Legislator Case Law & Legislation
1482/2013 AI generated

Supreme Court dismisses Unilever's appeal rejecting special termination due to mutual profit margin dispute.

Case Number 1482/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed Unilever's appeal against the Athens Court of Appeal's final judgment in a contract dispute. The plaintiff, a distributor, argued for special termination of the exclusive distribution agreement due to the defendant's breach and profit margin disagreements. The court held that the termination was not justified by the plaintiff's fault or a significant reason, as the dispute arose from a disagreement over profit margins rather than a breach of contract.

Legislator headnote

AI generated

Articles 8 and 9 paragraph 3 item a of Law 219/1991; Special termination of a contract requires a significant reason such as breach of contract or failure to maintain safety, not merely a disagreement over profit margins.

Keywords

AI generated
special termination contract significant reason termination profit margin dispute exclusive distribution agreement breach of contract good faith principle contract law Greece

Cited Legislation

AI generated
Article 8 of Law 219/1991
Article 9 paragraph 3 item a of Law 219/1991
Article 559 number 1 item a of the Code of Civil Procedure
Article 19 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1482 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1482/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Στυλιανή Γιαννούκου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΑΪΣ UNILEVER HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Απορρυπαντικών, Καλλυντικών και Τροφίμων" και το διακριτικό τίτλο "ΕΛΑΪΣ UNILEVER HELLAS Α.Ε." (πρώην "UNILEVER HELLAS Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Απορρυπαντικών, Καλλυντικών και Τροφίμων"), που εδρεύει στο …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιωάννη Γιαννακάκη και Ευάγγελο Λιάσκο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Λ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουτσούκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2513/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4711/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 21-11-2006 αίτησή του. Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η 1554/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε μερικώς την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο εξέδωσε την 636/2010 μη οριστική και την 5302/2011 οριστική του απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-11-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 22-2-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 12-10-2004 αγωγή του ο ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε, μεταξύ άλλων που δεν αφορούν την παρούσα δίκη, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα υποχρεούται να του καταβάλει τα ποσά του 1.199.220,86 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη, των 148.599 ευρώ για αποζημίωση πελατείας και των 500.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία της παράνομης, υπαίτιας (με πρόθεση να αποσπάσει την πελατεία του), καταχρηστικής και αντίθετης προς τα χρηστά ήθη καταγγελίας από αυτήν της μεταξύ τους συμβάσεως αορίστου χρόνου για αποκλειστική διανομή των προϊόντων της (παγωτών).

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τις ανωτέρω αγωγικές αξιώσεις και ειδικότερα: α) την πρώτη, κατά μεν το μέρος της που στηριζόταν στις διατάξεις του π.δ.219/1991 λόγω παρόδου της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 9 παρ.2 αυτού, κατά δε τα λοιπά ως μη νόμιμη για το λόγο ότι ο ενάγων ζητούσε τα μικτά κέρδη τα οποία με πιθανότητα θα αποκόμιζε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και όχι τα καθαρά, όπως όφειλε για να είναι νόμιμη η αξίωσή του αυτή, β) τη δεύτερη λόγω παρόδου της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 9 παρ.2 π.δ.219/1991 και γ) την τρίτη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Μετά από έφεση του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος άσκησε και πρόσθετους λόγους, εκδόθηκε η 4711/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι. Κατά της τελευταίας αποφάσεως ο ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε αίτηση αναιρέσεως, επ' αυτής δε εκδόθηκε η 1554/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση κατά το μέρος που αφορούσε τις πιο πάνω αγωγικές αξιώσεις και ειδικότερα:

α) όσον αφορά την πρώτη διότι: 1) κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 9 παρ.2 π.δ.219/1991 το εφετείο δέχθηκε ότι η αναφερόμενη εξώδικη δήλωση του ενάγοντος (με την οποία αυτός διαμαρτυρήθηκε για την καταγγελία της ένδικης συμβάσεως, επιφυλάχθηκε δε να ασκήσει κάθε δικαίωμά του για την άκαιρη και καταχρηστική, κατ' αυτόν, καταγγελία) δεν συνιστούσε γνωστοποίηση της προθέσεώς του να ασκήσει τις αξιώσεις του κατά την έννοια της διατάξεως αυτής και 2) κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 298 Α.Κ.

το εφετείο δέχθηκε ότι για τη γένεση του δικαιώματος αποζημιώσεως για διαφυγόντα κέρδη όφειλε ο ενάγων να αναφέρει στην αγωγή του τα καθαρά κέρδη και δεν αρκούσε η αναφορά των μικτών κερδών, β) όσον αφορά τη δεύτερη για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω υπό τα στοιχεία α1 και γ) όσον αφορά την τρίτη διότι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 8 παρ.2 και 3 π.δ.219/1991 το εφετείο απέρριψε τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό ότι η ένδικη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων ήταν αορίστου χρόνου.

Στη συνέχεια ο αναιρεσίβλητος με κλήση του επανέφερε την υπόθεση για συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, το οποίο με την 636/2010 μη οριστική απόφασή του εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και αφού δέχθηκε ότι οι ανωτέρω αγωγικές αξιώσεις είναι νόμιμες, ανέστειλε τη δίκη μέχρι την οριστική περάτωση των αναφερόμενων εκκρεμών δικών που αφορούσαν απαιτήσεις της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου, οι οποίες παραδεκτά είχαν προταθεί από αυτήν σε συμψηφισμό με τις ένδικες απαιτήσεις του κατ' αυτής.

Μετά την περάτωση των πιο πάνω δικών, η υπόθεση επαναφέρθηκε με κλήση του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, το οποίο με την προσβαλλόμενη 5302/2011 απόφασή του ανακάλεσε την προδιαληφθείσα μη οριστική απόφασή του κατά το μέρος της που είχε κρίνει νόμιμη την αξίωση των διαφυγόντων κερδών για ολόκληρο το χρονικό διάστημα για το οποίο εζητείτο (πέντε έτη) και δέχθηκε ότι η αξίωση αυτή, με βάση τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.4 π.δ.219/1991, είναι νόμιμη μόνο για ένα εξάμηνο, ήτοι μόνο για το ποσό των 89.306 ευρώ, κατά το οποίο στη συνέχεια τη δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, β) δέχθηκε ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη την αξίωση αποζημιώσεως πελατείας ποσού 148.599 ευρώ, απορρίπτοντας την ένσταση περί συνδρομής σπουδαίου λόγου για την καταγγελία που είχε προβάλει η αναιρεσείουσα κατά των δύο αυτών αξιώσεων (με τα στοιχεία α και β) και γ) απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Μετά δε μερική παραδοχή (μέχρι το ποσό των 96.861,76 ευρώ) της ενστάσεως συμψηφισμού την οποία είχε προτείνει η αναιρεσείουσα, αναγνώρισε ότι η τελευταία είχε υποχρέωση να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των [(148.599 + 89.306) - 96.861,76 =] 141.043,24 ευρώ. Στο άρθρο 9 παρ.1 περ.α και παρ.3 περ.α π.δ.219/1991 "Περί εμπορικών αντιπροσώπων σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων", που εφαρμόζεται αναλογικά και επί των συμβάσεων αποκλειστικής διανομής, οι οποίες κατά τα ουσιώδη αυτών στοιχεία ομοιάζουν με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, ορίζονται τα εξής: "Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.

Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος" (παρ.1 περ.α). "Η αποζημίωση ή η αποκατάσταση της ζημίας, σύμφωνα με τις παρ.1 και 2 του παρόντος δεν οφείλεται: α. Οταν ο εντολέας καταγγείλει την σύμβαση λόγω υπαιτιότητας εμπορικού αντιπροσώπου, η οποία θα δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο" (παρ.3 περ.α).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής σε σχέση με την ένσταση της αναιρεσείουσας περί συνδρομής σπουδαίου λόγου για την εκ μέρους της καταγγελία της ένδικης συμβάσεως αποκλειστικής διανομής: "Προς αντίκρουση των επίδικων αξιώσεων του ενάγοντος για αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης προς καταβολή της κατά το άρθρο 9 του π.δ.219/1991 αποζημίωσης πελατείας και της κατά τις διατάξεις του Α.Κ.

περαιτέρω αποζημίωσης αυτού για διαφυγόντα κέρδη, η εναγομένη προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει με τις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου έγγραφες προτάσεις της τον ισχυρισμό ότι η ίδια κατήγγειλε τη σύμβαση από υπαιτιότητα αυτού, η οποία δικαιολογεί την κατά πάντα χρόνο καταγγελία της. Ειδικότερα ισχυρίσθηκε ότι πρόκειται στην προκειμένη περίπτωση για έκτακτη καταγγελία για σπουδαίο λόγο και δη λόγω παράβασης εκ μέρους του ενάγοντος:

α) της υποχρέωσής του προς ασφαλή συντήρηση και μεταφορά των προϊόντων, αφού τα πεπαλαιωμένα φορτηγά οχήματα που χρησιμοποιούσε δεν εξασφάλιζαν την αναγκαία για την ασφαλή μεταφορά τους θερμοκρασία και β) των προς αυτήν οικονομικών του υποχρεώσεων αφού, ενώ της όφειλε το συνολικό ποσό των 149.596,07 ευρώ, το οποίο και αναγνώρισε εγγράφως και συμφώνησε να καταβάλει τμηματικά, αρνήθηκε εν τέλει να εξοφλήσει.

Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης συνιστά νόμιμη ένσταση, καταλυτική της αγωγής, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 [το ορθό: παρ.3] περ.α του π.δ.219/1991, η οποία όμως πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Και τούτο διότι είναι μεν γεγονός ότι ο ενάγων στις 3-12-2002 αναγνώρισε εγγράφως ότι οφείλει στην εναγομένη το ποσό των 149.596,07 ευρώ, πλην όμως η τελευταία δεν αποφάσισε για το λόγο αυτό τη λύση της επίδικης συμβάσεως αλλά συμφώνησε με τον ενάγοντα την τμηματική καταβολή της οφειλής του.

Συγκεκριμένα συμφωνήθηκε ότι ο ενάγων θα καταβάλει 550 ευρώ στις 6-12-2002, 2.934,70 ευρώ στις 15-12-2002, 3.000 ευρώ στις 20-12-2002, 41.000 ευρώ επίσης στις 20-12-2002, 11.709,40 ευρώ στις 31-12-2002, 2.000 ευρώ στις 15-1-2003, 3.000 ευρώ στις 18-1-2003, 10.000 ευρώ στις 15-2-2003, 3.000 ευρώ στις 16-2-2003, 2.540,21 ευρώ στις 22-2-2003, 3.000 ευρώ στις 18-3-2003, 2.307 ευρώ στις 30-10-2003, 3.858,81 ευρώ στις 30-10-2003, 30.695,95 ευρώ στις 30-11-2003 και 30.000 ευρώ στις 30-11-2003.

Στις 23-1-2003 ο ενάγων από τις μέχρι τότε ληξιπρόθεσμες δόσεις είχε εξοφλήσει ολοσχερώς αυτές της 6-12-2002, της 15-12-2002, την πρώτη από τις δύο της 20-12-2002, της 15-1-2003 και της 18-1-2003, ενώ έναντι της δεύτερης δόσης της 20-12-2002 είχε καταβάλει το ποσό των 2.000 ευρώ, για το ύψους δε 39.000 ευρώ υπόλοιπο αυτής, κατόπιν νεότερης μεταξύ τους συμφωνίας, η εναγομένη δέχθηκε να λάβει την υπ' αριθμ. ...

μεταχρονολογημένη επιταγή εκδόσεώς του και εις διαταγή της, ποσού 30.000 δραχμών [εννοείται: ευρώ] με ημερομηνία 15-2-2003 και δύο μεταχρονολογημένες επιταγές πελατών του με ημερομηνία 30-4-2003 και 30-10-2003 αντίστοιχα. Τέλος δεν είχε καταβάλει τη δόση της 31-12-2002. Η μη καταβολή όμως εκ μέρους του ενάγοντος των παραπάνω ποσών δεν οδήγησε την εναγομένη στην απόφασή της να καταγγείλει τη μεταξύ τους σύμβαση αφού, παρά τη μη ολοσχερή καταβολή των μέχρι τότε (23-1-2003) ληξιπρόθεσμων οφειλών του, η τελευταία επαναδιαπραγματεύτηκε με αυτόν τη συμφωνία συνεργασίας τους για το έτος 2003 και του εμφάνισε σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο όμως ο ενάγων αρνήθηκε να υπογράψει λόγω του ότι είχε τροποποιηθεί σε βάρος του η μεταξύ τους συμφωνία για το περιθώριο κέρδους του και είχε εξαρτηθεί η αντιπαροχή του από την επίτευξη δυσμενών κλιμακωτών στόχων, η δε εναγομένη δεν ήταν διατεθειμένη να υποχωρήσει στο σημείο αυτό.

Μετά την άρνηση δε του ενάγοντος να υπογράψει το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, η εναγομένη έπαψε να τον προμηθεύει με παγωτά, καταγγέλλοντας κατ' αυτό τον τρόπο τη σύμβαση. Αφού όμως η εκ μέρους της εναγομένης καταγγελία της συμβάσεως δεν έγινε λόγω υπαιτιότητας του ενάγοντος και δη λόγω της προς αυτήν χρηματικής οφειλής του ούτε και λόγω της μη τήρησης της υποχρέωσης αυτού προς ασφαλή συντήρηση και μεταφορά των προϊόντων (ώστε, εξ αιτίας της αθετήσεως εκ μέρους του ουσιωδών συμβατικών υποχρεώσεών του, να καθίσταται κατά τις αρχές της καλής πίστης μη ανεκτή η συνέχιση της συμβάσεως και να δικαιολογείται η χωρίς την τήρηση της νόμιμης προθεσμίας έκτακτη καταγγελία της) αλλά λόγω της διαφωνίας τους ως προς το περιθώριο κέρδους του, δεν συντρέχει περίπτωση έκτακτης καταγγελίας για σπουδαίο λόγο, όπως η ενάγουσα διατείνεται...".

Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε την ανωτέρω ένσταση της αναιρεσείουσας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 και 9 παρ.3 εδ.α π.δ.219/1991 ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη συνδρομής σπουδαίου λόγου για την εκ μέρους της αναιρεσείουσας καταγγελία της ένδικης συμβάσεως μεταξύ των διαδίκων.

Συνεπώς οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α και 19 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-11-2011 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΑΪΣ UNILEVER HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Απορρυπαντικών, Καλλυντικών και Τροφίμων" για αναίρεση της 5302/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ