Supreme Court partially allows appeal on unequal pay and unilateral contract modification, remands case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision regarding employment disputes. The appellant argued for equal pay and challenged a unilateral modification of employment terms, while the bank contended the changes were lawful. The Court found the lower court erred in applying substantive law regarding the nature of the position changes and the resulting pay adjustments, leading to a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 288 of the Civil Code; Articles 4 and 22 of the Constitution; Article 119 of the EEC Treaty: Where an employer uses more persons with identical qualifications for the same needs, they must be treated equally regarding benefits unless justified exceptions exist, and unilateral modifications of employment terms must not be detrimental to the employee's position.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1483 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1483/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - αναιρεσίβλητου: Χ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Προκόπιο Τάραντο. Της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας: Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «AMERICAN EXPRESS BANK L.T.D. (ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΞΠΡΕΣ ΕΠΕ)», που εδρεύει στη Ν. Υόρκη ΗΠΑ, λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φρίξο Βασιλειάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-10-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος-αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2026/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 231/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων-αναιρεσίβλητος με την από 13-5-2005 αίτησή του και η αναιρεσίβλητη-αναιρεσείουσα με την από 16-5-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, διάβασε την από 4-4-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος-αναιρεσίβλητου ζήτησε την παραδοχή της από 13-5-2005 αιτήσεως και την απόρριψη της από 16-5-2005 (αντίθετης) αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης-αναιρεσείουσας την απόρριψη της από 13-5-2005 αιτήσεως και την παραδοχή της από 16-5-2005 αιτήσεως, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή οι κρινόμενες, από 13.5.2005 και 16.5.2000 αντίθετες αιτήσεις περί αναιρέσεως της ίδιας, υπ΄ αριθμ. 231/2005, αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών πρέπει να συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, διότι, έτσι, διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Α. Επί της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ. Επειδή κατά την εκ των άρθρων 288 του Α.Κ., 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ απορρέουσα αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, η οποία έχει εφαρμογή σε κάθε από οποιαδήποτε ενοχική σύμβαση παροχή, εκείνος, που χρησιμοποιεί με αμοιβή περισσότερα πρόσωπα, αδιακρίτως φύλου, εφόσον έχουν ίδια προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες κάτω από τις αυτές συνθήκες προς εξυπηρέτηση της ίδιας κατηγορίας αναγκών του, υποχρεούται, ανεξαρτήτως του χρόνου και του τρόπου προσλήψεως εκάστου, να μεταχειρίζεται ομοιόμορφα τα πρόσωπα αυτά από άποψη παροχών, που παρέχονται είτε μονομερώς είτε συμβατικώς, εκτός αν δικαιολογείται εξαίρεση κάποιου προσώπου έναντι των λοιπών, εξαιτίας ειδικού και σοβαρού, κατ΄ αντικειμενική κρίση, λόγω (Ολ.
ΑΠ 1191/1983 και 348/1985). Εντεύθεν, η ανωτέρω αρχή της ίσης μεταχειρίσεως επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή παροχή προς ορισμένους εργαζομένους, να μην εξαιρεί από αυτή άλλους μισθωτούς, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν τις ίδιες ή ουσιωδώς όμοιες υπηρεσίες κάτω από τις ίδιες συνθήκες, εκτός αν η εξαίρεση είναι, κατά την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, δίκαιη και εύλογη.
Κατ΄ ακολουθίαν, αν ο εργοδότης, για οποιοδήποτε αυτός κρίνει συναφή προς την επιχείρησή του λόγο, προβεί σε εκούσια παροχή προς μισθωτούς του, οι οποίοι έχουν ορισμένα τυπικά προσόντα ή λειτουργικά καθήκοντα, που ο ίδιος προσδιορίζει, δεν δικαιούνται την παροχή αυτή άλλοι μισθωτοί, που δεν διαθέτουν τα αυτά τυπικά προσόντα ή ασκούν διαφορετικά καθήκοντα, έστω και αν προσφέρουν την ίδια με εκείνους εργασία, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, καθόσον στην περίπτωση αυτή δεν ανήκουν στην ίδια κατηγορία εργαζομένων, προς την οποία ο εργοδότης προέβη στην οικειοθελή παροχή (Ολ.
ΑΠ 1243/1979, ΑΠ 668/2003). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. ΄Ελλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον μέρος τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη αλλοδαπή τραπεζική εταιρεία, που εδρεύει στις ΗΠΑ και λειτουργεί νομίμως στην Ελλάδα με υποκαταστήματα, στις 7.6.1976, προσέλαβε, ως υπάλληλο, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αρχικώς ορισμένου και στη συνέχεια αόριστου χρόνου, τον ενάγοντα ήδη αναιρεσείοντα, ο οποίος από την πρόσληψή του υπηρέτησε σε διάφορες υπηρεσίες μέχρι τον μήνα Νοέμβριο του 1986, που τοποθετήθηκε στο τμήμα συναλλάγματος (Dealing Room/Treasury), όπου μέχρι τον Νοέμβριο του 1994 ήταν υπεύθυνος τιμών στις αγοραπωλησίες συναλλάγματος, μέχρι 31.12.1995 ήταν υπεύθυνος του τμήματος εξυπηρετήσεως πελατών, μέχρι το τέλος του 1998 ήταν υπεύθυνος των εμπορικών λογαριασμών της εναγομένης στο account to account και μέχρι 31.10.2001 υπηρέτησε στο τμήμα TREA SORY SALES.
Κατείχε βαθμό τμηματάρχη Β από το 1994 και από 1.1.2002 βαθμό τμηματάρχη Α΄ και τον τίτλο του ανώτερου υπαλλήλου (senior clerk ή senior dealer) λόγω της εργασίας του στο dealing room. Στους εργαζομένους στο dealing room η εναγομένη χορηγούσε και χορηγεί ένα επίδομα με διαβαθμίσεις, ανάλογα με το χρόνο υπηρεσίας σ΄ αυτό, που για τους έχοντες συμπληρώσει υπηρεσία άνω των πέντε ετών είχε την ονομασία senior dealer, τούτο δε ελάμβανε και ο ενάγων.
Η εναγομένη, παράλληλα με τους βαθμούς, που προβλέπει ο οργανισμός της, για τη διοικητική ιεραρχία, την αξιολόγηση των θέσεων και το σύστημα παροχών – ανταμοιβής υπαλλήλων της, έχει καθιερώσει διεθνώς από το 1991 και εφεξής τους ακόλουθους τίτλους :
1) Executive Derector (υψηλόβαθμος, εκτελεστικός διευθυντής) –ομάδα 60, 2) Senior Director (ανώτερος διευθυντής) –ομάδα 45, 3) Director (διευθυντής) –ομάδα 40, 4) Manager (προϊστάμενος-εξειδικευμένο στέλεχος) –ομάδα 35, 5) Senior Clerk (ανώτερος υπάλληλος) –ομάδα 30 κλπ.. Με το από 28.6.1976 πρακτικό τριμερούς συνεργασίας, που υπεγράφη μεταξύ της εναγομένης, της ομοσπονδίας τραπεζοϋπαλληλικών οργανώσεων και του συλλόγου υπαλλήλων της εναγομένης συμφωνήθηκε ότι η καταβολή δώρου, που η εναγομένη χορηγεί στους αξιωματούχους της είναι ανεξάρτητη από τις γενικές αυξήσεις μισθών και επιδομάτων, που ισχύουν για όλο το προσωπικό.
Η εναγομένη προσδιορίζοντας την έννοια του «αξιωματούχου υπαλλήλου» και στην Ελλάδα, όρισε όσα εφαρμόζει και διεθνώς, δηλ. ότι αξιωματούχοι υπάλληλοι είναι όσοι έχουν τον τίτλο και ασκούν λειτουργικά καθήκοντα από manager και άνω. Στους παραπάνω αξιωματούχους υπαλλήλους της καταβάλλει τις ακόλουθες εκούσιες παροχές : 1) Παροχή O.P.S.P. που σημαίνει πρόγραμμα διανομής κερδών σε αξιωματούχους και χορηγείται από το 1976 μία φορά το χρόνο σε αξιωματούχους με λειτουργικά καθήκοντα manager και άνω, σε ποσοστό που κυμαίνεται ανάλογα με τα αποτελέσματα του ομίλου της εναγομένης σε συνδυασμό με τη θέση του αξιωματούχου και τις αποδοχές του.
Από το 1997 σταμάτησε η καταβολή του σε άλλους υπαλλήλους και συνεχίζουν να το λαμβάνουν μόνο όσοι το έπαιρναν μέχρι τότε. 2) Παροχή Νέας Υόρκης, που καταβάλλεται με απόφαση της κεντρικής διοικήσεως της εναγομένης σε υπαλλήλους με λειτουργικά καθήκοντα manager και άνω, σε ποσοστό που κυμαίνεται ανάλογα με τα αποτελέσματα του ομίλου της εναγομένης και την απόδοση του υπαλλήλου. 3) Μετοχές του ομίλου της εναγομένης, που αυτή χορηγούσε μέχρι το έτος 1998 σε υπαλλήλους της με λειτουργικά καθήκοντα manager και άνω. 4) ΄Εξοδα σταθμεύσεως αυτοκινήτου, που χορηγούνταν μέχρι 31.12.1997 στους υπαλλήλους με καθήκοντα manager και άνω μέχρι το ποσό των 350.000 δρχ.
ετησίως, από δε 1.1.1998 δεν χορηγούνται σε άλλους υπαλλήλους παρά μόνο σε όσους τα ελάμβαναν προηγουμένως. Στην υπηρεσία Dealing Room, από το 1990 μέχρι το 2001 υπηρετούσαν διάφοροι υπάλληλοι, μεταξύ των οποίων ο ενάγων, ο γραμματέας (απλή υπάλληλος), καθώς και οι αναφερόμενοι στην αγωγή υπάλληλοι, ήτοι : α) Ο Ψ, ο οποίος κατείχε βαθμό υποδιευθυντή β΄ από το 1994, υπηρέτησε στο άνω τμήμα από 17.11.1980 μέχρι 31.12.2001, που αποχώρησε με το πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, που εφήρμοσε η εναγομένη, από το Σεπτέμβριο δε του 1995 ασκούσε καθήκοντα διευθυντή (director) και από το Σεπτέμβριο του 1989 καθήκοντα παλαιότερου διευθυντή (Senior director).
β) Ο Ζ, που κατείχε βαθμό τμηματάρχη α΄ από το 1999 και ασκούσε από το 1991 καθήκοντα director, ήταν δε προϊστάμενος του ενάγοντος. γ) Η Φ που κατείχε βαθμό τμηματάρχη α΄ από το 1996 και ασκούσε λειτουργικά καθήκοντα και είχε τον τίτλο manager. δ) Η Ω που προσελήφθη την 1.12.1996 με βαθμό λογιστή α΄, προκειμένου να υπηρετήσει στο dealing room λόγω ειδικών προσόντων, από την αρχή δε άσκησε καθήκοντα επικεφαλής και κατείχε τον τίτλο director.
Όπως προαναφέρθηκε συνεχίζει το Εφετείο, το κριτήριο που σταθερά είχε προσδιορίσει η εναγομένη, καθώς είχε δικαίωμα, για τη χορήγηση των παραπάνω εκούσιων παροχών, ήταν οι τίτλοι που απένειμε στους υπαλλήλους της, μετά από συνολική κρίση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων τους σε συνδυασμό με την αποδοτικότητά της.
Επειδή ο ενάγων από το 1996 και ειδικότερα από το 1998 και εφεξής δεν είχε την καλύτερη δυνατή απόδοση, από Νοέμβριο 1998 το αρμόδιο όργανο της εναγομένης είχε ζητήσει τη μετακίνησή του από το dealing room σε άλλη υπηρεσία, αυτός δε είναι και ο λόγος, που δεν του είχαν ανατεθεί ανώτερα λειτουργικά καθήκοντα και δεν του είχε χορηγηθεί τίτλος αξιωματούχου υπαλλήλου.
Αφού, λοιπόν, ο ενάγων δεν διέθετε τίτλο από manager και άνω ούτε ασκούσε αντίστοιχα λειτουργικά καθήκοντα, αλλά ασκούσε καθήκοντα ανώτερου υπαλλήλου και έφερε τον αντίστοιχο τίτλο senior clerk, που είναι κατώτερος του manager, ακόμη κι αν γίνει δεκτό ότι οι παραπάνω αναφερόμενοι συνάδελφοί του έλαβαν τις άνω παροχές, ο ενάγων δεν δικαιούται αυτές, καθόσον δεν ανήκει στην κατηγορία προς την οποία η εναγομένη προέβη στις εκούσιες παροχές, ούτε εκτελούσε τα ίδια με αυτούς καθήκοντα, έστω και αν προσέφερε την εργασία του στην ίδια υπηρεσία με τους λοιπούς ανωτέρω συναδέλφους του υπό τις ίδιες συνθήκες.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε κρίνει αντιθέτως και, κατά μερική παραδοχή της αγωγής του, είχε επιδικάσει στον αναιρεσείοντα κατά ένα μέρος τις ως άνω παροχές, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση ως προς τη διάταξή της αυτή και, δικάζοντας την αγωγή κατά το κεφάλαιο τούτο, την απέρριψε ως αβάσιμη κατ΄ ουσίαν.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερομένων διατάξεων, περί της αρχής της ίσης εκ μέρους του εργοδότη μεταχειρίσεως των εργαζομένων. Διότι δεν διευκρινίζει ποιά ήταν τα λειτουργικά καθήκοντα των τίτλων director και manager, που ασκούσαν οι κατέχοντες τους τίτλους αυτούς συνάδελφοι του αναιρεσείοντος, στην ίδια υπηρεσία dealing room, Ζ, Φ και Ω, ως εκ των οποίων, σύμφωνα με τους σχετικούς ορισμούς της αναιρεσίβλητης, τους χορηγούνταν οι ανωτέρω εκούσιες παροχές, και ποια ήταν τα λειτουργικά καθήκοντα του κατώτερου τίτλου senior clerk, που ασκούσε ο αναιρεσείων, ο οποίος έφερε τον τίτλο αυτόν και γιατί τα καθήκοντα των πρώτων ήταν ανώτερα των καθηκόντων του δευτέρου, που τον διαφοροποιούσαν από εκείνους και δεν του παρείχαν το δικαίωμα να λάβει κι΄ αυτός τις εν λόγω παροχές΄ εξαιτίας δε των ελλείψεων αυτών δεν μπορεί να ελεγχθεί αν ο αναιρεσείων ανήκε σε διαφορετική κατηγορία από τους ως άνω άλλους υπαλλήλους, που δικαιολογεί, κατά την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, την εξαίρεση του αναιρεσείοντος από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως από τον εργοδότη των μισθωτών και από τη χορήγηση εντεύθεν των πιο πάνω επίδικων οικειοθελών παροχών.
Παραβίασε, συνεπώς, εκ πλαγίου το δικαστήριο τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις κατά τον βάσιμο εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρώτο λόγο της υπό κρίση αναιρέσεως.
Β. Επί αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως των Χ και τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΞΠΡΕΣ Λ.Τ.Δ. (AMERICAN EXPRESS BANK L.T.D.).
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ προκύπτει, ότι στη σύμβαση εργασίας η ρύθμιση παντός θέματος, που ανάγεται στην οργάνωση και τη λειτουργία της επιχειρήσεως για την επίτευξη των σκοπών της, ανήκει στον εργοδότη και αποτελεί εκδήλωση του διευθυντικού δικαιώματος. Έτσι ο εργοδότης δικαιούται να καθορίζει το είδος, τον τόπο, τον χρόνο, τις συνθήκες παροχής της εργασίας και γενικώς τους όρους αυτής, εκτός αν το δικαίωμα αυτό αποκλείεται ή περιορίζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση από ειδική διάταξη νόμου ή από την ατομική σύμβαση εργασίας ή ασκείται καθυπέρβαση των ακραίων αξιολογικών ορίων του άρθρου 281 του ΑΚ.
Επομένως, η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη κατά τρόπο, που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ήτοι κατά κατάχρηση αυτού, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού.
Τέτοια περίπτωση βλαπτικής μεταβολής της συμβάσεως εργασίας συντρέχει και όταν ο εργοδότης στα πλαίσια της γενομένης οργανωτικής αναδιαρθρώσεως της επιχειρήσεώς του τοποθετεί τον μισθωτό σε άλλη υπηρεσία σε σχέση με εκείνη, στην οποία προηγουμένως είχε τοποθετηθεί, και με άλλο αντικείμενο απασχολήσεως εφόσον τα νέα αυτά καθήκοντα είναι υποδεέστερα για τον εργαζόμενο και συνεπάγονται άμεση ή έμμεση υλική ζημιά, όπως μείωση των αποδοχών του, ή ηθική βλάβη.
Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτός δικαιούται, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648, 652, 656, 349-351 του ΑΚ, 7 παρ. 1 του ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, εκτός άλλων, αφού εκφράσει την αντίδρασή του για τη βλαπτική μεταβολή, να παραμείνει στη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να τον απασχολεί ο εργοδότης στην υπηρεσία, που προηγουμένως ήταν τοποθετημένος ή σε παρεμφερή υπηρεσία και να του καταβάλει τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που είχε για την εργασία του στην προηγούμενη υπηρεσία και των αποδοχών, που του καταβάλλει για τα νέα καθήκοντά του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω, κατά την ανέλεγκτη επί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα : Το έτος 2001 η εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη και αναιρεσείουσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρεία, έθεσε σε ισχύ πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, που γνωστοποίησε σε όλο το προσωπικό του υποκαταστήματός της στην Ελλάδα και αναδιοργάνωσε τις υπηρεσίες της, μετακινώντας συνολικά 44 εργαζόμενους, προκειμένου να επιτευχθεί όσο το δυνατόν πιο εύρυθμη λειτουργία της.
Στην υπηρεσία dealing room, στην οποία εργαζόταν και ο ενάγων ήδη αναιρεσείων και αναιρεσίβλητος, ο οποίος είχε προσληφθεί από εκείνη στις 7.6.1976 με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που στη συνέχεια έγινε αόριστου χρόνου, από τους έξι υπαλλήλους, παρέμειναν τρεις, ήτοι η Ω, ως επικεφαλής και διαθέτουσα τις απαιτούμενες εξειδικευμένες γνώσεις, η Φ, παλαιότερη από τον ενάγοντα, με μεγαλύτερο βαθμό, τίτλο και καλύτερη απόδοση και η γραμματέας ....
Ο διευθυντής Ψ δήλωσε συμμετοχή στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου και αποχώρησε, ο άλλος υπάλληλος Ζ μετακινήθηκε στο τμήμα εσωτερικού ελέγχου και ο ενάγων από 1.1.2001 τοποθετήθηκε στο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ταμείο Ασφαλίσεως Ασθενείας Προσωπικού Τραπεζών ΠΙΣΤΩΣΕΩΣ - ΓΕΝΙΚΗΣ- ΑΜΕΡ. ΕΞΠΡΕΣ – ΑΤΤΙΚΗΣ κ.λπ.» για χρονικό διάστημα δύο ετών, στο οποίο η εναγομένη είχε υποχρέωση να διαθέτει ένα υπάλληλό της.
Η θέση αυτή ήταν κατώτερη και τα νέα καθήκοντά του δεν είχαν σχέση με τραπεζικές εργασίες αλλά κυρίως με τον έλεγχο ιατρικών συνταγών, που τον απέκοπτε από τις τραπεζικές εργασίες και εξελίξεις, δεν απαιτούσε εξειδικευμένες γνώσεις και μπορούσε να ανατεθεί σε υπάλληλο, που δεν διέθετε την επαγγελματική εμπειρία και την προϋπηρεσία του ενάγοντος, επιπλέον δε είχε ως συνέπεια τη μείωση των αποδοχών του κατά το ποσό των 545,85 ευρώ συνολικά το μήνα, που λάμβανε για επιδόματα πριν από τη μετακίνησή του, ως εργαζόμενος στο dealing room.
Για την απόφαση αυτή διαμαρτυρήθηκε έντονα ο ενάγων στην εναγομένη και δήλωσε ότι τη θεωρεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας του, μετά δε την άρνηση της εναγομένης να τον επαναφέρει στην προηγούμενη θέση του άσκησε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζήτησε την αναστολή της μετακινήσεώς του μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση στην ασκηθείσα κύρια αγωγή του, αλλ αυτή απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ΄ ουσίαν από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
΄Ηδη ο ενάγων από 1.1.2004 τοποθετήθηκε στο κατάστημα Συντάγματος, στο τμήμα εξυπηρετήσεως πελατών και λαμβάνει επίδομα 29,1 ευρώ το μήνα. Από τα ανωτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, συνάγεται ότι η μετακίνηση αυτή του ενάγοντος σε θέση φανερά υποδεέστερη έγινε κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης και συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεώς του.
Και τούτο διότι η εναγομένη, στα πλαίσια της ανωτέρω αρτιότερης οικονομοτεχνικής οργανώσεως της επιχειρήσεώς της για την επίτευξη του σκοπού της, ορθά μεν μετακίνησε τον ενάγοντα από τη προηγούμενη θέση του στη σημαντική υπηρεσία του dealing room, αφού πλέον στην υπηρεσία αυτή ήθελε να απασχολήσει μόνο δύο υπαλλήλους (εκτός της γραμματέως) και οι παραμείνασες σ΄ αυτή υπερτερούσαν εκείνου από άποψη προσόντων και αποδόσεως, όμως λόγω των προσόντων του είχε τη δυνατότητα να τον τοποθετήσει σε υποκατάστημά της σε άλλο τμήμα, ασχολούμενο με τραπεζικές εργασίες, και να τοποθετήσει στο Ταμείο Υγείας άλλο υπάλληλο με λιγότερα προσόντα και μικρότερη προϋπηρεσία.
Αν ο ενάγων είχε τοποθετηθεί στη θέση, που τοποθετήθηκε από 1.1.2004 ή σε άλλη ομοειδή ή συναφή θα εισέπραττε επιπλέον του μισθού, που λάμβανε στο Ταμείο Υγείας, το ποσό των 29,10 ευρώ το μήνα. ΄Ετσι, η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να αποκαταστήσει την περιουσιακή του ζημία, που ανέρχεται για το ένδικο χρονικό διάστημα σε 625,65 ευρώ και όχι στο αιτούμενο με την αγωγή ποσό των 12.827,9 ευρώ, που αφορά στα χορηγούμενα επιδόματα της προηγουμένης θέσεώς του στο dealing room, διότι αυτά συναρτώντο με τη συγκεκριμένη αυτή θέση και δεν θα τα εισέπραττε, αν είχε τοποθετηθεί σε άλλη θέση σχετική με τραπεζικές εργασίες.
Επίσης, από την ανωτέρω βλαπτική μεταβολή ο ενάγων υπέστη μείωση της προσωπικότητάς του και επιδείνωση της σωματικής και ψυχικής του υγείας και έχει θιγεί η επαγγελματική του αξία και υπόληψη, εντεύθεν δε έχει υποστεί ηθική βλάβη, το προς αποκατάσταση της οποίας εύλογο χρηματικό ποσό ανέρχεται σε 2.000 ευρώ.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση του ενάγοντος, εξαφάνισε την αντιθέτως αποφανθείσα εκκαλουμένη απόφαση και, δικάζοντας την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτή, κατά τα κεφάλαια της απαιτήσεως του ενάγοντος λόγω μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της εργασίας του και της χρηματικής ικανοποιήσεως αυτού λόγω ηθικής βλάβης.
Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου όσον αφορά τον χαρακτηρισμό της μετακινήσεως του ενάγοντος σε άλλη υπηρεσία ως μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της συμβάσεώς του και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής τους.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος της αναιρέσεως της τραπεζικής εταιρείας «ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΞΠΡΕΣ Λ.Τ.Δ.» είναι αβάσιμος και πρέπει ν΄ απορριφθεί. Περαιτέρω όμως, το Εφετείο, κρίνοντας με βάση τις πιο πάνω ουσιαστικές παραδοχές του, ότι ο αναιρεσείων, εξαιτίας της άνω βλαπτικής μεταβολής των όρων της εργασίας του, την οποία στηρίζει και στο γεγονός της απώλειας, λόγω της μετακινήσεώς του στη νέα θέση, των επιδομάτων, που λάμβανε για την εργασία του στην προηγούμενη υπηρεσία, δικαιούται να λάβει όχι τα απωλεσθέντα αυτά επιδόματα, αλλά το πολύ μικρότερο επίδομα, που θα λάμβανε αν η αναιρεσίβλητη τον είχε μετακινήσει σε άλλη θέση με αντικείμενο τραπεζικές εργασίες και ειδικότερα στη θέση, που τοποθετήθηκε από 1.1.2004 ή σε άλλη συναφή, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερόμενες σχετικές διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού η βλαπτική μεταβολή που δέχεται ότι υπάρχει αφορά την θέση την οποία κατείχε και εκείνη στην οποία τοποθετήθηκε και όχι την θέση στην οποία έπρεπε να τοποθετηθεί (για να μην είναι βλαπτική η μεταβολή) και εκείνη στην οποία τοποθετήθηκε.
Επομένως, ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πέμπτος λόγος της αναιρέσεως του Χ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Επειδή κατ΄ ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει : α) κατά παραδοχή της αιτήσεως του Χ, ν΄ αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση εν μέρει και ειδικότερα ως προς τις διατάξεις της περί απορρίψεως της αγωγής εν όλων κατά το κεφάλαιό της, που αφορά την επιδίκαση στον ενάγοντα των οικειοθελών παροχών της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας και εν μέρει κατά το κεφάλαιό της περί της απαιτήσεώς του λόγω μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της συμβάσεως εργασίας του, κατόπιν αντίστοιχης εξαφανίσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως κατά μερική παραδοχή των αντίθετων εφέσεων των διαδίκων, καθώς και ως προς την παρεπομένη διάταξή της περί συμψηφισμού στο σύνολό τους των δικαστικών εξόδων των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η ηττηθείσα αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος΄ και β) ν΄ απορριφθεί η αίτηση της τραπεζικής εταιρείας «ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΞΠΡΕΣ Λ.Τ.Δ.» και να καταδικαστεί η αναιρεσείούσα, εξαιτίας της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 13 Μαΐου 2005 και 16 Μαΐου 2005, αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως των Χ και τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΞΠΡΕΣ Λ.Τ.Δ.» (AMERICAN EXPRESS BANK L.T.D.) αντιστοίχως.
Αναιρεί, κατά παραδοχή της πρώτης αιτήσεως, την 231/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών εν μέρει και ειδικότερα κατά τις διατάξεις της, που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσης αποφάσεως.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που καθορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Απορρίπτει τη δεύτερη αίτηση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που καθορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ