2010 αγωγή του αναιρεσείοντος κατ’ αυτής, εξαφάνισε την απόφαση αυτή, δίκασε κατ’ ουσίαν την υπόθεση και μετά παραδοχή της ανατρεπτικής ένστασης του εξώδικου συμβιβασμού, που έλαβε χώρα μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και την οποία πρόβαλε η εκκαλούσα-εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη με πρόσθετο λόγο έφεσης ως οψιγενή ισχυρισμό, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 293 παρ. 2 ΚΠολΔ ο συμβιβασμός, που καταρτίζεται εκτός του πλαισίου της εκκρεμούς δίκης ή στο πλαίσιο μεν της δίκης, αλλά χωρίς τις διατυπώσεις της παρ. 1 του άρθρου 293 του ΚΠολΔ, φέρει το χαρακτήρα εξωδίκου συμβιβασμού και κρίνεται κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κατά τις διατάξεις των άρθρων 871 και 872 ΑΚ.

Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 871 ΑΚ, με τη σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μία φιλονικία τους ή μία αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση. Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο εξώδικος συμβιβασμός, εφόσον συντρέχουν οι κατά το ουσιαστικό δίκαιο προϋποθέσεις, δεν καταργεί τη δίκη, αλλά μπορεί να θεμελιώσει ένσταση ανατρεπτική, η οποία, αν προταθεί και αποδειχθεί, υποχρεώνει το δικαστήριο της ουσίας να ρυθμίσει το διατακτικό της απόφασής του, σύμφωνα με το περιεχόμενο του συμβιβασμού και αποφανθεί, περαιτέρω, ότι δεν υφίσταται αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 990/2007).

Εξάλλου, από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 871 ΑΚ συνάγεται ότι για τη σύναψη της σύμβασης συμβιβασμού απαιτείται πρόταση από το ένα συμβαλλόμενο μέρος με περιεχόμενο τη διάλυση της έριδας ή αβεβαιότητας, με αμοιβαίες υποχωρήσεις και αποδοχή της πρότασης από το άλλο μέρος. Η σύμβαση δε καταρτίζεται, κατά το χρόνο περιέλευσης της αποδοχής στον προτείναντα, αν είναι απευθυντέα, η οποία πρέπει να γίνει, εγκαίρως, δηλαδή στην προθεσμία που είχε τάξει αυτός, κατά τη διάταξη του άρθρου 189 εδ.

α ΑΚ ή αν δεν είχε τάξει προθεσμία, στο χρονικό διάστημα, μέσα στο οποίο ο προτείνας είναι υποχρεωμένος να αναμείνει την αποδοχή, κατά τη διάταξη του άρθρου 189 εδ. β ΑΚ, ή αν είναι μη απευθυντέα, πρέπει να γίνει μέσα σε εύλογη, κατά τις περιστάσεις προθεσμία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 193 εδ. β και 194 εδ. β ΑΚ.

Περαιτέρω, η πρόταση αποσβήνεται και δεν οδηγεί σε κατάρτιση σύμβασης, κατά τη διάταξη του άρθρου 187 ΑΚ, όταν αυτή αποκρούστηκε από το λήπτη ή αν δεν έγινε έγκαιρα αποδεκτή από αυτόν, κατά τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 189-194 ΑΚ, οπότε θεωρείται, κατ’ άρθρο 191 ΑΚ ως νέα πρόταση. Οι σχετικές δηλώσεις βούλησης και οι πράξεις των μερών, που περιέχονται στην πρόταση και την αποδοχή, αποτελούν πραγματικά περιστατικά η συνδρομή των οποίων κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση όμως για το αν τα συγκεκριμένα περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι καταρτίστηκε σύμβαση συμβιβασμού, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και συνεπώς σε περίπτωση σφάλματος ως προς τον ορθό χαρακτηρισμό τους, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 871 ΑΚ (ΟλΑΠ 578/1980, ΑΠ 617/2016, ΑΠ 1306/2010).

Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητας ως προς κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Αν δεν υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα ή η υπάρχουσα λύεται με υποχώρηση μόνο του ενός εκ των μερών, τότε δεν πρόκειται για σύμβαση συμβιβασμού, αλλά για άλλου είδους σύμβαση, όπως είναι η αναγνώριση απαίτησης (άρθ. 873 ΑΚ), η άφεση χρέους (άρθ. 454 ΑΚ), η δωρεά (άρθ. 496ΑΚ) κλπ.

Οι αμοιβαίες υποχωρήσεις των μερών δεν λαμβάνονται με τη στενή τεχνική έννοια του όρου, αλλά υπό την ευρεία έννοια των συναλλαγών. Αρκεί το ένα συμβαλλόμενο μέρος να προβαίνει σε μια θυσία, γιατί σε αντίστοιχη θυσία προβαίνει και το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Η υποχώρηση στην οποία προβαίνει το ένα μέρος δεν είναι απαραίτητο να είναι ισάξια προς την υποχώρηση του άλλου μέρους.

Και φιλονικία μεν (έρις) υπάρχει όταν καθένας από τους συμβαλλομένους αμφισβητεί τη νομική ή πραγματική βασιμότητα των απαιτήσεων του άλλου, άσχετα αν έχει πράγματι αμφιβολία περί αυτών, ή πράττει τούτο από απλή κακοβουλία. Αβεβαιότητα δε όταν κανένας από τους συμβαλλομένους δεν είναι βέβαιος για τις δικές του απαιτήσεις, ήτοι αν γεννήθηκε η έννομη σχέση, αν υπάρχει, μεταξύ ποίων προσώπων ή σε ποια έκταση (ΑΠ 1257/2017).

Τέλος, από το συνδυασμό των άρθρων 269 παρ.2 περ. β και 527 αριθ. 2 ΚΠολΔ, όπως αυτές ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με τον Ν. 4335/2015, συνάγεται ότι ο εναγόμενος, ως εκκαλών, μπορεί να προτείνει παραδεκτώς με την έφεση ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων, οσάκις οι πρόσθετοι λόγοι ασκούνται παραδεκτά μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο, για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη οψιγενή ισχυρισμό (ένσταση), όπως είναι και η ανατρεπτική ένσταση εξώδικου συμβιβασμού, εφόσον τα θεμελιούντα αυτήν πραγματικά περιστατικά έλαβαν χώρα μετά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 574/2015, ΑΠ 698/1990).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στους κανόνες δε του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται αφενός ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και αφετέρου ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στην δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την δήλωση βούλησης.

Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μίας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή δε στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης.

Ο ίδιος λόγος επίσης ιδρύεται και όταν με τη δοθείσα ερμηνεία παραβιάζονται οι αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 355/2011, ΑΠ 604/2011), ως κριτήρια συμπεριφοράς επιβαλλομένης στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, όταν, δηλαδή, το ερμηνευτικό πόρισμα δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 495/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: " Στις 5-4-2011, μετά την τελευταία συζήτηση της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία έλαβε χώρα στις 29-9-2010, επειδή εκκρεμούσε σημαντικός αριθμός αγωγών του ενάγοντος Οργανισμού Συλλογικής Διαχείρισης (..., ομοίου αντικειμένου με την ένδικη, ενώπιον των δικαστηρίων προς εκδίκαση, κατά σημαντικού αριθμού ξενοδοχειακών επιχειρήσεων-μελών του "...

Επιμελητηρίου Ελλάδος ν.π.δ.δ", που αμφισβητούσαν το επικαλούμενο δικαίωμά του για αποζημίωση, λόγω της δημόσιας παρουσίασης, χωρίς την άδειά του, των προστατευόμενων από τον ίδιο οπτικοακουαστικών μέσων στα δωμάτια των ξενοδοχείων, μεταξύ του ενάγοντος και του "... Επιμελητηρίου Ελλάδος (....)" καταρτίστηκε η από 5-4-2011 έγγραφη σύμβαση-"μνημόνιο συμφωνίας".

Στη σύμβαση αυτή τα μέρη δήλωσαν, ότι μετά την έκδοση της διάταξης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση .../09, με την οποία επιλύθηκε καταφατικά το -αμφισβητούμενο μέχρι τότε- νομικό ζήτημα, εάν συνιστά παρουσίαση στο κοινό η πραγματοποίηση από τον ξενοδόχο αναμετάδοσης οπτικοακουστικών έργων στα δωμάτια του ξενοδοχείου του μέσω συσκευών τηλεοράσεως, στις οποίες διανέμεται το λαμβανόμενο από το ξενοδοχείο τηλεοπτικό σήμα, και για τη συνολική εξωδικαστική διευθέτηση του ζητήματος του καθορισμού των οφειλομένων στον ... (ενάγοντα) αμοιβών πνευματικών δικαιωμάτων για τον ανωτέρω λόγο και προς αποφυγή μελλοντικών δικαστικών διενέξεων μεταξύ του ...

και μελών του ...., συμφώνησαν και συναποδέχθηκαν ότι: α) η αμοιβή των πνευματικών δικαιωμάτων για την παρουσίαση των ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών προστατευομένων από τον ... οπτικοακουστικών έργων στο κοινό που βρίσκεται σε δωμάτια ξενοδοχείου, το οποίο ανήκει σε μέλος του ...., θα ανέρχεται για τα έτη 2011-2012 προκειμένου για ξενοδοχεία πέντε αστέρων, (που ενδιαφέρει εν προκειμένω), στο ποσό των 9 ευρώ ετησίως για κάθε δωμάτιο της συγκεκριμένης κατηγορίας, που λειτουργεί 12 μήνες το χρόνο και στο ποσό των 5,40 ευρώ ετησίως για κάθε δωμάτιο της ίδιας κατηγορίας, που λειτουργεί έως 6 μήνες το χρόνο, β) ο εκάστοτε ισχύων φόρος προστιθέμενης αξίας ή οποιαδήποτε άλλη νόμιμη επιβάρυνση, που μπορεί να προκύψει στο μέλλον, εφ’ οιουδήποτε ποσού θα καταβάλει για την αιτία αυτή μέλος του ....

προς τον ..., θα βαρύνει αποκλειστικά και μόνο την ξενοδοχειακή επιχείρηση και θα καταβάλλεται στον ... στο ακέραιο. Για τα έτη από το 2013 και εντεύθεν η προαναφερόμενη αμοιβή θα αναπροσαρμόζεται ετησίως με βάση την ετήσια αύξηση του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (μέσος όρος αύξησης Δ.Τ.Κ. του προηγούμενου δωδεκαμήνου), αλλά δεν θα υπερβαίνει η αναπροσαρμογή αυτή το 5% ετησίως της ισχύουσας αμοιβής, και η εν λόγω αμοιβή, πλέον του ΦΠΑ θα τιμολογείται το Δεκέμβριο κάθε ημερολογιακού έτους, γ) έναντι οποιουδήποτε μέλους του ....

προσχωρήσει στην προκείμενη συμφωνία ο ... δεν θα διατηρεί καμία αξίωση για ολόκληρο το χρονικό διάστημα του παρελθόντος έως και το τέλος του έτους 2010, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι το μέλος του .... δεν θα εξέλθει της συμφωνίας αυτής, οπότε οι παραπάνω αξιώσεις του ... θα ενεργοποιούνται άμεσα. Ομοίως, αναφερόμενες στα προηγούμενα έτη αξιώσεις του ...

έναντι υπαχθέντων στην προκειμένη συμφωνία μελών του ...., οι οποίες έχουν επιδικασθεί πρωτοδίκως δεν θα αναζητούνται από τον ..., πάντοτε βεβαίως υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι το μέλος του .... δεν θα εξέλθει της εν λόγω συμφωνίας, οπότε και πάλι οι παραπάνω αξιώσεις θα επανεργοποιούνται άμεσα. Τα υπαγόμενα στην περίπτωση του τελευταίου εδαφίου μέλη του ....

θα υπέχουν πάντως σε κάθε τέτοια περίπτωση υποχρέωση αποκατάστασης της εν γένει δικαστικής δαπάνης του ..., η οποία καθορίζεται σε ποσοστό 10% επί του πρωτοδίκως επιδικασθέντος ποσού και δ) οι αναφερόμενες σε προηγούμενα έτη αξιώσεις του ... έναντι υπαχθέντων στην προκειμένη συμφωνία μελών του ...., οι οποίες έχουν κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστές από τα αρμόδια Δικαστήρια και έχουν καταβληθεί ήδη στον ...

δεν αναζητούνται από τα εν λόγω μέλη του .... Ομοίως, αναφερόμενες σε προηγούμενα έτη αξιώσεις του ..., οι οποίες έχουν τελεσιδικήσει εις βάρος οποιουδήποτε μέλους του .... θα καταβληθούν κανονικά στον ...". Η εναγομένη ανώνυμη εταιρία διατηρεί τρεις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις στην περιοχή της … και συγκεκριμένα τα ξενοδοχεία ..., που είναι μέλη του ...

Επιμελητηρίου της Ελλάδος (....) και με την ιδιότητά της αυτή στις 11-7-2011 προέβη, και για τις τρεις αυτές ξενοδοχειακές επιχειρήσεις της, σε δηλώσεις προσχώρησης στους όρους της ανωτέρω σύμβασης, που καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος και του .... και μετά την προσχώρηση της και η ίδια δεσμεύεται, ως αντισυμβαλλομένη του ..., στην αμφοτεροβαρή αυτή σύμβαση, όπως ορίστηκε, η οποία είναι σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού, με την οποία τα μέρη εκδήλωσαν την πρόθεση τους να διαλύσουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις τους τη μέχρι τότε έριδα και την αβεβαιότητα αναφορικά με τη γένεση, τη βασιμότητα και ύψος της οφειλόμενης αμοιβής στον ενάγοντα για την παρουσίαση στο κοινό με αναμετάδοση οπτικοακουστικών έργων στα δωμάτια των ξενοδοχείων μέσω συσκευών τηλεοράσεως, στις οποίες διανέμεται το λαμβανόμενο από το ξενοδοχείο τηλεοπτικό σήμα, όπως ρητά συμφωνήθηκε.

Περαιτέρω, με αμοιβαίες υποχωρήσεις των μερών, για την προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία η εναγομένη εταιρία είχε υποχρεωθεί με την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να καταβάλει στον ενάγοντα Οργανισμό Συλλογικής Διαχείρισης ΑΘΗΝΑ, για την ανωτέρω αιτία της αναμετάδοσης οπτικοακουστικών έργων μέσω των συσκευών τηλεοράσεως, χωρίς την άδειά του, στα προαναφερόμενα ξενοδοχεία της για τα παρελθόντα έτη 2008 και 2009, το συνολικό ποσό των 13.623,12 ευρώ, και επειδή η εναγομένη δεν κατέβαλε στον ενάγοντα το επιδικασθέν ποσό, με βάση την ανωτέρω σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού, ο μεν ενάγων παραιτήθηκε από την αναζήτηση του ανωτέρω ποσού, που επιδικάστηκε πρωτοδίκως με την εκκαλουμένη απόφαση σε βάρος της εναγομένης, η οποία δεν εξήλθε από τη σύμβαση, η δε εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει μεγαλύτερο ποσό από την επιδικασθείσα εις βάρος της με την πρωτόδικη απόφαση δικαστική δαπάνη των εξακοσίων ευρώ και συγκεκριμένα υποχρεούται να του καταβάλει το 10% επί του επιδικασθέντος ποσού, δηλαδή (13.623,12 Χ 10% = ) 1.362,31 ευρώ.

Το ποσό αυτό, το πρόσφερε νομίμως η εναγομένη στον ενάγοντα, με την από 25-7- 2011 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στον ενάγοντα την επομένη ημέρα, και μετά την άρνηση του τελευταίου να το λάβει το κατέθεσε νομίμως δημόσια υπέρ αυτού πλέον ΦΠΑ 23%, δηλαδή κατέθεσε το ποσό 1.675,66 ευρώ, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, εκδοθέντος του υπ’ αριθμ. .../26-7-2011 γραμματίου συστάσεως παρακατάθεσης.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω αποδείχθηκε σαφώς η κατάρτιση της επικαλούμενης σύμβασης εξώδικου συμβιβασμού, η οποία, σημειωτέον, δεν αμφισβητήθηκε ειδικά από την εφεσίβλητη-καθής οι πρόσθετοι λόγοι, και συνεπώς η στηριζόμενη στο συμβιβασμό αυτό ανατρεπτική ένσταση είναι ουσιαστικά βάσιμη. Η βασιμότητα της ανατρεπτικής αυτής ένστασης, καθιστά τη συνέχιση της δίκης που ανοίχθηκε μεταξύ των διαδίκων με την κρινόμενη αγωγή άνευ αντικειμένου, όπως βάσιμα επικαλείται και η εκκαλούσα με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσής της, και τούτο επιφέρει την απόρριψη της αγωγής αυτής, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη".

Με βάση τις εκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης, καθώς και τους προσθέτους λόγους αυτής, με τον πρώτο από τους οποίους είχε προβάλει παραδεκτά τον οψιγενή ισχυρισμό της ( ένσταση) περί κατάρτισης εξώδικου συμβιβασμού μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε δεχτεί την αγωγή του αναιρεσείοντος, δίκασε την υπόθεση στην ουσία της και, μετά παραδοχή της άνω ανατρεπτικής ένστασης του εξώδικου συμβιβασμού, την απέρριψε ως αβάσιμη.

Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 187, 189 εδ. β, 191 εδ. α, 193 3δ. β, 194 εδ. β, 454 ΑΚ, αφού υπό τα ως άνω, ανελέγκτως, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις που οδηγούσαν στο συμπέρασμα, ότι με την παραπάνω "σύμβαση-μνημόνιο", που έλαβε χώρα, μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στην οποία η αναιρεσίβλητη ως μέλος του ....

προσχώρησε, καταρτίστηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης, μετά σύμπτωση των δηλώσεων βούλησής τους, σχετικά με την πρόταση του πρώτου και την αποδοχή της δεύτερης, σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού, αφού έλυσαν με αμοιβαίες υποχωρήσεις τους τη μέχρι τότε έριδα και αβεβαιότητα σχετικά με τη γένεση, τη βασιμότητα και το ύψος της οφειλόμενης αμοιβής στον πρώτο για την παρουσίαση στο κοινό με αναμετάδοση οπτικοακουστικών έργων στα δωμάτια των ξενοδοχείων της δεύτερης μέσω συσκευών τηλεόρασης, δεδομένου, ότι με αυτή, ο μεν αναιρεσείων παραιτήθηκε από την αναζήτηση των αξιώσεών του, ύψους 13.623,12€, που είχαν επιδικασθεί πρωτοδίκως με προσωρινώς εκτελεστή απόφαση κατά της αναιρεσίβλητης, για τα παρελθόντα έτη 2008-2009, αυτή δε, τηρώντας τους όρους υπό τους οποίους συμφωνήθηκε, κατέβαλε σ’ αυτόν μεγαλύτερο ποσό από την επιδικασθείσα πρωτοδίκως δικαστική δαπάνη σε βάρος της και συγκεκριμένα κατέβαλε το συνολικό ποσό των 1.675,66€, αντί του ποσού των 600,00€ και επιπλέον παρέμεινε στη "σύμβαση-μνημόνιο", με την οποία είχε ορισθεί και το ποσό της αμοιβής του αναιρεσείοντος για τα επόμενα έτη.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τα σχετικά σκέλη του οποίου υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορρριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με το σχετικό σκέλος του οποίου υποστηρίζεται ότι, ενώ στη "σύμβαση-μνημόνιο" δεν μνημονεύονται ρητώς οι προσωρινώς εκτελεστές αποφάσεις, όπως η μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης, και προκύπτει προδήλως κενό στη δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων μερών, έπρεπε το Εφετείο να προβεί στην ερμηνεία αυτής, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και να δεχτεί, ότι η αληθής βούλησή τους ήταν η ταχεία, εξώδικη και καλόπιστη ένταξη όλων των μελών του ....

στη "σύμβαση-μνημόνιο" μέχρι όμως την έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης, είναι απορριπτέος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον το Εφετείο, κατά την άνω ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, δεν διαπίστωσε, έστω και έμμεσα, κενό ή αμφίβολο σημείο ως προς τις δηλώσεις των συμβληθέντων, σχετικά με το προβαλλόμενο από τον αναιρεσείοντα ζήτημα, ώστε να πρέπει να προβεί στην ερμηνεία τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Τέλος, ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης και κατά τα σχετικά του σκέλη, με τα οποία υποστηρίζεται, ότι το Εφετείο, που κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, α) διότι η δήλωση ένταξης (αποδοχή) της αναιρεσίβλητης στη "σύμβαση μνημόνιο", που περιήλθε σ’ αυτόν στις 11-7-2011 δεν οδήγησε στην κατάρτιση ατομικής σύμβασης μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης εξώδικου συμβιβασμού, διότι δεν έγινε εγκαίρως, καθόσον περιήλθε σ’ αυτόν αδικαιολόγητα καθυστερημένα από τη γνωστοποίησή της στα μέλη του ....

με ανάρτηση στο διαδίκτυο στις 7-6-2011, β) άλλως διότι ήταν καταχρηστική ως αντιβαίνουσα τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον έγινε μετά την επίδοση σ’ αυτή στις 8-7-2011 της σχετικής, κατ’ άρθρο 926 ΚΠολΔ, επιταγής προς εκτέλεση της προσωρινώς εκτελεστής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και γ) σε κάθε περίπτωση, και εάν ήθελε γίνει δεκτό, ότι η άνω δήλωση ένταξης της αναιρεσίβλητης οδήγησε στη σύναψη ατομικής σύμβασης μεταξύ αυτού και της τελευταίας, η αναφερόμενη στη "σύμβαση-μνημόνιο" απαλλαγή της από τις μέχρι την 31-12-2010 παρελθούσες και πρωτοδίκως επιδικασθείσες αξιώσεις του είχε ανασταλτικό χαρακτήρα και δεν συνιστούσε άφεση χρέους, καθόσον επρόκειτο περί συμφωνίας αναστολής της πληρωμής των οφειλών του παρελθόντος υπό τη διαλυτική αίρεση της μη εξόδου της από τη "σύμβαση-μνημόνιο", αλλά της παραμονής της σ’ αυτή και της προσήκουσας εκπλήρωσης όλων των συμβατικών της υποχρεώσεων, καθόλη τη διάρκεια ισχύος της, που ήταν αορίστου χρόνου και επομένως δεν έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή της, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι στηρίζεται σε ισχυρισμούς, οι οποίοι προβάλλονται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου και δεν υπάγονται στις εξαιρέσεις του άνω άρθρου, δεδομένου ότι από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων προτάσεών της ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της έφεσης και των προσθέτων λόγων αυτής προκύπτει, ότι αυτή δεν αμφισβήτησε ειδικά την κατάρτιση της σύμβασης του εξώδικου συμβιβασμού, αλλά απλώς προέβαλε, ότι απαραδέκτως υποβλήθηκε ο ισχυρισμός αυτός της αναιρεσίβλητης με πρόσθετο λόγο έφεσης και ότι έπρεπε να προταθεί με λόγο ανακοπής κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.

ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).

Δεν ιδρύεται, τέλος, ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου επί των προσθέτων λόγων της έφεσης προέβαλε, ότι έπρεπε να απορριφθούν οι πρόσθετοι λόγοι της έφεσης της αναιρεσίβλητης, με τον πρώτο από τους οποίους, είχε προτείνει τον οψιγενή ισχυρισμό της και συγκεκριμένα την ανατρεπτική ένσταση εξώδικου συμβιβασμού, λόγω προφανούς έλλειψης εννόμου συμφέροντος, διότι δήθεν ο ισχυρισμός αυτός μπορούσε να προβληθεί μόνο με την ανακοπή του άρθρου 933 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε ως νομικά αβάσιμο. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι τα έγγραφα προς άμεση και έμμεση απόδειξη λαμβάνονται υπόψη όχι αυτεπαγγέλτως αλλά μετά από επίκλησή τους, που αποδεικνύεται από τις έγγραφες προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είτε από το διάδικο που τα προσκόμισε για να τα χρησιμοποιήσει κατά του αντιδίκου του, είτε από τον τελευταίο κατ’ εκείνου, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση, είχαν καταστεί κοινό μέσο απόδειξης.

Με την προϋπόθεση δε της συνδρομής τόσο της προσκομιδής όσο και της επίκλησης εγγράφων, αν αυτά δεν ληφθούν υπόψη, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ.

γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα νομίμως υπ’ αυτού επικληθέντα και προσκομισθέντα ενώπιον του έγγραφα, και συγκεκριμένα α) την υπ’ αριθ. ...-7-2011 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης κινητών και την υπ’ αριθ. ...-7-2011 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης για διενέργεια πλειστηριασμού κινητών του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Πειραιά Γ.

Κ., με βάση τις οποίες επιβλήθηκε κατάσχεση εκ μέρους του επί κινητών πραγμάτων της αναιρεσίβλητης, β) την από 27-7-2011 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά της άνω αναγκαστικής εκτέλεσης της υπ’ αριθ.1838/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία η αναιρεσίβλητη ζήτησε την ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης στο σύνολό της για τους εν αυτή λόγους, γ) την από 22-8-2011 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αίτηση αναστολής της ως άνω αναγκαστικής εκτέλεσης, δ) την υπ’ αριθ. .../2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Θ.

Δ. από την οποία προκύπτει η άρνηση του να εισπράξει το μνημονευόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση το ποσό των 1623,12€, που του προσέφερε η αναιρεσίβλητη και ε) το υπ’ αριθ. .../2011 γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης, από το οποίο προκύπτει η παρακατάθεση του ποσού αυτού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και από το σύνολο των οποίων αποδεικνύεται η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού του, ότι ουδέποτε καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού, αφού δεν αποδέχτηκε τη δήλωση προσχώρησης της αναιρεσίβλητης στη "σύμβαση-μνημόνιο".

Από την παραδεκτή όμως, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 24-5-2012 έγγραφων προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου, τόσον επί της έφεσης, όσον και επί των προσθέτων λόγων της αναιρεσίβλητης, για τη συζήτησή τους στη δικάσιμο 24-5-2012, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προκύπτει σαφής και ορισμένη επίκληση των άνω εγγράφων από τον αναιρεσείοντα.

Ο ερευνώμενος, επομένως, τρίτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ...2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6-10-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 4060/2012 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ