1483/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 9 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1483/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος (Ολ.Α.Π. 32/1996, Α.Π. 39/2010). Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Full text
Απόφαση 1483 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1483/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 9 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Δημητριάδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΙΑΣ Α.Τ.Ε. ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ" που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουρκουμέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-5-2007 προσφυγή-αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1856/2008 μη οριστική και 6345/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-2-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 5-5-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος (Ολ.Α.Π. 32/1996, Α.Π. 39/2010). Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, αν δεν είναι αυτονόητη, γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.Α.Π. 32/1996, Α.Π. 39/2010).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ.Α.Π. 20/2005).
Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον όρο πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής (Α.Π. 694/2009).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Για το ορισμένο και άρα παραδεκτό του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσκομιδής τους, ακόμα και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως και να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή το αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το αποδεικτικό μέσο, όπως ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, καθώς επίσης και οι λόγοι για τους οποίους ο αποδεικτέος ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 703/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως η αναιρεσείουσα εκθέτει, προς θεμελίωση των λόγων αναιρέσεως, τα εξής: Ότι μεταξύ αυτής και της ενάγουσας και ήδη αναιρεσιβλήτου υπεγράφη το αναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του εφετείου. Ότι με το συμφωνητικό αυτό και σύμφωνα με το άρθρο 33 του Κανονισμού Αναθέσεως και Εκτελέσεως Έργων (ΚΑΕΕ) η αναιρεσίβλητη ήταν υποχρεωμένη να εκτελέσει τις αναφερόμενες στην τεχνική περιγραφή εργασίες (απολογιστικές εργασίες).
Ότι το έργο προϋπολογίστηκε κατ' εκτίμηση στο ποσό των 2.167.597,92 ευρώ και η αναιρεσίβλητη έλαβε προκαταβολή 500.000 ευρώ. Ότι ο παραπάνω προϋπολογισμός ήταν ενδεικτικός και στην τεχνική περιγραφή δεν αναγράφονταν τεμάχια υλικών ή ποσότητες εργασιών. Ότι σύμφωνα με το άρθρο 33 παρ.6 του ΚΑΕΕ αλλά και τους ειδικούς όρους του ιδιωτικού συμφωνητικού για τις απολογιστικές εργασίες συντάσσεται επιμέτρηση για τον υπολογισμό της πραγματικής δαπάνης, αφού προσκομιστούν τα νόμιμα αποδεικτικά πληρωμής για την εκτέλεση των εργασιών.
Ότι η αναιρεσίβλητη δεν εδικαιούτο να παραπονείται για την πληρωμή του λογαριασμού διότι αυτός δεν συνοδευόταν από πλήρη φάκελο επιμετρητικών στοιχείων, τον οποίο είναι υποχρεωμένη να συντάξει η αναιρεσίβλητη και να ελεχθεί από αυτήν (την αναιρεσείουσα), ενέργεια στην οποία η αναιρεσίβλητη δεν προέβη παρά τις συνεχείς προσκλήσεις της προς τούτο.
Ότι ενδεικτικά των παραπάνω είναι και όσα έγγραφα προσκόμισε με επίκληση ενώπιον του εφετείου, όπως: α) το 12160/22-10-2002 έγγραφό της, με το οποίο η αναιρεσίβλητη υπέβαλε την πρώτη πιστοποίηση του έργου με γενικό όμως επιμετρητικό σχέδιο, β) το Ε/2554/4-11-2002 έγγραφό της, από το οποίο προκύπτει ότι η επιτροπή ελέγχου επιμετρήσεων διαπίστωσε ότι υποβλήθηκαν πέντε επιμετρήσεις από την αναιρεσίβλητη, χωρίς γενικά σχέδια από τα οποία να προκύπτουν οι θέσεις των εργασιών που εκτελέστηκαν, γ) το 12345/12-11-2002 έγγραφό της, με το οποίο επέστρεψε την πρώτη πιστοποίηση προς επανασύνταξη διότι δεν προέκυπταν οι εκτελεσθείσες εργασίες και γι' αυτό κάλεσε την αναιρεσίβλητη σε προσωπική ενημέρωση που έλαβε χώρα στις 13-11-2002, οπότε η αναιρεσίβλητη συμφώνησε με την άποψή της αφού διευκρινίστηκαν οι απορίες της σχετικά με τη συμπλήρωση των υποβληθέντων στοιχείων, δ) το 12383/15-11-2002 έγγραφό της με το οποίο προέβη σε αναλυτική σημείωση των ελλείψεων, καλώντας την αναιρεσίβλητη να συμμορφωθεί προς όσα προφορικά συμφώνησε, ε) τη 1181/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που αφορά το ίδιο έργο και είχε το ίδιο αντικείμενο.
Ότι αναντίρρητη είναι η εφαρμογή του άρθρου 33 παρ.6 και 20 ΚΑΕΕ, σύμφωνα με την οποία η αναιρεσίβλητη είχε υποχρέωση να συντάξει αναλυτικές επιμετρήσεις και τιμές μονάδας για να υπολογιστεί το εργολαβικό αντάλλαγμα, οι οποίες είναι υποχρεωτικές, αφού υπάρχουν τμήματα του έργου που ανατέθηκαν στην αναιρεσίβλητο και άλλα από αυτά σε άλλο εργολάβο.
Ότι η προσβαλλομένη σιγή αντιπαρήλθε τους παραπάνω ισχυρισμούς και έγγραφα και κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και εκ πλαγίου ακύρωσε το περιεχόμενό τους. Ότι επίσης δεν έλαβε υπόψη την ΒΑΒ 1155/1-2-2003 αγωγή της αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, για την οποία εκδόθηκε η 1754/2004 απόφαση του, κατά της οποίας αυτή (η αναιρεσείουσα) άσκησε αναίρεση.
Ότι δεν έλαβε υπόψη και σιγή αντιπαρήλθε την 4639/2006 απόφαση και την 1181/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία δέχθηκε ότι η απόφαση του εφετείου στερείται νομίμου αιτιολογίας για τους αναφερόμενους στην αίτηση λόγους. Ότι επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση διότι η αιτιολογία της δεν είναι η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος, 305 παρ.4 και 340 εδ.β Κ.Πολ.Δ.
αφού δεν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου. Ότι κατ' ακολουθίαν είναι βάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αιτήσεώς της και πρέπει η προσβαλλομένη να αναιρεθεί. Ότι περαιτέρω η αναιρεσίβλητη με την αγωγή της δεν επικαλείται το άρθρο 371 εδ.β Α.Κ., στο οποίο αναφέρεται η προσβαλλόμενη απόφαση, όσα δε ιστορεί η αναιρεσίβλητη στην αγωγή της προσιδιάζουν προς την τελευταία διάταξη.
Ότι την υποτιθέμενη άρνηση συμπράξεως για την κατάρτιση συμπληρωματικής συμβάσεως τη συνδυάζει με το άρθρο 281 Α.Κ., το οποίο επικαλείται αλλά εντελώς αόριστα. Ότι περίτρανη απόδειξη ότι η αναιρεσίβλητη δεν στηρίζεται στο άρθρο 371 Α.Κ. είναι το γεγονός ότι ζητεί να υποχρεωθεί να της καταβάλει τόκους υπερημερίας και δικονομικούς, όπως επίσης και το γεγονός ότι στηρίζεται στο άρθρο 904 Α.Κ.
περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Ότι η προσβαλλομένη και στην περίπτωση αυτή έσφαλε δεινά και κατέστησε εαυτήν αναιρετέα για κακή ερμηνεία νόμου και χωρίς νόμιμη αιτιολογία. Ότι η ίδια η προσβαλλομένη δέχεται ότι αυτή (η αναιρεσείουσα) προέβη στην κατάρτιση συμπληρωματικής συμβάσεως με όλους τους άλλους εργολάβους που είχαν εμπλακεί στην εκτέλεση του όλου έργου.
Ότι τούτο σημαίνει ότι η συμπεριφορά της απέναντι στην αναιρεσίβλητη ήταν καλόπιστη, όπως ήταν και για τους υπόλοιπους εργολάβους και δεν είναι δυνατόν να έγινε εξαίρεση ειδικά γι' αυτήν. Ότι επομένως η μη κατάρτιση συμπληρωματικής συμβάσεως οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα της αναιρεσιβλήτου, που προσπάθησε να νοσφισθεί υπέρογκα οφέλη.
Ότι ως προς τις συμπληρωματικές συμβάσεις ισχύουν οι διατάξεις του ΚΑΕΕ, όπως συνομολογεί και η αναιρεσίβλητη στην προσφυγή της και ειδικά εκείνες του άρθρου 35 παρ.4 ΚΑΕΕ που παρατίθενται στην αίτηση. Ότι από το νομικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία της δεν προκύπτει καμία παραπομπή ή υποχρεωτική εφαρμογή των ΑΤΟΕ και ΑΤΗΕ.
Ότι συνεπώς η προσβαλλομένη παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 35 ΚΑΕΕ. Ότι η αξίωση της αναιρεσιβλήτου θεωρείται γεγεννημένη στις 9-8-2002 και συνεπώς υπέκυψε σε παραγραφή, η οποία εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Ότι κατόπιν των ανωτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις προπεριγραφείσες πλημμέλειες διότι κακώς εφάρμοσε το νόμο, στερείται νομίμου αιτιολογίας ή εκ πλαγίου παραβίασε τις ισχύουσες διατάξεις, έσφαλε και πρέπει να αναιρεθεί.
Οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι και ειδικότερα: Ο λόγος από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. τον οποίο μόνο ρητά επικαλείται η αναιρεσείουσα είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας αφού για τη θεμελίωσή του δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και τέλος εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Περαιτέρω αν θεωρηθεί ότι στο αναιρετήριο περιέχονται και άλλοι λόγοι αναιρέσεως και ειδικότερα εκείνοι από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α, αριθ.8 περ.β και αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ., τους οποίους δεν επικαλείται μεν ρητά η αναιρεσείουσα, θα μπορούσε όμως να θεωρηθεί ότι εμμέσως επικαλείται, και πάλι αυτοί είναι απορριπτέοι και ειδικότερα:
Ο λόγος από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι δεν αναφέρονται οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν πλην εκείνης του άρθρου 35 του ΚΑΕΕ, ως προς την ερμηνεία όμως και εφαρμογή της οποίας και πάλι δεν αναφέρεται το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη νομικό σφάλμα.
Εξάλλου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη παραβίαση του άρθρου 371 εδ.β Α.Κ., μόνη δε η αναφορά του ότι η αναιρεσίβλητη με την αγωγή της δεν επικαλέσθηκε το άρθρο αυτό, δεν συνιστά νομικό σφάλμα της προσβαλλομένης, ενόψει του ότι ο νομικός χαρακτηρισμός του δικογράφου ανήκει στο δικαστήριο, ανεξαρτήτως των διατάξεων που επικαλείται ο διάδικος.
Περαιτέρω ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι ο ισχυρισμός του οποίου τη μη λήψη υπόψη επικαλείται η αναιρεσείουσα, ήτοι ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε συνυποβάλλει με το λογαριασμό πλήρη φάκελο επιμετρητικών στοιχείων, δεν συνιστά ένσταση αλλά άρνηση της αγωγής, με την οποία ζητήθηκε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το οφειλόμενο υπόλοιπο εργολαβικού ανταλλάγματος.
Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί παραγραφής της αξιώσεως της αναιρεσιβλήτου δεν μπορεί να θεμελιώσει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ., εφόσον αυτή δεν ισχυρίζεται ότι τον προέβαλε ενώπιον του εφετείου (άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ.
είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας και ειδικότερα όσο μεν αφορά την αγωγή με τα στοιχεία ΒΑΒ 1155/1-9-2003 και τις δικαστικές αποφάσεις με τους αριθμούς 1754/2006 και 4639/2006 διότι δεν αναφέρεται το περιεχόμενο αυτών, όσο δε αφορά όλα τα έγγραφα διότι δεν αναφέρεται για την απόδειξη τίνος ισχυρισμού τα επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα ούτε οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εν πάση δε περιπτώσει και αν ακόμα θεωρηθεί ότι ο λόγος αυτός είναι παραδεκτός, και πάλι είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι για το σχηματισμό της κρίσεως του εφετείου ελήφθησαν υπόψη, όπως ρητώς αναφέρεται σ' αυτήν, "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικώς παρακάτω, χωρίς όμως να παραλειφθεί οποιοδήποτε τούτων για την κατ' ουσία διάγνωση της διαφοράς", από δε την πιο πάνω γενική αναφορά αλλά και από την ειδική περαιτέρω μνεία στο σκεπτικό της των 12160/22-10-2002, 12383/15-11-2002 και Ε/2554/4-11-2002 εγγράφων της αναιρεσείουσας και της 4639/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, καθώς και από το σύνολο των αιτιολογιών της προκύπτει ότι όλα τα ανωτέρω έγγραφα ελήφθησαν υπόψη.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-2-2010 αίτηση για αναίρεση της 6345/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ