Supreme Court allows appeal against land ownership decision due to insufficient evidence of good faith acquisition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Patras Court of Appeal's decision regarding land ownership. The Court found the lower court's reasoning insufficient because it failed to identify the immediate predecessors of the sellers and the specific timeline of their good faith possession prior to the relevant date. Consequently, the appeal was accepted, the case was remitted to the lower court for retrial with a different panel, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 580 no. 3 of the Code of Civil Procedure: The court must accept an appeal if the lower court's findings on good faith acquisition are insufficient to establish the legal basis for the original judgment, necessitating a retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1482 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1482/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου και της αρχαιοτέρου αυτής Αρεοπαγίτη), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Ιωάννη Σίδερη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του ....... Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Τουριστικές και Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις-ΚΥΛΛΗΝΗ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Δάμη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-1975 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 158/1977, 78/1983 προδικαστικές, 58/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1135/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-12-2006 αίτησή του και με τους από 17-3-2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 22-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης, όπως αυτός συμπληρώνεται με την παρούσα εισήγηση, και να απορριφθούν οι λόγοι του κυρίου δικογράφου της από 21-12-2006 αιτήσεως αναιρέσεως της 1135/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Παραδεκτά φέρονται για συζήτηση ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης από 21.12.2006 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου και ο μοναδικός λόγος του από 17.3.2008 δικογράφου του προσθέτου για αναίρεση της 1135/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών, μετά την έκδοση και εμπρόθεσμη κατάθεση στη γραμματεία του Εφετείου αυτού της 421/2007 θετικής γνωμοδότησης του αρμόδιου Ε' τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτών (άρθρο 12 ν. 2298/1995. όπως αντικ. με 28 παρ. 3 ν. 2579/1998 και στη συνέχεια με 42 του ν.2721/1999).Κατά την ομόφωνη γνώμη του ΝΣΚ, ο πρώτος λόγος αναίρεσης του κυρίου δικογράφου χαρακτηρίζεται ως παραδεκτός και αβάσιμος.
Συνεπώς, η αίτηση ως προς το λόγο αυτό δεν θα συζητηθεί γιατί ελλείπει θετική γνώμη του ΝΣΚ και άρα δεν εισάγεται κατά το μέρος της αυτό (άρθρο 41 του ν. 2721/1999, που αντικ. το άρθρο 12 του ν. 2298/1995).
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνοι που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, των νόμων 8 παρ. 1 Κώδ. (7.39), 9 παρ. 1 ,8 (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ (23.3.), κατά τις οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, κρίνεται η απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία από ιδιώτη σε ακίνητα, έστω και αν αυτά ανήκαν στο δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δάση.
Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση φυσικής εξουσίας στο ακίνητο με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία. Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι: "ως προς τον τρόπον κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις".
Η τριακονταετία έπρεπε να είχε συμπληρωθεί έως τις 11.9.1915, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του ν.δ της 22.4/26.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", αφού έκτοτε ανεστάλη η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων, καθώς και του χρόνου της χρησικτησίας, από δε τις 26.5.1926, που ακόμη ίσχυε η αναστολή αυτή, απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπράγματων δικαιωμάτων σε ακίνητα του Δημοσίου και συνεπώς δεν είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία (ΟλΑΠ 75/1987).
Εφόσον δε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, αποκτήθηκε κυριότητα σε δημόσιο δάσος ή δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία πριν από 111.9.1915, δεν έχουν έδαφος εφαρμογής και δεν ασκούν έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε, οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 37 του ν.1539/1938 και του άρθρου 165 του α.ν 192/1941, που επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 "περί δασικού κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι επί των αδεσπότων και επί των δημοσίων εν γένει δασών, θεωρείται νομέας το δημόσιο, έστω και αν ουδεμία ενήργησε σ' αυτά πράξη νομής, ότι, μεταξύ άλλων, και η βοσκή δε θεωρείται πράξη νομής στα δημόσια δάση, στις μερικώς δασοσκεπείς εκτάσεις ή στα λιβάδια και τα χορτολιβαδικά εδάφη και ότι νομή από τρίτους στα ακίνητα αυτά θεωρείται ότι ασκείται μόνο με την υλοτομία ή την εκμετάλλευση αυτών ως ιδιωτικών εκτάσεων, με βάση άδειες της δασικής αρχής.
Τέλος, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, η δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της ιδίας του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, προϋποθέτει ότι είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού (ΟλΑΠ 75/1987). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:
Δυνάμει των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση δέκα οκτώ (18) αγοραπωλητηρίων συμβολαίων των συμβολαιογράφων Γαστούνης και Μυρτουντίων Χαρ. Μακρή και Ευθυμίου Πανουτσόπουλου, αντίστοιχα, που καταρτίστηκαν κατά τα έτη 1964 και 1965 και μεταγράφηκαν νόμιμα, ο Γ1 αγόρασε από τους Δ1, Δ2, Δ3, Δ4, Δ5, Δ6, Δ7, Δ8, Δ9, Δ10, Δ11, Δ12, Δ13, Ε1, Ε2, Ε3, Ε4, Ε5 και Ε6, Ζ1, Ζ2, Ζ3, Ζ4 και Ζ5, ....., Ζ6, Ζ7, Η1, Ε7, Ε8 και Ε9, συνεχόμενες αγροτικές παραθαλάσσιες εκτάσεις, συνολικής επιφάνειας 1.130.272 τετρ.
μέτρων, που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια της πρώην Κοινότητας Κάστρου Ηλείας. Η επίδικη έκταση εμφαίνεται στο από ..... τοπογραφικό διάγραμμα του Δασάρχη Πύργου, είναι συνολικής έκτασης 429.000 τετρ. μέτρων και περιλαμβάνεται στις παραπάνω συνεχόμενες παραθαλάσσιες εκτάσεις, ανήκε δε αυτή αρχικά στο ενάγον Ελληνικό Δημόσιο από το έτος 1830, δηλαδή από την απελευθέρωση των Ελλήνων από τους Τούρκους.
Από το έτος 1850 μετοίκησαν στην ευρύτερη περιοχή της κοινότητας Κάστρου Ηλείας, διάφορες οικογένειες προερχόμενες από την Κεφαλλονιά, την Λευκάδα και τα Καλάβρυτα, μεταξύ των οποίων και εκείνες των Δ, Ε, Ζ και Η και αφού εγκαταστάθηκαν στην επίδικη περιοχή λόγω αδρανείας του τότε νέου Ελληνικού Κράτους, κατέλαβαν αυτή και εν συνεχεία, αφού την διαχώρισαν την εκχέρσωσαν και άρχισαν να την καλλιεργούν με δημητριακά, εκείνη δε την περιοχή που ήταν μερικώς δασοσκεπής την χρησιμοποιούσαν για την βοσκή των ποιμνίων τους.
Χρόνο με το χρόνο η περιοχή διαμορφώθηκε ως ιδιοκτησία των Δ, των Ε, των Η και των Ζ, κι έτσι δημιουργήθηκε κοινή πεποίθηση ότι οι επί μέρους αυτές ιδιοκτησίες, ανήκουν πλέον στους κατόχους των, οι οποίοι και εμφανίζονταν να τις εξουσιάζουν και να ασκούν όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδίαζαν στην κατά προορισμό χρήση των.
Ήδη από το έτος 1890, οι γόνιμες εκτάσεις έγιναν αντικείμενο συναλλαγής, άλλοτε ατύπως, άλλοτε με συμβόλαια (βλέπε τα υπ' αριθμ. ...., ....,...., ..... συμβόλαια του συμβ/φου Μυρτουντίων Γεωργ. Παπαδοπούλου), εκ των οποίων προκύπτει η μακροχρόνια κατοχή ορισμένων επιδίκων τοποθεσιών από τους απώτερους δικαιοπαρόχους του Γ1.
Ολόκληρη την παραπάνω έκταση καθώς και την επίδικη των 429.000 τ.μ. ενέμοντο οι παραπάνω πωλητές καθώς και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του Γ1 συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1850 μέχρι την 23/2/1946 διανοία κυρίων και με καλή πίστη, ήτοι με ειλικρινή πεποίθηση ότι δια της κτήσεως της νομής δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν δικαίωμα κυριότητας τρίτου, μετά δε την 23/2/1946 και μέχρι το έτος 1965 διανοία κυρίων, ασκούντες επί των εκτάσεων αυτών όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδίαζαν στην κατά προορισμό χρήσης των, ήτοι καλλιεργούσαν αυτές με δημητριακά, χρησιμοποιούσαν αυτές ως βοσκοτόπους για τη βοσκή των ποιμνίων τους ή τις εκμίσθωναν σε τρίτους για βοσκή και είχαν εγκαταστήσει μέσα σε αυτές ποιμνιοστάσια, αφού προηγουμένως είχαν εκχερσώσει την πέριξ περιοχή.
Με τον τρόπο αυτό οι απώτεροι αλλά και οι άμεσοι δικαιοπάροχοι του Γ1, έγιναν κύριοι των παραπάνω επιδίκων εκτάσεων με έκτακτη χρησικτησία από το έτος 1915. Καθ' όλο το παραπάνω διάστημα, δηλαδή από το έτος 1850 μέχρι 1965, ενώ οι δικαιοπάροχοι του Γ1 κατείχαν και ενέμοντο την επίδικη έκταση αδιαταράκτως, το εναγόμενο αδράνησε πλήρως και δια των οργάνων του δεν προέβη σε καμμιά πράξη νομής ή κατοχής, μάλιστα δε στις παραχωρηθείσες από το έτος 1920 από την αρμόδια δασική υπηρεσία, δασικές εκτάσεις ουδόλως περιελήφθη ως παραχωρηθείσα κάποια τοποθεσία από τις επίδικες, δεδομένου ότι είχε δημιουργηθεί κοινή πεποίθηση ότι η έκταση αυτή είναι ιδιωτική και όχι δημόσια, αφού όπως αναφέρθηκε παραπάνω, από μακρού χρόνου και δη από το έτος 1850 είχαν εγκατασταθεί μέσα σε αυτή ποιμένες, οι οποίοι είχαν προβεί στην δημιουργία ποιμνιοστασίων και στην εκχέρσωση της πέριξ αυτών (ποιμνιοστασίων), την οποία καλλιεργούσαν κυρίως με δημητριακά.
Όμως την 18/3/1965 η διεύθυνση Δασών Πύργου εξέδωσε κατά του Γ1 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής για μια περιοχή εκτάσεως 708.750 τ.μ., στην οποία περιλαμβάνετο και η επίδικη των 429.000 τ.μ., θεωρώντας την, ως δασική. Ο Γ1 άσκησε ανακοπή κατά του πρωτοκόλλου και επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 256/1965 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μυρτουντίων, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή.
Ακολούθως και μετά από έφεση του Γ1 εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 415/1965 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αμαλιάδας και η υπ' αριθμ. 173/1968 διορθωτική οι οποίες δέχθηκαν ότι στην κυριότητα του ενάγοντος ανήκουν όχι η επίδικη έκταση αλλά διάφορα τμήματα συνολικής εκτάσεως 160.217 τ.μ, τα οποία προσδιόρισε με ακρίβεια στο συνημμένο στην υπ' αριθμ. 173/68 απόφαση, από ....
τοπογραφικό διάγραμμα του Δασάρχη Πύργου και ήδη αποτελούν αντικείμενο άλλης δίκης, η οποία δεν έχει περατωθεί ακόμη. Παράλληλα ασκήθηκε και ποινική δίωξη κατά των συμβαλλομένων στα παραπάνω συμβόλαια για παράβαση του άρθρου 218 του τότε ισχύοντος Δασικού Κώδικος (αντιστοίχου 280§1 του νυν ισχύοντος), ότι δηλαδή δημιούργησαν ανύπαρκτα δικαιώματα με ψευδείς τίτλους, πλην όμως όλοι οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν με την υπ' αριθμ. 337/1967 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Το έτος 1969 ο Γ1 με μικρή συμμετοχή του δικηγόρου Αθηνών Β1 ίδρυσε την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ΕΛΛΗΝΙΚΑΙ ΑΚΤΑΙ- ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ, ΕΜΠΟΡΙΚΑΙ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε. με σκοπό την ίδρυση και εκμετάλλευση ξενοδοχείων και τουριστικών εγκαταστάσεων. Στην εταιρεία αυτή εισέφερε έκταση 910.612 τ.μ., στην οποία περιλαμβάνετο και η επίδικη έκταση και συντάχθηκε η υπ'αριθμ. .....
πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Νικολακοπούλου, που μεταγράφτηκε νόμιμα. Δύο έτη αργότερα ο Γ1 με ανάλογη συμμετοχή του Β1, ίδρυσε την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΥΛΛΗΝΗ Α.Ε. δηλαδή την εναγομένη, με σκοπό ουσιαστικά τον ίδιο με εκείνο της προηγούμενης εταιρείας.
Ακολούθως η ανώνυμη εταιρεία ΕΛΛΗΝΙΚΑΙ ΑΚΤΑΙ με τα υπ' αριθμ. ..... και .... συμβόλαια της συμβ/φου Ελένης- Φρειδερίκης Εξάρχου, που μεταγράφτηκαν νόμιμα, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στην εναγομένη μέρος της παραπάνω συνολικής εκτάσεως των 760.612 τ.μ., ενώ η ίδια κράτησε έκταση 150.000 τμ. στην οποία και λειτουργεί μεγάλης δυναμικότητας ξενοδοχειακό συγκρότημα.
Η ανώνυμη εταιρεία ΕΛΛΗΝΙΚΑΙ ΑΚΤΑΙ από το έτος 1968, όσον και η εναγόμενη από το έτος 1972 μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής ασκούσε επί της επίδικης έκτασης όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδίαζαν στην κατά προορισμό χρήσης αυτής, ήτοι περιέφραζαν αυτή και σε συνδυασμό με το ξενοδοχειακό συγκρότημα που έχει ανεγερθεί 700 περίπου κλινών, είχαν προβεί σε διάφορες ενέργειες για τη δημιουργία έργων υποδομής.
Με τον τρόπο αυτό και σε συνδυασμό με τα παραπάνω συμβόλαια έχουν γίνει κύριες της επίδικης έκτασης και συνεπώς η κρινόμενη αγωγή είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Οι παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι αντιφατικές ως προς την μακροχρόνια και αδιατάρακτη άσκηση πράξεων νομής εκ μέρους των απωτέρων δικαιοπαρόχων της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, ενώ δεν έχει έδαφος εφαρμογής και δεν ασκεί έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία σε δημόσιο δάσος ή δασική έκταση πριν από τις 11-9-1915, η προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 58 § 4 του ν.δ. 86/1969, γι' αυτό ο περί του αντιθέτου από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Όμως, οι προαναφερόμενες παραδοχές του Εφετείου ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αποκτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία μέχρι της 11-9-1915 κυριότητας από τους δικαιοπαρόχους της εναγομένης επί των επιδίκων εκτάσεων, οι οποίες ήταν δημόσιες, είναι ανεπαρκείς και στερούν την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι α) δεν κατονομάζονται οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των αναφερομένων πωλητών-άμεσων δικαιοπαρόχων του Γ1 και ο χρόνος της υπ' αυτών ασκήσεως πράξεων νομής επί των επιδίκων, ώστε να καθίσταται εφικτή η διαπίστωση της συμπλήρωσης ή μη στο πρόσωπό τους της τριακονταετούς καλόπιστης νομής αυτών πριν την 11-9-1915, και β) δεν προσδιορίζεται ο νόμιμος τρόπος, με τον οποίο οι ως άνω πωλητές κατέστησαν διάδοχοι, καθολικοί ή ειδικοί, των αμέσων δικαιοπαρόχων τους, ώστε να καθίσταται δυνατόν να συνυπολογίσουν στο χρόνο της ιδίας αυτών νομής και εκείνον των δικαιοπαρόχων τους μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946).
Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο μοναδικός από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρόσθετος λόγος αναίρεσης, όπως παραδεκτά συμπληρώθηκε από τον εισηγητή (άρθρ. 562 § 4 ΚΠολΔ) ως προς την ως άνω υπό στοιχ. β' αιτίαση. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η ηττώμενη αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, μειωμένα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 22 §§ 1 και 3 ν. 3693/1957 και 2 της 134.423/1992 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1135/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια τριάντα (330) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ