Legislator Case Law & Legislation
1482/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring ruling due to lack of legal basis and procedural compliance.

Case Number 1482/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision on debt restructuring. The appellant argued that the lower court failed to properly assess the debtor's income and expenses, yet the court found the lower court's reasoning sufficient and legally sound. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and no court costs were awarded due to specific provisions in the relevant law.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 1 para. 1 of Law 3869/2010: The Supreme Court rejects an appeal when the lower court's reasoning is adequate, clear, and free of logical gaps regarding the debtor's insolvency, provided the appeal lacks legal basis.

Keywords

AI generated
debt restructuring insolvency proceedings appeal admissibility legal reasoning court costs exemption procedural compliance financial assessment

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 1 para. 1 of Law 3869/2010
Art. 746 of the Code of Civil Procedure
Art. 8 para. 6 of Law 3869/2010
Art. 3 para. b of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1482 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1482/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Π. του Α., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ") και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ" και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Παπαναστασίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γαρυφαλλιά Γιαννακούρου, που δήλωσε στο ακροατήριο καθώς και με τις από 9-3-2022 κατατεθείσες προτάσεις της την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ η 3η δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2015 αίτηση της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 128/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-6-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 1η και 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της 2ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση, δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 7611Β/12-05-2021 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Δ. Π., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 26-06-2020, με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 3/26-06-2020, αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα κι εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 769 εδ. β' και 762 ΚΠολΔ, στην 3η αναιρεσίβλητη.

Συνεπώς, εφόσον η τελευταία δεν παραστάθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, εκπροσωπούμενη από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης αυτής, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 Ν 3869/2010, 739 επ., 741 ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ.1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του εν λόγω νόμου (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το Ν 4336/2015), "αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη.

Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών (άρθρ. 16 παρ. 2 Ν 4161/2013), ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο".

Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται κατά βάση με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ.2 για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.

Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο (ΑΠ 311/2021), μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 71/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ίδιου Κώδικα, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (26-06-2020), η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔικ, κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε.

Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 59/2021, 71/2020). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνακολούθως, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011).

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα εξής: "Η αιτούσα, ηλικίας 42 ετών, είναι διαζευγμένη από το έτος 2010 και μητέρα ενός ενήλικου άρρενος τέκνου, του Α.

Σ., ηλικίας 18 ετών, ο οποίος φοιτεί στο πρώτο έτος σπουδών στη σχολή μηχανικών της Ακαδημίας Εμπορικού Ναυτικού Μακεδονίας και διαμένει σε μισθωμένη οικία στη Θεσσαλονίκη. Η ίδια εργάζεται ως δημόσιος υπάλληλος και ειδικότερα ως νοσηλεύτρια στο Γ.Ν.Σερρών, με μηνιαίο μισθό ανερχόμενο στο καθαρό ποσό των 1.161 ευρώ.

Μοναδική πηγή εισοδήματός της είναι ο ως άνω μηνιαίος μισθός της και το εισόδημά της από υπερωριακή απασχόληση νυκτερινών βαρδιών, ύψους 26,81 ή 53,62 ευρώ μηνιαίως (βλ. ιδίως προσκομιζόμενη κι επικαλούμενη από την αιτούσα βεβαίωση πρόσθετων αμοιβών και κρατήσεών της μηνός Ιουλίου 2015), με το συνολικό μηνιαίο οικογενειακό της εισόδημα να διαμορφώνεται στο ποσό των 1.187,89 ή 1.214,70 ευρώ, ανάλογα με την πραγματοποίηση μιας ή δύο υπερωριών το μήνα.

Το μηνιαίο κόστος διαβίωσής της, συμπεριλαμβανόμενων και των εξόδων διαβίωσης του προστατευόμενου ενήλικου τέκνου της, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 1.020 ευρώ, εκ των οποίων 400 ευρώ αφορούν σε έξοδα διατροφής δικά της και του υιού της, 250 ευρώ σε λογαριασμούς (ΔΕΗ, Τηλ/νία, ΕΥΔΑΠ κλπ), 50 ευρώ σε ιατρικά έξοδα που δεν καλύπτονται από τον ασφαλιστικό της φορέα, 270 ευρώ σε έξοδα ενοικίου οικίας του φοιτητή πλέον υιού της στη Θεσσαλονίκη και σε 50 ευρώ έκτακτα έξοδα (όπως λ.χ.

το μηνιαίο ποσό επιβάρυνσης της αιτούσας με τον ΕΝ.Φ.Ι.Α.), για το ύψος, άλλωστε, των οποίων δεν αντέλεξε ειδικώς το εκκαλούν. Το ύψος των ανωτέρω βιοτικών δαπανών της αιτούσας κρίνεται συνετό και μετριοπαθές για τη διαβίωσή της. Περαιτέρω, η αιτούσα διαμένει μόνη της, σε οικία της πλήρους και αποκλειστικής κυριότητας, νομής και κατοχής της, ήτοι ένα διαμέρισμα κατοικίας του πρώτου πάνω από την πυλωτή ορόφου πολυκατοικίας με ΚΑΕΚ .../0/23, εμβαδού 76,37 τ.μ.

επί οικοπέδου άρτιου και οικοδομήσιμου, εμβαδού 787,50 τ.μ., ευρισκόμενου εντός του υπ' αριθ. ... Οικοδομικού Πολύγωνου της πόλης των Σερρών, επί της οδού ..., το οποίο οικόπεδο συνορεύει γύρωθεν: βόρεια με οικόπεδα Κ. Κ. και Θ. Χ., νότια με την οδό Α. Γ., ανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Θ. Π. και δυτικά με οικόπεδο ιδιοκτησίας της Ιεράς Μητρόπολης Σερρών και Νιγρίτας.

Το ανωτέρω διαμέρισμα έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο ανωτέρω οικόπεδο 50,10/1000 αδιαίρετα, αποτελείται από δύο υπνοδωμάτια, λουτροκαμπινέ, κουζίνα- σαλόνι, χωλ, από έναν ημιυπαίθριο χώρο και τις βεράντες. Περιήλθε δε στην αιτούσα δυνάμει του υπ' αριθμ. .../04-06-2004 αγοραπωλητήριου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Σερρών Φωτεινής Κούτκου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σερρών.

Εκτός του ανωτέρω ακινήτου, το οποίο αποτελεί την κύρια και μοναδική κατοικία της αιτούσας, η τελευταία έχει στην ιδιοκτησία της ένα Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο μάρκας HYUNDAl, τύπου MOTOR C, 1.341 κ.εκ., με αριθμό κυκλοφορίας ..., έτους κατασκευής 2003. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στην αιτούσα έχουν χορηγηθεί τα ακόλουθα δάνεια: 1) από το εκκαλούν (ΤΠΚΔ) -πρώτο καθ' ου:

α) στεγαστικό δάνειο για την αγορά κύριας κατοικίας, ύψους 120.000 ευρώ, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1 1/.../01 σύμβασης, που συνήφθη στις 08-09-2004, και στην οποία η αιτούσα συμβλήθηκε ως πρωτοφειλέτιδα, με υπόλοιπο συνολικής οφειλής στις 30-06-2013, 103.961 ευρώ, η οποία απαίτηση είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη και συγκεκριμένα με υποθήκη Α' τάξης επί της κύριας κατοικίας της αιτούσας, ύψους 120.000 ευρώ, νομίμως μεταγραφείσας στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Σερρών, στον τόμο ...

και με αριθ….. Το εν λόγω δάνειο εξυπηρετούνταν από το μισθό της αιτούσας με τη μηνιαία παρακράτηση ποσού 610,71 ευρώ έως και το Μάρτιο του 2015, ότε και ήρθη η ανωτέρω παρακράτηση (δυνάμει της σχετικής προσωρινής διαταγής της Ειρηνοδίκη Σερρών), β) επισκευαστικό δάνειο για την αλλαγή διαρρύθμισης της κύριας κατοικίας της αιτούσας και την τακτοποίηση παλαιότερων οφειλών της, ύψους 28.686 ευρώ, δυνάμει της υπ' αριθ. 17/4641/00 σύμβασης, που συνήφθη στις 27-12-2005, στην οποία η αιτούσα συμβλήθηκε ως πρωτοφειλέτιδα, με υπόλοιπο συνολικής οφειλής, στις 30-06-2013, 19.930,19 ευρώ, η οποία απαίτηση είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη και συγκεκριμένα με υποθήκη Β' τάξης επί της κύριας κατοικίας της, ποσού 28.686 ευρώ, νομίμως μεταγραφείσας στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Σερρών, στον τόμο 248 και με αριθ. 20.

Το εν λόγω δάνειο εξυπηρετούνταν από το μισθό της αιτούσας με τη μηνιαία παρακράτηση ποσού 234,50 ευρώ έως και το Μάρτιο του 2015, ότε και ήρθη η ανωτέρω παρακράτηση (δυνάμει της σχετικής προσωρινής διαταγής της Ειρηνοδίκη Σερρών) και γ) επισκευαστικό δάνειο, ύψους 10.000 ευρώ δυνάμει της υπ' αριθ. 21/48096/00 σύμβασης, που συνήφθη στις 01-07-2005, στην οποία η αιτούσα συμβλήθηκε ως πρωτοφειλέτιδα, με υπόλοιπο συνολικής οφειλής, στις 30-06-2013, 3.170,19 ευρώ.

Το εν λόγω δάνειο εξυπηρετούνταν από το μισθό της αιτούσας με τη μηνιαία παρακράτηση ποσού 112,03 ευρώ έως και το Μάρτιο του 2015, ότε και ήρθη η ανωτέρω παρακράτηση (δυνάμει της σχετικής προσωρινής διαταγής της Ειρηνοδίκη Σερρών), 2) από το δικαιοπάροχο της δεύτερης εφεσίβλητης- καθ' ης η αίτηση "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.", " ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ", καταναλωτικό δάνειο για την αγορά οικιακού εξοπλισμού και επίπλων, ύψους 5.000 ευρώ, δυνάμει της υπ' αριθ. 91109611772441 σύμβασης, που συνήφθη στις 10-11-2005, στην οποία η αιτούσα συμβλήθηκε ως πρωτοφειλέτιδα, με υπόλοιπο συνολικής οφειλής, 809,99 ευρώ.

Το εν λόγω δάνειο εξυπηρετούνταν από το μισθό της αιτούσας με τη μηνιαία παρακράτηση ποσού 68,29 ευρώ έως και το Μάρτιο του 2015, ότε και ήρθη η ανωτέρω παρακράτηση (δυνάμει της σχετικής προσωρινής διαταγής της Ειρηνοδίκη Σερρών) και 3) σύμβαση χορηγήσεως πιστώσεως μέσω πιστωτικής κάρτας δυνάμει της υπ' αρ. 200306250028000 σύμβαση, που η αιτούσα ανέλαβε το έτος 2006, από την τρίτη εφεσίβλητη- καθ' ης η αίτηση "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", ύψους 1.341,04 ευρώ, με υπόλοιπο συνολικής οφειλής, 1.341,04 ευρώ.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα έσοδα της αιτούσας, συγκρινόμενα με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της από τις παραπάνω δανειακές συμβάσεις, δεν της επιτρέπουν πλέον να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση του κύριου όγκου των χρεών της. Η αδυναμία της αιτούσας αυτή δεν οφείλεται σε δόλο της αλλά στο απρόβλεπτο γεγονός της προοδευτικής συρρίκνωσης του μηνιαίου μισθού της που, δεδομένων των πιεστικών οικογενειακών της υποχρεώσεων για την κάλυψη των αναγκών και του προστατευόμενου τέκνου της, επιδείνωσε την οικονομική της κατάσταση, με αποτέλεσμα να καθίσταται εν τέλει αδύνατη η εξυπηρέτηση των ένδικων οφειλών της.

Το εκκαλούν με τον δεύτερο λόγο εφέσεώς του παραπονείται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων επαναφέροντας την ένσταση της δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, την οποία στηρίζει στο ότι προέβη σε υπερβολικό δανεισμό, μη ανταποκρινόμενο στις οικονομικές της δυνατότητες, παρότι γνώριζε κατά το χρόνο λήψης των δανείων της ότι δε θα μπορούσε να αντεπεξέλθει στις δανειακές της υποχρεώσεις και έτσι περιήλθε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι πρωτίστως αόριστος, καθόσον δεν προτείνονται με σαφήνεια και πληρότητα τα γεγονότα που θεμελιώνουν τη στηριζόμενη στη διάταξη του αρθ. 1 παρ. 1 εδ. α' του ν. 3869/2010 ένσταση της δολιότητας, καίτοι βαρύνεται με την προβολή και απόδειξή τους η πιστώτρια. Ειδικότερα, δεν αναφέρει πότε η αιτούσα ανέλαβε κάθε συγκεκριμένη δανειακή υποχρέωση και ποιο το ύψος της, ούτε τα εισοδήματά της, ατομικά και οικογενειακά κατά το συγκεκριμένο χρόνο, ώστε συγκρινόμενα να θεμελιώνεται αδυναμία εξυπηρέτησης των δανείων με βάση τις υφιστάμενες τότε αλλά και δυνάμενες να προβλεφθούν μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες.

Επίσης, δεν αναφέρονται μεταγενέστερα περιστατικά, τα οποία συγκροτούν δική της υπαιτιότητα για την περιέλευσή της σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, περιστατικά δηλαδή τέτοια, τα οποία συνετέλεσαν στο να οδηγηθεί σ' αυτήν την κατάσταση, τα οποία γνώριζε ή μπορούσε να προβλέψει. Πέραν αυτού, η παραπάνω ένσταση στερείται και ουσιαστικής βασιμότητας δεδομένου ότι η συρρίκνωση του μισθού της αιτούσας υπήρξε σημαντική (από το ποσό των 1.900 ευρώ στο ποσό των 1.200 ευρώ κατά μέσο όρο), έλαβε χώρα μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα πέντε ετών και απρόβλεπτη καθώς οφείλεται στην πρωτοφανή οικονομική κρίση που πλήττει την ελληνική οικονομία σε συνδυασμό με την κατακόρυφη αύξηση του κόστους ζωής.

Επιπλέον, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η αιτούσα απέκρυψε από τους πιστωτές της στοιχεία που αφορούν στην οικονομική της κατάσταση ή ότι τους παραπλάνησε σχετικά με την πιστοληπτική της ικανότητα. Η αρνητική σχέση μεταξύ της ρευστότητας της αιτούσας και των οφειλών της κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί, τουλάχιστον στο εγγύς μέλλον, λόγω της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας και των προς ρύθμιση δανείων της, όπου o εκτοκισμός των εμπραγμάτως εξασφαλισμένων εξ αυτών συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής.

Συνεπώς, συντρέχει στην περίπτωση της αιτούσας μόνιμη και διαρκής αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων ήδη οφειλών της προς τους πιστωτές της χωρίς δόλο αυτής και ορθώς η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την προβληθείσα σχετική ένσταση με τις ανωτέρω αιτιολογίες, έκρινε την αίτηση επαρκώς. ορισμένη, παραδεκτή και νόμιμη (άρθρ. 1, 4, 5, 6 παρ.3, 8 και 9 ν.3869/2010), και την έκανε εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, καθόρισε δε μεταξύ άλλων την επί πενταετία μηνιαία καταβολή της αιτούσας-εφεσίβλητης προς το καθ' ου-εκκαλούν στο ποσό των 196,67 ευρώ, της πενταετίας αρχομένης από την κοινοποίηση στην αιτούσα της εκδοθείσας απόφασης, εξαιρώντας παράλληλα από την εκποίηση την κύρια κατοικία και το ΙΧΕ αυτοκίνητο της αιτούσας και επιβάλλοντάς της την υποχρέωση να καταβάλει στο καθ' ου-εκκαλούν, για τη διάσωση της κατοικίας της, το ποσό των 29.784,304 ευρώ σε χρονικό διάστημα είκοσι ετών σε 240 ισόποσες μηνιαίες δόσεις, ποσού 124,10 ευρώ, με έναρξη της καταβολής των μηνιαίων δόσεων την πρώτη ημέρα του πρώτου μήνα πέντε έτη μετά την κοινοποίηση της εκκαλουμένης απόφασης στην ίδια, από το εκκαλούν, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, που ισχύει κατά το χρόνο αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας...".

Ακολούθως, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών απέρριψε κατ' ουσίαν την από 10-03-2017 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 19/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Σερρών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 15-01-2015 αίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης για ρύθμιση των οφειλών της κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δικαστήριο με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της περιέλευσης της πρώτης αναιρεσίβλητης σε αδυναμία πληρωμών, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διάταξης και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από το αναιρεσείον, περιέχονται παραδοχές σχετικώς με α) τα αρχικά εισοδήματα της 1ης αναιρεσίβλητης, προερχόμενα μόνο από την εργασία της ως νοσηλεύτριας και ανερχόμενα στο ποσό των 1.900 ευρώ μηνιαίως, και τα κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης μειωμένα εισοδήματά της ύψους 1.200 ευρώ μηνιαίως κατά μέσον όρο, χωρίς οποιαδήποτε συνδρομή του πρώην συζύγου της, με τον οποίο έχουν διαζευχθεί από το έτος 2010, β) τις δαπάνες διαβίωσης του ενήλικου γιου της, με τις οποίες είναι η ίδια επιφορτισμένη, καθώς και γ) τις βασικές βιοτικές ανάγκες της ίδιας της αναιρεσείουσας και του ενήλικου γιου της, ο οποίος σπουδάζει, καθώς και την αντιπαραβολή των εισοδημάτων της (ρευστότητα) με τις (μηνιαίες) δαπάνες της για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, έτσι ώστε καθίσταται δυνατός ο έλεγχος, ότι η 1η αναιρεσίβλητη - οφειλέτης δεν μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών, για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνδρομή της γενικής αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης των χρηματικών της οφειλών.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης ως αβάσιμος.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-06-2020 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 3/26-06-2020, αίτηση για αναίρεση της 128/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, που δίκασε ως Εφετείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ