Appeal dismissed as inadmissible for challenging factual findings on factoring contract scope under Article 561.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a factoring agreement. The appellant argued the contract extended beyond accounts receivable to include trade notes, but the Court found the lower court relied on multiple pieces of evidence including witness testimonies. The Court ruled that factual determinations based on the overall assessment of evidence fall outside the scope of appellate review under Article 561 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1, Art. 559 no. 20, Art. 561 para. 1 K.Pol.D.: An appeal based on the violation of substantive law is inadmissible if it challenges the court's factual findings or the overall assessment of evidence regarding the scope of a contract.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1482 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1482/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Μακρυγιάννη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "HSBC Bank plc", που εδρεύει στο ..., έχει νόμιμα εγκατασταθεί στην ... και διατηρεί υποκατάστημα στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Αδαμόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Δεκεμβρίου 2004 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6237/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4992/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8 Απριλίου 2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 22 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 8-4-2009 αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998).
Περαιτέρω η σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων Factoring είναι, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν 1905/1990, μία σύμβαση, που καταρτίζεται εγγράφως, μεταξύ ενός πράκτορα επιχειρηματικών απαιτήσεων, που είναι είτε τράπεζα, είτε ανώνυμη εταιρία, και μιας επιχείρησης-εμπορικής εταιρίας ή και φυσικού προσώπου, που ασχολείται κατ' επάγγελμα κύριο με την πώληση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών.
Περιεχόμενο της σύμβασης είναι ότι η εταιρία factoring (εφεξής πράκτορaς ή factor) αναλαμβάνει να παρέχει στην επιχείρηση του πελάτη της (εφεξής προμηθευτής), για το διάστημα που συμφωνείται και έναντι αμοιβής, υπηρεσίες σχετικές με την προεξόφληση, τη λογιστική και νομική παρακολούθηση, καθώς και την είσπραξη των χρηματικών απαιτήσεων κατά των πελατών της (εφεξής οφειλέτες)που προέρχονται ιδίως από συμβάσεις πώλησης αγαθών παροχής υπηρεσιών ή εκτέλεση έργων όχι όμως περιοριστικά.
Πρόκειται για χρηματοδοτικό μηχανισμό με τον οποίο επιδιώκεται σκοπός χρηματοδοτικός ή διαχειριστικός ή ασφαλιστικός (εγγυητικός),σωρευτικά ή διαζευκτικά, με αντίστοιχες λειτουργίες με τις οποίες δυνατόν να εμπλέκεται και η παράδοση επιταγών προς είσπραξη, έναντι του τιμήματος συναλλαγών της προμηθεύτριας εταιρείας με πελάτες της ή επιταγών χρηματοδότησης της προμηθεύτριας ανεξαρτήτως προηγηθεισών συναλλαγών.
Η σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ του πράκτορα και του προμηθευτή είναι μία "σύμβαση πλαίσιο", με την οποία ελεύθερα στο πλαίσιο της διάταξης του αρθ.361 ΑΚ, καθορίζονται οι όροι συνεργασίας των μερών, όπως το είδος του factoring το ανώτατο ποσό (πλαφόν) μέχρι το οποίο δέχεται ο πράκτορας να χρηματοδοτήσει τον προμηθευτή, η αμοιβή και οι προμήθειες του πράκτορα.
Η λειτουργία της σύμβασης αυτής επιτελείται ιδίως με τις εκχωρήσεις των απαιτήσεων του προμηθευτή προς τον πράκτορα και τις πιστώσεις από τον τελευταίο του λογαριασμού του πρώτου με τα αντίστοιχα ποσά, αμέσως μετά την εκχώρηση ή μετά την είσπραξη των απαιτήσεων ανάλογα με το είδος του factoring, που έχει συμφωνηθεί.
Δεδομένου δε του διαρκούς χαρακτήρα της ενοχής που δημιουργείται με τη σύμβαση factoring, της συνεχούς εκχώρησης απαιτήσεων του προμηθευτή στον πράκτορα και της αντίστοιχης πίστωσης του προμηθευτή μετά ποσά που εισπράττονται ή πρόκειται να εισπραχθούν (ανάλογα με το συμφωνηθέν είδος factoring), μείον αμοιβές, προμήθειες, προεξοφλητικούς τόκους κ.λπ., η εξυπηρέτηση της σύμβασης factoring γίνεται συνήθως με την τήρηση από τον πράκτορα ενός ανοικτού λογαριασμού στο όνομα του προμηθευτή.
Στο πλαίσιο των πιο πάνω αρχών το factoring, διαμορφούμενο από την ευρηματικότητα των συναλλασσομένων, μπορεί να εμφανίζεται με πολλές και ποικίλες μορφές, περιέχοντας έτσι, εκτός από την παροχή υπηρεσιών και την εκχώρηση των απαιτήσεων του προμηθευτή, στοιχεία και άλλων συμβάσεων του ενοχικού ή του εμπορικού δικαίου.
Άλλωστε και η διατύπωση του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. 2 του Ν 1905/1990 είναι τέτοια, που να επιτρέπει και να ευνοεί αυτή την ελευθερία, στη δημιουργία διαφόρων τύπων του factoring. Έτσι, στη συναλλακτική πρακτική το factoring, μπορεί και συνήθως εμφανίζει στοιχεία σύμβασης ανοίγματος πιστώσεως και σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού ο οποίος πιστώνεται είτε αμέσως μετά την εκχώρηση (προεξοφλητικό factoring), είτε όταν οι απαιτήσεις γίνουν ληξιπρόθεσμες ενώ κατά τη συμφωνία ο πράκτορας είτε αναλαμβάνει τον κίνδυνο της αφερεγγυότητας των οφειλετών είτε τον κίνδυνο αυτό διατηρεί ο προμηθευτής, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για παραδοθείσες προς είσπραξη στον πράκτορα (Τράπεζας) από τον προμηθευτή επιταγών, εκδοθείσες εις διαταγήν του προμηθευτή, που τελικά παρέμεινε ακάλυπτες και απλήρωτες στα χέρια του πράκτορα.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861 /1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων : "Με την επίμαχη από 27-2-2002 σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων η "προμηθεύτρια (ΕΥΡΩΜΕΤΑΛΛΙΚΗ Ε.Π.Ε ) ανέθεσε στην αναιρεσίβλητη Τράπεζα την είσπραξη διαχείρηση και παρακολούθηση του συνόλου των υφισταμένων απαιτήσεων της από συμβάσεις πωλήσεων αγαθών, παροχής υπηρεσιών ή εκτελέσεως έργων κατά των πελατών της και των οποίων τιμολόγια ή λίστα τιμολογίων και οι αντίστοιχες μεταχρονολογημένες επιταγές θα παραδίδοντο στην καθής (βλ.
όρο 1.01 συμβάσεως). Η εν λόγω προμηθεύτρια υποχρεούτο να γνωστοποιεί αμελλητί εγγράφως στην καθής τη σύναψη κάθε συμβάσεως και να αποστέλλει στην καθής αντίγραφα τιμολογίων ή λίστα τιμολογίων της, δηλώνοντας προς αυτήν το εκχωρητό των απαιτήσεων, πότε η απαίτηση καθίσταται ληξιπρόθεσμη, τυχόν πιστώσεις ή εκπτώσεις και ότι έχει αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4 της συμβάσεως (βλ.
όρο 1.02 συμβάσεως). Περαιτέρω, στο άρθρο 2 της συμβάσεως ρυθμίζεται η εκχώρηση των άνω απαιτήσεων και η συμμεταβίβαση των παρεπομένων δικαιωμάτων που συνοδεύουν ή εξασφαλίζουν την απαίτηση, στο άρθρο 4 ρυθμίζονται τα σχετικά με την αναγγελία των εκχωρούμενων απαιτήσεων, στο άρθρο 6 ρυθμίζονται εκτενώς οι υποχρεώσεις της καθής έναντι της προμηθεύτριας και στο άρθρο 7 ρυθμίζονται τα σχετικά με την εξόφληση των εκχωρούμενων απαιτήσεων.
Ειδικότερα, στο άρθρο 7 ορίζεται, ότι η προμηθεύτρια υποχρεούται να μη δέχεται πληρωμές απαιτήσεων που έχουν ήδη εκχωρηθεί σύμφωνα με τη σύμβαση και ότι τυχόν πληρωμές πελατών προς την ίδια σε σχέση με τις εκχωρηθείσες απαιτήσεις οφείλει να καταβάλει αμελλητί στην καθής, στην οποία οφείλει επίσης να μεταβιβάσει κάθε αξιόγραφο που της δόθηκε από πελάτες-οφειλέτες της, καθιστάμενη (η προμηθεύτρια) μέχρι την παράδοση των ανωτέρω θεματοφύλακας (βλ.
όρο 7.01 συμβάσεως). Επιπλέον, ορίζεται ότι η καθής δικαιούται να αρνηθεί τη λήψη από τον οφειλέτη (δηλαδή, κάθε τρίτο, πελάτη της προμηθεύτριας) επιταγής ή άλλης αξίας και ότι κάθε επιταγή ή άλλο αξιόγραφο που έχει δοθεί ή πρόκειται να δοθεί τελεί υπό την αίρεση πληρωμής και δεν θεωρείται ότι χορηγήθηκε αντί καταβολής έναντι του χρέους του οφειλέτη προς τον πράκτορα, αλλά διατηρεί την αυτοτέλεια του και η καθής δικαιούται να ασκεί τα δικαιώματα από αυτά ανεξαρτήτως των δικαιωμάτων της έναντι της προμηθεύτριας από τη σύμβαση.
Σε περίπτωση μη πληρωμής των αξιόγραφων αυτών ,η καθής έχει δικαίωμα είτε δικαστικής διώξεως όσων ενέχονται από αυτά είτε να ασκήσει, τα δικαιώματα αναγωγής της κατά της προμηθεύτριας (βλ. όρο 7.02 συμβάσεως). Όπως δε εκθέτει ο ανακόπτων και δεν αμφισβητείται από την καθής στον τηρηθέντα μεταξύ των συμβαλλομένων λογαριασμό καταχωρήθηκαν σε βάρος της προμηθεύτριας επιταγές συνολικού ποσού 1.407.247,93 ευρώ, υπόλοιπο των οποίων αποτελεί το ποσό των 548.041,03 ευρώ, για το οποίο εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή.
Αφής στιγμής η προμηθεύτρια εκχώρησε κατά τα ανωτέρω τις επιταγές αποδέχθηκε κατά αυτό τον τρόπο την εγγραφή τους στον αλληλόχρεο λογαριασμό και την αντίστοιχη χρεοπίστωση, λαβούσα τα χρήματα της προεξόφλησης ή αποδεχόμενη την πίστωση των οφειλών της έναντι προηγουμένων καταβολών, αποδέχθηκε την επέλευση των αποτελεσμάτων της πρακτόρευσης, σύμφωνα και με τις σημειούμενες στην αρχή της παρούσας νομικές παραδοχές.
Επίσης, ότι η ένδικη σύμβαση πρακτορείας προέβλεπε και την πρακτόρευση επιταγών πελατείας ενισχύεται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων του ανακόπτοντος - εφεσίβλητου ,οι οποίοι ήταν υπάλληλοι της εταιρείας και είχαν άμεση γνώση των πραγμάτων και συγκεκριμένα ο μάρτυς Μ κατέθεσε επί λέξει " στην αρχή της συνεργασίας του Τ με την τράπεζα HSBC, γνωρίζω ότι παρέδιδε στην τράπεζα ο Τ, ως διαχειριστής της εταιρείας ΕΥΡΩΜΕΤΑΛΛΙΚΗ Ε.Π.Ε , τιμολόγια πελατών της εταιρείας και επιταγές " χωρίς να αναφέρει ειδικότερα ότι οι επιταγές αφορούσαν τα τιμολόγια.
Στη συνέχεια μάλιστα καταθέτει " αργότερα οι συναλλαγές με την τράπεζα περιορίσθηκαν μόνο στην παράδοση επιταγών είτε εταιρειών του Τ , είτε πελατών , όχι όμως τιμολογίων πωλήσεως της εταιρείας ΕΥΡΩΜΕΤΑΛΛΙΚΗ ΕΠΕ η οποία χρηματοδοτείτο από την τράπεζα HSBC αποκλειστικά με την παράδοση επιταγών και όχι τιμολογίων.
Επίσης και ο έτερος μαρτυράς του ... ,που εξετάσθηκε ένορκα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μεταξύ άλλων κατέθεσε επί λέξει " Πήγαινα τα πινάκια των επιταγών που συμπληρώναμε , τα προσκόμιζα στην τράπεζα και στην συνέχεια μας έβαζε τα λεφτά στον λογαριασμό και τα έπαιρνα και έκανα διάφορες δουλειές " .
Εξάλλου από τα οριζόμενα στο άρθρο 7 της συμβάσεως πρακτορείας που υπέγραψε ως εγγυητής ο αναιρεσείων ο οποίος σημειωτέον ήταν το ένα μέλος της ΕΥΡΩΜΕΤΑΛΛΙΚΗ ΕΠΕ και το άλλο ήταν ο αποβιώσας αδελφός του Τ, δεν προκύπτει με σαφήνεια ότι η εν λόγω σύμβαση πρακτορείας περιορίζεται στην πρακτόρευση απαιτήσεων μόνο από τιμολόγια, ανεξαρτήτως του τρόπου εξοφλήσεως τους μετρητοίς ή κατά άλλο τρόπο, ούτε ότι ο ανακόπτων κατά τον χρόνο της υπογραφής της συμβάσεως είχε την πεποίθηση αυτή και ότι δεν θα υπέγραφε την σύμβαση αν αυτή προέβλεπε και την πρακτόρευση επιταγών πελατείας, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι υπήρχαν στην εταιρεία οικονομικά προβλήματα και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιωκόταν και χρηματοδοτικός σκοπός , λόγος για τον οποίο υπέγραψε ως εγγυητής και στην μεταγενέστερη από 23-4-2003 τροποποιητική της αρχικής με την οποία αυξήθηκε το ανώτατο όριο προεξόφλησης (πλαφόν) από 500.000 ευρώ σε 1.000.000 ευρώ .
Πρέπει επομένως, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου εφέσεως με τον οποίο παραπονείται η εκκαλούσα και συγκεκριμένα για την παραδοχή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του λόγου, ότι κακώς εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής κατά του ανακόπτοντος, λόγω μη παροχής εγγυήσεως εκ μέρους του υπέρ της προμηθεύτριας σε σύμβαση με αντικείμενο την πρακτόρευση επιταγών ανεξαρτήτως τιμολογίων, να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη δια αυτής πρωτοβάθμια απόφαση, ακολούθως δε κατά επιταγή του άρθρου 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ διακρατηθεί η υπόθεση στο παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ερευνηθεί κατ' ουσία, με την απόρριψη του πρόσθετου λόγου της ανακοπής και παράλληλη επικύρωση της προσβαλλομένης δι' αυτής διαταγής πληρωμής (Κ.Πολ.Δ 633 παρ. 1 εδ.2)".
Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσίβλητης Τράπεζας κατά της αντιθέτως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων και ακυρώθηκε η επίμαχη Δ/γή πληρωμής, η οποία (Δ/γή πληρωμής) στη συνέχεια και μετά την παραδοχή της έφεσης επικυρώθηκε ύστερα από την απόρριψη της ....
ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1 του Ν.1905/1990 και 361 του ΑΚ., καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι με τη συμφωνία του λειτούργησε μεταξύ των μερών, από την οποία ο αναιρεσείων είχε την ιδιότητα του εγγυητή, θα κατεχωρούντο στον αλληλόχρεό λογαριασμό που ετηρείτο για την εξυπηρέτηση της και επιταγές πελατείας της προμηθεύτριας εταιρείας ΕΥΡΩΜΕΤΑΛΛΙΚΗ ΕΠΕ, που παρεδίδοντο στην αναιρεσίβλητη για δανειοδότηση της πρώτης, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της σύμβασης πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, συνδυαζόμενης με τηρούμενο αλληλόχρεο λογαριασμό, στον οποίο συμφωνήθηκε να καταχωρούνται και επιταγές πελατών της προμηθεύτριας που απέβλεπαν αποκλειστικά σε χρηματοδότηση της τελευταίας και δικαιολογούν την παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης και την απόρριψη της ανακοπής του αναιρεσείοντος.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 παρ.1 του Ν.1905/1990 και 361 του Α.Κ. τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς, αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθ 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα. Εξάλλου, η ειδικότερη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "δεν προκύπτει με σαφήνεια ότι η εν λόγω σύμβαση πρακτορείας περιορίζεται στην πρακτόρευση μόνο απαιτήσεων από τιμολόγια", αποτελεί αποκλειστικά με επιχείρημα του δικαστηρίου, που σχετίζεται με την εκτίμηση των αποδείξεων, και δεν συνιστά αιτιολογία, της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του αρθ.559 αριθ.19 του ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, πέρα από το γεγονός ότι το ίδιο επιχείρημα, εκφέρεται στην προσβαλλόμενη τελείως επικουρικά, οι δε λοιπές αιτιολογίες της στηρίζουν επαρκώς το απορριπτικό για την ένδικη ανακοπή αιτιολογικό της, οπότε ο αντίστοιχος αναιρετικός λόγος κρίνεται και αλυσιτελής.
Τέλος οι ίδιοι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης κατά την σ'αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα, περί του κατά πόσο δηλαδή η σύμβαση πρακτορείας περιλαμβάνει και την πρακτόρευση επιταγών πελατείας της προμηθεύτριας εταιρείας, μη συνοδευόμενες με την έκδοση τιμολογίων και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά του αναιρεσείοντα σε αντίθεση με το ότι με την ένδικη σύμβαση συμφωνήθηκε να καταχωρούνται στον αλληλόχρεο λογαριασμό μόνο απαιτήσεις από τιμολόγια είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙ.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωση της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, από όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επι του ΚΠολΔ, και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης όπως η αγωγή.
Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό. (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 442/1993).
Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 413/1993).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, για να καταλήξει στην κρίση ότι η ένδικη σύμβαση πρακτορείας δεν περιοριζόταν μόνο σε τιμολόγια πελατείας, και να απορρίψει τον σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και την ανακοπή του, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων, και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και το έγγραφο της από 21-2-2002 σύμβασης πρακτορείας.
Προβάλλει ειδικά δε ως προς το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο ο αναιρεσείων, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του με το να δεχθεί ότι η υλοποιηθείσα με αυτό σύμβαση δεν περιοριζόταν μόνο στην πρακτόρευση απαιτήσεων σχετιζομένων με τιμολόγια πελατείας της προμηθεύτριας εταιρείας.
Υπ' αυτά, όμως τα δεδομένα, και καθ' όσον αφορά το πιο πάνω φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο, δεν προκύπτει από το σύνολο αυτών που ιστορεί στην αίτηση του αναιρεσείων σε σχέση με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης ή και κυρίως από αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο παραπάνω έγγραφο για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα της, ύστερα από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων στοιχείων, ότι δηλαδή με την ένδικη σύμβαση πρακτορείας δεν περιοριζόταν η πρακτόρευση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης Τράπεζας στις απαιτήσεις της προμηθεύτριας από τιμολόγια πελατείας της μόνο αλλά περιελάμβανε και την πρακτόρευση επιταγών πελατείας της προμηθεύτριας εταιρείας που απέβλεπαν στη χρηματοδότηση της και εκδίδοντο σε διαταγή της..
Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος αναίρεσης, είναι από την αιτία αυτή προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά τα λοιπά δε, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 20 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι περιεχόμενο της ένδικης σύμβασης ήταν αποκλειστικά η πρακτόρευση απαιτήσεων της προμηθεύτριας από τιμολόγια, πλήττοντας πλέον την αντίθετη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, που ανάγεται σε πράγματα, και σαν τέτοια, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (αρθρ. 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.).
Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να Καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (αρθ. 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ) Και για τις έγγραφες προτάσεις του κατέθεσε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-4-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ'αριθμ. 4992/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2010 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 1 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ