1482/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΌπως προκύπτει από την 8303/1-3-2017 έκθεση επιδόσεως του Ι. Π., δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση του αναιρεσείοντος προς το καθ' ου η αίτηση ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για να παρασταθεί στη δικάσιμο που είχε ορισθεί αρχικώς (2-5-2017), επιδόθηκε νομίμως σ' αυτό. Αυτό, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και έχει ορισθεί κατόπιν αναβολής ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως. Επομένως, παρά τη δικονομική του απουσία, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτό παρόν, δεδομένου του ότι η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευσή του (ΚΠολΔ 226 παρ.4, 568 παρ.4 και 576 παρ.2).
Legislator headnote
AI generated1482/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα.
Full text
Απόφαση 1482 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1482/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 10η Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η ΔΥΠΕ Αττικής), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, ως διάδοχου του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (ΕΟΠΥΥ), που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξούσιου δικηγόρου Στέφανου Μουζουράκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Π. Ζ. του Γ., 2) Β. Ν. του Γ. και 3) Ε. Λ. του Η., κατοίκων ... που παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Νεοκλή Γαλανόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. 4) Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ολυμπίας Παναγιωτοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις και 5) Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2007 αγωγή των ήδη τριών πρώτων αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1331/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3801/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-11-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Μαρία Νικολακέα.
Ο πληρεξούσιος των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Όπως προκύπτει από την 8303/1-3-2017 έκθεση επιδόσεως του Ι. Π., δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση του αναιρεσείοντος προς το καθ' ου η αίτηση ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για να παρασταθεί στη δικάσιμο που είχε ορισθεί αρχικώς (2-5-2017), επιδόθηκε νομίμως σ' αυτό. Αυτό, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και έχει ορισθεί κατόπιν αναβολής ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως. Επομένως, παρά τη δικονομική του απουσία, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτό παρόν, δεδομένου του ότι η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευσή του (ΚΠολΔ 226 παρ.4, 568 παρ.4 και 576 παρ.2).
2. Από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγουσες και ήδη τρεις πρώτες από τις αναιρεσίβλητες, με την από 31-12-2007 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίσθηκαν ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 31-12-2007 απασχολήθηκαν στην υπηρεσία του εναγομένου "Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ)" και ήδη πέμπτου από τους καθ' ων στρέφεται η αίτηση αναιρέσεως, με σχέση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως νοσηλεύτριες στις εκεί αναφερόμενες τοπικές μονάδες υγείας ΙΚΑ, οι οποίες δυνάμει του άρθρου 2 παρ.1 του ν. 3235/2004 μετονομάσθηκαν σε "Κέντρα Υγείας ΙΚΑ", αμειβόμενες σύμφωνα με το εκάστοτε ισχύον μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων.
Ότι αν και πρόσφεραν εργασία όμοια κατά αντικείμενο και υπό τις αυτές συνθήκες με τους νοσηλευτές των μονάδων παροχής δευτεροβάθμιας περίθαλψης, δεν λάμβαναν κατά το ως άνω ένδικο χρονικό διάστημα το λεγόμενο "νοσοκομειακό" επίδομα, που χορηγείτο ακόμη και σε συναδέλφους τους που εργάζονται με αποκλειστική απασχόληση σε μονάδες παροχής πρωτοβάθμιας περίθαλψης.
Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό και επικαλούμενες την υπέρ αυτών εφαρμογή των αρχών της ίσης μεταχείρισης των πολιτών και της καταβολής στους εργαζόμενους ίδιας αμοιβής για την παροχή ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ.2 και 22 παρ.1 του Συντάγματος), οι ενάγουσες ζήτησαν α) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στην καθεμιά από αυτές το ποσό των 15.620,70 ευρώ νομιμοτόκως και β) να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να εντάξει το εν λόγω επίδομα στις τακτικές αποδοχές τους από 1-1-2008 και μετά.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1331/2010 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία, αφού κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως του εναγομένου κρίθηκε ότι η ένδικη αξίωση για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 31-12-2005 είχε υποπέσει στη διετή παραγραφή, επιδικάσθηκε το αιτούμενο επίδομα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 μέχρι 31-12-2007, ήτοι στην κάθε ενάγουσα ποσό 6.075 ευρώ νομιμοτόκως και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του εναγομένου να εντάξει το επίδομα (310 ευρώ μηνιαίως, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.7 του ν. 3554/2007, όπως αναφέρεται στην απόφαση) από 1-1-2008 στις τακτικές αποδοχές εκάστης.
Ειδικώς για την τρίτη από τις ενάγουσες, όπως προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης, έγινε δεκτό ότι λόγω παραίτησης, την οποία είχε υποβάλει την 18-12-2007, η σχέση εργασίας αυτής με το εναγόμενο είχε λυθεί από την 18-1-2008, ήτοι την ημέρα που η παραίτηση έγινε αρμοδίως αποδεκτή. Κατά της αποφάσεως του πρωτοδικείου ασκήθηκε έφεση από το εναγόμενο και αντέφεση από τις ενάγουσες.
Επί των εν λόγω ενδίκων μέσων εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη 3801/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία τόσο η έφεση όσο και η αντέφεση έγιναν τυπικά δεκτές, αλλά απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες. Όπως προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης, έγινε δεκτό ότι κατά τη συζήτηση ενώπιον του εφετείου και λόγω μεταβολών στην ασφαλιστική νομοθεσία είχαν υπεισέλθει διαδοχικά στη θέση του εναγομένου, που είχε μετονομασθεί σε "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), αρχικά ο "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ), ήδη τέταρτος από τους καθ' ων στρέφεται η αίτηση αναιρέσεως και η "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η ΔΥΠΕ Αττικής), ήδη αναιρεσείουσα.
Είναι προφανές ότι τα ως άνω ΝΠΔΔ, κατά των οποίων στρέφεται η αίτηση αναιρέσεως, δεν έχουν την ιδιότητα του αναιρεσίβλητου, αλλά καλούνται ως οιονεί ομόδικοι του αναιρεσείοντος, για να λάβουν γνώση της παρούσας στάσης της δίκης (ΚΠολΔ 558).
3. Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως το αναιρεσείον επισημαίνει ότι η τρίτη από της ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες, ως προσωπικό του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ουδέποτε μεταφέρθηκε στη δική του υπηρεσία κατά τις διαδοχές που επακολούθησαν στη θέση του εργοδότη, διότι είχε αποβάλει την ιδιότητα του υπαλλήλου πριν ακόμη υποκατασταθεί το αναιρεσείον στη θέση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Αυτό είναι αληθές και ήδη έχει επισημανθεί στην προηγούμενη (αρ.2) σκέψη της παρούσας. Παρά ταύτα, δεν συνιστά ζήτημα το οποίο επηρεάζει το δεδικασμένο από την προσβαλλόμενη απόφαση και την δι' αυτής επικυρωθείσα απόφαση του πρωτοδικείου, δοθέντος ότι το ποσό που επιδικάσθηκε στην τρίτη από τις ενάγουσες και η αντίστοιχη αναγνώριση για τον μετά ταύτα χρόνο εκτείνονται μόνο μέχρι του χρονικού σημείου κατά το οποίο η εν λόγω είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου (18-1-2008) και αφορούν στον τότε εργοδότη αυτής (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) και στους μετά ταύτα διαδόχους εκείνου (ΚΠολΔ 325 αρ.1 και 2). Αποτελεί δηλαδή ζήτημα εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης (ΚΠολΔ 919 αρ.1) και όχι δικαστικής διάγνωσης. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υπό την ως άνω επισήμανση αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κάποια από τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 ή 8 ή 14 ή 17 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
4. Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως το αναιρεσείον παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή των περί ισονομίας διατάξεων, με τον ισχυρισμό ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπουν τη χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος, δικαίωμα σ' αυτό εκ του ιατρικού προσωπικού του ΙΚΑ αποκτούν μόνο οι εργαζόμενοι υπό καθεστώς πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, ενώ οι αντίδικοι είχαν μερική απασχόληση και, παράλληλα, διατηρούσαν την ευχέρεια να προσφέρουν ιατρικές υπηρεσίες στα ιδιωτικά τους ιατρεία. Ο εξεταζόμενος λόγος ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, δοθέντος ότι τόσο κατά την αγωγή όσο και κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που προέκυψαν από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών στοιχείων, οι ενάγουσες, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, δεν υπήρξαν ιατροί μερικής απασχόλησης, αλλά νοσηλεύτριες, συνδεόμενες με το ΙΚΑ με σχέση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και πλήρους απασχόλησης. Άλλωστε, ούτε το εναγόμενο ΙΚΑ είχε αμφισβητήσει την εν λόγω προϋπόθεση, αλλά είχε προβάλει την ένσταση παραγραφής μέρους των αξιώσεων των εναγουσών, που έγινε δεκτή. Επομένως, δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.1 ή 8 ή 10 ή 19 ΚΠολΔ και τα αντίθετα που υποστηρίζει το αναιρεσείον ελέγχονται αβάσιμα.
5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, που ως ασφαλιστικός οργανισμός δημοσίου συμφέροντος απολαμβάνει τα δικονομικά προνόμια του ΙΚΑ, από το οποίο προήλθε, στα μειωμένα δικαστικά έξοδα των τριών πρώτων από τους αναιρεσίβλητους, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-11-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 3801/ 2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των τριών πρώτων από τους αναιρεσίβλητους.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Φεβρουαρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 15η Οκτωβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ