Legislator Case Law & Legislation
1482/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court judgment for failure to examine set-off objection.

Case Number 1482/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the company's appeal against the Athens Court of First Instance's decision. The lower court had dismissed the plaintiff's claim and referred part of the case to a different court without addressing the defendant's set-off objection. The court ruled that the lower court committed procedural errors by failing to examine this valid objection, which was a material part of the dispute. Consequently, the judgment was annulled regarding the set-off issue and remanded for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 559(9) of the Code of Civil Procedure; A lower court commits a procedural error if it fails to examine a valid set-off objection raised by a party, thereby leaving the objection undetermined and violating the principle of full examination of the case.

Keywords

AI generated
set-off objection procedural error labor dispute remand for retrial Code of Civil Procedure undetermined claim settlement objection

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(9) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1482 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1482/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "... η οποία εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μπόμπο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Κ. του Π., κατοίκου .... Παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Πέτρου Τσαντίνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 9-04-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 570/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1496/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 30-06-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 30η Ιουνίου 2020 με αριθ. κατάθ. 4604/557/16.7.2020 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσίβλητου προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 1496/19.3.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατόπιν άσκησης αντιθέτων εφέσεων κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμ. 570/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που συνεκδίκασε α)την από 23.12.2013 με αριθ. κατάθεσης .../2013 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας υπό την τότε επωνυμία της "...." και κατά της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." , μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, και β) την από 9.4.2014 με αριθ.

κατάθεσης .../2014 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, απορρίφθηκε κατ'ουσία η από 9.4.2014 αγωγή της ενάγουσας, παραπέμφθηκε η από 23.12.2013 αγωγή του ενάγοντος ως προς τη δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως αρμόδιο καθύλη και κατά τόπο να δικάσει αυτή κατά την τακτική διαδικασία, έγινε δεκτή εν μέρει αυτή ως προς την πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία και υποχρεώθηκε αυτή να καταβάλει στον ενάγοντα για αποζημίωση αδείας, επίδομα αδείας και αναλογία επιδόματος Πάσχα του έτους 2008 το ποσό των 9.733,12 ευρώ με το νόμιμο τόκο, αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της πρώτης εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 70.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο, ως οφειλή από σύμβαση ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού της που είχε συνάψει με τη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία και απορρίφθηκε ως κατ'ουσία αβάσιμο το κονδύλιο αναγνώρισης της υποχρέωσης της πρώτης εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 247.649,42 ευρώ, όπως αυτό περιορίσθηκε ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, ως προμήθεια υπό την ιδιότητά του ως επικεφαλής του τμήματος ξένων θεσμικών επενδυτών αυτής.

Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου άσκησαν εφέσεις ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών α) ο εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος την από 22.10.2018 με αριθ. κατάθεσης .../2018 έφεσή του με την οποία ζητούσε τη μεταρρύθμιση αυτής προκειμένου να γίνει καθολοκληρία δεκτή η από 23.12.2013 αγωγή του και β) η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία την από 31.5.2017 με αριθ.

κατάθεσης ...0/502488/2017 έφεσή της με την οποία ζητούσε την εξαφάνιση αυτής με σκοπό αα) να απορριφθεί στο σύνολό της η από 23.12.2013 αγωγή του ενάγοντος-εφεσίβλητου και ββ) να γίνει δεκτή η από 9.4.2014 αγωγή της κατά του εναγομένου-εφεσίβλητου. Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου α) έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσία η από 22.10.2018 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου και β) έγινε τυπικά και κατ'ουσία δεκτή η από 31.5.2017 έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και εξαφανίσθηκε εν μέρει η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αα) καθό μέρος είχε απορρίψει κατ'ουσία την από 9.4.2014 αγωγή της ενάγουσας, την οποία (αγωγή) το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παρέπεμψε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως αρμόδιο καθύλην και κατά τόπο Δικαστήριο να δικάσει αυτή κατά την τακτική διαδικασία και ββ) καθό μέρος είχε δεχθεί ως κατ'ουσία βάσιμη την από 23.12.2013 αγωγή του ενάγοντος ως προς το προαναφερθέν κονδύλιο ύψους 70.000 ευρώ, το οποίο (κονδύλιο) το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως πρόωρα ασκηθέν ως προς την πρώτη εναγόμενη.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 440 του ΑΚ ορίζεται ότι ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες. Πιο συγκεκριμένα η απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές.

Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη (ΑΠ 695/2020, ΑΠ 84/2019). Σύμφωνα με το άρθρο 442 του ΑΚ ο συμψηφισμός της επίδικης απαίτησης αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται αμέσως προτείνεται σε κάθε στάση δίκης ακόμα και κατά την εκτέλεση (ΑΠ 1481/2018, ΑΠ 629/2015, ΑΠ 1281/2014).

Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 664 του ΑΚ ορίζεται ότι ο εργοδότης δεν μπορεί να συμψηφίσει οφειλόμενο μισθό σε απαίτησή του κατά του εργαζομένου, εφόσον ο μισθός αυτός είναι απολύτως αναγκαίος για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει για το συμψηφισμό με απαίτηση που έχει ο εργοδότης λόγω ζημίας που του προξένησε ο εργαζόμενος με δόλο κατά την εκτέλεση της σύμβασης εργασίας.

Η τελευταία αυτή διάταξη, ως ειδικότερη, κατισχύει εκείνης του άρθρου 451 του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 982 παρ. 2 εδ. δ του ΚΠολΔ, η οποία αποκλείει την κατάσχεση στα χέρια τρίτου του μισθού στο σύνολό του, με εξαίρεση τις απαιτήσεις για διατροφή οφειλόμενη από το νόμο ή από διάταξη τελευταίας βούλησης ή για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας (ΑΠ 358/2020).

Ειδικότερα από τις διατάξεις των άρθρων 440 και 664 του ΑΚ συνάγεται ότι όταν πρόκειται για απαιτήσεις μισθολογικών παροχών ο συμψηφισμός τους με ανταπαίτηση του εργοδότη απαγορεύεται. Η απαγόρευση, όμως, ισχύει μόνο για το μέρος, ως προς το οποίο οι μισθολογικές παροχές ήθελε θεωρηθούν, σε συγκεκριμένη περίπτωση, απολύτως αναγκαίες για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του.

Η ως άνω, όμως, απαγόρευση παύει να ισχύει και επιτρέπεται ο συμψηφισμός για απαιτήσεις μισθολογικών παροχών όταν η ανταπαίτηση του εργοδότη απορρέει από ζημία, που του προξένησε δολίως ο εργαζόμενος κατά την παροχή της εργασίας (ΑΠ 358/2020, ΑΠ 1067/2017). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 663, 666, 670 - 676, 115 παρ.3, 591 παρ. 1 στοιχ.

β και γ, 256 παρ. 1 στοιχ. δ, 238, 269 και 527 του ΚΠολΔ, όπως αυτές ίσχυαν κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο ως εκ του χρόνου άσκησης της από 23.12.2013 με αριθ. κατάθεσης .../27.12.2013 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και της από 9.4.2014 με αριθ. κατάθεσης .../10.4.2014 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, πριν την τροποποίηση διατάξεων του ΚΠολΔ με το νόμο 4335/2015 (οι διατάξεις του οποίου κατά την παρ. 2 του άρθρου 9 αυτού εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές), συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των, ήτοι αυτούς που εισάγονται στη δίκη υπό μορφή ένστασης ή αντένστασης, προφορικώς, κατά την συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί, εφόσον δεν περιέχονται στις προτάσεις που κατατίθενται στο ακροατήριο, καταχωρίζονται στα πρακτικά, με σαφή, έστω και συνοπτική, έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν.

Απαιτείται, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενο κατά την συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 1351/2019, ΑΠ 235/2019, ΑΠ 1271/2018, ΑΠ 1389/2018). Για την παραδεκτή, όμως, προβολή κατά τα ανωτέρω των σχετικών ισχυρισμών ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εφόσον έχουν κατατεθεί προτάσεις που περιέχουν έκθεση των πραγματικών περιστατικών που τους θεμελιώνουν, αρκεί η επιγραμματική καταχώριση αυτών στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, καθότι στην περίπτωση αυτή είναι δυνατή η εξέτασή τους στο ακροατήριο (ΑΠ 235/2019, ΑΠ 981/2018)..

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996 ΑΠ 1446/2019).

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 85/2020, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 76/2016), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 1108/2020, ΑΠ 771/2017).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" που αφέθηκε αδίκαστη νοείται όχι οποιαδήποτε αίτηση, υποβληθείσα από τους διαδίκους, κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΑΠ 1137/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 17/2017, ΑΠ 1088/2014).

Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση (ΑΠ 427/2020, ΑΠ 1294/2018, ΑΠ 54/2017), όχι όμως, και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων, όπως προεκτέθηκε, ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 427/2020, ΑΠ 54/2017), ούτε η ένσταση και η αντένσταση (ΑΠ 123/2020, ΑΠ 906/2018.

ΑΠ 1294/2018) με εξαίρεση τις γνήσιες ενστάσεις που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα, όπως η ένσταση συμψηφισμού ως προς την ανταπαίτηση που προτείνεται σε συμψηφισμό, η μη λήψη υπόψη της οποίας ιδρύει τον εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. (ΑΠ 1294/2018, ΑΠ 81/2006). Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής :

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 23.12.2013 αγωγή του κατά της πρώτης εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας και κατά της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία ζητούσε, μετά από παραδεκτό περιορισμό της με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του ως άνω Δικαστηρίου, να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη, ως εργοδότριά του, να του καταβάλει για αποζημίωση αδείας, επίδομα αδείας έτους 2008 και αναλογία επιδόματος Πάσχα του ιδίου έτους το συνολικό ποσό των 9.733,12 ευρώ, να αναγνωρισθεί ότι η πρώτη εναγόμενη του οφείλει για προμήθειες από την εκτέλεση εκ μέρους του εντολών παροχής επενδυτικών υπηρεσιών σε πελάτες της το συνολικό ποσό των 247.649,42 ευρώ και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση αμφοτέρων των εναγομένων να του καταβάλουν το ποσό των 70.000 ευρώ από σύμβαση ομαδικής ασφάλισης προσωπικού που είχε συνάψει η πρώτη εναγόμενη με τη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία.

Περαιτέρω η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 9.4.2014 αγωγή της κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει το ποσό των 7.018.224,85 ευρώ ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου κατά την εκτέλεση της εργασίας του ως υπαλλήλου της που εκτελούσε εντολές παροχής επενδυτικών υπηρεσιών πελατών της και το ποσό των 700.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και συνολικά το ποσό των 7.718.224,85 ευρώ.

Κατά τη συζήτηση των ως άνω αγωγών ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στη δικάσιμο στις 27.9.2016, η πρώτη εναγόμενη της από 23.12.2013 αγωγής και ήδη αναιρεσείουσα προέβαλε με προφορική δήλωσή της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά ένσταση συμψηφισμού για τις ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, από απαίτησή της κατ'αυτού ύψους 7.718.224,85 ευρώ, εκθέτοντας ότι αυτή προερχόταν από δόλιες ενέργειες του ενάγοντος υπαλλήλου της σε βάρος της και την οποία ανέπτυξε αναλυτικά με τις κατατεθείσες νόμιμα από 27.9.2016 προτάσεις της ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου.

Ειδικότερα από την επισκόπηση των ως άνω προτάσεων της πρώτης εναγομένης προκύπτει ότι με αυτές ισχυριζόταν ότι είναι μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, ότι ο ενάγων ως υπάλληλός της από τις 13.9.1999 έως την οικειοθελή αποχώρησή του στις 13.3.2008 εκτελούσε εντολές παροχής επενδυτικών υπηρεσιών πελατών της, στους οποίους περιλαμβανόταν και ο επενδυτής-πελάτης αυτής Θ.

Ν., που είχε συνάψει με αυτή την από 21.4.2000 σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας παροχής υπηρεσιών αορίστου χρόνου, ότι κατά το χρονικό διάστημα από 4.1.2002 έως 8.2.2008 ο ενάγων είχε προβεί στις αναλυτικά αναγραφόμενες σ'αυτές χρηματιστηριακές συναλλαγές, χωρίς την εντολή του πελάτη και εν αγνοία αυτής και του πελάτη, από τις οποίες προκλήθηκε ζημία στον ως άνω πελάτη της ύψους 7.018.224,85 ευρώ, ποσό που αυτή του κατέβαλε στις 29.2.2008 για την αποκατάσταση της ζημιάς του, ότι ο ενάγων είναι υπόχρεος να της καταβάλει ως αποζημίωση από την ως άνω αιτία το ποσό αυτό, με το οποίο παράνομα, υπαίτια και αντισυμβατικά ζημίωσε αυτή και επιπλέον ποσό 700.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του και ότι την παραπάνω ληξιπρόθεσμη από 29.2.2008 απαίτησή της συνολικού ύψους 7.718.224.85 ευρώ προτείνει προς συμψηφισμό με τις αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος, για την περίπτωση που κριθεί ότι αυτές υφίστανται σε βάρος της, το ύψος των οποίων υπερκαλύπτεται από το ύψος της ως άνω απαίτησής της, με συνέπεια την απόσβεσή τους και ότι για το λόγο αυτό θα πρέπει να απορριφθεί η αγωγή του ενάγοντος.

Επί των αγωγών αυτών, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η με αριθμ. 570/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δικαστηρίου, με την οποία, όπως προεκτέθηκε, α) έγινε δεκτή εν μέρει η από 23.12.2013 αγωγή του ενάγοντος ως προς την πρώτη εναγόμενη και υποχρεώθηκε αυτή να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 9.733,12 ευρώ για αποζημίωση αδείας και επιδόματα αδείας και Πάσχα και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωσή της να του καταβάλει το ποσό των 70.000 ευρώ από τη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού της και β) απορρίφθηκε κατ'ουσία η από 9.4.2014 αγωγή της ενάγουσας, ενώ το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε ως προς την ένσταση συμψηφισμού της πρώτης εναγόμενης, πλην, όμως, θεωρείται, ότι αυτή απορρίφθηκε σιωπηρά, εφόσον απορρίφθηκε κατ'ουσία η από 9.4.2014 αγωγή αυτής, καθότι τόσο η αγωγή αυτή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου όσο και η ως άνω ανταπαίτηση της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου για την οποία (ανταπαίτηση) προέβαλε η εναγόμενη την ένσταση συμψηφισμού, έχουν το ίδιο αντικείμενο, την αυτή ιστορική και νομική αιτία και το ίδιο ποσό απαίτησης (7.718.224.85 ευρώ).

Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η πρώτη εναγόμενη-εκκαλούσα με την από 31.5.2017 έφεσή της, μεταξύ των άλλων λόγων της, επανέφερε με λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου την ως άνω ένσταση συμψηφισμού της ισχυριζόμενη ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε σιωπηρά την ως άνω ένστασή της και έκανε δεκτή εν μέρει την ως άνω αγωγή του ενάγοντος-εφεσίβλητου, ενώ όφειλε να απορρίψει την αγωγή αυτή κατ'ουσία καθότι η προβληθείσα από αυτήν ένσταση συμψηφισμού για απαίτησή της ύψους 7.718.224,85 ευρώ, υπερκάλυπτε τις επιδικασθείσες από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απαιτήσεις του ενάγοντος ύψους 70.000 ευρώ και 9.733,12 ευρώ (σελ. 13-14 της έφεσης) με αποτέλεσμα την απόσβεση αυτών από τις 13.3.2008 που η απαίτησή της συνέπεσε με τις ως άνω απαιτήσεις του ενάγοντος.

Παράλληλα παραπονείτο για την κατ'ουσία απόρριψη της από 9.4.2014 αγωγής της από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, όπως προεκτέθηκε, δέχθηκε εν μέρει την από 31.5.2017 έφεση της πρώτης εναγομένης-εκκαλούσας, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση καθό μέρος είχε επιδικάσει στον ενάγοντα της από 13.12.2013 αγωγής το προαναφερθέν κονδύλιο ύψους 70.000 ευρώ και απέρριψε αυτό ως πρόωρα ασκηθέν (15η σελίδα αυτής), εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση καθό μέρος είχε απορρίψει κατ'ουσία την από 9.4.2016 αγωγή της ενάγουσας χρηματιστηριακής εταιρείας και ήδη αναιρεσείουσας και παρέπεμψε αυτήν προς εκδίκαση κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του καθ'ύλην αρμοδίου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικύρωσε σιωπηρά την εκκαλούμενη απόφαση ως προς την επιδικασθείσα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απαίτηση του ενάγοντος κατά της εναγομένης συνολικού ύψους 9.733,12 ευρώ που αντιστοιχούσε σε αποζημίωση αδείας, επίδομα αδείας και αναλογία επιδόματος Πάσχα έτους 2008 (11η σελίδα αυτής) και δεν εξέτασε ως προς την επιδικασθείσα αυτή απαίτηση, το λόγο έφεσης της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας με τον οποίο ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης αποδίδοντας σ'αυτή την πλημμέλεια της εσφαλμένης απόρριψης, σιωπηρά, της ένστασης συμψηφισμού που είχε προβάλλει και της παράλειψής της να απορρίψει την αγωγή του ενάγοντος ως προς την απαίτηση αυτή, λόγω της απόσβεσης της με την ως άνω ανταπαίτησή της που πρόβαλε προς συμψηφισμό.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το μοναδικό εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (αλλά και εκ του αριθμού 9 του ιδίου άρθρου κατ'ορθή υπαγωγή του διαλαμβανόμενου στο λόγο αυτό νομικού σφάλματος) προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν από αυτή παραδεκτά και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δικής και ειδικότερα την προαναφερθείσα ένσταση συμψηφισμού που είχε προβάλλει παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις προτάσεις της και την οποία είχε επαναφέρει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο της από 31.5.2017 έφεσής της, για την προεκτεθείσα ανταπαίτησή της ύψους 7.718.224,85 ευρώ, που είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη στις 29-2-2008 την οποία (ανταπαίτηση της), είχε προβάλλει προς συμψηφισμό, με την επιδικασθείσα απαίτηση του ενάγοντος-εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου ύψους 9.733,12 ευρώ που αντιστοιχούσε σε αποζημίωση αδείας, επίδομα αδείας και αναλογία επιδόματος Πάσχα έτους 2008, ένσταση που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού η παραδοχή της θα είχε ως συνέπεια την απόσβεση της απαίτησης του ενάγοντος και την απόρριψη της από 23.12.2013 αγωγής του κατά το ως άνω κονδύλιο, για το οποίο έχει γίνει δεκτή κατ'ουσία.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει την ασκηθείσα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο από την πρώτη εναγόμενη-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία και επαναφερθείσα από αυτή με λόγο έφεσης ένσταση για συμψηφισμό της προεκτεθείσας ανταπαίτησης αυτής με την ασκηθείσα με την από 23.12.2013 αγωγή του ενάγοντος και επιδικασθείσα απαίτησή του σε βάρος της αντιδίκου του ύψους 9.733,12 ευρώ.

Ο αναιρεσίβλητος ισχυρίζεται με τις από 15.10.2021 προτάσεις του προς το Δικαστήριο τούτο, ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση απέρριψε σιωπηρά την ένσταση συμψηφισμού με την παραδοχή της ότι "στη δίκη αναγωγής του προστήσαντος κατά του προστηθέντος η ζημία του τρίτου αποτελεί αυτοτελές αντικείμενο απόδειξης, αυτό δε σημαίνει ότι ο ενάγων δεν δικαιούται να ζητήσει κάθε ποσό που τυχόν κατέβαλε στον παθόντα τρίτο για μόνο το λόγο ότι το κατέβαλε, αφού μπορεί η ζημιά του τρίτου να είναι μικρότερη από αυτό".

Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσίβλητου δεν είναι βάσιμος καθότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι η ως άνω σκέψη, είναι τμήμα της μείζονος πρότασης αυτής επί της ερμηνείας των διατάξεων των άρθρων 926 και 927 του ΑΚ σε άσκηση αναγωγής του προστήσαντος εργοδότη που αποζημίωσε τρίτο κατά του προστηθέντος εργαζομένου του που ευθύνεται για τη ζημία του τρίτου και της απόδειξης του ύψους της ζημίας του τρίτου στα πλαίσια εκδίκασης αυτής (αναγωγής) και δεν μπορεί να συναχθεί από αυτή άμεσα ή, έστω, έμμεσα, σιωπηρή απόρριψη εκ μέρους του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου του λόγου έφεσης της εκκαλούσας που αφορούσε την ως άνω ένσταση συμψηφισμού, ούτε μπορεί να συναχθεί σιωπηρή απόρριψη της ένστασης συμψηφισμού, λόγω της παραπομπής, εκ μέρους του ως άνω Δικαστηρίου, της από 9.4.2014 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που ασκήθηκε, όπως προεκτέθηκε, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την ανταπαίτηση που προβλήθηκε προς συμψηφισμό,.

Επιπρόσθετα δε ο ισχυρισμός του αναιρεσίβλητου ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έκρινε ότι η ανταπαίτηση της αντιδίκου του δεν είναι ληξιπρόθεσμη καθότι αποτελούσε αυτοτελές αντικείμενο απόδειξης άλλης δίκης και υπαρκτή αφού δεν κρίθηκε δικαστικά, είναι απορριπτέος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από την επισκόπηση αυτής προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί της ένστασης συμψηφισμού, ούτε έκρινε την ανταπαίτηση της εκκαλούσας που προβλήθηκε προς συμψηφισμό.

Επομένως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που δεν αποφάνθηκε, ως όφειλε, επί του ως άνω λόγου έφεσης της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας με τον οποίο επανέφερε παραδεκτά και νόμιμα στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο την προταθείσα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ένσταση συμψηφισμού, υπέπεσε αφενός στην εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθότι δεν έλαβε υπόψη του "πράγμα", ήτοι λόγο της από 31.5.2017 έφεσης της εκκαλούσας που αφορούσε την ως άνω ένσταση συμψηφισμού και ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αφετέρου δε στην εκ του αριθμού 9 του ιδίου άρθρου πλημμέλεια καθότι άφησε αδίκαστη την ένσταση συμψηφισμού της πρώτης εναγόμενης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας με την οποία προτάθηκε από αυτή προς συμψηφισμό ανταπαίτησή της κατά της ως άνω επιδικασθείσας απαίτησης του ενάγοντος-εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου, ανταπαίτηση που στηρίζεται σε αυτοτελές δικαίωμα αυτής.

Συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτός ο ως άνω μοναδικός λόγος αναίρεσης της αναιρεσείουσας ως βάσιμος, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που δεν εξέτασε το λόγο έφεσης της πρώτης εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας που αφορούσε την προεκτεθείσα ένσταση συμψηφισμού και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ως άνω μέρος που αναιρέθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 εδ.

β του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος την με αριθμ. 1496/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλον δικαστή είναι εφικτή.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ