Legislator Case Law & Legislation
1483/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on vague grounds and failure to examine witnesses on scheduled day.

Case Number 1483/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Thessaloniki's final judgment. The appellant argued that the lower court erred by considering witness testimonies taken after the scheduled hearing date and by accepting vague statements without specific proof. The court ruled that such procedural irregularities do not constitute grounds for appeal under the Civil Procedure Code and that the appeal's arguments were legally vague and insufficient.

Legislator headnote

AI generated

Articles 107, 108, 245, 151, 159, 559 of the Civil Procedure Code; Appeals based on vague grounds or failure to examine witnesses on the scheduled day are inadmissible.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Vague Appeal Grounds Witness Examination Scheduled Hearing Dismissal of Appeal Procedural Irregularity Legal Sufficiency

Cited Legislation

AI generated
Article 806 of the Civil Code
Article 719 of the Civil Code
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 394 and 415 of the Code of Civil Procedure
Articles 107, 108, 245, 151, and 159 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1483 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1483/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Ατζαράκη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Της αναιρεσιβλήτου: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Καϊκλή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Νοεμβρίου 2000 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16057/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2896/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του .

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 26 Μαρτίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 806 του ΑΚ "με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλο κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ιδίας ποσότητας και ποιότητας". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ουσιώδη στοιχεία για τη σύμβαση του δανείου είναι:

α) να έχει ως αντικείμενο αντικαταστατά πράγματα (κινητά) και ιδίως χρήματα, β) να μεταβιβασθεί η κυριότητα αυτών, χωρίς να ενδιαφέρει, αν η μεταβίβαση γίνεται αμέσως ή εμμέσως από το δανειστή ή αμέσως ή εμμέσως προς τον οφειλέτη, αρκεί η μεταβίβαση της κυριότητας να συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1034-1039 του ΑΚ, με τις οποίες δεν αποκλείεται η μεταβίβαση της κυριότητας κινητών, όταν ο μεταβιβάζων δεν έχει την κυριότητα αυτών και γ) συμφωνία για τη μεταβίβαση της κυριότητας και για την υποχρέωση απόδοσης αντικαταστατών πραγμάτων της ίδιας ποσότητας και ποιότητας.

Κατά το άρθρο 719 του ΑΚ ο εντολοδόχος (από τη σύμβαση εντολής) έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Εξάλλου η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα.

Η ποσοτική δε ή ποιοτική αοριστία της αγωγής που υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου του 559 ΚΠολΔ. Σε κάθε όμως περίπτωση, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο και αμυνθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα εξέθετε με την 42134/21.11.2000 αγωγή της ότι με δύο διαδοχικές συμβάσεις άτοκου δανείου, που συνήψε με τον αναιρεσείοντα κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1998, μεταβίβασε κατά κυριότητα προς αυτόν τα χρηματικά ποσά των 6.000.000 και 4.000.000 δραχμών αντίστοιχα και ο αναιρεσείων ανέλαβε την υποχρέωση να αποδώσει τα ποσά των δανείων κατά το μήνα Ιανουάριο του 1999 προς αυτή (αναιρεσίβλητη), ενώ με δύο άλλες συμβάσεις που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτών κατά τους μήνες Μάρτιο και Μάιο του 1999 ανέθεσε στον αναιρεσείοντα να προβεί, χωρίς αμοιβή, την αγορά για λογαριασμό της ενός αυτοκινήτου μάρκας Πόρσε και του κατέβαλε για το σκοπό αυτό ποσό 10.000.000 δραχμών, το οποίο εκείνος δεν της απέδωσε ούτε εκτέλεσε την εντολή που του ανέθεσε, όπως επίσης δεν της απέδωσε και τα ποσά των δύο δανείων.

Γι' αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να καταβάλει προς αυτή (αναιρεσίβλητη) το ποσό των 20.000.000 δραχμών νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή περιέχει τα αναγκαία για την πληρότητα του δικογράφου της στοιχεία προς θεμελίωση της προβαλλόμενης από τις αλληλοδιάδοχες συμβάσεις δανείων και εντολής συμβατικής ευθύνης του αναιρεσείοντος προς καταβολή του ποσού των 20.000.000 δραχμών στην αναιρεσίβλητη (και ενεργητικής νομιμοποιήσεως της τελευταίας), όπως περί τούτου έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του.

Συνεπώς οι εναντίον της τελευταίας αυτής αποφάσεως αιτιάσεις που προβάλλοντα με τον πρώτο, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως, κατά το μέρος μεν που αναφέρονται σε εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 806 ΑΚ, επειδή δεν περιείχε επίκληση η αγωγή ότι είχε την κυριότητα των χρημάτων που δόθηκαν ως δάνειο από την αναιρεσίβλητη προς τον αναιρεσείοντα, είναι ο λόγος αυτός αναιρέσεως αβάσιμος, κατά το μέρος δε που αφορούν την έλλειψη νομικής βάσης της αγωγής από αδικοπραξία και αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι επίσης απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο δεν έκρινε την αγωγή νόμιμη με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών ή αδικαιολογήτου πλουτισμού, αλλά με βάση τις συμβάσεις δανείου και εντολής.

Επίσης αβάσιμος είναι, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή ως άνω περιστατικά, και ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως της εσφαλμένης μη κηρύξεως απαραδέκτου της αγωγής για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεώς της (άλλως ελλείψεως εννόμου συμφέροντος) που προσήκει στον αριθμό 14 (και όχι 8) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 394 και 415 ΚΠολΔ επιτράπηκε το εμμάρτυρο μέσο αποδείξεως από το πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για την απόδειξη των κρίσιμων περιστατικών της αγωγής, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι με τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως προσβάλλονται οι τελεσίδικες αποφάσεις των δικαστηρίων της ουσίας μόνον για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και όχι κανόνων δικονομικού-όπως οι διατάξεις των άρθρων 394, 415 Κ.Πολ.Δ.-δικαίου.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 107, 108, 245 παρ. 1, 151 και 159 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, όταν το δικαστήριο διατάσσει αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήματος διαδίκου τη διεξαγωγή ενώπιόν του εμμάρτυρων αποδείξεων, προσδιορίζοντας και τη δικάσιμο διεξαγωγής των αποδείξεων με την απόφασή του, η μη εξέταση των μαρτύρων στην τακτή από το δικαστήριο ημέρα, που δεν αποτελεί δικαστική προθεσμία κατά την έννοια του άρθρου 151 ΚΠολΔ, δεν επιφέρει έκπτωση από το δικαίωμα του διαδίκου να επιχειρήσει την εξέταση των μαρτύρων σε άλλη δικάσιμο, αλλά ως συνέπεια μπορεί να έχει τη διεξαγωγή της διαδικασίας ερήμην αυτού, που προϋποθέτει όμως ότι ο αντίδικος παρέστη στην τακτή δικάσιμο και ζήτησε τη συζήτηση της υποθέσεως.

Διαφορετικά δεν μπορεί να επικαλεσθεί τη ματαίωση της εξετάσεως των μαρτύρων και της συζητήσεως της υποθέσεως ως λόγο δικονομικής ακυρότητας, σε περίπτωση διεξαγωγής των αποδείξεων σε μεταγενέστερη από τη δικαστικώς τακτή ημέρα, που προσδιορίσθηκε είτε με πρωτοβουλία του ενδιαφερόμενου διαδίκου, ελλείψει συνδρομής των όρων των άρθρων 159 περίπτ. 3 και 160 παρ. 2 ΚΠολΔ, είτε (πολύ λιγότερο) με δεύτερη (αναβλητική) απόφαση του δικαστηρίου.

Υπό τις προϋποθέσεις αυτές συνεπώς οι καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίες έχουν ληφθεί σε μεταγενέστερη από τη ρητή δικάσιμο που όρισε το δικαστήριο, συνιστούν επιτρεπτά αποδεικτικά μέσα και δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 και 14 ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι εσφαλμένως το Εφετείο δεν έκρινε επί του ισχυρισμού που ο αναιρεσείων προέβαλε, ότι επήλθε έκπτωση από το δικαίωμα της αναιρεσίβλητης να εξετάσει τους μάρτυρές της στη ρητή δικάσιμο που όρισε το Εφετείο με την υπ' αρ. 1506/2005 παρεμπίπτουσα απόφασή του, αλλά έλαβε υπόψη τις μαρτυρικές καταθέσεις που λήφθηκαν σε μεταγενέστερη δικάσιμο, είναι αβάσιμος.

Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι "έλαβε τις αναφερόμενες (σ' αυτή) υπεύθυνες δηλώσεις (που) αφενός έπρεπε να προσαχθούν κατά το πρώτον στην πρώτη συζήτηση με τις προτάσεις της αντιδίκου και αφετέρου ουδέν αποδεικνύουν...", είναι αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται ποιες υπεύθυνες δηλώσεις, εννοούνται, ποιο ήταν το περιεχόμενό τους, ποιό ουσιώδη ισχυρισμό αποδείκνυαν, ποιά δικονομική παράβαση συντελέσθηκε και με ποιό λόγο, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, ζητείται η αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-2-2008 αίτηση για αναίρεση της 2896/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσ/νίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ