1482/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Π. Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ε. Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1482/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν κυριότητα του ενάγοντος στο πράγμα, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς- ακινήτου πράγματος -, γ) κατάληψη του ακινήτου από τον εναγόμενο και νομή ή κατοχή του από αυτό, δ) αξία του πράγματος και ε) ορισμένο αίτημα για αναγνώριση της κυριότητας και απόδοση του πράγματος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1482 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1482/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Π. Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ε. Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Mαΐου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Χ. του Παντολέοντος, κατοίκου Πέτα Κουβαρά Αττικής, η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Κώστη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Σ. Π. του Δ., 2)Σ. Λ. του Δ., 3)Γ. συζ. Η. Κ., το γένος Δ. Λ., 4)Κ. Λ. του Δ., 5)Α. συζ. Ε. Χ., το γένος Δ. Λ., 6)Γ. Λ. του Δ., 7)Α. Λ. του Δ., κατοίκων ..., 8)Μ. συζ. Α. Κ., το γένος Α. Α., κατοίκου ..., 9)Ε. συζ. Ι. Π., το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., 10)Β. Κ. του Α., 11)Ε. Κ. του Α., κατοίκων ..., 12)Γ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 13)Σ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 14)Ε. Π. του Δ., κατοίκου ..., 15)Χ. Π. του Δ., 16)Α. χήρας Β. Κ., το γένος Θ. Ζ., 17)Ε. Κ. του Β. και 18)Θ. Κ. του Β., κατοίκων .... Ο 12ος δεν παραστάθηκε και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Τσαλικίδη, ο οποίος δήλωσε ότι ο 12ος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Χ. Κ. και τους 9η, 10η, 11ο, 13ο,17ο και 18ο των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/10/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 375/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 4102/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/10/2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 18/11/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και ειδικότερα στις 27.7.203 πέθανε στο Δήμο Τρικκαίων του Νομού Τρικάλων, ο δωδέκατος των αναιρεσιβλήτων Γ. Κ. του Ε. και Ε., οι εγγύτεροι συγγενείς αυτού και μοναδικοί εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι του Χ. Κ. του Α., σύζυγός του, Σ. Κ. του Ε., αδελφό του, Ε. Κ. του Α., Ε. Κ. του Α. , Β. Κ. του Α., τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του Α. Κ., και Ε. Κ. του Β. και Θ. Κ. του Β., τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του Β. Κ., όπως προκύπτει από τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους ίδιους έγγραφα , αλλά και δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Εμμανουήλ Τσαλικίδη, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησαν νόμιμα το θάνατο του πιο πάνω άμεσου δικαιοπαρόχου τους και την εκούσια στο όνομά του επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα
ΙΙ. Κατά τα άρθρα 118 εδαφ.4 και 216 παρ.1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1094 ΑΚ, για να είναι πλήρης και ορισμένη η διεκδικητική αγωγή ακινήτου, την οποία, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1113 και 116 ΑΚ, έχει και ο συγκύριος για τη μερίδα του, όταν προσβάλλεται στο δικαίωμα συγκυριότητας από τρίτο, πρέπει, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει:
α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν κυριότητα του ενάγοντος στο πράγμα, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς- ακινήτου πράγματος -, γ) κατάληψη του ακινήτου από τον εναγόμενο και νομή ή κατοχή του από αυτό, δ) αξία του πράγματος και ε) ορισμένο αίτημα για αναγνώριση της κυριότητας και απόδοση του πράγματος.
Ειδικότερα, το επίδικο αντικείμενο πρέπει να προσδιορίζεται κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και μάλιστα να είναι τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Δεν απαιτείται, όμως, για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις και ο καθ' όρια προσανατολισμός του, ούτε να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων και να αναφέρεται ακριβώς η χιλιομετρική θέση του δρόμου που αυτό κείται.
Η ακριβής , εξάλλου περιγραφή του ακινήτου, η οποία μπορεί να γίνει και με αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, είναι αναγκαία, γιατί μόνο έτσι θα μπορέσει ο εναγόμενος να αμυνθεί και το δικαστήριο να τάξει τις δέουσες αποδείξεις. Περαιτέρω, αν η αγωγή , που αφορά ακίνητο, στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας και ειδικότερα σε κληρονομική διαδοχή, πρέπει ο ενάγων να περιλάβει σ' αυτήν τα απαιτούμενα από τα άρθρα 1846,1193 και 1198 ΑΚ για κτήση της κυριότητας περιστατικά, δηλαδή το γεγονός ότι αποδέχθηκε την κληρονομία και περαιτέρω ότι είχε προβεί σε μεταγραφή αυτής.
Αν ο εναγόμενος αμφισβητήσει την κυριότητα όχι μόνο του ενάγοντος αλλά και των άμεσων ή απώτερων δικαιοπαρόχων του, ο ενάγων οφείλει να επικαλεστεί με τις προτάσεις του ύστερα από επιτρεπτή συμπλήρωση των ισχυρισμών του, τόσο τη δική του κυριότητα όσο και την κυριότητα των προκατόχων του, εωσότου φθάσει σε πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας ή στη συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας (ΑΠ 406/1991, Ελλ.
Δνη 93.124). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051ΑΚ προκύπτει ότι για τη κτήση κυριότητας σε ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση στο ακίνητο διακατοχικών πράξεων με διάνοια κυρίου για μια πλήρη εικοσαετία με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτή με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Από τις ίδιες διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 976, 980 και 983 ΑΚ συνάγεται περαιτέρω, ότι η κτήση και η διατήρηση της νομής μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε εμφανή στους τρίτους υλική ενέργεια, η οποία προσιδιάζει στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου και κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές φανερώνει φυσική πάνω σ' αυτό εξουσίαση με τη βούληση ιδιοποίησής του.
Τέτοιες ενέργειες, οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον προορισμό του ακινήτου, είναι μεταξύ των άλλων η οριοθέτηση, η περίφραξη, η καλλιέργεια, ακόμη δε και η απλή επίσκεψη, επίβλεψη ή επισκόπηση του ακινήτου, που γίνονται αυτοπροσώπως ή με αντιπρόσωπο ( ΑΠ 39/2012, ΑΠ 242/2000 Ελλ.Δνη 41.1039 και ΑΠ 666/1976ΝΟΒ 25.35). Τέλος, "πράγματα", η λήψη ή όχι των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος , το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό ( ένσταση, αντέσταση) μέσο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 15.10.2008 - διεκδικητικής αγωγής, οι ήδη αναιρεσίβλητοι ενάγοντες ισχυρίστηκαν, ότι, δυνάμει της .../9.10.2008 πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του σ/φου Λαυρίου Ιωάννη Χαραλαμπάκη, νόμιμα μεταγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κερατέας στον τόμο 510 με …, αποδέχθηκαν την κληρονομιά της θείας τους Ε.
χας Π. Μ., που αποβίωσε αδιάθετη στην Πέτα Κουβαρά, στις 26-7-1987 και κατέστησαν έτσι συγκύριοι, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή ποσοστά, λόγω συνεχών κληρονομιών και αποδοχών, ενός οικοπέδου, εντός του οικισμού Κουβαρά Αττικής και επί της Λ. Αθηνών -Λαυρίου, επιφανείας 860,70τμ, εμφαινόμενου υπό την σημερινή μορφή και κατάσταση του στο από 2-7-2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού Η.
Μ. με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Α, που συνορεύει βορειοανατολικά με πρόσωπο ΒΓ μήκους μέτρων 18,70 με την Λ Αθηνών -Λαυρίου, νοτιοανατολικά με πλευρά ΓΔ μήκους μέτρων 40,50 με ιδιοκτησία Κ. Π., νοτιοδυτικά με πλευρά ΑΔ μήκους μέτρων 24,50 με σιδηροδρομική γραμμή και βορειοδυτικά με πλευρά ΑΒ μήκους μέτρων 38,50 με ιδιοκτησία της εναγομένης, στο οποίο οικόπεδο που είναι περιφραγμένο υπάρχει παλαιό ισόγειο κτίσμα επιφάνειας 25τμ.
Η άνω δε κληρονομούμενη Ε. χα Π. Μ., το γένος Σ. και Α. Π., κατείχε διάνοια κυρίου το άνω οικόπεδο με την οικία μέχρι το έτος 1967 από κοινού με το σύζυγό της και μετά τον επισυμβάντα θάνατο αυτού, αποκλειστικά μόνη, με το να κατοικεί μόνιμα εντός της υπάρχουσας σ' αυτό οικίας, να χρησιμοποιεί τον ακάλυπτο χώρο του ως αύλιο χώρο της κατοικίας της αυτής, με το να αποκλείει την πρόσβαση σ' αυτόν κάθε τρίτου, με το να καθορίζει και να περιποιείται γενικά την αυλή αυτού, με το να το επιτηρεί και να το εποπτεύει και με το να ασκεί γενικά σ' αυτό διαρκείς και εμφανείς διακατοχικές πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και στον οικονομικό σκοπό του, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα, οι δε ενάγοντες από το θάνατό της και μέχρι το μήνα Ιούλιο 2007, κατείχαν αυτό διάνοια κυρίου, επισκεπτόμενοι και επιμελούμενοι αυτό τουλάχιστον άπαξ της εβδομάδας, συνεχίζοντας την άσκηση των διακατοχικών πράξεων χωρίς να ενοχληθούν ποτέ από κανένα.
Όμως, τον μήνα Ιούλιο 2007 η εναγομένη κατέλαβε και εξακολουθεί να κατέχει το άνω ακίνητο, περιφράσσοντας το σε όλη τη βορειοανατολική πλευρά του, δηλαδή αυτή που έχει πρόσωπο επί της Λ. Αθηνών-Λαυρίου, ενσωματώνοντας το κατ' αυτό τον τρόπο στην ευρισκόμενη βορειοδυτικά ιδιοκτησία της και περιλαμβάνοντας αυτό στην .../19.7.2007 συμβολαιογραφική πράξη γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Λαυρίου Μαρίας Ζαφειροπούλου, η οποία έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κερατέας στον τόμο 495 και με ….
Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι είναι συγκύριοι, κατά τα αναφερόμενα στο ιστορικό ποσοστά επί του άνω ακινήτου, του οποίου η αξία είναι 150.000 ευρώ και να υποχρεωθεί η ήδη αναιρεσείουσα εναγόμενη να τους το αποδώσει κατά τα άνω ποσοστά. Με το περιεχόμενο αυτό ή ένδικη αγωγή, που , κατ' ορθή εκτίμησή της, έχει ως κύρια βάση τον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου και κληρονομική διαδοχή και επικουρικά τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας περιέχει όλα τα απαιτούμενα, ως άνω, για τη θεμελίωσή της στοιχεία και επομένως είναι πλήρως ορισμένη.
Ειδικότερα, το επίδικο ακίνητο, όπως περιγράφεται στο αγωγικό δικόγραφο, κατά είδος, θέση, έκταση ,όρια και πλευρικές διαστάσεις ορίων, κατονομάζονται δε στο ίδιο δικόγραφο και οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων, εξατομικεύεται πλήρως, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, ενώ γίνεται μνεία και του αναγκαίου για τη νομική θεμελίωσή της στοιχείου ότι καταλήφτηκε - το μήνα Ιούλιο 2007 - από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα και κατέχεται έκτοτε από αυτήν, καθώς και των πράξεων φυσικής εξουσίας και νομής του επίδικου ακινήτου" (και) των είδη αναιρεσειόντων εναγόντων μετά τις 26.7.1987 που απεβίωσε η θεία τους Ε.
χα Π. Μ., την οποία και κληρονόμησαν, ήτοι" ότι κατείχαν αυτό διανοία κυρίου, επισκεπτόμενοι και επιμελούμενοι αυτό τουλάχιστον άπαξ της εβδομάδας", και, επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε πλήρως ορισμένη την ένδικη διεκδικητική αγωγή κατά την κύρια - από την κληρονομική διαδοχή - και την επικουρική - από την έκτακτη χρησικτησία - βάσης της, και μάλιστα ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου και το στοιχείο της κατάληψής του από την ήδη αναιρεσείουσα εναγομένη, απορρίπτοντας την ένστασή της τελευταίας περί αοριστίας της αγωγής, έλαβε υπόψη την ένσταση αυτή και την απέρριψε, δεν παρέλειψε δε παρά το νόμο να κηρύξει - λόγω αοριστίας την αγωγή απαράδεκτη, γι' αυτό και οι λόγοι αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμησή τους, δεύτερος και τρίτος, από τους αριθμούς 1,8 και 14 (και όχι και 19) και ένατος, από τον αριθμό 8 περ.
β'( και όχι και 10) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρθμ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του , δέχτηκε τα εξής : " Η Ε. χα Π. Μ., το γένος Σ. και Α. Π., κάτοικος εν ζωή στην Πέτα Κουβαρά, αποβίωσε, στις 26-7-1987, στην οικία της στην Πέτα Κουβαρά αδιάθετη. Μοναδικούς εξ αδιαθέτου συγγενείς της, αφού ο σύζυγος της Π. Μ. είχε προαποβιώσει και από το γάμο τους δεν απέκτησαν τέκνα, κατέλιπε την αδελφή της Δ.
χήρα Δ. Π., το γένος Σ. και Α. Π., την αδελφή της Β. σύζυγο Δ. Λ., τα γένος Σ. και Α. Π., και τα τέκνα της προαποβιώσασας αδελφής της Ε. συζύγου Ε. Κ., τα γένος Σ. και Α. Π., δηλαδή τους Γ. Κ. (13) Α. Κ., Σ. Κ. (14) και Β. Κ.. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Δ. χας Δ. Π. το γένος Σ. και Α. Π. που αποβίωσε την 19-12-1996 είναι τα τέκνα της, δηλ, οι Ε.
Π. (15), Σ. Π. (1), Χ. Π. (16) ενώ μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Β. Λ. .που αποβίωσε στις 20-5-2005, είναι τα τέκνα της, ήτοι οι Λ. Λ., Σ. Λ., Γ. σύζυγος Η. Κ., το γένος Δ. και Β. Λ., Κ. Λ. και Α. σύζυγος Ε. Χ., το γένος Δ. και Β. Λ. και Α. Λ. (2 έως και 8). Εξάλλου, μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Α. Κ., που αποβίωσε την 11-1-1997, είναι η σύζυγος του Μ.
Κ., και τα τέκνα του Ε. συζ. Ι. Π., Ε. Κ. και Β. Κ. (9 έως και 12), ενώ μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Β. Κ., που αποβίωσε την 11-10-2004 είναι η σύζυγος του Α. Β. Κ. και τα τέκνα του Ε. Κ. και Θ. Κ. (17 έως και 19). Η κληρονομική μερίδα καθενός εξ αυτών ανήρχετο στα εξής ποσοστά επί της περιουσίας της θανούσας Ε. Μ.: καθένας των 15, 1, και 16 ποσοστό 1/9 εξ αδιαιρέτου, καθένας των 2 έως και 8 ποσοστό 1/21 εξ αδιαιρέτου, καθένας των 9 έως και 12 ποσοστό 1/48 εξ αδιαιρέτου, οι 13 και 14 ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου, η 17η ποσοστό 1/48 εξ αδιαιρέτου, ενώ καθένας των 18 και 19 ποσοστό 3/96 εξ αδιαιρέτου.
Την παραπάνω κληρονομιά αποδέχθηκαν οι ενάγοντες δυνάμει της .../9-10-2008 πράξης αποδοχής κληρονομιάς του Σ/φου Λαυρίου Ιωάννη Χαραλαμπάκη, νόμιμα μεταγραμμένης .Από τα άνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες νομιμοποιούνται, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Ε. Μ., που αποδέχθηκαν την κληρονομιά της νόμιμα, να εγείρουν την ένδικη αγωγή και επομένως ο ισχυρισμός της εναγομένης περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης τους για την άσκηση της υπό κρίση αγωγής είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω Ε. Μ. από το έτος 1954 που παντρεύτηκε τον Π. Μ. μέχρι και του θανάτου της διέμενε στην οικία που βρίσκεται στο επίδικο ακίνητο αρχικά με το σύζυγο της και μετά το έτος 1969 που ο σύζυγος της αποβίωσε μόνη της. Συγκεκριμένα, διέμενε στην οικία 25 τμ, που βρίσκεται στο οικόπεδο έκτασης 860,70 τμ, που κείται στον οικισμό Πέτα Κουβαρά και επί της Λ Αθηνών-Σουνίου, το οποίο εμφαίνεται με τα κεφαλαία γράμματα ΑΒΓΔΑ στο από 2-7- 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού Η.
Μ. που προσαρτάται στο .../2008 συμβόλαιο αποδοχής κληρονομιάς του σ/φου Λαυρίου Ι Χαραλαμπάκη και συνορεύει βορειοανατολικά με πρόσωπο ΒΓ μήκους 18,70μ με την Λ Αθηνών - Λαυρίου, νοτιοανατολικά με πλευρά ΓΔ μήκους 40,50μ με ιδιοκτησία Κ Π., νοτιοδυτικά με πλευρά ΑΔ μήκους 24,50 μ με σιδηροδρομική γραμμή και βορειοδυτικά με πλευρά ΑΒ με ιδιοκτησία Σ.
Χ.. Το άνω ακίνητο ανήκε στον Π. Μ., ο οποίος δυνάμει του .../1934 συμβολαίου του σ/φου Λαυρίου Σ Καβέτσου, νόμιμα μεταγραμμένου, το μεταβίβασε με άλλα κινητά πράγματα στον Ν. Μ. και στη συνέχεια, δυνάμει του .../1935 αγοραπωλητήριου συμβολαίου του ίδιου σ/φου, νόμιμα μεταγραμμένου, το μεταβίβασε ο τελευταίος στη σύζυγο του Π.
Μ. Ε., η οποία αποβίωσε το έτος 1951 περίπου. Στο ακίνητο αυτό κατοικούσε ο Π. Μ. με την άνω σύζυγο του τουλάχιστον από το έτος 1935 και μέχρι του θανάτου της και στη συνέχεια με την Ε. Μ., από την ημερομηνία του γάμου του μαζί της το έτος 1954 μέχρι το θάνατο του που επήλθε το έτος 1969, η δε σύζυγός του Ε. Μ. συνέχισε να κατοικεί σ' αυτό μέχρι του θανάτου της που έλαβε χώρα στις 26-6-1987, χωρίς να ενοχληθούν από τρίτους.
Κατοικούσαν δε στο άνω ακίνητο, το οποίο θεωρούσαν ιδιοκτησία τους, χρησιμοποιώντας το κτίσμα για κατοικία τους, έχοντας εξωτερική τουαλέτα σε μια μικρή αποθήκη όπισθεν του κτίσματος αυτού, τον ακάλυπτο χώρο της αυλή της οικίας τους, αποκλείοντας την πρόσβαση σ' αυτό τρίτων και καθαρίζοντας και επιμελούμενοι τον όλο χώρο και διενεργώντας όλες εκείνες τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση του και τον οικονομικό σκοπό.
Τις άνω πράξεις συνέχισε να ενεργεί η Ε. Μ. και μετά το θάνατο του συζύγου της, διάνοια κυρίου και ουδέποτε εγκατέλειψε την κατοικία της στην οποία την επισκεπτόντουσαν συχνά οι συγγενείς και φίλοι της, όπου και αποβίωσε, ούτε ενοχλήθηκε από κάποιον τρίτο . Μετά το θάνατο της, οι συγγενείς της (ενάγοντες), αφού κλείδωσαν με λουκέτο και αλυσίδα το σπίτι, επισκέπτονταν συχνά το άνω ακίνητο και επέβλεπαν αυτό.
Το έτος 2006 όταν η εναγομένη, η οποία είναι ιδιοκτήτρια της όμορης εκ δυσμών ιδιοκτησίας, αφού γκρέμισε την παλιά οικοδομή που συνόρευε με το επίδικο ακίνητο και άρχισε να κτίζει νέα οικοδομή έριξε τα μπάζα στο επίδικο ακίνητο, της έγινε παρατήρηση από το Σ. Π. και εκείνη, αναγνωρίζοντας ότι το ακίνητο ανήκει στους κληρονόμους της Ε.
Μ., υποσχέθηκε να τα απομακρύνει, αφού τελειώσει τις σχετικές εργασίες. Όμως, περί το μήνα Μάιο 2007, αφού τελείωσε η οι-οικοδομή και της ζητήθηκε να καθαρίσει τα μπάζα της από τον ανωτέρω χώρο, η εναγομένη ζήτησε λίγο χρόνο για να το πράξει, το ίδιο δε έπραξε και το μήνα Ιούλιο, όταν της ζητήθηκε να προβεί στην αφαίρεση των μπαζών από το επίδικο.
Όταν δε ο ανωτέρω Σ. Π. επέστρεψε τον Αύγουστο από τις διακοπές και επισκέφθηκε το επίδικο, το βρήκε μαντρωμένο και με λουκέτο, οπότε ζήτησε εξηγήσεις από τον πατέρα της εναγομένης και εκείνος τον έδιωξε. Μετά ταύτα, οι ενάγοντες προέβησαν στην αποδοχή της κληρονομιάς της άνω Ε. Μ. και άσκησαν την ένδικη αγωγή.
Ότι τόσον ο Π. Μ. με την πρώτη σύζυγο του Ε. από το έτος 1935 και μετά το θάνατο της Ελ Μ., από κοινού με την E. Μ. δικαιοπάροχο εναγόντων από το έτος 1954 και μέχρι το θάνατό του το έτος 1969 και στη συνέχεια μόνη της η Ε. Μ. μέχρι το θάνατο της το έτος 1987 νέμονταν το επίδικο ακίνητο διάνοια κυρίου, ενεργώντας σ' αυτό όλες τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, δηλαδή κατοικώντας το κτίσμα, χρησιμοποιώντας και καθαρίζοντας τον αύλιο χώρο αυτού και εμποδίζοντας την πρόσβαση σε τρίτους όσον και ότι οι κληρονόμοι αυτής, μετά το θάνατο της, συνέχισαν τις πράξεις νομής σ' αυτό διάνοια κυρίου τοποθετώντας λουκέτο και αλυσίδα στο κτίσμα και επισκεπτόμενοι και επιβλέποντας συχνά αυτό, αντιδρώντας με διαμαρτυρία, όταν η εναγομένη εναπόθεσε μπάζα στο επίδικο, αποδεικνύεται ιδίως από τις καταθέσεις της μάρτυρος Π.
Π., που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα πρακτικά του, καθώς και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Δ. Μ., Κ. Τ. και Χ. Α., που ενισχύονται από τα προαναφερθέντα .../1934 και .../1935 συμβόλαια του σ/φου Λαυρίου Σ Καβέτσου νόμιμα μεταγραμμένα, καθώς και τα 1) .../14-10-1951 του σ/φου Λαυρίου Σ Καβέτσου νόμιμα μεταγραμμένου, δυνάμει του οποίου ο Κ.
Φ. Τ. μεταβιβάζει στη Μ. Ι. Σ., τη γιαγιά της εναγομένης, το όμορο προς δυσμάς με το επίδικο ακίνητο, στο οποίο αναφέρεται ως προς ανατολάς σύνορο η ιδιοκτησία Π. Μ., 2) .../4-10-1972 του σ/φου Λαυρίου Ι Ρώμα, νόμιμα μεταγραμμένου όπου η Μ. συζ. Ι. Σ. μεταβιβάζει την ψιλή κυριότητα κτίσματος του όμορου με το επίδικο ακινήτου στην Β.
Κ. Μ. το γένος Β. και αναφέρεται ομοίως ως ανατολικό σύνορο, με πλευρά 32μ η ιδιοκτησία Π. Μ. και 3) .../1979 συμβόλαιο της σ/φου Λαυρίου Ειρήνης Κυριαζή - Γιοβάνοβιτς, νόμιμα μεταγραμμένου με το οποίο ο Ε. Β. ως πληρεξούσιος της Β. Μ., μεταβιβάζει στην Ά. Π. Χ., το γένος Ι. και Μ. Σ. την ψιλή κυριότητα του ακινήτου που είχε περιέλθει σ' αυτή με το αμέσως προαναφερθέν συμβόλαιο, όπου και αναφέρεται ότι ανατολικά το ακίνητο συνορεύει με πλευρά 37μ,με ιδιοκτησία Π.
Μ., γεγονός που εμφαίνεται και στο από Μαΐου 1979 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Π. Π. που προσαρτάται στο άνω συμβόλαιο. Ομοίως στο Λ 12δ/οικ/34234/10-6-1994 έγγραφο του ΥΠΕΧΩΔΕ Δ/νση Δ 12-τμήμα δ, με το οποίο καλούνται οι ιδιοκτήτες των ακινήτων που απαλ/νται στην περιοχή Κοινότητας Κουβαρά για τη βελτίωση της ΕΟ Σταυρού - Λαυρίου, τμήμα Πέτα -Κερατέα (α).ΘΟ+331 μέχρι χθ.2+872,50, μεταξύ των οποίων, στον αριθ. 51 αναφέρονται ως ιδιοκτήτες του επιδίκου, οι κληρονόμοι της Ε.
Μ. και δεν αναιρούνται από τις ένορκες καταθέσεις της μάρτυρος Ά. Χ., μητέρας της εναγομένης, που εξετάστηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα πρακτικά αυτού, η οποία αναληθώς καταθέτει ότι το επίδικο ανήκε στη μητέρα της από άτυπη αγορά από τον Κ. Φ., από τον οποίο αγόρασε η μητέρα της με συμβόλαιο το έτος 1951 το όμορο του επιδίκου ακίνητο και ότι οι γονείς της είχαν παραχωρήσει το κτίσμα στον Π.
Μ. και τις συζύγους του για να ζουν, και των μαρτύρων Ε. Μ., Δ. Μ. και Γ. Π., οι οποίοι αναληθώς καταθέτουν ότι το επίδικο μεταβιβάστηκε με άλλα ακίνητα από τον Κ. Φ. στην οικογένεια Σ. (παππού και γιαγιά της εναγομένης) οι οποίοι επέτρεπαν στον Π Μ. και τις συζύγους του να διαμένουν σ' αυτό, ενώ το αληθές είναι ότι το επίδικο είχε αγοραστεί από την Ε.
Μ., η δε οικογένεια Σ. είχε αγοράσει το όμορο με συμβόλαιο από τον Κ. Φ. Τ. ως προαναφέρθηκε και όχι από τον Κ. Φ.. Εξάλλου, από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη ή οι γονείς της και δη η μητέρα της, ιδιοκτήτες του όμορου ακινήτου, προέβησαν σε πράξεις νομής στο επίδικο πέραν της 20ετίας διάνοια κυρίου, έτσι ώστε να αποκτήσουν κυριότητα επί του επιδίκου, αφού τα νόμιμα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα αναφέρονται κυρίως σε μεταγενέστερο χρόνο του 2006, ενώ το από 20-11-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό το οποίο δεν έχει βέβαιη χρονολογία δεν κρίνεται πειστικό, οι δε καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης δεν κρίνονται αξιόπιστες, αφού, ως προαναφέρθηκε, περιέχουν αναλήθειες .
Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η οικογένεια Σ., λόγω της γειτνιάσεως με την Ε. Μ. είχαν οικογενειακές σχέσεις και αντήλλασσαν επισκέψεις μ' αυτήν, μη ασκούσης επιρροής στην προκείμενη περίπτωση της ύπαρξης ή όχι συγγενών εκ μέρους της Ε. Μ., αρχικής κυρίας του επιδίκου, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, αφού η εναγομένη είναι τρίτη και όχι κληρονόμος της Ε.
Μ. για να δύναται να ισχυριστεί ότι δεν γνωστοποίησε αρχικά ο Π. Μ. και στη συνέχεια η Ε. Μ. σ' αυτήν τη βούληση τους να νέμονται το επίδικο ακίνητο ως δικό τους, πέραν του ότι δεν αποδείχθηκε διεκδίκηση του επίδικου από τυχόν κληρονόμους της ανωτέρω Ε. Μ.. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι, κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά κυριότητας εξ αδιαιρέτου, επί του άνω ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή με πέραν της 20ετίας διανοία κυρίου νομή του επίδικου ακινήτου, συνυπολογιζομένης και της νομής της δικαιοπαρόχου τους Ε.
Μ., έτσι ώστε με την κατάληψή του η εναγομένη να προσβάλει την κυριότητά τους. Επομένως, οι ισχυρισμοί της εναγομένης περί ιδίου κυριότητας και παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι η ένδικη διεκδικητική αγωγή των αναιρεσιβλήτων είναι βάσιμη και κατ' ουσίαν και δέχτηκε την έφεση αυτών - αναιρεσιβλήτων - κατά της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση.
Ακολούθως, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχτηκε την αγωγή, αναγνωρίζοντας τους αναιρεσιβλήτους (ενάγοντες) συγκυρίους του επίδικου ακινήτου κατά τα προεκτεθέντα ποσοστά εξ' αδιαιρέτου και υποχρεώνοντας την ήδη αναιρεσείουσα εναγομένη να τους το αποδώσει. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, σωστά τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Αστικού Κώδικα ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 787 και 1041ΑΚ, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, εφόσον από τα προεκτιθέμενα δεδομένα δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής τους, περιέλαβε δε στην απόφασή του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία τόσο ως προς την παραδοχή της αγωγής όσο και ως προς την απόρριψη των άνω ενστάσεων, και, συνεπώς, οι λόγοι αναίρεσης, έκτος κατά το πρώτο και δεύτερο μέρη του, από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, δωδέκατος, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 19 και δέκατος τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Εξάλλου ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 8 περ. α', του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, περί παραδοχής της αγωγής , έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα , ότι " το έτος 2006 όταν η εναγομένη ... άρχισε να κτίζει νέα οικοδομή έριξε τα μπάζα στο επίδικο ακίνητο της έγινε παρατήρηση από τον Σ.
Π. και εκείνη ... υποσχέθηκε να τα απομακρύνει, αφού τελειώσει με τις σχετικές εργασίες. Όμως, περί το μήνα Μάιο 2007, αφού τελείωσε η οικοδομή και της ζητήθηκε να καθαρίσει τα μπάζα της από τον ανωτέρω χώρο η εναγομένη ζήτησε λίγο χρόνο για να το πράξει , το ίδιο έπραξε και το μήνα Ιούλιο ... όταν δε ο ανωτέρω Σ.
Π. επέστρεψε τον Αύγουστο από τις διακοπές και επισκέφτηκε το επίδικο, το βρήκε μαντρωμένο και με λουκέτο, οπότε ζήτησε εξηγήσεις από τον πατέρα της εναγομένης και εκείνος τον έδιωξε", είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω περιστατικά αποτελούν απλά επιχειρήματα αντλούμενα από τις αποδείξεις, δεν αποτελούν δηλαδή "πράγματα" με την έννοια του άρθρου 559 αριθμ 8 ΚΠολΔ, που προπαρατέθηκε.
ΙV. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚπολΔ, έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς λόγους αναίρεσης, έκτο, κατά το τρίτο μέρος του, δωδέκατο, κατά το δεύτερο μέρος του και δέκατο τρίτο κατά το πρώτο μέρος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, α) παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ.
Δ125/ΟΙΚ/34234/10.6.1994 έγγραφο του ΥΠΕΧΩΔΕ Δ/νση Δ 12 - Τμήμα δ, με το να δεχθεί, "πως η - δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων - Ε. Μ. ασκούσε τάχα πράξεις φυσικής εξουσίας επί του επίδικου ακινήτου με διάνοια κυρίου", ενώ " από το έγγραφο αυτό προέκυπτε ότι υπήρχαν κληρονόμοι της - πρώην - συζύγου του Ε. Μ.- Ε. - και φερόμενης δικαιοπαρόχου των", που σημαίνει, ότι ούτε η Ε.
Μ. ούτε ο σύζυγός της Ε. Μ. " άσκησαν ποτέ πράξεις φυσικής εξουσίας επί του επίδικου ακινήτου και μάλιστα με διάνοια κυρίου" έκτο κατά το τρίτο μέρος του β) παραμόρφωσε το περιεχόμενο των 1) από 24.11.2007 αντιγράφου από το βιβλίο αδικημάτων - Συμβάντων - Συλλήψεων - Συστάσεων και παραπόνων του Τμήματος Ασφαλείας Κερατέας Αττικής, 2) από 13.12.2007 αίτηση της αναιρεσείουσας "για τη χορήγηση Εισαγγελικής παραγγελίας για την υποβολή συστάσεων στον πρώτο ενάγοντα σε συνδυασμό με το υπ' αριθμ.
πρωτ. 1010/2/395α/10.1.2008 αντίγραφο από το Βιβλίο αδικημάτων... του Τμήματος Ασφαλείας Κερατέας Αττικής, 3) υπ' αριθμ. 1052/8/8/24.11.2007 αντίγραφο του Βιβλίου Αδικημάτων ... του Τ.Α Κερατέας και 4) υπ' αριθμ. πρωτ. 1010/2/395-α αντίγραφο ΒΑΣ του Αγίου Στεφάνου, με το να δεχθεί, ότι και οι αναιρεσίβλητοι -μετά το θάνατο της Ε. Μ. - συνέχισαν να ασκούν επί του επίδικου ακινήτου πράξεις νομής, ενώ " από την ορθή θεώρηση αυτών προέκυπτε ότι καμία πράξη φυσικής εξουσίασης επί του επίδικου ακινήτου δεν ασκούσαν....
Και κανένα εμπράγματο δικαίωμα δεν ασκούσε η δεν αξίωνε ο Σ. Π. - πρώτος ενάγων - σε βάρος της αναιρεσείουσας αναφορικά με το επίδικο ακίνητο", αλλά απεναντίας, ότι οι αναιρεσίβλητοι " είχαν προβεί σε φθορά της τοποθετηθείσας από την αναιρεσείουσα κλειδαριάς στην αποθήκη που βρίσκεται με την οοκία της επί του επίδικου ακινήτου - δωδέκατος , κατά το δεύτερο μέρος του και γ ) παραμόρφωσε το περιεχόμενό του υπ' αριθμ. .../1935 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Λαυρίου Σ.
Γκασέτσου, με το να δεχθεί , " ότι από το συμβόλαιο αυτό προέκυπτε, ότι ο Π. Μ. πώλησε το επίδικο ακίνητο στον Ν. Μ. και αυτός με τη σειρά του το πώλησε στην πρώτη σύζυγό του Π Μ. Ε.", ενώ " από το περιεχόμενό του προκύπτει μόνο σε ποιους άφησε κληρονομιαία περιουσία ο Δ. Σ. και χωρίς μάλιστα σ' αυτά να συγκαταλέγεται το επίδικο ακίνητο" δέκατος τρίτος , κατά το πρώτο μέρος του-.
Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης, προεχόντως, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού με αυτούς δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και ερμηνεία του περιεχομένου τους. Είναι, όμως , απορριπτέοι και ως αβάσιμοι, εφόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, με βάση το οποίο απέρριψε τις ανωτέρω ενστάσεις της ήδη αναιρεσείουσας εναγομένης και δέχτηκε την αγωγή, σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, στις ένορκες βεβαιώσεις και στα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν νόμιμα με επίκληση και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα προμνημονευόμενα έγγραφα.
V. Σύμφωνα μεν με τη διάταξη της § 1 εδάφιο α' του άρθρου 529 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με εκείνη του άρθρου 16 παρ 5 του ν. 2915/2001 και ήδη ίσχυε, από την 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2005), στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα δε με τη διάταξη της παρ 2 του ίδιου πιο πάνω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτόδικα, είτε αυτά που υποβλήθηκαν μεν πρωτόδικα, αλλά απαράδεκτα, όπως λ χ. εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κ.λ.π., είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο.
Η διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 529 παρ. 1 εδάφιο α' ΚΠολΔ είναι γενική και, έτσι, περιλαμβάνει χωρίς διακρίσεις όλα τα αποδεικτικά μέσα που επιτρέπονται από το νόμο, δηλαδή τόσο τα αποδεικτικά, που απόκεινται στην πρωτοβουλία των διαδίκων (όπως έγγραφα) ή παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη (τεκμήριο), όσο και εκείνα, η απόδειξη των οποίων μπορεί να διαταχθεί ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά των διαδίκων (λ.
χ. αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη). Τα έγγραφα, ειδικότερα, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 237 παρ. 1 εδάφιο β' ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει μετά την αντικατάσταση της με εκείνη του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 2915/2001, εφαρμόζεται δε και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 -παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτά στην κατ' έφεση δίκη αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους γίνει με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις των διαδίκων.
Ο πρώτος επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό (όχι 1 και 19 αλλά μόνο) 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να δεχθεί, ότι οι ήδη αναιρεσίβλητοι ενάγοντες νομιμοποιούνταν προς άσκηση της ένδικης αγωγής και διεξαγωγής της δίκης αυτής, έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. .../9.10.2008 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Λαυρίου Ιωάννη Χαραλαμπάκη, που οι αναιρεσίβλητοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για πρώτη φορά ενώπιόν του, με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απαραδέκτως, αφού η μη προσκομιδή της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έγινε από πρόθεση στεροδικίας ή έστω από βαριά αμέλειά τους -αναιρεσιβλήτων-, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, εφόσον, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν απέκρουσε το εν λόγω έγγραφο ως απαράδεκτο, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 529 παρ. 2 ΚπολΔ, που προπαρατέθηκε, αλλά, αντίθετα, κρίνοντας παραδεκτή την ενώπιόν του, για πρώτη φορά, προσκομιδή του, το έλαβε υπόψη, μνημονεύοντας μάλιστα ειδικά αυτό.
VI. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπετα , αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούνται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι στην άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πέμπτο και έβδομο λόγους της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από τον αριθμό 11 περ. δ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα, ειδικότερα, σ' αυτούς μνημονευόμενα έγγραφα, τα οποία προσκόμισε νόμιμα με επίκληση με τις προτάσεις της τής συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προς απόδειξη των ενστάσεών της ιδίας κυριότητας και εικοσαετούς παραγραφής, δηλαδή: 1) την .../3.8.2006 πράξη γονικής παροχής ψιλής κυριότητας όμορου στο επίδικο ακινήτου της μητέρας της προς αυτήν, 2) το από 25.7.2006 τοπογραφικό διάγραμμα του πτυχιούχου μηχανικού δομικών έργων Σ.
Ε. Ρ., 3) το από 17.6.2008 αποδεικτικό υποβολής δήλωσή της στο οικείο γραφείο κτηματογράφησης του Εθνικού Κτηματολογίου, 4) τον από Ιούλιο 2007 πίνακα ενστάσεων Βα Φάση πολεοδόμησης περιοχών Α' και Β' κατοικίας Κοινότητας Κουβαρά, 5) το από 20.11.2000 ιδιωτικό συμφωνητικό της δικαιοπαρόχου μητέρας της μετά του Γ. Π., 6) το σύνολο των παραστατικών της οικοδόμησης από του έτους 2006 έως και τα μέσα 2007 της μεζονέτας της σε ύψος του επιδίκου ακινήτου της και ιδίως την .../2006 άδεια οικοδομής διώροφης οικοδομής με υπόγειο μονοκατοικίας, σε συνδυασμό και με τη ληξιαρχική πράξη γάμου της, 7) το αποσταλέν γράμμα από το δεύτερο ενάγοντα προς τη Μ.
Φ. και την απάντηση αυτής προς αυτόν . 8) το από 24.11.2007 αντίγραφο από το Βιβλίο Αδικημάτων του Τμήματος Ασφαλείας Κερατέας Αττικής, 9) την από 13.12.2007 αίτησή της για τη χορήγηση Εισαγγελικής Παραγγελίας και την υποβολή συστάσεων στον πρώτο ενάγοντα και το υπ' αριθμ. πρωτ. 1010/2/295α/10.1.2008 αντίγραφο από το βιβλίο αδικημάτων του Αστυνομικού Τμήματος Αγίου Στεφάνου, 10) το υπ' αριθμό πρωτ. 1020/14779/1-6/12.10.2008 αντίγραφο από το βιβλίο Αδικημάτων...
του Τμήματος Κερατέας Αττικής, 11 ) το σύνολο του εν γένει φωτογραφικού της υλικού και συγκεκριμένα τις υπ αριθμ. 1,2,3,3α, 3β, 3γ, 3δ,3ε, 4α ( και άλλη με τον ίδιο αριθμό ) 4α, 4β,αβ', 4γ, 5, 6, 7,7α, 7β, 7γ, 7δ, 7ε,762,8,8α, 9και 9α φωτογραφίες , και 12) το αποσταλέν γράμμα από το δεύτερο ενάγοντα προς τη Μ. Ζ. και τη Μ. Φ. και την απάντηση αυτής προς αυτόν.
Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμου, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα μεταξύ άλλων και " από όλα τα νόμιμα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και φωτογραφίες, των οποίων δεν αμφισβητείται γνησιότητα", σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
VII. Mε το όγδοο λόγο της αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 περ. β, 11 περ. α' και 14 του άρθρου 555ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείου προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί παραδοχής της αγωγής, έλαβε παρά το νόμο υπόψη την ένορκη βεβαίωση 216/25.10.2010 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Λαυρίου, την οποία προσκόμισαν με επίκληση οι ήδη αναιρεσίβλητοι ενάγοντες, εφόσον ήταν αυτή άκυρη, δεδομένου ότι εξαιτίας " αλλοίωσης" με στυλό της ημερομηνίας της κλήσης και της έλλειψης μονογραφής αυτής από το συντάξαντα δεν μπορούσε η κλητευόμενη ήδη αναιρεσείουσα εναγομένη να γνωρίζει αν η ορθή ημερομηνία για να παραστεί κατά τη λήψη της βεβαίωσης ήταν η 22.10.2010 ημέρα Παρασκευή ή η 25.10.2010 ημέρα Δευτέρα, την ένσταση δε περί ακυρότητας της ένορκης αυτής βεβαίωσης είχε προβάλει νομίμως η αναιρεσείουσα ( εναγομένη) πρωτοδίκως και κατ' έφεση", αλλά - το Εφετείο - παρέλειψε να την λάβει υπόψη και να κηρύξει την ένορκη βεβαίωση άκυρη, κατά παραδοχή της ένστασης αυτής.
Όμως, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, βεβαιώνει - με αναφορά στην οικία έκθεση επίδοσης (9105/20.10.2010 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Παπαγεωργίου) - ότι έλαβε υπόψη ( και ) την ένορκη αυτή βεβαίωση, γιατί τηρήθηκαν οι διατυπώσεις του άρθρου 270 ΚΠολΔ. και απέρριψε - εκ του πράγματος - την ένσταση αυτή της αναιρεσείουσας.
Γι' αυτό και ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί . Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο συναφής αιτίαση, ότι η περί απόρριψης της άνω έντασης κρίση του Εφετείου είναι εσφαλμένη, είναι , προεχόντως, απορριπτέα ως απαράδεκτη, εφόσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται , κατ' εφαρμογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, σε αναιρετικό έλεγχο.
VIIΙ. Με τον ενδέκατο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση τ6ου περί της βασιμότητας της ένδικης διεκδικητικής αγωγής των αναιρεσιβλήτων, έλαβε υπόψη το υπ' αρθμ.
Δ12/οικ/34234/10.6.1994 έγγραφο του ΥΠΕΧΩΔΕ/Διεύθυνση Δ12 τμήμα δ, χωρίς οι αναιρεσίβλητοι να το έχουν προσκομίσει νόμιμα με επίκληση. Όμως, από την παραδεκτή ( άρθρο 561 παρ. 2ΚΠολΔ), επισκόπηση των από 27.3.2012- προτάσεων των αναιρεσιβλήτων της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (αλλά και της από 2.4.2012 ΠΡΟΣΘΗΚΗΣ ΑΝΤΙΚΡΟΥΣΗΣ των - από 28.3.2012 - προτάσεων της αναιρεσείουσας της ίδιας συζήτησης στο Εφετείο) προκύπτει, ότι οι αναιρεσίβλητοι προσκόμισαν νόμιμα με επίκληση (αλλά και η αναιρεσείουσα, κατ' άρθρο 346 ΚΠολΔ επικαλέστηκε για τη στήριξη της προεκτεθείσας ένστασης, της περί έλλειψης ενεργητικής τους νομιμοποίησης) το πιο πάνω έγγραφο, και, συνεπώς και ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ΙΧ.
Κατά το άρθρο 368 παρ.1 ΚΠολΔ., το δικαστήριο μπορεί να διορίσει ένα ή περισσότερους πραγματογνώμονες αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα, που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική , και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της διεξαγωγής του αποδεικτικού τούτου μέσου ( ΑΠ 1200/2011).
Επομένως, η απόρριψη του σχετικού αιτήματος του διαδίκου δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης , κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ, και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο δέκατος λόγος της αναίρεσης, κατά τον οποίο εσφαλμένα απορρίφθηκε από το Εφετείο το σχετικό αίτημα της αναιρεσείουσας για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εφόσον το εφετείο δεν δέχθηκε ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.
Χ . Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει από 1.1.2002 ( άρθρο 15 και ν. 2943/2001), αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση, του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντέσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί καμία απόδειξη γι' αυτά - πράγματα - ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για τα εν λόγω σφάλματα, όχι δε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά η πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων ( ΟΛ.ΑΠ 469/7984).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους συναφείς λόγους αναίρεσης ενδέκατο και δέκατο τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος τους, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δέχτηκε χωρίς απόδειξη ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα " ότι η πρώτη σύζυγος του συζύγου της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Ε.
Μ. είχε αποκτήσει με τίτλο το επίδικο - δηλαδή με το .../1953 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Λαυρίου Σ. Καβέτσου από τον τότε σύζυγό της Π. Μ.". Όμως , τα ανωτέρω περιστατικά αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα που σε κάθε περίπτωση αντλήθηκαν από τις αποδείξεις για τη στήριξη της κρίσης του Εφετείου ως προς την απόκτηση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τη δικαιοπάροχο των ήδη αναιρεσειόντων εναγόντων Ε.
χα Π. Μ. με έκτακτη χρησικτησία. Κατά συνέπεια δεν συνιστούν " πράγμα" με την έννοια που προαναφέρθηκε και επομένως ο ερευνώμενος λόγος, που αναφέρεται στην πιο πάνω πλημμέλεια, είναι απαράδεκτος και πρέπει ως τέτοιος να απορριφθεί.
ΧΙ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για λήψη ή μη υπόψη πραγμάτων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δ ίκης δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ. ΑΠ 12/1991). Επομένως ο δέκατος τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποία προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περ. β'του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια γιατί το Εφετείο δέχτηκε πως τάχα η δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας, ήτοι " η οικογένεια Σ. είχε αγοράσει το όμορο με συμβόλαιο από τον Κ. Φ. Τ.... και όχι από τον Κ. Φ." και απέρριψε , έτσι, τον ουσιώδη ισχυρισμό της " ότι η δικαιοπάροχός της είχε αποκτήσει το εν λόγω ακίνητο ατύπως από τον Κ. Φ. που οδηγούσε στην απόρριψη της εναντίον της αγωγής και στην αποδοχή της σχετικής ένστασης της περί ιδίας κυριότητάς της," ως μη ιδρυώμενος, είναι απαράδεκτος και πρέπει ως τέτοιος και αυτός να απορριφθεί.
ΧΙΙ. Κατά το άρθρο 176 εδ. 1 ΚΠολΔ, ο διάδικος που νικήθηκε καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα. Κατά δε το άρθρο 189 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, αποδίδονται μόνο τα δικαστικά και εξώδικα έξοδα, που ήταν απαραίτητα για τη διεξαγωγή κα υπεράσπιση της δίκης. Και κατ' άρθρο 191 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα, όταν το δικαστήριο αποφασίζει οριστικά για ολόκληρη την κύρια και την παρεμπίπτουσα δίκη ή για ένα μέρος της , πρέπει , εφόσον έχει υποβληθεί ο κατάλογος του άρθρου 190, να περιλάβει διάταξη στην απόφαση για την υποχρέωση της πληρωμής των εξόδων, καθορίζοντας και το ποσό τους (παρ.1).
Αν δεν υποβληθεί ο κατάλογος των εξόδων, το δικαστήριο προχωρεί στην εκκαθάρισή τους , αν έχει υποβληθεί αίτημα για την επιδίκασή τους, (παρ.2). Ενώ, με τα άρθρα 100 επ. του ν.δ 3026/1954" περί του Κώδικος των δικηγόρων" καθορίζονται τα ελάχιστα όρια της δικηγορικής αμοιβής. Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 98 του ίδιου κώδικα περί Δικηγόρων, κατά το οποίο" εν ελλείψει ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστο ποσόν της αμοιβής του Δικηγόρου ορίζεται κατά τις διατάξεις των επομένων άρθρων αυξανόμενος κατά την κρίση του δικαστού ή του δικαστηρίου, αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της διεκπεραιωθείσης υποθέσεως, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητας της διαφοράς, των ιδιαζουσών αυτή περιστάσεων και εν γένει των καταβληθεισών δικαστικών ή εξωδίκων ενεργειών.
Κατά τον προσδιορισμόν τούτον η αποτίμηση εκάστης πράξεως και ενεργείας δεν δύναται να ορισθεί υπό των δικαστικών αρχών κατωτέρα της εν τοις επομένοις άρθροις", προκύπτει ότι η καταδίκη στα δικαστικά έξοδα του διαδίκου που ηττήθηκε δεν προϋποθέτει υποβολή καταλόγου εξόδων, αλλά αίτημα του διαδίκου που νίκησε, το αναγκαίο δε ή όχι των εξόδων ή η επιδίκαση αυξημένης αμοιβής σε σχέση προς την οριζόμενη στα άρθρα 100 επ του ίδιου Κώδικα περί Δικηγόρων αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της υπόθεσης που διεκπεραιώθηκε , του χρόνου που απασχολήθηκε, της σπουδαιότητας της διαφοράς, των ιδιαζουσών περιστάσεων και εν γένει των δικαστικών και εξώδικων ενεργειών που έλαβαν χώρα εφόσον τα κριτήρια αυτά λήφτηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση πράγματι υπόψη, υπόκειται στη ρητώς στις ως άνω διατάξεις αναφερόμενη κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι απορρέει από τη συνδρομή και εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που προσδιορίζουν το βαθμό σπουδαιότητας της επιστημονικής εργασίας που παρασχέθηκε την αξία και το είδος της υπόθεσης και τις λοιπές με αυτήν σχετιζόμενες εν γένει περιστάσεις και ενέργειες (ΑΠ 1596/2009).
Επομένως, ο δέκατος πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 (και όχι και 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 επ και ιδίως των άρθρων 189 και 191 ΚΠολΔ, με το να καταδικάσει την ήδη αναιρεσείουσα εναγομένη που ηττήθηκε στα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγόντων, οι οποίοι είχαν υποβάλει σχετικό αίτημα όχι όμως και κατάλογο εξόδων και εν τούτοις - το Εφετείο - καθόρισε αυτά στο ποσό των 4.000 ευρώ, το οποίο όμως, είναι "υπέρογκο", ενόψει του ότι τα πραγματικά και αποδεδειγμένα έξοδά τους για την αμοιβή του πληρεξούσιού τους δικηγόρου και αυτά τα οποία προσκομίστηκαν με τις προτάσεις τους ανέρχονταν [ήτοι γραμμάτιο προείσπραξης πληρεξουσίου δικηγόρου σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 3919/2011 (ΦΕΚ Α32 2011),όπως τροποποιήθηκε το άρθρο 96 του ΝΔ 3026/1954 του Κώδικα περί Δικηγόρου] μόλις στο ποσό των 600 ευρώ", αντί να τα καθορίσει " στο ποσό των κατά περίπτωση ισχυουσών διατιμήσεων, όπως επιβάλλουν οι σχετικές περί τούτου διατάξεις" και να περιορισθεί σ' αυτό, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-10-2012 αίτηση της Σ. Χ. του Π. και Ά. για αναίρεση της 4102/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών..
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ