1482/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1482/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά της απόφασης αυτής η τελευταία άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθούν οι λόγοι της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1482 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1482/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 98/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. Α. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Γρίβα.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Α. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Γκέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-7-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2138/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 87/2016 του Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-7-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπ’ αριθ. 2138/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς απορρίφθηκε ως αβάσιμη η από 26.7.2010 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου περί αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης εξ αιτίας της ιστορούμενης αδικοπραξίας. Ακολούθως, με την υπ’ αριθ. 87/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, η έφεση της ενάγουσας απορρίφθηκε από ουσιαστική άποψη.
Κατά της απόφασης αυτής η τελευταία άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθούν οι λόγοι της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγματογνωμοσύνη, ένορκες βεβαιώσεις κ.λπ.). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλομΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλομΑΠ13-14-15/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11γ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 1461/2013).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τη νομίμως επικληθείσα και προσκομισθείσα από την ίδια ως τεκμήριο, προς απόδειξη του αγωγικού της ισχυρισμού περί πλαστογραφήσεως της υπογραφής της, από 7.11.2006 ιδιωτική γραφολογική πραγματογνωμοσύνη της γραφολόγου Χ.
Τ.. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, η τελευταία έλαβε υπόψη (και) την ανωτέρω γραφολογική πραγματογνωμοσύνη ως τεκμήριο, όχι μόνο με τη γενική μνεία της λήψης υπόψη και "όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν", αλλά και από τη ρητή αναφορά της ανωτέρω πραγματογνωμοσύνης τόσο στην αρχή των αποδείξεων, όσο κατά την ανάλυση αυτών αξιολογώντας την μάλιστα ως "αναιτιολόγητη".
Επομένως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία περί του ότι (και) η εν λόγω ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη έχει ληφθεί υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η δια του ερευνώμενου λόγου προβαλλόμενη περαιτέρω αιτίαση ότι από το παραπάνω αποδεικτικό μέσο συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση, δεχθείσα τη γνησιότητα των υπογραφών της αναιρεσείουσας, κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκλησή της, πλήττεται η ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 609/2013).
Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ... και ο εναγόμενος ... σύστησαν, δυνάμει του από 29-7-1992 ιδιωτικού συμφωνητικού... που δημοσιεύτηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών ... ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... Ο.Ε", με κεφάλαιο 2.000.000 δραχμών, δεκαετή διάρκεια, με έδρα το κατάστημα της οδού ...
και με σκοπό την αντιπροσώπευση οίκων του εξωτερικού, εισαγωγή και εμπορία ειδών ενδύσεως, εμπορία ηλεκτρονικών υπολογιστών και προγραμμάτων καθώς και την οργάνωση επιχειρήσεων και την προσφορά λογιστικών υπηρεσιών και πάσα παρεμφερή εργασία. Στην εταιρία αυτή μοναδικά μέλη ήταν οι δύο διάδικοι, κατά ποσοστό 50% έκαστος, ενώ αμφότεροι διορίστηκαν συνδιαχειριστές.
Στη συνέχεια, την 31η-3-1996, οι ανωτέρω ομόρρυθμοι εταίροι [ήδη σύζυγοι από το έτος 1995], με αντίστοιχο ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποιήσεως καταστατικού, που δημοσιεύτηκε νόμιμα ... τροποποίησαν το αρχικό καταστατικό της ομόρρυθμης εταιρίας τους. Ως επωνυμία ορίστηκε η "... Ο.Ε.", μεταβλήθηκε η έδρα της και ως τέτοια ορίστηκε το μίσθιο ακίνητο επί της οδού ..., ορίστηκε διάρκεια 30ετής, διαχειριστής μόνο ο εναγόμενος και στο αντικείμενο εμπορίας της προστέθηκε το εμπόριο ειδών διατροφής αφεψημάτων και ηλεκτρικών συσκευών παντός τύπου, καθώς και η επισκευή αυτών.
Τέλος, με το από 16-2-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο μνημονεύεται λεπτομερώς το περιεχόμενο της από 31-3-1996 τροποποίησης της ανωτέρω ομορρύθμου εταιρίας, οι παραπάνω ομόρρυθμοι εταίροι όρισαν ως έδρα το επί της οδού ... μίσθιο ακίνητο και συμφώνησαν ότι, κατά τα λοιπά, παραμένουν σε ισχύ οι όροι του αρχικού, από το έτος 1992 καταστατικού καθώς και του τροποποιητικού της από 31-3-1996....
Το ακίνητο, που αποτέλεσε την έδρα της ομόρρυθμης εταιρίας στις 16-2-2000 είχε μισθώσει από τον Π. Φ., η ενάγουσα, Π. Α., την 1-10-1999, όπως προκύπτει από το μεταξύ τους συμφωνητικό μίσθωσης, που προσκομίζει ο εναγόμενος. Μέρος του ίδιου αυτού ακινήτου υπεκμίσθωσε η ενάγουσα και αρχική μισθώτρια στον εναγόμενο για την στέγαση των γραφείων, της αποθήκης, της έκθεσης και του εργαστηρίου ηλεκτρικών συσκευών της υπό ίδρυση ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...
ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΣΥΣΚΕΥΩΝ", την οποία σύστησαν οι διάδικοι τη 26η-2-1999 ... καταβάλλοντας η ενάγουσα το ποσό των 24.000.000 δραχμών για το οποίο έλαβε 24.000 μετοχές, ο δε εναγόμενος το ποσό των 6.000.000 δραχμών για το οποίο έλαβε 6.000 μετοχές. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά την διάρκεια της συνεργασίας τους ως εταίρων, η ενάγουσα υπέγραψε, ως λογίστρια, τον ισολογισμό εταιρικής χρήσης, τις περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ και την εκκαθαριστική δήλωση ΦΠΑ έτους 1996, τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος και την κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων χρήσης 1-1-1996 έως 31-12-1996 της ομόρρυθμης εταιρίας "...
Ο.Ε.". Περαιτέρω, η ενάγουσα υπέγραψε, ως ομόρρυθμη εταίρος, έγγραφο, που αφορά τη διαχειριστική περίοδο της εταιρίας από 1-1-1999 έως 31-12-1999 και στο οποίο αναφέρονται τα καθαρά κέρδη, που ανέρχονται στο ποσό των 35.098.741 δραχμών εκ των οποίων το 1/2 (ήτοι 17.549.370 δραχμές) αποτελεί το καθαρό κέρδος που της αναλογεί καθώς και η επιχειρηματική της αμοιβή, ποσού 8.774.685 δραχμών.
Αποδείχθηκε, επίσης, ότι στο πλαίσιο της ανωτέρω επιχειρηματικής δραστηριότητας, την 21-8-1997, η προαναφερόμενη ομόρρυθμη εταιρία "... Ο.Ε.", εκπροσωπούμενη από τον εναγόμενο ως διαχειριστή κατήρτισε με την τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε." την υπ’ αριθ. ...-8-1997 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, ποσού 10.000.000 δραχμών.
Τη σύμβαση αυτή συνυπέγραψαν, αναλαμβάνοντας την ευθύνη εξόφλησης του ποσού, ως εγγυητές, αμφότεροι οι ομόρρυθμοι εταίροι (ενάγουσα και εναγόμενος). Το ύψος της, ως άνω, πίστωσης αυξήθηκε στο συνολικό ποσό των 85.000.000 δραχμών με την κατάρτιση προσθέτων πράξεων μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της άνω τράπεζας και της άνω ομόρρυθμης εταιρίας εκπροσωπούμενης από τον εναγόμενο, τις οποίες, ομοίως συνυπέγραψαν ως εγγυητές αμφότεροι οι διάδικοι...
Περαιτέρω, μεταξύ της αυτής, ως άνω, ομόρρυθμης εταιρίας και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." συνήφθη η υπ’ αριθ. ...-6-1999 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης με την οποία συμφωνήθηκαν οι γενικοί όροι αυτής. Ακολούθως, βάσει της σύμβασης αυτής, την 29η-6-1999 και την 17η-8-1999 καταρτίστηκαν τα με αριθμούς 1 και 2 παραρτήματα, με τα οποία η Ο.Ε.
προμηθεύτηκε εξοπλισμό αξίας 9.828.000 δραχμών και 11.004.000 δραχμών, αντιστοίχως... με ειδικότερους όρους την καταβολή μισθώματος, όπως αυτή αναλύεται στους επισυναπτόμενους στα παραρτήματα πίνακες, για 36 μήνες ... Τα, ως άνω, έγγραφα (σύμβαση, παραρτήματα και τιμολόγια) συνυπέγραψαν ως εγγυητές, ευθυνόμενοι από κοινού, αμφότεροι οι διάδικοι και ομόρρυθμοι της Ο.Ε.
Τέλος, δυνάμει της υπ’ αριθ. .../2-6-2000 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Κρωπίας, Α. Λ.-Μ., καταρτίστηκε σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης μεταξύ της ομόρρυθμης εταιρίας "... Ο.Ε.", εκπροσωπούμενης από τον εναγόμενο και της εταιρίας με την επωνυμία "...", με βάση την οποία μισθώθηκε και παραδόθηκε στην μισθώτρια Ο.Ε.
εξοπλισμός αξίας 25.680.000 δραχμών, για χρονικό διάστημα 5 ετών ... Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι από το έτος 1995 άρχισε να εμφανίζει προβλήματα στην ψυχική της υγεία και συγκεκριμένα κατάθλιψη. Ωστόσο, από τις προσκομισθείσες στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ιατρικές βεβαιώσεις, προκύπτει ότι τα προβλήματα αυτά άρχισαν κατά το έτος 1999, όπως αυτό αποδεικνύεται από την από 6-11-2006 ιατρική γνωμάτευση του ψυχιάτρου Δ.
Λ. και την από 22-6-2004 ιατρική βεβαίωση του ψυχιάτρου, Κ. Σ., σύμφωνα με την οποία, η ενάγουσα εξετασθείσα την 3η-6-1999 εμφάνιζε συμπτώματα μελαγχολικής διάθεσης με συνεχές κλάμα, έντονο αυτοκτονικό ιδεασμό, ιδέες ενοχής και αυτομομφής, απόσυρση, έλλειψη ενδιαφέροντος για την εργασία της, επιθετικότητα εναντίον του συζύγου της οδηγηθείσα σε μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο και απόπειρα αυτοκτονίας.
Επίσης, από την υπ’ αριθμ. πρωτ. .../4-4- 2007 βεβαίωση του νοσοκομείου ΙΚΑ ... και το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../3-8-2004 ιατρικό πιστοποιητικό του ... … νοσοκομείου, προκύπτει ότι η ενάγουσα νοσηλεύθηκε από 31.5.1999 έως 9-7- 1999, αντιστοίχως, λόγω φαρμακευτικής δηλητηρίασης (στην πρώτη περίπτωση μνημονεύεται ότι έλαβε 12 δισκία των 500 mg ακετυλοσαλικυλικού οξέος-ασπιρίνης).
Η ενάγουσα προσκόμισε και το από 16-6-2004 έγγραφο, που τιτλοφορείται ως "γνωμάτευση" του Γ. Π., ο οποίος ωστόσο δεν είναι ψυχίατρος αλλά ψυχολόγος. Αυτός αναφέρει ότι η ενάγουσα, κατά τη συνεργασία τους, κατά το χρονικό διάστημα από 20-9-1999 μέχρι 1-12-1999, πάθαινε σύντομες κρίσεις απώλειας συνείδησης, κατά την διάρκεια των οποίων "έκανε και έλεγε πράγματα που στην συνέχεια δεν θυμόταν", ότι αυτό το "φαινόμενο" παλαιότερα η ψυχιατρική το χαρακτήριζε υστερική αμνησία και ότι κατά το ανωτέρω διάστημα είχε ως αποτέλεσμα να μην έχει συνειδητή επίγνωση ενός σημαντικού μέρους των πράξεων της.
Οι σχέσεις των διαδίκων δεν εξελίχθηκαν ομαλά και ακολούθως χώρισαν με συνέπεια να διαταραχθούν και οι επαγγελματικές τους σχέσεις ... Στο μεταξύ εκδόθηκαν, με βάση τις οφειλές τους από τις προαναφερόμενες συμβάσεις, αντίστοιχες σε βάρος τους διαταγές πληρωμής ... Τις αντίστοιχες οφειλές ποσού 122.000 ευρώ, 54.692,98 ευρώ και 126.147,99 ευρώ εξόφλησε η ενάγουσα ...
Η ενάγουσα, στη συνέχεια και ειδικότερα μετά την πληρωμή απ’ αυτήν της υπ’ αριθ. ...2005 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατ’ αίτηση της τράπεζας ... ΒΑΝΚ, υπέβαλε την από 15-10-2007 μήνυσή της [μόνο κατά του εναγομένου και όχι στρεφόμενη και κατά τρίτων προσώπων ...], καθώς και την από 26-7-2010 υπό κρίση αγωγή για αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, με τις οποίες ισχυρίζεται ότι ο πρώην σύζυγος της (εναγόμενος και μηνυόμενος), έθεσε κατ’ απομίμηση και εν αγνοία της την υπογραφή της στην από 31-3-1996 τροποποίηση της ομόρρυθμης εταιρίας τους και ότι έγινε μόνος αυτός διαχειριστής, ότι εκμεταλλεύτηκε τα προβλήματα υγείας που είχε, δηλαδή την άσχημη ψυχολογική της κατάσταση και το γεγονός ότι βρισκόταν υπό την επίδραση φαρμάκων, παριστάνοντας σε αυτήν αναληθώς ότι η εταιρία τους είχε άμεση ανάγκη χρηματοδότησης για την αντιμετώπιση επειγουσών ταμειακών αναγκών και ότι έπρεπε να προσφύγουν σε δανεισμό, ενώ τούτο ήταν ψευδές, διότι η εταιρία ήταν κερδοφόρος και ότι, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την έπεισε να συνάψουν τις επίμαχες και προαναφερόμενες συμβάσεις, τις οποίες άλλως δεν θα υπέγραφε, ότι όταν υπέγραψε ειδικά την υπ’ αριθ. .../2000 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης δεν είχε επαφή με την πραγματικότητα και συνείδηση των πράξεών της και ότι ζημιώθηκε κατά το ποσό, που κατέβαλε προς εξόφληση των προαναφερθέντων χρηματικών ποσών, καθώς και όσα κατέβαλε σε τρίτους προμηθευτές των εταιριών των διαδίκων, σε Δ.Ο.Υ., σε ΙΚΑ και, τέλος, σε τρίτα πρόσωπα, στα οποία παρανόμως είχε μεταβιβάσει ο εναγόμενος είδη του εξοπλισμού της επιχείρησης, που όμως ανήκε κατά κυριότητα στην ..., σύμφωνα με την προαναφερόμενη σύμβαση.
Η ενάγουσα ισχυρίζεται, επίσης, ότι ο πρώην σύζυγος της έθεσε εν αγνοία της και κατ’ απομίμηση την υπογραφή της στα παραρτήματα 1 και 2 της υπ’ αριθ. ...1999 σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης και στα από 28-6-1999 και 16-8-1999 τιμολόγια εξοπλισμού, καθώς και στις από 28-4-1998 και 9-6-1998 πρόσθετες πράξεις της υπ’ αριθ. ...1997 σύμβασης πίστωσης.
Με βάση την ανωτέρω μήνυση ασκήθηκε σε βάρος του εναγομένου ποινική δίωξη, ο οποίος, αρχικά, παραπέμφθηκε με το υπ’ αριθ. 2413/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών να δικαστεί για τις προμνημονευόμενες πράξεις σε βαθμό κακουργήματος πράξεις... Εν συνεχεία, όμως, εκδόθηκε, κατόπιν άσκησης έφεσης από τον εναγόμενο, το υπ’ αριθ. 1522/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του στο ακροατήριο για τις αποδιδόμενες σ’ αυτόν πράξεις και αποφασίσθηκε να μην γίνει κατηγορία σε βάρος του.
Στο πλαίσιο της διενεργηθείσας κύριας ανάκρισης, η διορισθείσα από την 2η Τακτική Ανακρίτρια Αθηνών (η οποία χειριζόταν την ποινική δικογραφία κατά του εναγομένου) πραγματογνώμονας-γραφολόγος, Μ. Λ., στην από 16-6-2010 έκθεσή της αναφέρει, ότι οι αμφισβητούμενες από την ενάγουσα υπογραφές στα επίμαχα προμνημονευόμενα έγγραφα δεν είναι γνήσιες υπογραφές αυτής, αλλά έχουν χαραχθεί πιθανότατα από τον εναγόμενο, Γ.
Α.. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και η γραφολόγος Χ. Τ. (η οποία διορίστηκε από την ενάγουσα) στην από 7-11-2006 ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη της. Ωστόσο, οι παραπάνω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, που εκτιμώνται ελεύθερα από το Δικαστήριο ... δεν κρίνονται ιδιαίτερα ασφαλείς ως προς τα πορίσματά τους, η δεύτερη εξ αυτών και για τον λόγο ότι είναι όλως αναιτιολόγητη.
Ειδικότερα, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι, σύμφωνα με την έκθεση της Μ. Λ., οι υπογραφές της ενάγουσας παρουσιάζουν "γραφική εξέλιξη" (σελ. 14), από την απλή επισκόπηση των φερόμενων ως πλαστών υπογραφών της ενάγουσας στα από 29-6-1999 και 17-8-1999 παραρτήματα 1 και 2 της υπ’ αριθ. ...1999 σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, τα από 28-6-1999 και 16-8-1999 τιμολόγια και στις από 28-4-1998 και 9-6-1998 πρόσθετες πράξεις της υπ’ αριθ. ...1997 σύμβασης πίστωσης σε αντιπαραβολή προς τις υπογραφές, που αυτή είχε θέσει στις, ως άνω, κύριες συμβάσεις (...1999, ...1997, τις λοιπές πρόσθετες πράξεις αυτής, την .../2000 σύμβαση αλλά και τα λοιπά έγγραφα που αυτή υπέγραφε, όπως αναλυτικά μνημονεύονται στην έκθεση της Μ.
Λ. και στα οποία δεν αμφισβητεί την υπογραφή της), προκύπτει σαφέστατα ότι έχουν τεθεί από την ίδια και δεν υπάρχει ομοιότητα προς τις υπογραφές του εναγομένου ούτε ως προς τις απολήξεις αυτών, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τις ανωτέρω γραφολόγους στα πορίσματά τους. Σημειώνεται δε ότι για την πλαστογράφηση των υπογραφών στα, ως άνω, έγγραφα θα απαιτείτο η συνδρομή και η συμμετοχή υπαλλήλων της εταιρίας ...
και της τράπεζας ... ΒΑΝΚ, ενώπιον των οποίων θα έπρεπε να είχαν τεθεί οι εν λόγω υπογραφές, το οποίο είναι εξαιρετικά απίθανο να συνέβη, λόγω της τυπικότητας, που συνηθίζεται στις συναλλαγές με πιστωτικούς και χρηματοδοτικούς οργανισμούς, όπως οι ανωτέρω εταιρίες, από τον όλο δε φάκελο της δικογραφία, ως προελέχθη, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, για την διάπραξη σε βάρος της κακουργηματικών πράξεων, στράφηκε και κατά τρίτων προσώπων και δη υπαλλήλων τραπεζικών και άλλων εταιριών.
Περαιτέρω και όσον αφορά στην από 31-3-1996 τροποποίηση της ομόρρυθμης εταιρίας, η υπογραφή της ενάγουσας έχει τεθεί από τον εναγόμενο (ως προς αυτό το έγγραφο και μόνο είναι απολύτως κατηγορηματική η έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Μ. Λ.), όχι όμως εν αγνοία της, αλλά με την έγκρισή της και εν γνώσει της. Η γνώση της αυτή, κατά το χρόνο που έλαβε χώρα και η αντ’ αυτής με την έγκρισή της υπογραφή του σχετικού συμφωνητικού από τον εναγόμενο, επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο του από 16-2-2000 υπογραφέντος μεταξύ τους μεταγενέστερου ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης της Ο.Ε., το οποίο συνομολογείται ότι υπογράφηκε από την ενάγουσα και στο οποίο μνημονεύονται λεπτομερώς οι όροι της επίμαχης (από 31-3- 1996) τροποποίησης, κατά τα προεκτεθέντα.
Εξάλλου, η ίδια η ενάγουσα στην από 30-11-2009 ανωμοτί κατάθεσή της ενώπιον της 2ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών κατέθεσε, επί λέξει, τα εξής: "Από τον Απρίλιο του 1996 μέχρι τον Οκτώβριο του 1996, ασχολήθηκα εγώ με την εταιρία, ενώ ο μηνυόμένος εργαζόταν σε άλλη δουλειά." Περαιτέρω, αποδείχθηκε, από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, που ήδη αναφέρθηκαν ότι η ενάγουσα είχε ενεργή ανάμειξη στην λειτουργία της ομόρρυθμης αλλά και της ανώνυμης εταιρίας των διαδίκων, συνάπτοντας τις αντίστοιχες συμβάσεις πίστωσης και χρηματοδοτικής μίσθωσης ως εγγυήτρια και ήταν ενήμερη της πορείας των εργασιών και των κερδών τους, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς τους.
Επισημαίνεται, στο σημείο αυτό ότι η ενάγουσα, αμέσως μετά την οριστική ρήξη του ζεύγους, ίδρυσε κατά τον μήνα Ιούνιο του 2003, στο όνομα της μόλις 19 ετών θυγατέρας της... ανώνυμη εταιρία, δικών της συμφερόντων, με την επωνυμία "...ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", με έδρα το επί της οδού ... κατάστημα (που στέγαζε και τις εταιρίες των διαδίκων) και αντικείμενο ίδιο με αυτό των κοινών εταιριών με τον εναγόμενο, πράγμα που σαφώς υποδηλώνει την πλήρη και ενεργό ανάμειξή της στις εταιρικές υποθέσεις της ομόρρυθμης εταιρίας και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε να έχει αποκτήσει την σχετική εμπειρία περί ιδρύσεως εταιρίας, που δραστηριοποιείται στο ίδιο αντικείμενο με εκείνο της ομόρρυθμης εταιρίας.
Όσον αφορά στα προβλήματα υγείας της ενάγουσας, πράγματι προκύπτει από τις ιατρικές γνωματεύσεις και τις βεβαιώσεις των νοσοκομείων που προαναφέρθηκαν, ότι έπασχε από καταθλιπτική συνδρομή και ότι στα πλαίσια αυτά προέβη σε αυτοκαταστροφικές ενέργειες (φαρμακευτική δηλητηρίαση). Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, τα προβλήματα αυτά αφορούσαν μόνο το έτος 1999, η δε ενάγουσα στην προαναφερόμενη από 30-11-2009 ανωμοτί κατάθεσή της ενώπιον της Ανακρίτριας καταθέτει ότι άμεσα, ήτοι από τον Σεπτέμβριο του 1999, άρχισε να επισκέπτεται τακτικά ψυχολόγο και ότι από τότε "στάθηκε στα πόδια της".
Περαιτέρω, ουδείς από τους ψυχιάτρους, που ασχολήθηκαν με την περίπτωσή της, ως αρμόδιοι για την αντιμετώπιση τέτοιων καταστάσεων, διέγνωσε ότι η κατάσταση της υγείας της στερούσε τη χρήση του λογικού και ότι δεν αντιλαμβανόταν τις συνέπειες των πράξεων της, ώστε να εξαπατηθεί από τον εναγόμενο και να υπογράψει (και μάλιστα ενώπιον τρίτων- υπαλλήλων των αντισυμβαλλομένων εταιριών και της συμβολαιογράφου Κρωπίας, Α.
Λ.-Μ.) τις επίμαχες, ως άνω, συμβάσεις πίστωσης και χρηματοδοτικής μίσθωσης. Άλλωστε, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα φέρεται να καταρτίζει συμβάσεις μίσθωσης και υπεκμίσθωσης του ακινήτου στην οδό Κλεισθένους, να τροποποιεί το καταστατικό της ομόρρυθμης εταιρίας και να ιδρύει (με αυτοπρόσωπη παράσταση στην συμβολαιογράφο Αθηνών, Ι.
Κ.) την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "....", ενέργειες τις οποίες ουδόλως αμφισβητεί. Επιπροσθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος της παρέστησε ψευδώς πως η οικονομική πορεία των εταιριών ήταν κακή και είχαν ανάγκη δανεισμού, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η ενάγουσα γνώριζε την κερδοφορία τους. Η από 16-6-2004 "γνωμάτευση" του ψυχολόγου, Γ.
Π., η οποία συντάσσεται μετά πάροδο πενταετίας από τα επίδικα περιστατικά, δεν κρίνεται αξιοποιήσιμη, καθόσον πρωτίστως αποφαίνεται για θέματα που άπτονται της επιστήμης της ψυχιατρικής, χωρίς να είναι ο ίδιος ιατρός και μάλιστα ψυχίατρος, πέραν του ότι αναφέρεται σε χρονικό διάστημα που δεν αφορά τις αποδιδόμενες στον εναγόμενο πράξεις.
Τέλος, το αναφερόμενο απ’ αυτόν περί κρίσεως απώλειας συνείδησης δεν είναι συμβατό με την ερμηνεία που δίδει στο συγκεκριμένο σύμπτωμα ότι δηλαδή "κατά την διάρκεια αυτών έκανε και έλεγε πράγματα, τα οποία στη συνέχεια δεν θυμόταν" καθόσον η συγκεκριμένη ερμηνεία ταυτίζεται, σύμφωνα με την ακριβή έννοια των λέξεων, τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, με τη διαταραχή της συνείδησης, ενώ η απώλεια συνείδησης συνιστά πλήρη έλλειψη επαφής με το περιβάλλον (απώλεια-έκπτωση αισθήσεων-λιποθυμία).
Μη πειστική, τέλος, κρίνεται και η ένορκη κατάθεση της μάρτυρος θυγατέρας της ενάγουσας, Α. Π., η οποία κατά το κρίσιμο διάστημα ήταν ανήλικη (γεν. τον μήνα Δεκέμβριο του 1983) και δεν είχε την ωριμότητα να αντιληφθεί την πραγματική διάσταση των γεγονότων και ειδικότερα την έννοια των οικονομικών σχέσεων των διαδίκων, κατά την ένδικη χρονική περίοδο, επαναλαμβάνει δε τους ισχυρισμούς της μητέρας της.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε αδικοπρακτική (914 ΑΚ) ούτε αντίθετη προς τα χρηστά ήθη (919 ΑΚ), συμπεριφορά του εναγομένου, αφού αυτός δεν τέλεσε τα αδικήματα της απάτης και της πλαστογραφίας σε βάρος της ενάγουσας ούτε τα ψυχολογικά της προβλήματα (που σε κάθε περίπτωση εμφανίστηκαν εντός του έτους 1999 και μόνο) επιδείνωσε δολίως προκειμένου να την καταστήσει υποχείριό του και να την επιβαρύνει με οικονομικές υποχρεώσεις με σκοπό το προσωπικό του όφελος ούτε άλλου είδους καταχρηστική συμπεριφορά εκδήλωσε προς το πρόσωπό της..." Με βάση δε τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση από ουσιαστική άποψη και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη.
Ενόψει των παραδοχών αυτών, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενος δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί διότι, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται επαρκώς αιτιολογημένα, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της αβασιμότητας των αγωγικών ισχυρισμών ότι ο εναγόμενος εκμεταλλευόμενος την κατάσταση της υγείας της ενάγουσας αφενός την εξαπάτησε και αφετέρου πλαστογράφησε την υπογραφή της, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς και πλήρεις ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συγκεκριμένα, υφίσταται επαρκής αιτιολόγηση ως προς τα ειδικότερα ζητήματα που προβάλλει η αναιρεσείουσα: α) Ότι οι υπογραφές που υπάρχουν στα κρίσιμα ως άνω δικαιοπρακτικά έγγραφα τέθηκαν απ’ αυτήν και όχι από τον εναγόμενο με πλαστογραφία, δεδομένου ότι το Εφετείο δικαιολογεί το πόρισμά του αυτό από τη σύγκριση και αντιπαραβολή των εν λόγω αμφισβητούμενων υπογραφών προς άλλες -βεβαιωμένα γνήσιες- υπογραφές της ενάγουσας, σε συνδυασμό με το ότι οι υπογραφές αυτές τέθηκαν ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων των αντισυμβαλλομένων εταιριών, καθώς και με το ότι το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο αποφάνθηκε ότι δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την αντίστοιχη ποινική κατηγορία και γι’ αυτό δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία σε βάρος του αναιρεσίβλητου.
β) Ότι η επί του συμφωνητικού της από 31.3.1996 τροποποιήσεως του εταιρικού υπογραφή δεν είναι μεν δική της και τέθηκε από τον εναγόμενο αλλά κατόπιν εγκρίσεώς της, δεδομένου ότι το συμπέρασμα αυτό το Εφετείο επαρκώς αιτιολογεί με τη σκέψη ότι στην επόμενη τροποποίηση της 16.2.2000, όπου εμπεριέχεται αναφορά και στην προηγούμενη τροποποίηση, υπέγραψε η ίδια η ενάγουσα χωρίς αντίλογο, πράγμα που σημαίνει ότι τελούσε εν γνώσει της προηγούμενης τροποποίησης.
γ) Ότι η κατάσταση της ψυχικής υγείας δεν ήταν τέτοια που την εμπόδιζε να έχει αντίληψη των επιχειρηματικών και εμπορικών πράξεών της ώστε να καταστεί υποχείριο του εναγομένου, δεδομένου ότι περιγράφονται και αναλύονται οι παθήσεις της ενάγουσας, ο χρόνος έναρξης και διάρκειας αυτών, οι θεραπείες στις οποίες υποβλήθηκε, η προσωπική επιχειρηματική δραστηριότητα της ενάγουσας που ανέπτυξε στον κρίσιμο χρόνο παρά την ως άνω υγεία της και με βάση τις διαπιστώσεις αυτές με επάρκεια αιτιολογείται η κρίση ότι η ψυχική της υγεία δεν ήταν τέτοια που να δικαιολογεί την εξαπάτησή της από τον εναγόμενο αναφορικά με το είδος και το περιεχόμενο των εμπορικών συμβάσεων που υπέγραψε.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17 Ιουλίου 2016 αίτηση της Π. Α. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 87/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ