Supreme Court dismisses appeal on public sector holiday pay cuts as lawful budget adjustment measures.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's rejection of an appeal regarding public sector holiday pay cuts. The appellants argued the cuts violated constitutional rights, but the court found the legislative measures were justified by the need for fiscal adjustment and economic recovery. Consequently, the court ruled that the cuts did not disrupt social peace or contradict constitutional provisions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 591, 621, 622 of the Code of Civil Procedure; The court held that legislative measures reducing public sector holiday pay are lawful budgetary adjustments justified by economic necessity and do not violate constitutional rights to social peace or income.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1482 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1482/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Α. Μ.-Ά. του Δ., 2.Β. Ε. του Γ., κατοίκου…, 3.Δ. Ι. του Γ., 4.Ι. Β. του Δ., 5.Κ. Π. του Γ., 6.Κ. Ι. του Α., 7.Κ. Γ. του Δ., 8.Μ. Α. του Ε., κατοίκων…, 9.Ν. Ν. του Ι., κατοίκου…, 10.Ο. Κ. - Δ. του Γ., 11.Π. Ι. του Κ., κατοίκων…, 12.Π. Δ. του Α., κατοίκου…, 13.Β. Ε. του Κ., κατοίκου …ως ασκούσα την γονική μέριμνα και επιμέλεια του ανήλικου τέκνου Π. Β. του Α., μοναδικού κληρονόμου του αρχικού ενάγοντα Π. Α. του Σ.,14.Π. Δ. - Α. του Ε., 15.Σ.- Σ. Κ. του Ν., 16.Σ. Ε. του Π., 17.Σ. Χ. του Θ., 18.Σ. Γ. του Σ., 19.Τ. Χ. του Ε., κατοίκων …και 20.Χ. Τ. του Κ., κατοίκου…, που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Παναγιώτας Κορομπόκη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΚΡΑΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΒΟΡΕΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλειου Καλφόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 9775/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 667/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-9-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 06-09-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 2335/226/07-09-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 71/2022 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 621 και 622 του ΚΠολΔ) με αριθμό 667/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η από 25-2-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3753/415/25-2-2020 έφεση των συνολικά είκοσι τριών (23) εκκαλούντων, εκ των οποίων ήδη αναιρεσείοντες είναι οι είκοσι (20) εξ αυτών, κατά της εκδοθείσας, κατά την ίδια διαδικασία, με αριθμό 9775/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την από 21-12-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 118503/21023/21-12-2017 αγωγή τους.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 07-09-2021 και δεν προκύπτει η, με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 08-04-2021, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 - όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015, με έναρξη ισχύος από 01-01-2016, άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 - 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος 1975, όπως τούτο ισχύει μετά την αναθεώρηση με το από 6/17 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (Α' 85), ορίζεται ότι : "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου, τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους.
Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν, κατά το Σύνταγμα, να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας ".
Η εν λόγω αρχή της αναλογικότητας, η οποία κατατείνει στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου και πολίτη, παραβιάζεται όταν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση, δεν είναι: α) πρόσφορη, για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν, β) αναγκαία, για την επίτευξη τούτου, με την έννοια ότι το αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή ηπιότερο μέσο και γ) αναλογική "εν στενή εννοία ", δηλαδή να τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη, από τη βλάβη που προκαλείται (Ολ.
Α.Π. 6/2018, Ολ. Α.Π. 27/2008). Περαιτέρω, το Σύνταγμα ορίζει, στο μεν άρθρο 4 παρ. 5 ότι : "Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους", στο δε άρθρο 25 παρ. 1 και 4, ότι : "1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου, τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους...
Οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας... 4. Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης ".
Εξάλλου, στο άρθρο 79 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι : "Η Βουλή, κατά την τακτική ετήσια σύνοδό της, ψηφίζει τον προϋπολογισμό των εσόδων και εξόδων του Κράτους για το επόμενο έτος... " και στο άρθρο 106 παρ. 1 ότι : "Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος, το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας... ".
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι, σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών, που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων σε βάρος τους μέτρων, για τον περιορισμό του δημοσίου ελλείμματος.
Η δυνατότητα, όμως, αυτή, δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν όπως το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολούμενων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, ως επίσης και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου μάλιστα ότι η βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών είναι προς όφελος όλων.
Και τούτο διότι ενόψει και της καθιερούμενης, στο άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος, αξίωσης του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται, προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας, να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας, στην κατανομή των δημοσίων βαρών, αντί της προώθησης διαρθρωτικών μέτρων και της είσπραξης των φορολογικών εσόδων, από τη μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται, κυρίως, άλλες κατηγορίες πολιτών, από την ασυνέπεια των οποίων, κυρίως στο πεδίο της εκπλήρωσης των φορολογικών τους υποχρεώσεων, προκαλείται, σε μεγάλο βαθμό, η δυσμενής οικονομική συγκυρία (Ολ.
Α.Π. 3/2022, Α.Π. 1457/2019, Ολ. ΣτΕ 1310/2019, Ολ. ΣτΕ 481/2018, Ολ. ΣτΕ 431/2018, Ολ. ΣτΕ 3372-3373/2015, Ολ. Ε.Σ. 7412/2015, Ολ. ΣτΕ 4741/2014). Επιπλέον, όριο στην εξουσία του νομοθέτη να περιστέλλει δαπάνες και συναφώς να μειώνει αποδοχές δημοσίων λειτουργών, πηγάζει και από τυχόν ειδικές διατάξεις του Συντάγματος, σχετικές με τις θιγόμενες ομάδες του πληθυσμού (Ολ.
ΣτΕ 431/2018).
Συνεπώς, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, δύναται, καταρχήν, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, η συνταγματικότητα των οποίων υπόκειται σε οριακό μόνο έλεγχο, εκ μέρους του δικαστή (Ολ.
Α.Π. 1/2021, Ολ.ΣτΕ 1307/2019, Ολ. ΣτΕ 481/2018). Περαιτέρω παροχές, επ' ευκαιρία των εορτών των Χριστουγέννων και του Πάσχα, χορηγήθηκαν αρχικώς στον ιδιωτικό τομέα από τους εργοδότες οικειοθελώς και ως έθιμο, σε είδος ή σε χρήμα (εξού και η ονομασία "δώρα") , στη συνέχεια με επαναλαμβανόμενες, κατ' έτος, υπουργικές αποφάσεις και, μετά το ν.δ/μα 3239/1955, με συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις.
Στο Δημόσιο, τα επιδόματα εορτών αναγνωρίσθηκαν υπέρ των δημοσίων υπαλλήλων με τον α.ν. 1502/1950 (Α' 216) , στο άρθρο 9 παρ. 1 του οποίου οριζόταν ότι : "Εις τους δημοσίους πολιτικούς υπαλλήλους και υπηρέτας, τους στρατιωτικούς και τα όργανα ασφαλείας παρέχεται : α) ο μισθός ενός μηνός επί ταις εορταίς των Χριστουγέννων, β) ο μισθός ενός δεκαπενθημέρου επί ταις εορταίς του Πάσχα ".
Με το άρθρο 74 παρ. 1 του ν. 1811/1951 (Α' 141) επαναλήφθηκε η ως άνω παρ. 1 του άρθρου 9 του α.ν. 1502/1950, ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου καθιερώθηκε και το επίδομα αδείας, με τη χορήγηση κανονικής άδειας ή την έναρξη των θερινών διακοπών. Εξάλλου, στο άρθρο 126 της "Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης" (Σ.Λ.Ε.Ε.), ορίζεται ότι : "1.
Τα κράτη μέλη αποφεύγουν τα υπερβολικά δημοσιονομικά ελλείμματα. 2. Επιτροπή παρακολουθεί την εξέλιξη της δημοσιονομικής κατάστασης και το ύψος του δημοσίου χρέους στα κράτη μέλη, προκειμένου να εντοπίζει τις μεγάλες αποκλίσεις... 3. Εάν ένα κράτος μέλος δεν εκπληρώνει τους όρους ενός από τα κριτήρια αυτά ή αμφοτέρων των κριτηρίων, η Επιτροπή συντάσσει έκθεση... 6.
Το Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Επιτροπής και αφού λάβει υπόψη τυχόν παρατηρήσεις του εν λόγω κράτους μέλους, αποφασίζει, μετά από συνολική εκτίμηση, εάν υφίσταται ή όχι υπερβολικό έλλειμμα. 7. Εάν το Συμβούλιο αποφασίσει, σύμφωνα με την παράγραφο 6, ότι υπάρχει υπερβολικό έλλειμμα, απευθύνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και μετά από σύσταση της Επιτροπής, συστάσεις στο εν λόγω κράτος μέλος, προκειμένου να τερματίσει την κατάσταση αυτή, εντός καθορισμένου χρονικού διαστήματος... 8.
Εάν το Συμβούλιο διαπιστώσει ότι δεν ανελήφθη αποτελεσματική δράση, σε εφαρμογή των συστάσεών του, εντός του καθορισμένου χρονικού διαστήματος, τότε μπορεί να τις ανακοινώσει δημοσία. Εάν ένα κράτος μέλος επιμένει να μην εφαρμόζει τις συστάσεις του Συμβουλίου, τότε το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει να ειδοποιήσει το κράτος μέλος να λάβει, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, μέτρα για τη μείωση ταυ ελλείμματος, την οποία το Συμβούλιο κρίνει αναγκαία για να αντιμετωπιστεί η κατάσταση αυτή... 10.
Το Συμβούλιο, εφόσον ένα κράτος μέλος δεν συμμορφώνεται με απόφαση, που έχει ληφθεί, σύμφωνα με την παράγραφο 6, μπορεί να αποφασίσει να εφαρμόσει ή να ενισχύσει ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα : - να απαιτήσει να δημοσιεύει το εν λόγω κράτος - μέλος πρόσθετες πληροφορίες, τις οποίες ορίζει το Συμβούλιο, προτού εκδώσει ομολογίες και χρεόγραφα, - να καλέσει την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων να αναθεωρήσει την πολιτική δανεισμού, που ασκεί έναντι του εν λόγω κράτους - μέλους, - να απαιτήσει από το εν λόγω κράτος - μέλος να καταθέσει ατόκως στην Ένωση ποσό κατάλληλου ύψους, έως ότου, κατά τη γνώμη του Συμβουλίου, διορθωθεί το υπερβολικό έλλειμμα, - να επιβάλει πρόστιμα εύλογου ύψους.
Ο πρόεδρος του Συμβουλίου ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλια για τις αποφάσεις, τις οπαίες λαμβάνει...". Εξάλλου, στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) , το οποίο κυρώθηκε, μαζί με τη Σύμβαση, με το άρθρο πρώτο του ν.δ/τος 53/1974, ορίζεται ότι: "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου, όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις, δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών, συμφώνους προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Με τις διατάξεις αυτές, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας, η οποία, στα πλαίσια της ως άνω διεθνούς σύμβασης, έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται, όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως", καθώς και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα".
Καλύπτονται, κατ' αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή του ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεγενημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον δηλαδή υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλόμενου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλόμενου κράτους.
Ενόψει των ανωτέρω, περιουσία, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, αποτελεί και η αξίωση για καταβολή προβλεπόμενων από τη νομοθεσία του συμβαλλόμενου κράτους αποδοχών, εφόσον συντρέχουν οι οικείες για την καταβολή τους προϋποθέσεις. Πάντως, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε μισθό ορισμένου ύψους, με συνέπεια να μην αποκλείεται, κατ' αρχήν, διαφοροποίηση του ύψους του μισθού, ανάλογα με τις επικρατούσες εκάστοτε συνθήκες.
Εξάλλου, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου επέμβαση σε περιουσιακής φύσης αγαθό, υπό την ανωτέρω έννοια, πρέπει να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις, καθώς και να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται κατ' αρχήν, και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος.
Η εκτίμηση δε του νομοθέτη, ως προς την ύπαρξη λόγου δημοσίου συμφέροντος, που επιβάλλει τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής, για την εξυπηρέτηση του δημοσίου αυτού συμφέροντος, υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο. Περαιτέρω, η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν (Α.Π. 1457/2019 Ολ.
ΣτΕ 734/2016, Ολ. ΣτΕ 3372/2015). Η επελθούσα, από το έτος 2009 οικονομική κρίση στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκάλεσε έκτακτες ρυθμίσεις και δράσεις των θεσμικών οργάνων αυτής και αντίστοιχες νομικές ρυθμίσεις στις πληττόμενες χώρες. Έτσι, στην Ελλάδα, κατ' αρχάς, επιβλήθηκαν με τους νόμους 3758/2009 και 3808/2009, έκτακτες οικονομικές εισφορές στα εισοδήματα φυσικών και νομικών προσώπων, καθώς και στη μεγάλη ακίνητη περιουσία φυσικών προσώπων.
Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) μετά από σύσταση της Επιτροπής, με την 2009/415/ΕΚ απόφασή του, διαπίστωσε, σύμφωνα με το άρθρο 126 παρ. 6 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (Σ.Λ.Ε.Ε.), ότι στην Ελλάδα υπήρχε υπερβολικό έλλειμμα, το οποίο ανήλθε στο 3,5% του Α.Ε.Π. το 2007 και στο 3,6% του Α.Ε.Π.
το 2008, υπερβαίνοντας το 3% του Α.Ε.Π., που ορίζει η Συνθήκη. Επίσης, διαπιστώθηκε ότι το ακαθάριστο χρέος της Γενικής Κυβέρνησης ανήλθε στο 94,8% του Α.Ε.Π. το 2007 και στο 94,6% του Α.Ε.Π. το 2008, ποσοστό σαφώς υψηλότερο της τιμής αναφοράς του 60% του Α.Ε.Π., που ορίζει η Συνθήκη. Το Συμβούλιο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 126 παρ. 6 της Σ.Λ.Ε.Ε., εξέδωσε σύσταση προς την Ελλάδα, για διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος, το αργότερο έως το 2010, με μείωση του ελλείμματος της Γενικής Κυβέρνησης, κάτω του 3% του Α.Ε.Π., με αξιόπιστο και διατηρήσιμο τρόπο.
Στις 14-01-2010, η Ελληνική Κυβέρνηση παρουσίασε το επικαιροποιημένο πρόγραμμα σταθερότητας και ανάπτυξης 2010-2013, σύμφωνα με το οποίο η ανάγκη άμεσης αντιμετώπισης του προβλήματος δανειακής ρευστότητας της χώρας, επέβαλε την ταχεία προώθηση μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής, μέσω των οποίων θα μπορούσε να επιτευχθεί περιστολή των δημοσίων δαπανών, με τη μείωση, μεταξύ άλλων, της δαπάνης της γενικής κυβέρνησης για επιδόματα κατά 10% και τον περιορισμό των προσλήψεων υπαλλήλων στον δημόσιο τομέα.
Στις 16-02-2010, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε την 2010/182/ΕΕ (EE L 83) απόφασή του, με την οποία απηύθυνε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 126 παρ. 9, σε συνδυασμό με το άρθρο 136 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.) , ειδοποίηση προς την Ελλάδα για τη λήψη μέτρων για τη μείωση του ελλείμματος.
Μεταξύ των μέτρων περιλαμβανόταν και η μείωση του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου και ειδικότερα η περικοπή των ειδικών επιδομάτων των δημοσίων υπαλλήλων "με αποτέλεσμα τη μείωση των συνολικών απολαβών στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης, ως πρώτο βήμα, για τη βελτίωση του συστήματος των μισθών και τον εξορθολογισμό της μισθολογικής κλίμακας στο δημόσιο".
Κατόπιν τούτων, δημοσιεύθηκε ο ν. 3833/2010 (Α' 40), με τις διατάξεις του οποίου, μεταξύ των άλλων μέτρων, μειώθηκαν οι αποδοχές των υπηρετούντων, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, στον στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα (άρθρο 1) αναδρομικά από 01.01.2010 (άρθρα 20 παρ. 1 και 1 παρ. 9) και ορίσθηκε νέο όριο στις συνολικές αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές όλων των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρο 2) αναδρομικά από 01.03.2010 (άρθρο 20 παρ. 2).
Ειδικότερα, μειώθηκαν κατά 12% τα πάσης φύσης επιδόματα και κατά 30% τα επιδόματα εορτών και αδείας, ενώ θεσπίστηκε όριο στις συνολικές αποδοχές των εργαζομένων του δημόσιου τομέα. Στις 03-05-2010, υπεγράφη "Μνημόνιο Συνεννόησης", μεταξύ Ελληνικής Δημοκρατίας και Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενεργούσας για λογαριασμό των κρατών - μελών της ζώνης του ευρώ, στο οποίο περιγράφεται τριετές πρόγραμμα, που κατάρτισε το Υπουργείο Οικονομικών, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (Ε.Κ.Τ.) και το Δ.Ν.Τ., με σκοπό τη βελτίωση των ελληνικών δημοσίων οικονομικών.
Όπως ειδικότερα προβλέπεται σε αυτό, πριν από την καταβολή των δόσεων του δανείου προς την Ελλάδα, συντάσσεται έκθεση συμμόρφωσης, σχετικά με την εκπλήρωση των οριζόμενων προϋποθέσεων μεταξύ δε των προβλεπομένων μέτρων, περιλαμβάνεται η μείωση του μισθολογίου. Το μνημόνιο αυτό προσαρτήθηκε ως παράρτημα στον ν. 3845/2010 (Α' 65), με τον οποίο επήλθε, μεταξύ άλλων, περαιτέρω μείωση των επιδομάτων, κατά 8%.
Επακολούθησε ο νόμος 3871/2010, με τον οποίο επιβλήθηκε η ψήφιση κατ' έτος "Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στήριξης", το οποίο εγκρίθηκε για την περίοδο 2012 - 2015, με τον νόμο 3085/2011. Με τις προβλέψεις του ως άνω " πλαισίου ", όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του σχετικού νόμου, επιδιώκεται, όχι μόνον η μείωση των δαπανών του κράτους, αλλά και η υλοποίηση μονίμων διαρθρωτικών παρεμβάσεων, όπως ο εξορθολογισμός της μισθοδοτικής δαπάνης του Δημοσίου.
Πλέον συγκεκριμένα, με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3833/2010 "Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης ", όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 90 του ν. 3842/2010, ορίζεται ότι : "οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα (επιδόματα) των εργαζομένων, χωρίς εξαίρεση, σε Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) , που ανήκουν στο Κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ.
ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, σε ποσοστό τουλάχιστον 50% του προϋπολογισμού τους ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις, κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α'), μειώνονται, κατά ποσοστό επτά τοις εκατό (7%). Τα επιδόματα των Χριστουγέννων Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) , αντίστοιχα.
Από τη μείωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής εξαιρούνται τα επιδόματα, που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και τον μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, καθώς και της παρ. 4, κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής συμβάσεως εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας".
Κατά δε την παρ. δ' του ίδιου άρθρου του ν. 3833/2010, όπως και η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 90 του ν. 3842/2010 : "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τα αιρετά όργανα Ο.Τ.Α., τους διοικητές, υποδιοικητές, προέδρους, αντιπροέδρους των Ν.Π.Δ.Δ., τους προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, καθώς και τους προέδρους, αντιπροέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και εκτελεστικά μέλη διοικητικού συμβουλίου (Δ.Σ.) των Ν.Π.Ι.Δ., που ανήκουν στο Κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ.
ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον κρατικό προϋπολογισμό, σε ποσοστό τουλάχιστον 50% του προϋπολογισμού τους ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις, κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005". Επακολούθησε ο ν. 3845/2010 "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο", με την παρ. 4 του άρθρου 3 του οποίου ορίζεται ότι : "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής συμβάσεως εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα (επιδόματα) των εργαζομένων, χωρίς εξαίρεση, στους φορείς του πρώτου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 1 του Ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, μειώνονται, κατά ποσοστό τρία τοις εκατό (3%).
Από τη μείωση του προηγούμενου εδαφίου, εξαιρούνται τα επιδόματα, που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή το επικίνδυνο της εργασίας τους και τον μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους ". Οι ανωτέρω διατάξεις, όπως προκύπτει και από τις αιτιολογικές εκθέσεις των ως άνω νόμων 3833/2010 και 3845/2010, θεσπίστηκαν για την προστασία και την προαγωγή του γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, ενόψει της δημοσιονομικής κρίσης, που αντιμετώπισε η χώρα.
Στο πλαίσιο αυτό, ψηφίστηκαν διατάξεις, όπως οι ανωτέρω, που αφορούν την περικοπή των μισθολογικών δαπανών, για όλους τους απασχολούμενους στο Δημόσιο, στα Ν.Π.Δ.Δ. και στους Ο.Τ.Α., με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, καθώς και για το προσωπικό των Ν.Π.Ι.Δ., που είτε ανήκουν στο Κράτος, είτε επιχορηγούνται τακτικά από τον κρατικό προϋπολογισμό, είτε είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, με οποιαδήποτε σχέση και αν απασχολούνται και με οποιονδήποτε τρόπο και αν αμείβονται οι εργαζόμενοι αυτοί.
Ειδικότερα, με το άρθρο 1 του ν. 3833/2010 και το τρίτο άρθρο του ν. 3845/2010, προβλέφθηκε η μείωση των αποδοχών των υπηρετούντων, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, συμπεριλαμβανομένων των εταιριών του ν. 3429/2005, τόσο του Κεφαλαίου Α' όσο και του Κεφαλαίου Β', εφόσον στην τελευταία περίπτωση η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο μετοχικό κεφάλαιο δεν υπολείπεται του 50%, ανεξαρτήτως τυχόν αντίθετης συμφωνίας.
Από τα ανωτέρω μέτρα, δεν εξαιρέθηκε ούτε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ούτε η πολιτική ηγεσία και οπωσδήποτε κανένα από τα όργανα διοίκησης των αναφερομένων Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ. Από το γράμμα και το πνεύμα των εν λόγω νομοθετημάτων συνάγεται ότι, σκοπός του νομοθέτη ήταν να περικοπούν, κατά τα οριζόμενα ποσοστά, οι αποδοχές όλων όσων αμείβονται από το δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προκειμένου να μειωθεί η μισθολογική δαπάνη του δημοσίου, προς αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, ανεξάρτητα από τη σχέση με την οποία οι απασχολούμενοι συνδέονται με αυτό (σύμβαση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, αμειβόμενης εντολής, κ.λ.π.) , ακόμη και αν υπάρχει οποιαδήποτε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή συμφωνία.
Η αληθής αυτή έννοια των ως άνω διατάξεων προκύπτει και από τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 6 του ν. 3867/2010, κατά το οποίο "δεν εξαιρούνται από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 5 του ν. 3833/2010 φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, που διέπονται από ειδικά καθεστώτα, όπως οι ανώνυμες εταιρείες, οι οποίες έχουν ιδρυθεί βάσει των διατάξεων του άρθρου πρώτου του ν. 1955/1991", οι οποίες, κατά την παρ. 2 του πρώτου άρθρου του εν λόγω νόμου, λειτουργούν σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, δεν υπάγονται στην κατηγορία των οργανισμών και επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και δεν εφαρμόζονται σε αυτές οι διατάξεις, που διέπουν εταιρείες, που άμεσα ή έμμεσα ανήκουν στο Δημόσιο.
Άλλωστε, στις περιπτώσεις που ο νομοθέτης ήθελε να εξαιρέσει κατηγορίες απασχολουμένων, υπό οιαδήποτε μορφή, τούτο το έπραξε ρητά, όπως συνέβη με την παρ. 8 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, κατά την οποία : "Οι ρυθμίσεις των παρ. 5, 6 και 7, δεν εφαρμόζονται στις εταιρείες, που υπάγονται στο Κεφάλαιο Β' του ν. 3429/2005 μεταξύ των οποίων οι ανώνυμες εταιρείες, των οποίων οι μετοχές έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά (χρηματιστήριο) και συμμετέχουν στο μετοχικό τους κεφάλαιο, με οποιοδήποτε ποσοστό συμμετοχής το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 1 ταυ ίδιου νόμου, κατέχουν μόνα ή από κοινού ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου μικρότερο του πενήντα τοις εκατό (50%), καθώς και στις Τράπεζες", με το άρθρο 6 του ν. 3872/2010, σύμφωνα με το οποίο : "Από τις διατάξεις των παρ. 2 και 5 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010 περί μείωσης αποδοχών και επιδομάτων και της παρ. 1 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου περί απαγόρευσης συνομολόγησης, χορήγησης ή καταβολής, με οποιονδήποτε τρόπο, αυξήσεων καθώς και από τις διατάξεις των παρ. 1, 4 και 6 του άρθρου 3 του ν. 3845/2010, περί μείωσης αποδοχών και επιδομάτων, εξαιρείται αναδρομικά και αντιστοίχως, από 1-1-2010 και από 1-6-2010, το ναυτικό προσωπικό της Πλοηγικής Υπηρεσίας" και με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 18 του τρίτου άρθρου του ν. 3845/2010, που προστέθηκε με το άρθρο 45 παρ. 5 του ν. 3943/2011, με το οποίο εξαιρέθηκαν της εφαρμογής των διατάξεων των προηγουμένων εδαφίων της παραγράφου αυτής, οι απασχολούμενοι σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, τα οποία είναι ερευνητικοί και τεχνολογικοί φορείς, που επιχορηγούνται και εποπτεύονται από το κράτος, καθώς και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου ΟΠΕΚΕΠΕ, ΚΕΕΑΠΝΟ, ΚΕΘΕΑ και ΟΚΑΝΑ (Α.Π. 1147/2015).
Επιπροσθέτως, με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010 (Α'141) προστέθηκε άρθρο 1Β στον ν. 2362/1995 (Α' 247) "Περί Δημοσίου Λογιστικού", με το οποίο ορίσθηκαν τα εξής: "1. Δημόσιος τομέας : περιλαμβάνει τη Γενική Κυβέρνηση και τις δημόσιες επιχειρήσεις, κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3, καθώς και τους δημόσιους οργανισμούς, κατά την έννοια της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (Α' 314). 2.
Γενική Κυβέρνηση: περιλαμβάνει την Κεντρική Κυβέρνηση, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, πρώτου και δεύτερου βαθμού (...) και τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης (Ο.Κ.Α.) , σύμφωνα με τα κριτήρια του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών (Ε.Σ.Ο.Λ.). 3. Κεντρική Κυβέρνηση : περιλαμβάνει την Κεντρική Διοίκηση και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, καθώς και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, που ελέγχονται και χρηματοδοτούνται, κυρίως, από την Κεντρική Διοίκηση εκτός...
και... 4. Κεντρική Διοίκηση ή Δημόσιο ή Κράτος: περιλαμβάνει την Προεδρία της Δημοκρατίας, τα Υπουργεία και τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, καθώς και τις Ανεξάρτητες Αρχές". Εξάλλου, με το άρθρο 50 παρ. 1 εδ. α' του ν. 3943/2011 (Α' 66) προστέθηκε στην παράγραφο 2 του άρθρου 1Β του άνω νόμου 2362/1995 τελευταίο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο "Αναλυτικά τα νομικά πρόσωπα που περιλαμβάνονται στην Κεντρική Κυβέρνηση, τους ...
και τους... προσδιορίζονται από το Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης, που τηρείται με ευθύνη της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι οι φορείς που περιλαμβάνονται στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης, καθορίζονται κατ' αρχήν από τον νόμο. Για την κατάταξη, όμως, ενός νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης, απαιτείται προηγούμενη κρίση, σχετικά με τη συνδρομή των τασσόμενων, στις οικείες διατάξεις, κριτηρίων.
Δηλαδή, προκειμένου να υπαχθεί ένα νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης, εξετάζεται αν το εν λόγω πρόσωπο ελέγχεται και χρηματοδοτείται, κατά κύριο λόγο, από την Κεντρική Διοίκηση (Ολ. ΣτΕ 3404/2014, Α.Π. 113/2017, ΣτΕ 2497/2013). Κατόπιν αυτών, δημοσιεύθηκε ο νόμος 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012 - 2015 ".
Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση που τον συνοδεύει, βασική του επιδίωξη είναι η καθιέρωση νέου Ενιαίου Μισθολογίου - Βαθμολογίου, ενόψει των ιδιαιτέρων δημοσιονομικών συνθηκών της χώρας. Στη συνέχεια, με τον νόμο 4046/2012 " Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.) της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" (Α' 28/14.2.2012), εγκρίθηκε το Σχέδιο του Μνημονίου Συνεννόησης (Memorandum of Understanding) [Μνημόνιο
ΙΙ] μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος (άρθρο 1 παρ. 2), ως προϋπόθεση για την υπογραφή και τη θέση σε ισχύ των Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης, μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, τα σχέδια των οποίων επίσης εγκρίθηκαν με τον ίδιο νόμο και προσαρτήθηκαν σε αυτόν, ως Παράρτημα V (άρθρο 1 παρ. 1).
Το εν λόγω Μνημόνιο, αποτελείται από τα ακόλουθα μέρη: α) Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής (Memorandum of Economic and Financial Policies), β) Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής (Memorandum of Understanding on Specific Economic Policy Conditionality) και γ) Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης (Technical Memorandum of Understanding).
Στο πρώτο από τα ανωτέρω τρία επί μέρους Μνημόνια, δηλαδή στο Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, το οποίο προσαρτάται στον ν. 4046/2012, ως Παράρτημα V-1 και στο οποίο περιγράφονται οι στόχοι, η στρατηγική και οι προοπτικές για την ελληνική οικονομία, μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα εξής, στο κεφάλαιο με τίτλο "Δημοσιονομική Πολιτική": "...7.
Οι βασικές μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων αυτών που έχουν καθοριστεί στη Μ.Δ.Σ. [εννοείται : Μεσοπρόθεσμη Δημοσιονομική Στρατηγική] και στον προϋπολογισμό του 2012, περιλαμβάνουν :... Μεταρρύθμιση της αποζημίωσης των υπαλλήλων του δημόσιου τομέα.... 8. Δεδομένης της χαμηλής είσπραξης φόρων, σε σύγκριση με τις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, η στρατηγική προσαρμογής μας βασίζεται στην εισαγωγή εκτενών μεταρρυθμίσεων στη φορολογική διοίκηση... 9.
Έχουμε δεσμευθεί να πετύχουμε τον δημοσιονομικό μας στόχο και είμαστε έτοιμοι να λάβουμε διορθωτικά μέτρα στην περίπτωση υποαπόδοσης. Τα διορθωτικά μέτρα, εάν κριθούν αναγκαία, θα περιλαμβάνουν πρόσθετες στοχευμένες μειώσεις στο μισθολογικό κόστος του δημόσιου τομέα και στις κοινωνικές δαπάνες. Στο δεύτερο από τα ανωτέρω τρία Μνημόνια, δηλαδή στο Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, το οποίο προσαρτάται στον νόμο 4048/2012, ως Παράρτημα V-2, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, στο Κεφάλαιο 1, με τίτλο "Δημοσιονομική εξυγίανση", τα εξής: "...Πριν την εκταμίευση, η Κυβέρνηση προβαίνει επίσης στις ακόλουθες εκκρεμείς ενέργειες :...
Υπουργικές αποφάσεις για την ολοκλήρωση της πλήρους εφαρμογής του νέου μισθολογίου σε όλα τα σχετικά νομικά πρόσωπα... Η Κυβέρνηση δηλώνει την ετοιμότητά της να ορίσει και να θεσπίσει πρόσθετα μέτρα, εάν παραστεί ανάγκη, έτσι ώστε να τηρηθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι ". Στην αιτιολογική έκθεση, που συνοδεύει τον νόμο 4046/2012, αναφέρεται, μεταξύ άλλων ότι, παρά τις προσπάθειες των τελευταίων τριών ετών, συνεχίσθηκε η ύφεση της ελληνικής οικονομίας και η αύξηση του δημοσίου χρέους, το οποίο ανήλθε για το 2011 στα 368 δισ., υπερβαίνοντας το 169% του Α.Ε.Π.
και ότι τούτο επιβάλλει τη λήψη άμεσων μέτρων, προς την κατεύθυνση της ελάφρυνσής του, και ειδικότερα μια ουσιαστική αναδιάταξη του δημόσιου χρέους, ώστε να καταστεί βιώσιμο βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα (Ολ. ΣτΕ 3372/2015). Στη συνέχεια, με τον νόμο 4051/2012 (Α' 40/29.2.2012) εισήχθησαν επείγουσες ρυθμίσεις για την εφαρμογή του, κατά τα ανωτέρω, εγκριθέντος Μνημονίου Συνεννόησης και επήλθαν οι αναγκαίες προσαρμογές στον εγκριθέντα με τον νόμο 4032/2011 (Α' 257) προϋπολογισμό του 2012.
Στην αιτιολογική έκθεση επί του άρθρου 2 του νόμου αυτού, αναφέρεται ότι : "... η μεγαλύτερη από την αναμενόμενη ύφεση της ελληνικής οικονομίας, είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση αποκλίσεων μεταξύ των αρχικών εκτιμήσεων και των τελικών αποτελεσμάτων του οικονομικού έτους 2011. Συνέπεια της απόκλισης αυτής είναι η ανάγκη επανακαθορισμού των μεγεθών του προϋπολογισμού του 2012, έτσι ώστε να είναι εφικτή η σύγκλιση με τους στόχους, που έχουν τεθεί με το αναθεωρημένο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής, που έχει εγκριθεί από τη Βουλή.
Οι παρεμβάσεις αυτές, που γίνονται για την αντιστάθμιση των εκτιμώμενων αποκλίσεων, αποτυπώνονται στον κατωτέρω πίνακα. Στον πίνακα αυτό, με τίτλο " Νέες Δημοσιονομικές παρεμβάσεις : α. Κρατικός Προϋπολογισμός ", προβλέφθηκε, μεταξύ άλλων, εξοικονόμηση της τάξης των 205 εκατομμυρίων ευρώ, από τη μείωση των ειδικών μισθολογίων.
Ακολούθως, στις 9 Μαρτίου 2012, ολοκληρώθηκε επιτυχώς η διαδικασία για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους (P.S.I.) , με την ανταλλαγή ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, συνολικής ονομαστικής αξίας 198,045 δισεκατομμυρίων ευρώ, έναντι νέων ομολόγων ονομαστικής αξίας 92,072 δισεκατομμυρίων ευρώ, γεγονός που οδήγησε σε άμεση μείωση του δημοσίου χρέους της χώρας, κατά 105,973 δισεκατομμύρια ευρώ και σε περιορισμό των μελλοντικών δαπανών για τόκους.
Ενόψει της ολοκλήρωσης της διαδικασίας αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους και της ανακοίνωσης από την ελληνική κυβέρνηση, τον Φεβρουάριο του 2012 μέτρων, με στόχο τη μείωση του πρωτογενούς ελλείμματος κατά το 2012, συμπεριλαμβανομένης και της έγκρισης συμπληρωματικού προϋπολογισμού, εκδόθηκε η 2012/211/ΕΕ απόφαση του Συμβουλίου της 13-3-2012 (L 113) , με την οποία αναθεωρήθηκε η 2011/734/ΕΕ προηγούμενη απόφασή του (L 296).
Στην εν λόγω απόφαση, γίνεται μνεία της λήψης μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής από την Ελλάδα, για τη μείωση του υπερβολικού ελλείμματος. Ακολούθως, κατ' εφαρμογή του ν. 4046/2012 και στο πλαίσιο του εκεί τεθέντος στόχου της επίτευξης, με δημοσιονομικές παρεμβάσεις, πρωτογενούς πλεονάσματος της Γενικής Κυβέρνησης, που θα επέτρεπε τη σταθεροποίηση, σε πρώτη φάση και τη μείωση, στη συνέχεια, του δημοσίου χρέους εκδόθηκε ο ν. 4093/2012 " Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016 " (ΦΕΚ Α' 222/12-11-2012) (Ολ.
ΣτΕ 431/2018). Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού, αναφορικά με την παράγραφο Α του άρθρου πρώτου του εν λόγω νόμου, με την οποία εγκρίθηκε το Μ.Π.Δ.Σ., που επισυνάφθηκε ως παράρτημα I, στον νόμο αυτό, διαλαμβάνονταν τα ακόλουθα, αναφορικά με το Μεσοπρόθεσμο αυτό πρόγραμμα : "Στο Μ.Π.Δ.Σ. παρουσιάζονται τα δημοσιονομικά όρια και δεσμεύσεις, που έχουν αναληφθεί για την περίοδο 2013 - 2016 και περιγράφονται οι βασικές πολιτικές κατευθύνσεις και προτεραιότητες.
Καθορίζονται, επίσης συγκεκριμένοι στόχοι, χρονοδιαγράμματα και δείκτες υλοποίησης, στην προσπάθεια ελέγχου των δαπανών και σταδιακής μείωσης του ελλείμματος, με την υιοθέτηση ανώτατων ορίων δαπανών των φορέων της Κεντρικής Κυβέρνησης. Το Μ.Π.Δ.Σ. αποτελεί το μέσο, με το οποίο οι επιλεγμένες πολιτικές της Κυβέρνησης, καθώς και οι παρεμβάσεις, που θα τις υλοποιήσουν, για την χρονική περίοδο, στην οποία αναφέρεται, τίθενται προς δημόσια συζήτηση και ψήφιση, με ξεκάθαρη μορφή".
Ειδικότερα, από την ίδια αιτιολογική έκθεση προκύπτει ότι βασικός άξονας της στρατηγικής της Κυβέρνησης ήταν: "η σύζευξη της δημοσιονομικής προσαρμογής και της επανεκκίνησης της πραγματικής οικονομίας, ώστε η χώρα να ξεφύγει από τον φαύλο κύκλο των ελλειμμάτων και της ύφεσης", καθώς και η εκδήλωση "ισχυρής πολιτικής βούλησης, για την παραμονή της χώρας εντός της ευρωζώνης και η ανάκτηση της αξιοπιστίας της χώρας στην ευρωπαϊκή και την παγκόσμια σκηνή".
Όπως δε προκύπτει από το μεσοπρόθεσμο, η στρατηγική της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης, που εφαρμόστηκε από τα μέσα του 2012, είχε δύο κατευθύνσεις, η πρώτη εκ των οποίων συνίστατο στην εδραίωση της δημοσιονομικής εξυγίανσης, προσαρμογής και πειθαρχίας, με στόχο τη δραστική καταπολέμηση της σπατάλης, τον εξορθολογισμό των δημοσίων δαπανών και τη συρρίκνωση των διαρθρωτικών ελλειμμάτων, ενώ η δεύτερη εξ αυτών στην υλοποίηση ενός μεγάλου εύρους πολιτικών και μέτρων για την τόνωση της οικονομίας, ως προς την ανάπτυξη, την ανεργία, τη ρευστότητα και τη μείωση του ελλείμματος.
Βασική επιδίωξη του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής, ήταν να εισέλθει η χώρα σε μια μακρά περίοδο πρωτογενών πλεονασμάτων, ώστε να πορεύεται χωρίς δανειακές ανάγκες. Εξάλλου, στην ενότητα 1 "Δημοσιονομική στρατηγική και πολιτικές " του Κεφαλαίου 3 του μεσοπρόθεσμου, υποενότητα 1.4 " Η νέα δημοσιονομική προσπάθεια στην περίοδο 2013-2018", καθώς και στους συνοδεύοντες αυτό πίνακες, οι οποίοι προσαρτήθηκαν, ως παράρτημα, στον ν. 4093/2012 αναφέρεται ότι : "Οι καθυστερήσεις στην εφαρμογή των πολιτικών, κυρίως στον τομέα των διαρθρωτικών αλλαγών και η περιορισμένη εφαρμογή ή/και χαμηλότερη αποδοτικότητα κάποιων μέτρων, που οδήγησαν σε πολύ χαμηλότερες αποδόσεις του συνολικού πακέτου των μέτρων της προηγούμενης περιόδου, σε σχέση με τους αρχικούς υπολογισμούς, σε συνδυασμό και με την βαθύτερη, από ό,τι προβλεπόταν, ύφεση, δημιούργησαν μεγάλες αποκλίσεις, ακόμη και από τους χαμηλότερους (μετά την επιμήκυνση) στόχους του πρωτογενούς ελλείμματος Γενικής Κυβέρνησης της περιόδου 2013-2016".
Προκειμένου να επανέλθει το πρόγραμμα στις αρχικές του προβλέψεις, κρίθηκε απαραίτητο να συνεχισθεί και να ενταθεί η δημοσιονομική προσαρμογή (ΣτΕ 2705/2014). Συγκεκριμένα, με την περ. 1 της υποπαραγράφου Γ.1 "Μισθολογικές διατάξεις του Δημόσιου Τομέα", της παραγράφου Γ "Ρυθμίσεις θεμάτων Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής" του άρθρου πρώτου του νόμου αυτού, επήλθε κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας, ορισθέντος ειδικότερα ότι : "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ.
και Ο.Τ.Α., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1.1.2013". Σχετικά με τις ρυθμίσεις αυτές, στην αιτιολογική έκθεση του νόμου - χωρίς, πάντως μνεία των προηγουμένως επιβληθεισών μειώσεων - αναφέρεται ότι : "Με τις παρούσες διατάξεις ρυθμίζονται θέματα μισθολογικού περιεχομένου, τα οποία προβλέπονται στο πλαίσιο εφαρμογής του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Δημοσιονομικής Προσαρμογής.
Ειδικότερα : Με τις διατάξεις της περίπτωσης 1 καταργούνται, από 1.1.2013, τα επιδόματα εορτών και αδείας για όλους τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. Με τις ίδιες διατάξεις, καταργούνται τα επιδόματα εορτών και αδείας και για όλους τους υπαλλήλους και τους μισθωτούς των Ν.Π.Ι.Δ. ".
Εξάλλου, στην έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, που συνόδευε το σχέδιο του ανωτέρω ν. 4093/2012, κατά την υποβολή του προς ψήφιση στη Βουλή, αναφέρονται σχετικώς, τα εξής : "Παράγραφος Γ. Τροποποιούνται οι μισθολογικές διατάξεις, που διέπουν τους φορείς του δημόσιου τομέα ως ακολούθως: - Καταργούνται, από 1-1-2013, τα επιδόματα εορτών και άδειας υπέρ των υπαλλήλων και λειτουργών του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α.
και των άλλων ν.π.δ.δ., καθώς και υπέρ των μισθωτών των ν.π.ι.δ.... 2. ...". Η αιτιολόγηση αυτή ήταν ακριβής, δεδομένου ότι στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, επισυνάφθηκε, ως Παράρτημα I, στον παραπάνω νόμο και εγκρίθηκε με την Παράγραφο Α' αυτού και στο Κεφάλαιο Β' αυτού (Μ.Π.Δ.Σ.) με τίτλο "Παρεμβάσεις", στην ενότητα με αριθμό 3 "Μισθολόγιο", με επιδιωκόμενη παρέμβαση συνολικού ποσού 1.174 εκατομμύρια ευρώ, υπό τον αριθμό 3.4 "Κατάργηση δώρων στο Δημόσιο Τομέα", προβλεπόταν παρέμβαση επιμέρους συνολικού ποσού 431 εκατομμυρίων ευρώ.
Η ρύθμιση των ίδιων επιδομάτων γινόταν προηγουμένως με το άρθρο 16 "Επιδόματα Εορτών και Αδείας" του ν. 4024/2011 (ΦΕΚ Α' 226/27-10-2011) "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015", στο οποίο οριζόταν ότι : "1.
Το Επίδομα Εορτών Χριστουγέννων ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Απριλίου μέχρι 15 Δεκεμβρίου κάθε έτους και καταβάλλεται την 16η Δεκεμβρίου κάθε έτους. 2. Το Επίδομα Εορτών Πάσχα ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Δεκεμβρίου μέχρι και 15 Απριλίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται δέκα ημέρες πριν από το Πάσχα. 3.
Το Επίδομα Αδείας ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 1ης Ιουλίου μέχρι και 30 Ιουνίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται την 1η Ιουλίου κάθε έτους. 4. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε για χρονικό διάστημα μικρότερο από τα οριζόμενα στις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου αυτού, καταβάλλεται τμήμα επιδόματος, ανάλογο με αυτό που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα της μισθοδοσίας του. 5.
Τα επιδόματα των παραγράφων 1 2 και 3 καταβάλλονται, εφόσον οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων αυτών, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές υπερβαίνουν, κατά την ημερομηνία καταβολής τους, το ύψος αυτό, τα επιδόματα αυτά καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους".
Η ρύθμιση αυτή των επιδομάτων εορτών και αδείας, δεν δικαιολογήθηκε ειδικά στην ενότητα της αιτιολογικής έκθεσης του παραπάνω νόμου, που αφορούσε το άρθρο 16, όπου έγινε απλά παράθεση του κειμένου του νόμου, αλλά ουσιαστικά στο γενικό μέρος της αιτιολογικής έκθεσης, που αφορούσε συνολικά τα ρυθμιζόμενα επιδόματα, όπου διαλαμβάνονταν τα ακόλουθα : "Όπως συμπεραίνεται από τα ανωτέρω, οι ρυθμίσεις που καθορίζουν το είδος, το ύψος και τις προϋποθέσεις χορήγησης των διαφόρων επιδομάτων, περιλαμβάνονται σε μια σειρά από νομοθετήματα, καθιστώντας το σύστημα επιδομάτων πολύπλοκο και κατακερματισμένο.
Είναι προφανές ότι το πλήθος των επιδομάτων, τα οποία χορηγούνται σήμερα σε όλους τους υπαλλήλους του δημόσιου τομέα ή σε ειδικές κατηγορίες αυτών, είναι υπερβολικά μεγάλο. Επίσης, η επιδοματική πολιτική είναι αποσπασματική και φαίνεται ότι αναπτύχθηκε χωρίς σύστημα και στρατηγική και δίχως να λαμβάνει υπόψη της τις εξελίξεις στην αγορά εργασίας.
Το σύνολο των επιδομάτων δεν διαφοροποιείται, βάσει ποιοτικών κριτηρίων, όπως είναι τα τυπικά προσόντα και οι δεξιότητες των υπαλλήλων, η σύνδεση της αμοιβής με την εργασία, το σύστημα αξιολόγησης των υπαλλήλων, η σπουδαιότητα του ρόλου ή της θέσης που ασκούν. Χαρακτηριστικό είναι το κίνητρο απόδοσης, η χορήγηση του οποίου φαίνεται ότι δεν εξυπηρετεί τον σκοπό του, δεδομένου ότι καταβάλλεται σε όλους τους υπαλλήλους, ανεξάρτητα από την αξιολόγηση της απόδοσής τους Αντιθέτως, μοναδικό κριτήριο για την χορήγηση των επιδομάτων, φαίνεται να είναι η ενίσχυση των αμοιβών των υπαλλήλων.
Με τον τρόπο αυτό, η απουσία κεντρικής θεσμοθέτησης των τακτικών επιδομάτων των υπαλλήλων του δημοσίου τομέα και η έλλειψη συστήματος συσχέτισης των επιδομάτων, με τα παραγόμενα αποτελέσματα, οδήγησε σταδιακά σε εμφάνιση ανισότητας μεταξύ των αμοιβών, που χορηγούνται από κάθε υπουργείο / φορέα, τόσο ως προς το ύψος αυτών όσο και ως προς τα κριτήρια, που χρησιμοποιούνται για τη χορήγησή τους.
Τέλος, σημειώνεται ότι η υφιστάμενη πολιτική επιδομάτων, παρουσιάζει σημαντικές αδυναμίες, αναφορικά με τον κοινωνικό της χαρακτήρα, δεδομένου ότι επιδόματα, όπως η οικογενειακή παροχή, θεωρούνται αρκετά χαμηλά". Πριν την έναρξη της οικονομικής κρίσης του έτους 2009, τα επιδόματα αυτά ρυθμίζονταν για τους υπηρετούντες στον Δημόσιο Τομέα με το άρθρο 9 " Επιδόματα εορτών και αδείας" του ν. 3205/2003 (ΦΕΚ Α' 297/23-12-2003) "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ.
και Ο.Τ.Α., μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις ", που όριζε ότι : " 1. Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων ορίζεται ίσο με το μηνιαίο βασικό μισθό του μισθολογικού κλιμακίου, που έχει κάθε φορά ο υπάλληλος.
Το επίδομα αυτό χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Απριλίου μέχρι 15 Δεκεμβρίου κάθε έτους και καταβάλλεται στις 16 Δεκεμβρίου κάθε έτους. 2. Το επίδομα εορτών Πάσχα ορίζεται ίσο προς το ήμισυ του μηνιαίου βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου που έχει κάθε φορά ο υπάλληλος.
Το επίδομα αυτό χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Δεκεμβρίου μέχρι και 15 Απριλίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται δέκα ημέρες πριν από το Πάσχα. 3. Το επίδομα αδείας ορίζεται ίσο προς το ήμισυ του μηνιαίου βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου, που έχει κάθε φορά ο υπάλληλος.
Το επίδομα αυτό χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 1ης Ιουλίου μέχρι και 30 Ιουνίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται την 1η Ιουλίου κάθε έτους. 4. Τα παραπάνω επιδόματα, υπολογίζονται στο βασικό μισθό που έχει ο υπάλληλος, κατά τις οριζόμενες στις προηγούμενες παραγράφους ημερομηνίες ".
Περαιτέρω, με τον ν. 1876/1990 "Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις" (Α' 27), ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτού, αφορά σε "όλους όσους εργάζονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, σε οποιονδήποτε ημεδαπό ή αλλοδαπό εργοδότη επιχείρηση, εκμετάλλευση ή υπηρεσία του ιδιωτικού ή δημόσιου τομέα της οικονομίας, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι στη γεωργία, κτηνοτροφία και συναφείς εργασίες, καθώς και οι κατ' οίκον εργαζόμενοι" (παρ. 1), ρυθμίσθηκαν καθολικά τα ζητήματα, που αφορούν στο περιεχόμενo και στα είδη των συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων, υπογραφή και θέση τους σε ισχύ, στη δέσμευση και στον χρόνο ισχύος τους και κάθε άλλο σχετικό ζήτημα.
Στο άρθρο 19 του εν λόγω νόμου ορίσθηκε ότι οι διατάξεις αυτού του νόμου ισχύουν και για τους εργαζόμενους, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α, εφόσον δεν αποκλείονται από τη φύση τους και με την επιφύλαξη ειδικών ρυθμίσεων, ως προς τον εργοδότη. Οι όροι των Σ.Σ.Ε., που ενσαρκώνουν την εξισορρόπηση των εκατέρωθεν συμφερόντων, στην οποία στηρίζεται και από την οποία εξαρτάται η λειτουργία και βιωσιμότητα οποιασδήποτε οικονομικής ιδιωτικής ή δημόσιας επιχείρησης, ως εκ τούτου, δε, και η τύχη των μισθωτών τους, δεν μπορούν να θιγούν από τον κρατικό νομοθέτη, με οποιονδήποτε τρόπο, εκτός αν πρόκειται για γενικούς όρους εργασίας, δηλαδή για όρους, που έχουν ως αντικείμενο τη γενική διάπλαση της σχέσης εργασίας ή τη ρύθμιση θέματος, που ενδιαφέρει την έννομη τάξη, διότι αφορά το γενικότερο κοινωνικό συμφέρον, που αποτελεί και το κρίσιμο για την οριοθέτηση του χώρου λειτουργίας του κρατικού νομοθέτη (Ολ.
Α.Π. 626/1988, Α.Π. 288/2003).
Συνεπώς, η ρύθμιση των αποδοχών των μισθωτών, η οποία είναι το πρώτο ιστορικά και καίριο θέμα της συλλογικής διαπραγμάτευσης, δεν μπορεί να γίνει από τον νόμο κατά τρόπο αποκλειστικό, δηλαδή να αφαιρεθεί από την ύλη της συλλογικής σύμβασης, εκτός εάν λόγοι γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, συνδεόμενοι με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας, δικαιολογούν, ενόσω διαρκούν, την αποκλειστική από τον νόμο ρύθμιση των αποδοχών, είτε όλων των μισθωτών, είτε κατηγοριών αυτών.
Από τη συνταγματική δε αρχή της διάκρισης των εξουσιών προκύπτει ότι, η ουσιαστική εκτίμηση του δημοσίου συμφέροντος ανήκει στη νομοθετική ή, κατά περίπτωση, στην εκτελεστική εξουσία και μόνο η υπέρβαση των ακραίων λογικών ορίων της έννοιας εμπίπτει στο πεδίο ελέγχου νομιμότητας (ΣτΕ 1975/1991). Με την παράγραφο 5 του άρθρου 1 του Ν. 3833/2010, ορίζεται ότι : "Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, καθώς και της παραγράφου 4, κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας ".
Κατισχύουν, συνεπώς, των όρων των συλλογικών ρυθμίσεων, που καθορίζουν αποδοχές υπερβαίνουσες τα ανώτερα, κατά περίπτωση όρια του νόμου αυτού. Λαμβανομένου προσέτι υπόψη ότι με τον ν. 4093/2012, επιχειρήθηκε η πλήρης μισθολογική και βαθμολογική εξομοίωση των εργαζομένων στα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, με την ισχύουσα για τους εργαζόμενους στον στενό δημόσιο τομέα και, ομοίως το αυτό επιχειρήθηκε με τον ν. 4354/2015, δυνάμει του οποίου ορίστηκε ρητά ότι το ενιαίο μισθολόγιο εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους στον δημόσιο τομέα εν γένει, προκύπτει ρητά ότι δεν καταλείπεται πεδίο εφαρμογής μισθολογικών ρυθμίσεων με συλλογικές συμβάσεις εργασίας, για τους εργαζόμενους στον δημόσιο τομέα εν γένει.
Επισημαίνεται ότι στους νόμους 4472/2017 και 4475/2017, περιλαμβάνονται ρυθμίσεις για ζητήματα, που συναρτώνται άμεσα με την εφαρμογή του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, που υιοθετήθηκε με τον νόμο 4336/2015. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου πέμπτου του ν. 4475/2017, που αφορά στις συλλογικές διαπραγματεύσεις, ορίζεται ότι η αναστολή των αρχών της επεκτασιμότητας και της ευνοϊκότερης ρύθμισης των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, αποσυνδέεται από το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής και θα ισχύσει έως την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, δηλαδή έως τις 20-8-2018.
Ωστόσο, οι μισθολογικές ρυθμίσεις του ν. 3833/2010, του ν. 4093/2012 (όπως και αυτές του Ν. 4354/2015, για τις κατηγορίες των εργαζομένων, που υπάγονται σε αυτόν) , που αφορούν στο προσωπικό των Ν.Π.Ι.Δ., που ανήκουν στο κράτος, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους ή που επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από κρατικούς πόρους, κατά πενήντα τοις εκατό (50%) τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, εξακολουθούν να ισχύουν κανονικά και μετά τη ψήφιση των ανωτέρω νόμων (Γνωμ.
Ν.Σ.Κ. 274/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΚΡΑΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ", στα άρθρα 1 - 4 του ν. 2273/1994 " Εθνικό Θέατρο, Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και άλλες διατάξεις" (Α' 233) , ορίζονται τα εξής : Άρθρο 2. 1. Ιδρύεται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, με έδρα τη Θεσσαλονίκη και επωνυμία " Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος ", που εποπτεύεται από τον Υπουργό Πολιτισμού...
Άρθρο 3. 1. Όργανα διοίκησης του Εθνικού θεάτρου και του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, που στο εξής θα αποκαλούνται "Θέατρα" και διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος... είναι το διοικητικό συμβούλιο και ο καλλιτεχνικός διευθυντής. 2. Η διοίκηση και η διαχείριση του Θεάτρου ασκείται από το Δ.Σ., το οποίο αποτελείται από τον πρόεδρο, τον αντιπρόεδρο και πέντε συμβούλους. 3.... 7.
Το Δ.Σ. λαμβάνει κάθε απόφαση και ασκεί κάθε εξουσία για όλα γενικώς τα ζητήματα, που αφορούν στη διοίκηση και διαχείριση του Θεάτρου, με εξαίρεση τα θέματα, για τα οποία αποκλειστικά αρμόδια είναι άλλα όργανα, που αναφέρονται στον παρόντα νόμο και στον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας του Θεάτρου... 8.... 11.
Δεν μπορούν να διορισθούν μέλη του Δ.Σ. όσοι συνδέονται με το Θέατρο, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, για όσο χρόνο διαρκεί η σχέση αυτή. Τα; μέλη του Δ.Σ. δεν μπορούν να συνάψουν με το Θέατρο, κατά τη διάρκεια της θητείας τους, περισσότερες από δύο συμβάσεις έργου κάθε έτος. Από τη θέση του μέλους του Δ.Σ. εκπίπτει όποιος, κατά τη διάρκεια της θητείας του, συνδεθεί με το Θέατρο με σχέση εξηρτημένης εργασίας ή συνάψει με αυτό τρεις τουλάχιστον συμβάσεις έργου, κατά τη διάρκεια του ίδιου έτους. 12.... 13.
Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, διορίζεται ο καλλιτεχνικός διευθυντής κάθε Θεάτρου για τριετή θητεία, που μπορεί να ανανεώνεται. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ο διορισμός του καλλιτεχνικού διευθυντή μπορεί να ανακαλείται και πριν από τη λήξη της θητείας του, σε περίπτωση που ο ετήσιος απολογισμός του έργου του καλλιτεχνικού διευθυντή απορριφθεί από το Δ.Σ., πλήρως αιτιολογημένα, με πλειοψηφία 2/3 επί του συνόλου των μελών του...
Για τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή, επιλέγεται πρόσωπο αναγνωρισμένου κύρους, που έχει ιδιαιτέρως διακριθεί στο χώρο του θεάτρου. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής, έχει τις εξής αρμοδιότητες: α. Καταρτίζει το δραματολόγιο κάθε περιόδου, β. Καταρτίζει τον προϋπολογισμό κάθε έργου και κάθε θεατρικής παράστασης ή εκδήλωσης γενικά γ.
Είναι υπεύθυνος για την όλη και εντός του προϋπολογισμού του Θεάτρου προετοιμασία, οργάνωση και εκτέλεση κάθε καλλιτεχνικής παραγωγής του Θεάτρου, επιβλέπει την προετοιμασία των έργων που ανεβαίνουν... ε. Στο πλαίσιο του προϋπολογισμού, προσλαμβάνει με συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή συνάπτει συμβάσεις έργου με το καλλιτεχνικό και τεχνικό προσωπικό, ειδικούς συνεργάτες, μετακαλεί συγκροτήματα ή καλλιτέχνες, υπογράφει τις συμβάσεις πρόσληψης και μετάκλησης των παραπάνω και ορίζει τους καλλιτεχνικούς και μη όρους της απασχόλησής τους και τις αμοιβές τους, συμφωνεί τους όρους και τις αμοιβές της σύμβασης εργασίας κάθε μέλους του καλλιτεχνικού προσωπικού και έχει πειθαρχική εξουσία, σε πρώτο βαθμό, για το καλλιτεχνικό και τεχνικό προσωπικό...
ζ. Προτείνει στο Δ.Σ σχέδια εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας του Θεάτρου, η. Προΐσταται των διοικητικών υπηρεσιών του Θεάτρου, εποπτεύει και συντονίζει τη λειτουργία τους, επιβλέπει την εκτέλεση των αποφάσεων του Δ.Σ., των νόμων και του εσωτερικού κανονισμού, ασκεί επιπλέον αρμοδιότητες που του παραχωρεί το Δ.Σ., έχει δικαίωμα έγκρισης λειτουργικών δαπανών, στα πλαίσια του εγκεκριμένου από το Δ.Σ.
ετήσιου προϋπολογισμού, εισηγείται στο Δ.Σ. την πρόσληψη διοικητικού και βοηθητικού προσωπικού και γενικά έχει κάθε αρμοδιότητα, που έχει σχέση με τη λειτουργία των διοικητικών υπηρεσιών του Θεάτρου, θ.... ια. Υποβάλλει προς έγκριση κατ' έτος απολογισμό του έργου του στο Διοικητικό Συμβούλιο του Θεάτρου. 14.
Ο καλλιτεχνικός διευθυντής... μετέχει των συνεδριάσεων του Δ.Σ. χωρίς ψήφο. 15... 16. Οι αποφάσεις στα θέματα για τα οποία αρμόδιος είναι ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Θεάτρου... βρίσκονται μέσα στα πλαίσια του προϋπολογισμού και των κατευθυντήριων γραμμών και της πολιτικής, που έχει χαράξει το Δ.Σ. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής κατά τη διάρκεια της θητείας του, μπορεί να συνάψει με το Θέατρο δύο συμβάσεις έργου, κατ' ανώτατο όριο, ετησίως.
Στην υπογραφή των συμβάσεων αυτών, το Θέατρο εκπροσωπείται από τον Πρόεδρο του Δ.Σ. 17. Οι αποδοχές του καλλιτεχνικού διευθυντή κάθε Θεάτρου... καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως... 18. Οι πόροι των Θεάτρων είναι η ετήσια επιχορήγηση του Υπουργείου Πολιτισμού...
ενισχύσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή άλλους διεθνείς οργανισμούς επιχορηγήσεις δημόσιων ή μη φορέων και οργανισμών, έσοδα από τις καλλιτεχνικές τους δραστηριότητες, χορηγίες... δωρεές, κληρονομιές, κληροδοσίες, καταπιστεύματα, καθώς και κάθε είδους κοινωνικοί πόροι... 19. Τα Θέατρα υποβάλλουν στον Υπουργό Πολιτισμού, οποτεδήποτε τους ζητηθεί, κάθε στοιχείο προς ενημέρωση για την πορεία των εργασιών και την πραγματοποίηση των σκοπών τους. 20.... 24.
Άρθρο 4. 1. Τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνικό Θέατρο " και "Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος", καταργούνται. 2. Όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις και όλη η κινητή και ακίνητη περιουσία καθενός από τα καταργούμενα νομικά πρόσωπα... περιέρχονται στο αντίστοιχο νομικό πρόσωπο, που συνιστάται με τον παρόντα νόμο.
Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι: α) το "ΚΡΑΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ " είναι Ν.Π.Ι.Δ., που ανήκει στους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 3833/2010 και του Ν. 4093/2012 με δεδομένο ότι επιχορηγείται, σε τακτική βάση, από τον προϋπολογισμό του Κράτους, σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50% του ετήσιου προϋπολογισμού του και β) ανήκει στο Κράτος, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησης, πληρούνται δε όλα τα κριτήρια περί της ένταξής του στον δημόσιο τομέα της χώρας, όπως έχουν προσδιορισθεί από τη νομολογία (Ολ.
ΣτΕ 159/1992, ΣτΕ 972/2002, ΣτΕ 1291/2016). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 27/1998) , καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 1/2021). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020 Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013).
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα : Οι ενάγοντες - είκοσι έξι (26) συνολικά τον αριθμό - εκ των οποίων οι είκοσι (20) ήδη αναιρεσείοντες, στην από 21-12-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 118503/21023/21-12-2017 αγωγή τους, που κατατέθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εξέθεταν ότι, δυνάμει διαδοχικών εγγράφων ατομικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προσλήφθηκαν και παρείχαν την εργασία τους στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΚΡΑΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ BOPEIOΥ ΕΛΛΑΔΟΣ", κατά τους αναφερόμενους χρόνους.
Ότι άπαντες είναι ηθοποιοί, εγγεγραμμένοι στο εργασιακό σωματείο με την επωνυμία "Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών", οι δε όροι αμοιβής και εργασίας τους καθορίζονται, αφενός, από τις διατάξεις των Ομοιοεπαγγελματικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, που συνήψε το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών και το εναγόμενο και, αφετέρου, από τις Επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, που συνήψε το επιχειρησιακό σωματείο με την επωνυμία "Σύλλογος εργαζομένων στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος πάσης φύσεως προσωπικού" με το εναγόμενο, οι όροι των οποίων επαναλαμβάνονται και ενσωματώνονται και στις ατομικές συμβάσεις εργασίας εκάστου. 'Οτι οι συμφωνηθείσες με τις ατομικές συμβάσεις εργασίας τους στα πλαίσια των όρων των ανωτέρω Σ.Σ.Ε., αποδοχές, καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα, ανέρχονταν, βάσει της οικογενειακής κατάστασης και της προϋπηρεσίας εκάστου, στα αναλυτικώς διαλαμβανόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά. 'Οτι, με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 1 του Ν. 3833/2010, των παρ. 4 και 6 του άρθρου τρίτου του Ν. 3845/2010 και των άρθρων 17 και 18 του Ν. 3899/2010, προβλέφθηκαν μειώσεις, σε αποδοχές και επιδόματα, για τα έτη 2010 και 2011, του προσωπικού Οργανισμών και Επιχειρήσεων του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα, περιλαμβανόμενων των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, μεταξύ των οποίων και το εναγόμενο.
Ότι, στη συνέχεια, τέθηκαν σε ισχύ οι νόμοι 4024/2011, 4093/2012 και 4354/2015 οι οποίοι καθόρισαν το ενιαίο μισθολόγιο, για τους υπαλλήλους του δημοσίου και των νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Ότι το εναγόμενο υπήγαγε στις ρυθμιστικές διατάξεις των τελευταίων αυτών νόμων τους ίδιους (ενάγοντες) , μολονότι αυτοί, ως ανήκοντες στο καλλιτεχνικά προσωπικό του, ρητώς εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, εξέθεταν ότι το εναγόμενο, κατά το έτος 2012, εσφαλμένως εφαρμόζοντας το άρθρο 16 του Ν. 4024/2011 κατέβαλε, κατά τα οριζόμενα στην ως άνω διάταξη, μειωμένα ποσά για δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων 2012 και για επίδομα αδείας 2012, ενώ από το έτος 2013 και εντεύθεν, δυνάμει των οριζόμενων στις διατάξεις των Ν. 4093/2012 και 4046/2012, με τις οποίες, όχι απλώς περικόπηκαν, αλλά καταργήθηκαν τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 16 του ν. 4024/2011, επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, το εναγόμενο δεν τους έχει καταβάλει κανένα ποσό, για τις αιτίες αυτές.
Ότι η κατάργηση των επιδομάτων αυτών είναι αντίθετη με υπερνομοθετικές διατάξεις, διότι : α) συνιστά μια υπέρμετρα αδικαιολόγητη και έτσι αντισυνταγματική ρύθμιση, επειδή θίγεται ο πυρήνας τριών (3) σημαντικών τακτικών μισθολογικών παροχών και ματαιώνεται ένα κεκτημένο δικαίωμα, επί αντίστοιχου περιουσιακού τους δικαιώματος, καθόσον η περιστολή των κρατικών δαπανών οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 4 παρ. 5 του Συντάγματος και η επιλεκτική αυτή επιβάρυνσή τους, ως μισθωτών, είναι αντίθετη και με τις διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος, όπως επίσης η κρίσιμη διάταξη της περ. 1 της υποπαραγράφου Γ. 1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, είναι αντίθετη και με τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος και β) προσβάλλεται ο πυρήνας του οικείου περιουσιακού δικαιώματος, που προστατεύεται από το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
Ότι, ενόψει του ανισχύρου των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 16 του Ν. 4024/2011 και της περ. 1 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2012 και μέχρι και το έτος 2017, έπρεπε να καταβληθούν, σε έκαστο εξ αυτών, τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής χρηματικά ποσά, για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και για επιδόματα αδείας της επίδικης χρονικής περιόδου.
Περαιτέρω, οι ενάγοντες εξέθεταν ότι το εναγόμενο, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα από το έτος 2012 έως το 2017, μολονότι υφίστατο ρητή εξαίρεση του καλλιτεχνικού προσωπικού του από το ενιαίο μισθολόγιο, που προβλεπόταν από τις ως άνω διατάξεις, εντούτοις, δεν τους κατέβαλε τους προβλεπόμενους νόμιμους μισθούς, όπως αυτοί καθορίζονταν από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που καταρτίστηκαν και τέθηκαν σε ισχύ από το έτος 2012 και εντεύθεν και από τις ατομικές τους συμβάσεις εργασίας, αλλά αντιθέτως κατέβαλε σε αυτούς μειωμένες αποδοχές.
Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο, κατ' άρθρα 223 παρ. 1, 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 του ΚΠολΔ, περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής, εν μέρει σε αναγνωριστικό και εν μέρει σε καταψηφιστικό, με σχετική προφορική δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις τους, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσαν, κατά την προφορική συζήτηση της αγωγής, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο (εν μέρει αναγνωριστικά) να τους καταβάλει, για τα χρονικά διαστήματα, που έκαστος αυτών απασχολήθηκε εντός των ετών 2012 έως και 2017, για οφειλόμενες διαφορές δώρων εορτών και επιδομάτων αδείας και διαφορές μισθών, τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο από τότε που εκάστη επιμέρους παροχή κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3 και 621 επ. του ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, μετά την τροποποίησή τους από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87 / 23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 9775/2019 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως μη νόμιμη.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 25-2-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3753/415/25-2-2020 έφεσης από τους είκοσι τρεις (23) εκ των ηττηθέντων πρωτοδίκως εναγόντων και ήδη είκοσι (20) αναιρεσειόντων, με την οποία παραπονέθηκαν για τους διαλαμβανόμενους λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας να γίνει δεκτή αυτή και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να γίνει δεκτή στο σύνολό της η ένδικη αγωγή τους, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 667/2021 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε απορρίψει στο σύνολό της, ως αβάσιμη κατά νόμο, την ένδικη αγωγή.
Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, που αφορά στην επιδίκαση επιδομάτων αδείας και επιδομάτων (δώρων) εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, ένεκα μη υπαγωγής των εναγόντων στις διατάξεις των νόμων 4024/2011 και 4354/2015, δέχθηκε ότι η αξίωση των εναγόντων τυγχάνει μη νόμιμη, με την ακόλουθη αιτιολογία: " ...
Ειδικότερα σύμφωνα με τις προεκτεθείσες στη μείζονα σκέψη διατάξεις, αναφορικά με το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 31-12-2012, οπότε από την 1-1-2013 αφετηριάζεται η ισχύς των ρυθμίσεων του Ν. 4093/2012, προκύπτει ότι το εναγόμενο υπήχθη στις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 5 και 9 του Ν. 3833/2010, του άρθρου 3 παρ. 4 και 6 του Ν. 3845/2010 και του άρθρου 3 παρ. 17- 20 του Ν. 3845/2010, όπως αυτές συμπληρώθηκαν με το άρθρο 2 του Ν. 3899/2010, δυνάμει των οποίων επιβλήθηκαν περικοπές στις αποδοχές των υπαλλήλων των νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα, μεταξύ αυτών και των Ν.Π.Ι.Δ., καθώς ήταν προφανής η νομοθετική βούληση για καθολική εφαρμογή αυτών και σε όλα τα ν.π.ι.δ., που ανήκαν άμεσα ή έμμεσα στο Δημόσιο, υπό τη διατύπωση ότι οι νέες αυτές διατάξεις κατίσχυαν " κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής συμβάσεως εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας", εκτός βέβαια από την περίπτωση που με ειδική διάταξη προβλεπόταν η εξαίρεση κάποιου νομικού προσώπου από το πεδίο εφαρμογής των ανωτέρω δυσμενών, για τους εργαζομένους, διατάξεων των νόμων αυτών (ν. 3833/2010 και 3845/2010).
Επακολούθησε ο νόμος 4024/2011, δυνάμει του οποίου επιχειρήθηκε η διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης. Συγκεκριμένα, δυνάμει του άρθρου 31 του νόμου αυτού, περιελήφθησαν περιορισμοί μισθολογικών παροχών των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ως ακολούθως: "1.
α) Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων, κατά 50% τουλάχιστον, του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανώνυμων εταιρειών, που υπάγονται στο Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 (Α' 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α' 212), με εξαίρεση τα Ν.Π.Ι.Δ.
του ν. 3864/2010 (Α' 119) και άρθρου 1 του ν. 3986/2011 (A' 152), εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους. Το καλλιτεχνικό προσωπικό των φορέων της περίπτωσης γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 34 του παρόντος νόμου, δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις των διατάξεων του παρόντος άρθρου και το ερευνητικό προσωπικό, που αμείβεται σύμφωνα με το β' μέρος του ν. 3205/2003".
Το δε προσωπικό της περίπτωσης γ' της παρ. 2 του άνω άρθρου 34 είναι το "καλλιτεχνικό προσωπικό της Εθνικής Λυρικής Σκηνής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης, του Εθνικού Θεάτρου και του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος και της Ορχήστρας Λυρικής Σκηνής, καθώς και των Μουσικών Συνόλων της Ε.Ρ.Τ.".
Περαιτέρω, με το άρθρο πρώτο, παράγραφος Γ, υποπαράγραφος Γ.1 περίπτωση 1 του Ν. 4093/2012, ορίστηκε ότι: "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ.
και Ο.Τ.Α., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1.1.2013". Στην ανωτέρω διάταξη, υπήχθησαν όλες οι ανωτέρω κατηγορίες εργαζομένων, δίχως να έχει προβλεφθεί καμία εξαίρεση, ως προς αυτούς. Ακολούθως, με το άρθρο πρώτο, παράγραφος Γ, υποπαράγραφος Γ1, περίπτωση 12 του ν. 4093/2012, ορίστηκε ότι οι ανωτέρω διατάξεις του ν. 4024/2011, που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1η-1-2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ.
ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, ή που επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων, κατά 50% τουλάχιστον, του ετήσιου προϋπολογισμού τους και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιριών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005, καθώς και ότι από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011.
Η προαναφερθείσα διάταξη του ν. 4093/2012, καταργήθηκε με το άρθρο 34 του νόμου 4354/2015, λόγω του επαναπροσδιορισμού του μισθολογικού και βαθμολογικού καθεστώτος των υπαλλήλων του Δημοσίου, εν γένει, με τον τελευταίο νόμο. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 εδ. β', προβλέφθηκε και πάλι ρητή διάταξη εξαίρεσης του καλλιτεχνικού προσωπικού των Ν.Π.Ι.Δ.
από το πεδίο εφαρμογής του καθοριζόμενου, με τον νέο νόμο, ενιαίου μισθολογίου δημοσίων υπαλλήλων και εργαζομένων ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ. ευρύτερου δημοσίου τομέα, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 28 του ιδίου νόμου. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 2 εδ. β', σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 34 περ.
β' του Ν. 4354/2015, το καλλιτεχνικό προσωπικό των ως άνω φορέων εξαιρείται από 1-1-2016 από την εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου, που καθιερώνεται με αυτό, ενώ πλέον δεν ισχύουν γι' αυτό οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011, που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου και που είχαν ανάλογη εφαρμογή, από 1-1-2013 και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ.
ή σε Ο.Τ.Α., κατά τα αναφερόμενα στη διάταξη της Υποπαραγράφου Γ.1 περ. 12 του Ν. 4093/2012. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το καλλιτεχνικό προσωπικό του εναγόμενου εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 31 του Ν. 4024/2011 και ουδέποτε υπήχθη στο ρυθμιστικό του πεδίο, όπως άλλωστε και οι ίδιοι οι ενάγοντες αναφέρουν σε κάποια σημεία των δικογράφων τους (βλ.
σελίδες 18-19 της αγωγής και 5-6 του δικογράφου της έφεσης), ούτε υπάγεται στη διάταξη του άρθρου πρώτου, παράγραφος Γ, υποπαράγραφος Γ.1, περίπτωση 12 του ν. 4093/2012.
Συνεπώς, συνάγεται αβίαστα ότι οι ενάγοντες - ηθοποιοί, που παρείχαν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο, είχαν υπαχθεί στις ρυθμιστικές διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 5 και 9 του Ν. 3833/2010, του άρθρου 3 παρ. 4 και 6 του Ν. 3845/2010 και του άρθρου 3 παρ. 17-20 του Ν. 3845/2010, όπως αυτές συμπληρώθηκαν με το άρθρο 2 του Ν. 3899/2010, εξακολούθησαν δε να υπάγονται σε αυτές, καθόσον οι ανωτέρω διατάξεις δεν καταργήθηκαν, ούτε τροποποιήθηκαν από τις διατάξεις του Ν. 4024/2011, λαμβανομένου υπ' όψιν ότι ο τελευταίος νόμος ενέτασσε στο πεδίο εφαρμογής του, τις αναφερόμενες στο άρθρο 4 αυτού κατηγορίες εργαζομένων, εντούτοις με το άρθρο 31 προέβλεψε ρητά εξαίρεση, για την ως άνω κατηγορία εργαζομένων, ήτοι το καλλιτεχνικό προσωπικό των φορέων της περίπτωσης γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 34 του ιδίου νόμου και συγκεκριμένα, πλην άλλων, για το καλλιτεχνικό προσωπικό του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος.
Επίσης αναφορικά με τα επιδόματα αδείας και τα δώρα εορτών, λεκτέον ότι το ως άνω καλλιτεχνικό προσωπικό υπήχθη, από 1-1-2013, στη διάταξη του άρθρου πρώτου, παράγραφος Γ, υποπαράγραφος Γ.1, περίπτωση 1 του ν. 4093/2012, δυνάμει της οποίας προβλέφθηκε η πλήρης κατάργησή τους και ουδέποτε υπήχθη στην περίπτωση 12 του άρθρου πρώτου, παράγραφος Γ, υποπαράγραφος Γ.1 του ν. 4093/2012, η οποία καταργήθηκε, δυνάμει των άρθρων 34 και 35 Ν. 4354/2015.
Ως εκ τούτου, το αίτημα των εναγόντων περί υποχρέωσης του εναγόμενου σε καταβολή των επιδομάτων αδείας και των επιδομάτων (δώρων) εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, οι οποίοι επιχειρούν να θεμελιώσουν αυτό, στην, παρά τον νόμο, υπαγωγή τους από το εναγόμενο στις ρυθμίσεις των νόμων 4024/2011 και 4354/2015, είναι απορριπτέο, ως μη νόμιμο ...".
Συνεχίζοντας, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επί του ζητήματος της επιδίκασης διαφορών αποδοχών, μεταξύ αυτών που ορίζονται από τις συναφθείσες συλλογικές και ατομικές συμβάσεις εργασίας και των πράγματι καταβαλλόμενων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα, που έχουν σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: "...Περαιτέρω, σύμφωνα με τα ιστορούμενα στο δικόγραφο της αγωγής, η Διοίκηση και το σωματείο των εργαζομένων ηθοποιών - εναγόντων (Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών) του ανωτέρω Ν.Π.Ι.Δ., προέβησαν στη σύναψη και υπογραφή της από 17-3-2011 Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (Σ.Σ.Ε.) , για τη χρονική περίοδο 1-10-2010 έως 30-9-2012, της από 21- 9-2012 Σ.Σ.Ε., για τη χρονική περίοδο από 1-10-2012 έως 30-9-2014, της από 17-10-2014 Σ.Σ.Ε.
για τη χρονική περίοδο από 1-10-2014 έως 30-9-2016 και της από 18-11-2016 Σ.Σ.Ε., για τη χρονική περίοδο από 1-10-2016 έως 30-9-2018, με τις οποίες καθορίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων ηθοποιών του εν λόγω Ν.Π.Ι.Δ., κατά τρόπο διαφορετικό, από τον προβλεπόμενο, από τις διατάξεις των νόμων 3833/2010 και 4093/2012, όπως ειδικότερα εκτίθεται στο ιστορικό της αγωγής.
Όπως, όμως, προκύπτει από την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, το μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του εναγόμενου Ν.Π.Ι.Δ., καθορίζεται ευθέως από τις διατάξεις του Κεφαλαίου Β' του Ν. 3833/2010 και του Ν. 3845/2010 και, συνεπώς, δεν είναι δυνατή η υπογραφή Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, με την οποία καθορίζονται μισθολογικά θέματα, με τρόπο διαφορετικό από αυτόν, που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές.
Και τούτο διότι πρόκειται για νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, το οποίο ανήκει στον δημόσιο τομέα, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής του, πληρούνται όλα τα κριτήρια για την ένταξή του στον δημόσιο τομέα της χώρας [...], συντρέχουν δε λόγοι γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, συνδεόμενοι με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας, που δικαιολογούν την αποκλειστική από τον νόμο ρύθμιση των αποδοχών.
Εκ των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ακόμη ότι η ρύθμιση των μισθολογικών θεμάτων και οι όροι αμοιβής του προσωπικού του Δημοσίου, των ν.π.δ.δ., των Ο.Τ.Α. και των ν.π.ι.δ., που ανήκουν στον δημόσιο τομέα, κατά τις διακρίσεις του νόμου, έχει εξαιρεθεί από τη συλλογική αυτονομία, κατά την περίοδο των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής, όπως τούτο συνάγεται από τις ρυθμίσεις των νόμων, που θεσπίστηκαν σε εφαρμογή των δεσμεύσεων, που προέκυπταν από τα ανωτέρω προγράμματα.
Κατ' ακολουθία, σε περίπτωση απόκλισης του περιεχομένου Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας από τις ρυθμίσεις του Κεφαλαίου Α' του Ν. 3833/2010, οι σχετικές προβλέψεις των Σ.Σ.Ε. δεν ισχύουν και δεν παράγουν έννομες συνέπειες, ως ρητά ορίζεται στο άρθρο 8 του Ν. 3845/2010. Ως εκ τούτου, κατά τα ως άνω εκτιθέμενα, η αγωγή, κατά το σκέλος που γίνεται επίκληση στη μη εφαρμογή των τελευταίων αυτών νόμων, αναφορικά με τον καθορισμό των αιτούμενων αποδοχών, είναι μη νόμιμη και απορριπτέα [...]".
Έτσι, το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και απέρριψε όλους τους λόγους της ένδικης έφεσης, με τις ακόλουθες αιτιολογίες : "Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο της έφεσης οι εκκαλούντες - ενάγοντες προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι η μείωση των αποδοχών του συνόλου των μισθωτών του ευρύτερου δημόσιου τομέα, μεταξύ των οποίων και των ιδίων, κατά 7%, με τον νόμο 3833/2010 και κατά ποσοστό 3%, με τον νόμο 3845/2010, είχε περιορισμένη χρονική διάρκεια και αφορούσε στα έτη 2010 και 2011, με τον δεύτερο λόγο της έφεσης υποστηρίζουν ότι η εκκαλούμενη εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τους μεταγενέστερους νόμους 4024/2011, 4003/2012, 4111/2013 και 4354/2015, ενώ θα έπρεπε να δεχτεί ότι οι ίδιοι, ως εμπίπτοντες στην κατηγορία του "καλλιτεχνικού προσωπικού " του εναγόμενου, ήτοι στις εξαιρέσεις του άρθρου 31 ν. 4024/2011, ουδέποτε υπήχθησαν στο ρυθμιστικό τους πεδίο και ότι συνεπώς, δεν θα έπρεπε να εφαρμόσει σ' αυτούς τους παραπάνω νόμους.
Ακόμη, με τον αυτό λόγο της έφεσης και με τον τρίτο λόγο αυτής, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι, με το άρθρο 9 παρ. 8 του Ν. 4111/2013, θεσπίστηκε η δυνατότητα του Υπουργού των Οικονομικών να καθορίσει τους όρους αμοιβής με Υπουργική Απόφαση, η οποία, όμως, ουδέποτε εκδόθηκε και επομένως, δεν έχουν ρυθμιστεί με τον τρόπο αυτόν τα μισθολογικά τους θέματα, οπότε έσφαλε η εκκαλουμένη, επειδή δεν βάσισε την κρίση της στις λοιπές πηγές δικαίου, ήτοι στις Oμοιοεπαγγελματικές Σ.Σ.Ε., που συνήψε το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών με το εναγόμενο, στις Επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, που συνήφθησαν με τον Σύλλογο Εργαζομένων Κ.Θ.Β.E. και στις ατομικές συμβάσεις εργασίας έκαστου, αλλά εφάρμοσε τις διατάξεις των νόμων 3833/2010 και 3845/2010.
Επί των αιτιάσεων αυτών των εκκαλούντων, πλέον των όσων ανωτέρω αναπτύσσονται, λεκτέα τα ακόλουθα: Ο ισχυρισμός τους ότι η μείωση των αποδοχών τους, κατά 7% και, ακολούθως, κατά 3%, είχε περιορισμένη χρονική διάρκεια, είναι νομικά αβάσιμος, καθώς, κατ' αρχάς, κάτι τέτοιο δεν ορίζεται ρητά στις διατάξεις των εν λόγω νόμων.
Εάν ο νομοθέτης ήθελε να προσδώσει στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 5 του ν. 3833/2010 και 3 παρ. 4 και 6 του ν. 3845/2010, περιορισμένη χρονική ισχύ, θα το προέβλεπε ρητά, όπως έπραξε στην περίπτωση του άρθρου 3 του Ν. 3833/2010, όπου στη μεν πρώτη παράγραφο αναφέρεται ότι οι θεσπιζόμενες απαγορεύσεις ισχύουν " από την έναρξη ισχύος του παρόντος και μέχρι 31.12.2010", στη δε έκτη παράγραφο ότι οι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων του άρθρου 3 για την εισοδηματική πολιτική του 2010 "εφαρμόζονται και για την εισοδηματική πολιτική του έτους 2011".
Στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις, εξάλλου, όπου ο νομοθέτης ρητά προέβλεψε περιορισμένη χρονική ισχύ για τα έτη 2010 και 2011, ρύθμισε ακολούθως τις αποδοχές των εργαζομένων, στις οποίες αφορούν (εργαζόμενοι στο Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ., τους Ο.Τ.Α. και τα Ν.Π.Ι.Δ., που ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό, σε ποσοστό 50% του προϋπολογισμού τους) με τον ν. 4024/2011 (με ισχύ από 27-10-2011) και ακολούθως με τον ν. 4354/2015 (με ισχύ από 1-1-2016).
Για τις κατηγορίες αυτές των εργαζομένων, ο νομοθέτης προέβη ρητά στην κατάργηση όλων των διατάξεων των ν. 3833/2010 και 3845/2010, που αφορούσαν στον καθορισμό των "πάσης φύσεως αποδοχών τους κ.λ.π." (βλ. άρθρο 32 παρ. 1 Ν. 4024/2011). Αντίθετα, οι κατηγορίες των εργαζομένων, που εξαιρέθηκαν ρητά από την εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου (ν. 4024/2011 κ.λ.π.), μεταξύ των οποίων οι ενάγοντες, εξακολουθούν να εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο των νόμων 3833/2010 και 3845/2010 και υπάγονται, ως προς τη ρύθμιση των μισθολογικών τους θεμάτων, στον Υπουργό των Οικονομικών, προς τον οποίο δόθηκε, ειδικότερα, η εξουσιοδότηση με το άρθρο 9 παρ. 9 του ν. 4111/2013, να καθορίσει τους όρους αμοιβής τους με Υπουργική Απόφαση, κατά παρέκκλιση της συλλογικής αυτονομίας και του προσδιορισμού των αποδοχών τους, με ατομικές συμβάσεις εργασίας.
Ούτε, όμως, από την αιτιολογική έκθεση των νόμων αυτών (3833/2010 και 3845/2010) συνάγεται η περιορισμένη χρονική διάρκεια ισχύος τους. Εξάλλου, η εξαίρεση των εκκαλούντων από το ενιαίο μισθολόγιο (ν. 4024/2011, κ.λ.π.), είχε ως σκοπό τη μη περαιτέρω μείωση των αποδοχών τους, με βάση τις ρυθμίσεις περί του ενιαίου μισθολογίου και όχι την επαναφορά τους στα προ του έτους 2010 επίπεδα.
Περαιτέρω, λόγω της βαθιάς οικονομικής ύφεσης και εφόσον διαρκούσε, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, η δημοσιονομική προσαρμογή της χώρας, οι μισθοί των εναγόντων, που βάρυναν τον κρατικό προϋπολογισμό, δεν μπορούσαν να καθορίζονται ελεύθερα από Σ.Σ.Ε. ή από ατομικές συμβάσεις εργασίας. Η δε παρέμβαση του νομοθέτη, με την οποία παρακάμφθηκαν οι συλλογικές συμφωνίες, είναι συνταγματικά επιτρεπτή, σε μία τέτοια περίπτωση, κατά τα προεκτιθέμενα.
Επομένως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος και ο τέταρτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες πλήττουν την εκκαλουμένη, ως προς τις νομικές της παραδοχές, αναφορικά με το ανίσχυρο των μισθολογικών όρων όλων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ομοιοεπαγγελματικών και επιχειρησιακών) , που υπογράφησαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, μεταξύ των ήδη αντιδίκων.
Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο της έφεσης οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα δέχθηκε ότι οι διατάξεις των νόμων 3833/2010 και 3845/2010 κατισχύουν έναντι κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας, ενώ θα έπρεπε να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 13 εδ.
ε' του ν. 2273/1994, όπως ίσχυε και ισχύει, μετά και την αντικατάστασή της, με το άρθρο 5 του ν. 4415/2016, σύμφωνα με την οποία ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής προσλαμβάνει, στο πλαίσιο του προϋπολογισμού, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, το καλλιτεχνικό προσωπικό, υπογράφει τις συμβάσεις πρόσληψης, ορίζει τους καλλιτεχνικούς και μη όρους της απασχόλησής τους και συμφωνεί τους όρους και τις αμοιβές της σύμβασης εργασίας κάθε μέλους του καλλιτεχνικού προσωπικού.
Και οι αιτιάσεις αυτές των εναγόντων κρίνονται αβάσιμες, καθώς, όπως και πιο πάνω αναφέρεται, οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 5 του ν. 3833/2010, 3 παρ. 4 και 6 του ν. 3845/2010 και του άρθρου πρώτου περ. 1 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του Ν. 4093/2012, ως διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, συναρτώνται άμεσα με τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, τα δε νομοθετικά μέτρα, που αφορούσαν στην προσαρμογή της ελληνικής οικονομίας, διατηρήθηκαν σε ισχύ μέχρι τις 20-8-2018.
Ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του εναγόμενου, καθόλο αυτό το χρονικό διάστημα, δεν είχε την ευχέρεια να συμφωνήσει με τους ενάγοντες αποδοχές μεγαλύτερες από τις νομοθετικά οριζόμενες. Αντίθετο επιχείρημα δεν συνάγεται ούτε από το γεγονός ότι στις 6-3-2020, όπως υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με τις έγγραφες προτάσεις τους, συνήφθη μεταξύ του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών και του εναγόμενου νέα ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση εργασίας, διάρκειας από 6-3-2020 έως 30-9-2021, με την οποία καθορίστηκαν νέοι μισθολογικοί όροι, με αποδοχές υπερβαίνουσες τις μέχρι τότε καταβαλλόμενες και, βάσει της οποίας, πλέον, το εναγόμενο καταβάλει τις αποδοχές τους, χωρίς να προβαίνει σε οποιαδήποτε μείωση.
Τούτο δε, καθώς η εν λόγω συλλογική σύμβαση συνήφθη και λειτούργησε, σε χρονικό διάστημα μεταγενέστερο του επιδίκου και πάντως μετά την 20η-8-2018, που ολοκληρώθηκε το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας και υπήρχε η δυνατότητα νέας συλλογικής ρύθμισης. Τέλος, με τον έκτο και τελευταίο λόγο της έφεσης, οι εκκαλούντες προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι, η μειωμένη καταβολή των επιδομάτων (δώρων) εορτών και αδείας του έτους 2012 και η κατάργησή τους από το έτος 2013 και εντεύθεν με τον ν. 4093/2012 είναι αντισυνταγματική, ως αντικείμενη στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 5, 22 παρ. 1, 25 παρ. 4 και 106 παρ. 1 εδ.
α' του Συντάγματος, καθώς και αντίθετη στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., όπως είχαν υποστηρίξει και με το δικόγραφο της αγωγής. Ισχυρίζονται, λοιπόν, ότι έσφαλε η εκκαλουμένη, δεχθείσα τα αντίθετα. Επί των αιτιάσεων αυτών των εναγόντων, θα πρέπει, κατ' αρχάς, να επισημανθεί ότι η περικοπή των επιδομάτων εορτών και αδείας για το έτος 2012, έλαβε χώρα, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 6 του ν. 3845/2010, επίκληση αντισυνταγματικότητας της οποίας δεν γίνεται με την αγωγή και όχι βάσει των διατάξεων του ν. 4093/2012 (ή του άρθρου 16 του ν. 4024/2011, που αναφέρουν στην αγωγή).
Αναφορικά, περαιτέρω, με τις βάσεις αυτές, της παραβίασης των συνταγματικών αρχών της ισότητας, της αναλογικότητας, του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, κ.λ.π., καθώς και των σχετικών διεθνών αρχών, η αγωγή είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, όπως και ο τα αυτά υποστηρίζων άνω λόγος της έφεσης, δεδομένου ότι, όπως έχει κριθεί, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και λαμβάνοντας υπ' όψιν τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, δύναται, καταρχήν, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, η συνταγματικότητα των οποίων υπόκειται σε οριακό έλεγχο, εκ μέρους του δικαστή [...].
Η αντίληψη αυτή, περί των περιθωρίων εκτίμησης, που απολαμβάνει ο εθνικός νομοθέτης σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής, υιοθετείται και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.), το οποίο παγίως δέχεται ότι στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., εμπίπτουν μεν οι δεδουλευμένες αποδοχές του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου και η προσδοκία για τη μελλοντική καταβολή τους, εφόσον υφίσταται επαρκής νομική βάση στο εθνικό δίκαιο, για την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων, πλην, με τις διατάξεις αυτές, δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών και συντάξεων συγκεκριμένου ύψους [...], εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης του ενδιαφερομένου [...]. 'Οπως συνάγεται από τα ανωτέρω νομοθετήματα, σε συνδυασμό με τις οικείες αιτιολογικές εκθέσεις, με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης, στις αρχές του έτους 2010, ο νομοθέτης, εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της Χώρας και ότι ο μόνος τρόπος, για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση, ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη, από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστήριξης αυτής, κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημόσιων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών και μειώσεων των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου.
Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν με την αναδρομική μείωση των αποδοχών κατά 12% και των επιδομάτων εορτών και αδείας, κατά 30% και τον ορισμό νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα (άρθρα 1 παράγραφοι 2 και 9, 2 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του ν. 3833/2010) και συνεχίσθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα με την περαιτέρω μείωση των αποδοχών, κατά 8%, καθώς και με την αποσύνδεση του ύψους των επιδομάτων εορτών και αδείας από τον βασικό μισθό, την πρόβλεψη για καθένα από τα επιδόματα αυτά ενός πάγιου και εκ των προτέρων καθορισμένου ποσού και τη θέσπιση μέγιστου ορίου συνολικών αποδοχών, για την επιτρεπτή καταβολή των εν λόγω επιδομάτων (άρθρο τρίτο παράγραφοι 1 και 6 του ν. 3845/2010), την εν συνεχεία αναστολή των διατάξεων περί μισθολογικής εξελίξεως των υπαλλήλων (άρθρο 38 παρ. 5 του ν. 3986/2011), την αναδρομική μείωση, κατά το ήμισυ, του κινήτρου απόδοσης (άρθρο 55 παρ. 23 περίπτ.
α' του ν. 4002/2011) καθώς και την καθιέρωση νέου ενιαίου μισθολογίου - βαθμολογίου (ν. 4024/2011), με συνέπεια την περαιτέρω περικοπή των αποδοχών, εντάσσονται στις δέσμες μέτρων, που είχαν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου "Μνημονίου Συνεννόησης" και του πρώτου "Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής" (ετών 2012 - 2015) και απέβλεπαν στην άμεση μείωση των κρατικών δαπανών, για την εξεύρεση πόρων, προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης, στην οποία βρέθηκε η Χώρα.
Για τους λόγους δε αυτούς, όπως έχει κριθεί, ειδικώς τα θεσπισθέντα με τους ανωτέρω νόμους 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011 μισθολογικά μέτρα (περικοπές αποδοχών και επιδομάτων) , δεν παρίσταντο, καταρχήν, απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, ούτε μη αναγκαία, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτά ως άνω σκοπών [...].
Στη συνέχεια και προς εφαρμογή του εγκριθέντος με τον ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, δημοσιεύθηκε ο ν. 4093/2012, με τις διατάξεις του οποίου ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο, για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο, στο πλαίσιο δε αυτό, με την επίμαχη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του εν λόγω ν. 4093/2012, καταργήθηκαν πλήρως, από 1-1-2013, τα επιδόματα εορτών και αδείας για όλους τους λειτουργούς και υπαλλήλους, που αμείβονται από το δημόσιο ταμείο. [Επιπλέον, στην ίδια υποπαράγραφο Γ.1 της παρ.
Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 προβλέφθηκαν, εκτός από τις μειώσεις των " ειδικών μισθολογίων ", μεταξύ άλλων και αναστολή, έως τις 31- 12-2016, αφενός της καταβολής κινήτρου επίτευξης στόχων και κινήτρου επίτευξης δημοσιονομικών στόχων και αφετέρου της κατανομής, σε δύο επόμενα έτη, της υπερβάλλουσας το ποσοστό 25% μείωσης, βάσει του ν. 4024/2011, των καταβαλλόμενων συνολικών μηνιαίων αποδοχών, μείωση της αντιμισθίας των προέδρων των δημοτικών και περιφερειακών συμβουλίων κατά 50%, κατάργηση της αποζημίωσης των μελών των δημοτικών συμβουλίων, των οικονομικών επιτροπών των δήμων, κ.λ.π., ένταξη των υπαλλήλων της Βουλής και της Προεδρίας της Δημοκρατίας στον ν. 4024/2011].
Συνακόλουθα, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα παραπάνω, από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν κωλύεται, καταρχήν, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, οι οποίες υπόκεινται σε οριακό, μόνο, δικαστικό έλεγχο.
Δύναται, επομένως, ο νομοθέτης, για λόγους που αυτός εκτιμά και η κατ' ουσίαν αξιολόγηση των οποίων, δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών, που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό, σύνταξη ή άλλες παροχές από το δημόσιο ταμείο, λόγω της ανάγκης άμεσης απόδοσης και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων μέτρων, για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.
Στις περιπτώσεις δε αυτές, το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές των προσώπων αυτών, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας εν γένει.
Εν προκειμένω, με την επίμαχη διάταξη του ν. 4093/2012, ο νομοθέτης προέβη στην πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας για τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους στρατιωτικούς, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης.
Το μέτρο δε αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016") και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της (βλ.
σχετικές αναφορές στο εγκριθέν με το ν. 4046/2012 Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, καθώς και στην αιτιολογική έκθεση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016), δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ' αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου [...], δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων, που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.
Οι υποχρεώσεις αυτές προβλέπονται στις αποφάσεις 2010/320, 2011/734 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δέχθηκε ότι : "...εκδόθηκαν αφού διαπιστώθηκε ότι η επιδείνωση των δημοσίων οικονομικών της Ελληνικής Δημοκρατίας, απειλούσε τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τόσο της ιδίας, όσο και της ζώνης του ευρώ εν γένει " και ότι "...στο πλαίσιο αυτό, τα δημοσιονομικά μέτρα, που προβλέπουν οι επίμαχες αποφάσεις συζητήθηκαν διεξοδικά με την Ελληνική Κυβέρνηση και συμφωνήθηκαν από κοινού από την Επιτροπή, την Ε.Κ.Τ.
και το Δ.Ν.Τ....
Συνεπώς, υπό το πρίσμα των ανωτέρω, δεν ήταν προδήλως αδικαιολόγητο να προβλεφθεί η λήψη μέτρων εξοικονόμησης δαπανών" [...]. Σε εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών, θεσπίστηκε το προαναφερόμενο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής για τα έτη 2013 - 2016, βάσει της από Ιουλίου 2012 μελέτης του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών, με τίτλο : "Επισκόπηση δαπανών Γενικής Κυβέρνησης 2013 - 2016".
Στο πλαίσιο της μελέτης αυτής, εντοπίστηκαν δαπάνες, η περικοπή των οποίων συμβάλλει σε "αποτελεσματικό και βιώσιμο περιορισμό των ελλειμμάτων". Ειδικά σε σχέση με τη μισθολογική δαπάνη, στη μελέτη διαπιστώθηκε ότι παραμένει σε υψηλά επίπεδα παρά τις παρεμβάσεις, που έγιναν από το έτος 2010. Στην ίδια, άλλωστε, διαπίστωση της υψηλής μισθολογικής δαπάνης, ειδικά σε σύγκριση με τα άλλα κράτη - μέλη της Ευρωζώνης, προέβησαν και οι αρμόδιες υπηρεσίες της Ε.Ε.
Εξάλλου, τα επιδόματα εορτών και αδείας, δεν συνιστούν απόλυτα προνόμια και ο περιορισμός των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων με την κατάργησή τους, δικαιολογείται για λόγους γενικού συμφέροντος, που αποσκοπεί στη διασφάλιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης και στη μείωση των δημοσίων δαπανών της Χώρας και, κατά συνέπεια, το μέτρο αυτό ανταποκρίνεται, επίσης, στους σκοπούς, που επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή στη διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας των κρατών μελών, που έχουν ως νόμισμα το ευρώ και στην εξασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ [...].
Επομένως, το επίδικο μέτρο της κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημοσίων δαπανών, τεκμηριώνεται επαρκώς, με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, δεν παρίσταται δε απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, η οποία υπαγορεύεται από τις επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για μείωση του υπερβολικού δημοσίου ελλείμματος [...].
Εξάλλου, κατά τη λήψη του επίμαχου μέτρου της κατάργησης των εν λόγω επιδομάτων εορτών και αδείας, ο νομοθέτης είχε πλήρη επίγνωση, όχι μόνο του εν γένει επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας, αλλά και ειδικά του επιπέδου διαβίωσης των δημοσίων υπαλλήλων. Συγκεκριμένα, και όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα και διαθέσιμα στις υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τον κρίσιμο χρόνο θέσπισης του ν. 4093/2012 (12-11-2012) , στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) , δηλαδή, της, κατά τα άρθρα 1 παρ. 2 και 10 του ν. 3832/2010 (Α' 38), όπως ισχύει, ανεξάρτητης αρχής, η οποία αποτελεί την εθνική στατιστική αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού (Ε.Ε.) αριθμ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2009 (L 87/164) και υπάγεται στον έλεγχο της Βουλής των Ελλήνων, το 2011, το όριο κινδύνου φτώχειας, ανά άτομο, μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (ΕΚΑΣ και λοιπά κοινωνικά επιδόματα) είχε διαμορφωθεί στα 6.591 ευρώ (βλ.
έκδοση ΕΛ.ΣΤAT, Συνθήκες Διαβίωσης στην Ελλάδα, 2.11.2012), τη στιγμή που το μέσο ετήσιο ισοδύναμο ατομικό εισόδημα ανερχόταν στα 12.637,08 ευρώ (βλ. το από 2-11-2012 Δελτίο Τύπου της ΕΛ.ΣΤΑΤ., με τίτλο: "Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών 2011 "). Παράλληλα, με τον ν. 4014/2011 θεσπίστηκε, όπως εκτέθηκε σε προηγούμενη σκέψη, νέο, ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων, με τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΥΕ, με βαθμό ΣΤ, να διαμορφώνεται στα 780 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΔΕ, με βαθμό ΣΤ, να διαμορφώνεται στα 858 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΤΕ, με βαθμό ΣΤ, να διαμορφώνεται στα 1037 ευρώ και τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΠΕ, με βαθμό ΣΤ, να διαμορφώνεται στα 1092 ευρώ (άρθρο 13 του ν. 4024/2011), ενώ με τον ν. 4093/2012 ο κατώτατος βασικός μισθός διαμορφώθηκε στα 586,08 ευρώ και το κατώτατο ημερομίσθιο στα 26,18 ευρώ.
Κατά συνέπεια, οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων και των εναγόντων, ως υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτές εκτίθενται στην αγωγή και παρατίθενται στην αρχή της παρούσας, ακόμη και μετά τη μείωση κατά 7% και 3%, αντίστοιχα, με τους νόμους 3833/2010 και 3845/2010 και την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας, όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα, με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο.
Εξάλλου, η εκτίμηση του νομοθέτη, ως προς τα ληπτέα μέτρα, για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας από αυτόν κρίσιμης κατάστασης υπόκειται, κατά τα ανωτέρω, σε οριακό δικαστικό έλεγχο [...], δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως, όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής, που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους [...].
Κατά συνέπεια, τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για τον νομοθέτη, δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του [...].
Περαιτέρω, ενόψει της κατά τα άνω φύσης των επιδομάτων εορτών και αδείας και του λόγου της θέσπισής τους, καθώς και του ύψους στο οποίο είχαν διαμορφωθεί, κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτήν μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων [...].
Εξάλλου, εκ μόνου του λόγου ότι άλλες ρυθμίσεις του ν. 4093/2012, οι οποίες αφορούν διαφορετικά θέματα (μισθούς και συντάξεις), κρίθηκαν αντισυνταγματικές, με αποφάσεις του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει αναγκαίως αντισυνταγματικότητα και της επίδικης ρύθμισης. Και τούτο, διότι, ανεξάρτητα από το ότι ο ν. 4093/2012 περιελάμβανε πλήθος μέτρων, με άμεσο οικονομικά αντίκτυπο στα εισοδήματα διαφόρων κοινωνικών ομάδων, αλλά και οικονομικών φορέων, ορισμένα από τα οποία κρίθηκαν συνταγματικά [ βλ.
ενδ. ΣτΕ Ολομ. 2307/2014, με την οποία κρίθηκαν σύμφωνες με το Σύνταγμα οι ρυθμίσεις της Π.Υ.Σ. 6/2012, αλλά και του ν. 4093/2012, που ακολούθησε, με διατάξεις ταυτόσημου περιεχομένου (άρθρο πρώτο παράγραφος ΙΑ υποπαράγραφος ΙΑ, 11) οι οποίες περιορίζουν το πεδίο συλλογικής αυτονομίας και ρυθμίζουν μισθολογικά και εν γένει εργασιακά δικαιώματα των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας και των δημοσίων επιχειρήσεων, όπως η μείωση του κατώτατου μισθού και ημερομισθίου [...], ΣτΕ 2439/2015, με την οποία κρίθηκαν σύμφωνες με το Σύνταγμα, την Ε.Σ.Δ.Α και το ενωσιακό δίκαιο οι διατάξεις του άρθρου πρώτου παρ.
ΙΒ 2 α' του ν. 4093/2012, με τις οποίες αντικαταστάθηκε το άρθρο 11 του ν. 4052/2012, για τον μηχανισμό αυτόματης επιστροφής "daw back και rebate", ΣτΕ Ολομ. 3373/2015, με την οποία κρίθηκαν σύμφωνες με το Σύνταγμα οι ρυθμίσεις των περ. 9 και 12 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, για τον εξορθολογισμό του μισθολογικού καθεστώτος και την ενιαία αντιμετώπιση των δικηγόρων, που υπηρετούν με σχέση έμμισθης εντολής στον δημόσιο τομέα (καθορίστηκε ως βασικός μισθός για τους δικηγόρους παρ' Αρείω Πάγω ο μισθός του Β' βαθμού των δημοσίων υπαλλήλων, αντί του Α' βαθμού) , ΣτΕ 660/2016, με την οποία κρίθηκε σύμφωνη με το Σύνταγμα η περ. 4 της υποπαραγράφου ΙA.6 με τίτλο της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, για την κατάργηση της μηνιαίας επικουρικής σύνταξης, που ελάμβαναν από το ΕΤΕΑ οι εκπρόσωποι εργατικών και επαγγελματικών οργανώσεων, υπό την ιδιότητά τους αυτή, ΣτΕ Ολομ. 734/2016 με την οποία κρίθηκε σύμφωνο με το Σ.
το άρθρο πρώτο, υποπαράγραφος ΙΑ.5. περ. 2 του ν. 4093/2012 περί μείωσης του εφάπαξ, ΣτΕ 719/2018, με την οποία κρίθηκαν σύμφωνες με το Σ. οι διατάξεις της περ. 12 της υποπαρ. ΙΑ.2 της παρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τις οποίες καταργήθηκε, από 1-11-2012, η προβλεπόμενη από την παρ. 4 του άρθρου 63 του ν. 1892/1990 ισόβια σύνταξη πολυτέκνου (εξοικονόμηση δαπάνης 71 εκ.
ευρώ το 2013)], αντίθετη εκδοχή θα ισοδυναμούσε με αφηρημένο έλεγχο συνταγματικότητας του νόμου, ο οποίος, σύμφωνα με το Σύνταγμα, δεν έχει ανατεθεί στο Δικαστήριο. Ενόψει αυτών, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία, κατ' εκτίμηση του δημοσιονομικού κόστους (ετήσια εξοικονόμηση δαπάνης ποσού 469.600.000 ευρώ [...], καταργήθηκαν τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, δεν παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των εναγόντων και, συνεπώς, αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη, από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχή της αναλογικότητας, ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
Ούτε έρχεται σε αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του Συντάγματος, για την προστασία του δικαιώματος για εργασία και δεν παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 106 παρ. 1α του Συντάγματος, καθώς τα θεσπιζόμενα με αυτή μέτρα δεν συνεπάγονται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικής ειρήνης, ούτε συνεπάγονται δραματική συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών.
Τέλος, η επίδικη διάταξη δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι πρόκειται για μέτρο που αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσης μέτρα [...].
Ειδικότερα, πέραν των όσων έχουν ήδη εκτεθεί, αναφορικά με την επικαλούμενη αντίθεση με τη γενική αρχή της προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, που θεμελιώνεται στο άρθρο 2 § 1 του Συντάγματος, πρέπει να προστεθεί και ότι η εν λόγω συνταγματική διάταξη, δεν κατοχυρώνει δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών, εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης [...] και οι ενάγοντες δεν επικαλούνται, για οποιονδήποτε από αυτούς, κάποιο επιπλέον ειδικό στοιχείο, αναφορικά με την προσωπική τους κατάσταση, τέτοιο που ενδεχομένως θα δικαιολογούσε, ως προς τη νομική αξιολόγηση της αγωγής, τη γενικόλογα επικαλούμενη περιέλευσή τους σε αναξιοπρεπείς συνθήκες, λόγω της μισθοδοτικής μείωσης, που υπέστησαν από την κρίσιμη διάταξη, όπως π.χ.
αυξημένες ανάγκες, λόγω αναπηρίας, κ.λ.π., οπότε μια τέτοια αιτίαση, θα έπρεπε να ελεγχθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της. Επίσης, αναφορικά με την αρχή της αναλογικότητας, πρέπει να επισημανθεί και ότι δεν τίθεται θέμα παράβασης αυτής, ενόψει του ότι δεν προσδόθηκε προσωρινός χαρακτήρας στο κρίσιμο μέτρο, διότι, ανεξάρτητα από το εάν από την αρχή αυτή απορρέει τέτοιου είδους επιταγή (όπως επικαλούνται οι ενάγοντες), σε κάθε περίπτωση, με το σύνολο των μέτρων που έχουν ληφθεί, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το επίδικο μισθοδοτικό, επιδιώκεται, όπως έχει ήδη εκτεθεί, όχι μόνο η αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, οξείας δημοσιονομικής κρίσης, αλλά και η εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών, κατά τρόπο που θα διατηρηθεί στο μέλλον [...].
Γίνεται δε λόγος για μισθοδοτική μείωση, διότι τα κρίσιμα επιδόματα ανέκαθεν συνιστούσαν ουσιαστικά απλές μισθοδοτικές προσαυξήσεις και όχι επιδόματα, συναρτώμενα με κάποια ιδιαιτερότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, κάτι άλλωστε που αναγνωρίστηκε και κατά την υπογραφή του "Πρώτου" από 3-5-2010 "Μνημονίου", ακριβέστερα " Μνημονίου Συνεννόησης", που απαρτιζόταν από τρία επιμέρους " Μνημόνια": i) το " Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής", ii) το "Μνημόνιο στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής" και iii) το "Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης", καθόσον στο Κεφάλαιο
ΙΙΙ "Οικονομικές Πολιτικές " του πρώτου από τα ανωτέρω επιμέρους "Μνημόνια", που προσαρτήθηκε στον ν. 3845/2010, αναφερόταν ότι "Μειώσεις στους μισθούς: Η πληρωμή του 13ου και 14ου μισθού, θα απαλειφθεί για όλους τους εργαζομένους. Για την προστασία των χαμηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων, για όσους λαμβάνουν λιγότερο από € 3.000 μηνιαίως, θα υιοθετηθεί ένα ενιαίο επίδομα € 1.000 ετησίως ανά εργαζόμενο, το οποίο θα χρηματοδοτηθεί μέσω μείωσης επιδομάτων για τους υψηλόμισθους" Περαιτέρω, ενόψει των όσων έχουν ήδη εκτεθεί περί του ότι η κρίσιμη διάταξη δεν παρίσταται, κατ' αρχήν (δηλαδή στη γενικότητα των περιπτώσεων των μισθοδοτούμενων από τον Δημόσιο Τομέα, στην οποία εντάσσονται και οι ενάγοντες, αφού δεν επικαλούνται κάποια ιδιαιτερότητα αυτών, έναντι των λοιπών, που υπάγονται στην ίδια κρίσιμη ρύθμιση) , απρόσφορη, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτήν σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι τα με αυτή λαμβανόμενα μέτρα δεν ήταν αναγκαία, λαμβάνοντας υπ' όψιν και ότι η εκτίμηση του νομοθέτη, ως προς τα ληπτέα μέτρα, για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας από αυτόν κρίσιμης κατάστασης υπόκειται σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο, παράμετρος που ιδιαίτερα αξιολογείται και από το Ε.Δ.Δ.Α., έπεται ότι αυτή δεν είναι αντίθετη ούτε με τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
Εξάλλου, όπως έχει ήδη εκτεθεί, η αντιμετώπιση της δυσμενούς οικονομικής κατάστασης της Χώρας και, επιπροσθέτως, η δημοσιονομική εξυγίανση αυτής, δεν στηρίχθηκε μόνο στη μείωση των δαπανών μισθοδοσίας από τον Δημόσιο Τομέα, αλλά στη λήψη και άλλων μέτρων, οικονομικών, δημοσιονομικών και διαρθρωτικών, η συνολική και συντονισμένη εφαρμογή των οποίων εκτιμήθηκε από τον νομοθέτη ότι θα συνέβαλε στην αντιμετώπιση της κρίσης και στη βελτίωση των δημοσιονομικών της μεγεθών, κατά τρόπο δυνάμενο να διατηρηθεί και στο μέλλον [...].
Αβάσιμα, περαιτέρω, ισχυρίζονται οι εκκαλούντες ότι η κρίσιμη διάταξη αποστερεί από αυτούς ένα περιουσιακό δικαίωμα, διότι, όπως προαναφέρθηκε, τα επίδικα δικαιώματα συνιστούσαν αληθώς απλές μισθολογικές προσαυξήσεις και, για τον λόγο αυτό, δεν συνέτρεχε περίπτωση στέρησης, αλλά περιορισμού ενός υφισταμένου μισθολογικού δικαιώματος, ο οποίος περιορισμός, κατά τα ήδη δεκτά γενόμενα, στη γενικότητά του, ήταν αναγκαίο και πρόσφορο μέτρο, εξασφαλίζοντας, κατ' αρχήν, ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων των εργαζομένων [...], συνεκτιμώντας προς τούτο και ότι η βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών, στην οποία απέβλεπε το Μ.Π.Δ.Σ., που εγκρίθηκε με τον κρίσιμο ν. 4093/2012, είναι προς όφελος του συνόλου των πολιτών [...].
Στέρηση θα υπήρχε στην περίπτωση που, ως μέτρο για την αντιμετώπιση της κρίσης, είχε αποφασιστεί η, έστω και για ένα μήνα ή για κάποιους μήνες, μη καταβολή οποιουδήποτε ποσού, ως μισθού, στους υπηρετούντες στον Δημόσιο Τομέα, περίπτωση που δεν συντρέχει με την επίμαχη διάταξη ... ". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού επικαλέστηκε τις ως άνω αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη νομικές διατάξεις, μετά από επικύρωση της ομοίως αποφανθείσας απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο, με την αυτή αιτιολογία, είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή, ως μη νόμιμη, απέρριψε στο σύνολό της, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς και, ως εκ τούτου, όλοι οι περί του αντιθέτου λόγοι της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ειδικότερα, με τον πρώτο, από τον αριθμό 1, εδαφ.
α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των ν. 3833/2010, 3845/2010 και 3899/2010, καθώς και τις διατάξεις του Ν. 4024/2011, δεχόμενο ότι το αναιρεσίβλητο νόμιμα συνέχισε, από 01-01-2012, να επιβάλει μειώσεις στις αποδοχές τους, μολονότι έκτοτε επιτρεπόταν η ελεύθερη διαπραγμάτευση και η σύναψη συλλογικών συμβάσεων, για τη ρύθμιση μισθολογικών όρων των υπαλλήλων, οι οποίοι ανήκαν στις κατηγορίες που δεν εντάχθηκαν, όπως οι ίδιοι, στο ενιαίο μισθολόγιο.
Επίσης, με τον δεύτερο, από τον αριθμό 1, εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, διατείνονται ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 9 του ν. 4111/2013, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των ν. 4024/2011 και ν. 4354/2015, δεχόμενο ότι κανένας από τους μεταγενέστερους ως άνω νόμους, δεν κατήργησε τις διατάξεις των μνημονιακών νόμων του έτους 2010, ενώ θα έπρεπε να δεχτεί ότι οι ίδιοι, ως εμπίπτοντες στην κατηγορία του "καλλιτεχνικού προσωπικού" του αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις εξαιρέσεις του άρθρου 31 ν. 4024/2011, ουδέποτε υπήχθησαν στο ρυθμιστικό του πεδίο και ότι, από την δημοσίευση του ν. 4111/2013 στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, ήτοι από τις 25-01-2013 (ΦΕΚ Α' 18/25-01-2013) , οπότε και καθορίστηκε με τον παραπάνω νόμο ότι οι αποδοχές τους καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, δεν ίσχυαν πλέον οι ρυθμίσεις των μνημονιακών νόμων του έτους 2010 αφού είχαν πλέον καταργηθεί.
Ωσαύτως, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενοι πλημμέλεια από τον αριθμό 1, εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 1876/1990, που ρυθμίζουν τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, την ισχύ και τη δυνατότητα σύναψης, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 και 653 του Α.Κ., ατομικής σύμβασης εργασίας.
Οι ως άνω ενιαία εξεταζόμενοι, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, λόγοι αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι στο σύνολό τους, διότι, σύμφωνα με όσα αναλυτικά εκτέθηκαν στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις της παρούσας απόφασης, οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 5 του ν. 3833/2010 και 3 παρ. 4 και 6 του ν. 3845/2010, δεν είχαν περιορισμένη χρονική διάρκεια.
Και τούτο διότι, όπως ορθώς δέχθηκε το Εφετείο, εάν ο νομοθέτης ήθελε να προσδώσει στις διατάξεις των εν λόγω νόμων περιορισμένη χρονική ισχύ, θα το προέβλεπε ρητά όπως έπραξε στην περίπτωση του άρθρου 3 του Ν. 3833/2010, όπου, στην μεν πρώτη παράγραφο αναφέρεται ότι, οι θεσπιζόμενες απαγορεύσεις ισχύουν "από την έναρξη ισχύος του παρόντος και μέχρι 31.12.2010", στη δε έκτη παράγραφο ότι, οι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων του άρθρου 3, για την εισοδηματική πολιτική του 2010 "εφαρμόζονται και για την εισοδηματική πολιτική του έτους 2011".
Στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις, εξάλλου, όπου ο νομοθέτης ρητά προέβλεψε περιορισμένη χρονική ισχύ, για τα έτη 2010 και 2011, ρύθμισε ακολούθως τις αποδοχές των εργαζομένων, στις οποίες αφορούν (εργαζόμενοι στο Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ., τους Ο.Τ.Α. και τα Ν.Π.Ι.Δ., που ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό, σε ποσοστό 50% του προϋπολογισμού τους) με τον ν. 4024/2011 (με ισχύ από 27-10-2011) και, ακολούθως, με τον ν. 4354/2015 (με ισχύ από 1-1-2016).
Για τις κατηγορίες αυτές των εργαζομένων, ο νομοθέτης προέβη ρητά στην κατάργηση όλων των διατάξεων των ν. 3833/2010 και 3845/2010, που αφορούσαν στον καθορισμό των "πάσης φύσεως αποδοχών τους κ.λ.π." (άρθρο 32 παρ. 1 Ν. 4024/2011). Έτσι, οι κατηγορίες των εργαζομένων, που εξαιρέθηκαν ρητά από την εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου (ν. 4024/2011 κ.λ.π.), μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσείοντες, εξακολουθούσαν να εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο των νόμων 3833/2010 και 3845/2010 και να υπάγονται, ως προς τη ρύθμιση των μισθολογικών τους θεμάτων, στον Υπουργό των Οικονομικών, προς τον οποίο δόθηκε, ειδικότερα, η εξουσιοδότηση με το άρθρο 9 παρ. 9 του ν. 4111/2013, να καθορίσει τους όρους αμοιβής τους, με Υπουργική Απόφαση, κατά παρέκκλιση της συλλογικής αυτονομίας και του προσδιορισμού των αποδοχών τους, με ατομικές συμβάσεις εργασίας.
Εξάλλου, σύμφωνα με όσα ήδη αναφέρθηκαν, από τις οικείες αιτιολογικές εκθέσεις των νόμων αυτών και το σκοπό θέσπισής τους, ουδόλως συνάγεται η περιορισμένη χρονική διάρκεια ισχύος τους, ενώ η εξαίρεση των αναιρεσειόντων από το ενιαίο μισθολόγιο (ν. 4024/2011, κ.λ.π.), είχε ως σκοπό τη μη περαιτέρω μείωση των αποδοχών τους με βάση τις ρυθμίσεις περί του ενιαίου μισθολογίου και όχι την επαναφορά τους, στα προ του έτους 2010 επίπεδα.
Περαιτέρω, λόγω της βαθιάς οικονομικής ύφεσης, που αντιμετώπιζε η Χώρα και εφόσον διαρκούσε, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, η δημοσιονομική προσαρμογή, οι μισθοί των αναιρεσειόντων, που βάρυναν τον κρατικό προϋπολογισμό, δεν μπορούσαν να καθορίζονται ελεύθερα από Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας ή από ατομικές συμβάσεις εργασίας.
Επομένως, με το να οδηγηθεί το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στην κρίση ότι, η παρέμβαση του νομοθέτη, με την οποία παρακάμφθηκαν οι συλλογικές συμφωνίες (ομοιοεπαγγελματικές και επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας) που υπογράφηκαν, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, μεταξύ των διαδίκων, ήταν συνταγματικά επιτρεπτή, στο πλαίσιο της προσπάθειας που καταβλήθηκε από την Ελληνική Κυβέρνηση, προκειμένου να αντιμετωπίσει την συνεχιζόμενη οικονομική και δημοσιονομική κρίση, δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Το γεγονός, δε, ότι στις 06-03-2020, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, συνήφθη μεταξύ του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών και του αναιρεσιβλήτου, νέα ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση εργασίας, διάρκειας από 06-03-2020 έως 30-09-2021, με την οποία καθορίστηκαν νέοι μισθολογικοί όροι, με αποδοχές υπερβαίνουσες τις μέχρι τότε καταβαλλόμενες και με βάση την οποία πλέον το εναγόμενο καταβάλει τις αποδοχές τους, χωρίς να προβαίνει σε οποιαδήποτε μείωση, δεν διαφοροποιεί τα ανωτέρω, καθώς η εν λόγω συλλογική σύμβαση συνήφθη και λειτούργησε σε χρονικό διάστημα μεταγενέστερο του επιδίκου και πάντως μετά τις 20-08-2018 οπότε και ολοκληρώθηκε το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας και υπήρχε, έκτοτε, η δυνατότητα νέας συλλογικής ρύθμισης.
Εξάλλου με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 1, εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να αποφανθεί ότι ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του αναιρεσιβλήτου, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δεν είχε την ευχέρεια να συμφωνήσει με αυτούς αποδοχές μεγαλύτερες από τις νομοθετικά οριζόμενες, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 13, εδ.
ε' του ν. 2273/1994, όπως ίσχυε, μετά την αντικατάστασή του, με το άρθρο 5 του ν. 4415/2016, θεωρώντας ότι με τις διατάξεις των ν. 3833/2010 και ν. 3845/2010, συνέχισε να απαγορεύεται η σύναψη ατομικών συμβάσεων με ευνοϊκότερους όρους. Ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναλυτικά εκτέθηκαν ανωτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 5 του ν. 3833/2010, 3 παρ. 4 και 6 του ν. 3845/2010 και του άρθρου πρώτου περ. 1 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του Ν. 4093/2012, ως διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, συναρτώνται άμεσα με τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, τα δε νομοθετικά μέτρα, που αφορούσαν στην προσαρμογή της ελληνικής οικονομίας, διατηρήθηκαν σε ισχύ μέχρι τις 20-08-2018 και, κατά συνέπεια, ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του αναιρεσιβλήτου, δεν είχε την ευχέρεια, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, να συμφωνήσει με τους αναιρεσείοντες αποδοχές μεγαλύτερες από τις νομοθετικά οριζόμενες.
Τέλος, απορριπτέος κρίνεται και ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες διατείνονται, κατ' επίκληση από τον αριθμό 1, εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι η μειωμένη καταβολή των επιδομάτων (δώρων) εορτών και αδείας του έτους 2012 και η κατάργησή τους, με τον ν. 4093/2012 είναι αντισυνταγματική, ως αντικειμένη στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 5, 22 παρ. 1, 25 παρ. 4 και 106 παρ. 1 εδ.
α' του Συντάγματος, καθώς και αντίθετη στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Ειδικότερα, οι διατάξεις των ν. 3833/2010 και 3845/2010 - η περικοπή των επιδομάτων εορτών και αδείας για το έτος 2012, έλαβε χώρα, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 6 του ν. 3845/2010 - δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 5, 22 παρ. 1-2, 23 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος ούτε του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.).
Και τούτο διότι, όπως ορθώς δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ο νομοθέτης, απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής, που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους.
Έτσι εκτιμώντας τις εκάστοτε επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση του Κράτους, δύναται, καταρχήν, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, η συνταγματικότητα των οποίων υπόκειται σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο (Α.Π. 1457/2019, Ολ.
ΣτΕ 1310/2019, Ολ. ΣτΕ 481/2018, Ολ. ΣτΕ 431/2018, Ολ. ΣτΕ Ολομ. 3372, 3373/2015, 3404- 3406/2014, 3177/2014, 1286/2012, 668/2012). Δύναται, επομένως, ο νομοθέτης, για λόγους που αυτός εκτιμά και η κατ' ουσίαν αξιολόγηση των οποίων δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών, που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και ιδίως όσων λαμβάνουν μισθό σύνταξη ή άλλες παροχές από το δημόσιο ταμείο, λόγω της ανάγκης άμεσης απόδοσης και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων μέτρων, για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.
Στις περιπτώσεις δε αυτές, το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές των προσώπων αυτών, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας εν γένει. Η αντίληψη αυτή, περί των περιθωρίων εκτίμησης, που απολαμβάνει ο εθνικός νομοθέτης, σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής, υιοθετείται και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.), το οποίο παγίως δέχεται ότι στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
εμπίπτουν μεν οι δεδουλευμένες αποδοχές του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου και η προσδοκία για τη μελλοντική καταβολή τους, εφόσον υφίσταται επαρκής νομική βάση στο εθνικό δίκαιο για την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων, πλην, όμως, με τις διατάξεις αυτές δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών και συντάξεων συγκεκριμένου ύψους.
εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης του ενδιαφερομένου (ΣτΕ 3783/2015). 'Οπως συνάγεται από τα ανωτέρω νομοθετήματα, σε συνδυασμό με τις οικείες αιτιολογικές εκθέσεις, οι περικοπές και οι μειώσεις των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου οι οποίες ξεκίνησαν με την αναδρομική μείωση των αποδοχών κατά 12% και των επιδομάτων εορτών και αδείας κατά 30% και τον ορισμό νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα (άρθρα 1 παράγραφοι 2 και 9, 2 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του ν. 3833/2010) και συνεχίσθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα, με την περαιτέρω μείωση των αποδοχών κατά 8%, καθώς και με την αποσύνδεση του ύψους των επιδομάτων εορτών και αδείας από τον βασικό μισθό, την πρόβλεψη για καθένα από τα επιδόματα αυτά ενός πάγιου και εκ των προτέρων καθορισμένου ποσού και τη θέσπιση μέγιστου ορίου συνολικών αποδοχών, για την επιτρεπτή καταβολή των εν λόγω επιδομάτων (άρθρο τρίτο παράγραφοι 1 και 6 του ν. 3845/2010) την εν συνεχεία αναστολή των διατάξεων περί μισθολογικής εξελίξεως των υπαλλήλων (άρθρο 38 παρ. 5 του ν. 3986/2011) , την αναδρομική μείωση κατά το ήμισυ, του κινήτρου απόδοσης (άρθρο 55 παρ. 23 περίπτ.
α' του ν. 4002/2011) , καθώς και την καθιέρωση νέου ενιαίου μισθολογίου - βαθμολογίου (ν. 4024/2011), με συνέπεια την περαιτέρω περικοπή των αποδοχών εντάσσονται στις δέσμες μέτρων, που είχαν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου "Μνημονίου Συνεννόησης" και του πρώτου "Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής " (ετών 2012 - 2015) και απέβλεπαν στην άμεση μείωση των κρατικών δαπανών για την εξεύρεση πόρων, προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης, στην οποία βρέθηκε η Χώρα Επομένως, τα θεσπισθέντα με τους ανωτέρω νόμους 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011 μισθολογικά μέτρα (περικοπές αποδοχών και επιδομάτων) δεν παρίσταντο, καταρχήν, απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, ούτε μη αναγκαία, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτά ως άνω σκοπών (Ολ.
ΣτΕ 3373/2015, 3404 - 3406/2014, 3177/2014, 668/2012, 3372/2012, 1283/2012). Ακολούθως και προς εφαρμογή του εγκριθέντος με τον ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, δημοσιεύθηκε ο ν. 4093/2012, με τις διατάξεις του οποίου ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική " συμμόρφωση ", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο, για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο, στο πλαίσιο δε αυτό, με την επίμαχη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του εν λόγω ν. 4093/2012, καταργήθηκαν πλήρως, από 1-1-2013, τα επιδόματα εορτών και αδείας για όλους τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους στρατιωτικούς.
Το μέτρο δε αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016") και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ' αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων, που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.
Επομένως το επίδικο μέτρο της κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημοσίων δαπανών, δεν παρίσταται δε απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με το μέτρο αυτό γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης και ανταποκρίνεται στους σκοπούς, που επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Ένωση δηλαδή στη μείωση του υπερβολικού δημοσίου ελλείμματος, στη διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας των κρατών μελών, που έχουν ως νόμισμα το ευρώ και στην εξασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ.
Επομένως, οι αποδοχές των αναιρεσειόντων, ως υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ακόμη και μετά τη μείωση κατά 7% και 3%, αντίστοιχα, με τους νόμους 3833/2010 και 3845/2010 και την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας, όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα, με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο.
Τέλος, ενόψει της φύσης των επιδομάτων εορτών και αδείας και του λόγου της θέσπισής τους, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτήν μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων, αλλά, αντίθετα, ο περιορισμός αυτός για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, ήταν αναγκαίο και πρόσφορο μέτρο, εξασφαλίζοντας ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων των εργαζομένων, συνεκτιμώντας προς τούτο και ότι η βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών στην οποία απέβλεπε το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής (Μ.Π.Δ.Σ.), που εγκρίθηκε με τον ν. 4093/2012, είναι προς όφελος του συνόλου των πολιτών (Ολ.
ΣτΕ 3372/2015 ΣτΕ 1031/2015). Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω και σύμφωνα με όσα αναλυτικώς αναπτύχθηκαν στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου περί μισθολογικών διατάξεων του Δημοσίου Τομέα του ν. 4093/2012, με την οποία, κατ' εκτίμηση του δημοσιονομικού κόστους, καταργήθηκαν τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, δεν αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς δεν παρίσταται, κατ' αρχήν απρόσφορη, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτήν σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι, τα με αυτή λαμβανόμενα μέτρα δεν ήταν αναγκαία, λαμβανομένου υπόψη και ότι η εκτίμηση του νομοθέτη, ως προς τα ληπτέα μέτρα, για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας από αυτόν κρίσιμης κατάστασης, υπόκειται σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο, παράμετρος που ιδιαίτερα αξιολογείται και από το Ε.Δ.Δ.Α., ούτε έρχεται σε αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι : "Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας", καθώς η εν λόγω συνταγματική διάταξη δεν κατοχυρώνει δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών, εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης ή με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1, που ορίζει ότι: "Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος ...".
Εξάλλου, η ανωτέρω διάταξη δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι : "Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους ", ούτε παραβιάζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των προαναφερόμενων αναιρεσειόντων και, συνεπώς, αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από την παρ. 1 του άρθρου 25 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, ούτε και στην παρ. 4 αυτού, που ορίζει ότι : " το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της εθνικής και κοινωνικής αλληλεγγύης ", ενόψει του ότι ο νομοθέτης αποφάσισε, με τη διάταξη αυτή, την κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας για όλους τους υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, επιδιώκοντας, με το σύνολο των μέτρων που έχουν ληφθεί (οικονομικών, δημοσιονομικών και διαρθρωτικών), όχι μόνο να αντιμετωπίσει τη δυσμενή οικονομική κατάσταση της Χώρας και την οξεία δημοσιονομική κρίση, αλλά κυρίως να εξυγιάνει τα δημόσια οικονομικά, κατά τρόπο που θα διατηρηθεί στο μέλλον, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσης μέτρα.
Έτσι, όπως ήδη αναφέρθηκε, η λήψη των μέτρων αυτών δικαιολογείται, στο πλαίσιο υιοθέτησης ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο στόχευε στην αντιμετώπιση της άμεσης ανάγκης χρηματοδότησης της χώρας, αλλά και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής κατάστασης και της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας (Ολ.
Α.Π. 1/2021). Ούτε, τέλος, η επίμαχη διάταξη έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 106 παρ. 1 εδ. α' του Συντάγματος, που ορίζει ότι : " Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος, το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας...", καθώς τα θεσπιζόμενα με αυτή μέτρα δεν συνεπάγονται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικής ειρήνης, ούτε συνεπάγονται δραματική συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, αλλά ούτε και αντίκειται σε άλλη συνταγματική ή υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη.
Κατά συνέπεια, όλοι οι περί του αντιθέτου λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 1 εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι καθόλες τις αιτιάσεις αυτών και πρέπει, ως εκ τούτου, να απορριφθούν.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, λόγω των πολλαπλών νομικών ζητημάτων που αντιμετωπίστηκαν και διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν για την υπόθεση αυτή ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 εδ.
τελ. και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 06-09-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 2335/226/07-09-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 71/2022 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 667/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Σεπτεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ