Supreme Court partially allows appeal on damages calculation, remands case for retrial with new judges.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially accepted the appeal filed by two banks against a lower court decision regarding damages. The banks argued that the lower court failed to properly account for the plaintiffs' positive gains from the investment, which should offset their losses. The court found this specific legal error valid and accepted the appeal on this point, ordering the case to be remanded for retrial before a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495, 564, 577, 580, 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when a specific legal error regarding the calculation of damages is proven, remanding the case for retrial before a new collegial panel while allocating costs proportionally to the extent of the partial victory.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1481 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1481/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κανέλλια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Β. του Κ. και 2) Σ. Β. του Κ., κατοίκων ... Χανίων. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευγένιο Αρετάκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 5-1-2023 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 80/2017 του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση της κρινόμενης αγωγής και παρέπεμψε την αγωγή προς εκδίκαση στο καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο που είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων, 150/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και 10/2021 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 31-5-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 495 παρ.1 και 2 ΑΚ το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλομένη απόφαση (παρ.1) για δε την κατάθεση συντάσσεται έκθεση στο βιβλίο που τηρείται, σύμφωνα με το άρθρο 496, την οποία υπογράφει και αυτός που καταθέτει.
Στο δικόγραφο που κατατίθεται σημειώνεται ο αριθμός της εκθέσεως και η χρονολογία της και βεβαιώνεται με την υπογραφή εκείνου που συντάσσει την έκθεση (παρ.2). Περαιτέρω κατά το άρθρο 564 παρ.1 του ίδιου Κώδικα "αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης".
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης, αν δε η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 490/2013, ΑΠ 1733/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσιβλήτους, υπ' αριθμ. 5697Β/28.4.2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ.
Τ., προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμόν 10/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, επιδόθηκε στην έχουσα την έδρα της στην Ελλάδα δεύτερη αναιρεσείουσα στις 28.4.2021, αυτή δε άσκησε, κατά της εν λόγω αποφάσεως, την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στις 2.6.2021, όπως τούτο προκύπτει από την οικεία πράξη καταθέσεως στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση Εφετείου Κρήτης, δηλαδή μετά την πάροδο της οριζομένης στο άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔικ τριακονθήμερης γνήσιας προθεσμίας και συνακόλουθα η δεύτερη αναιρεσείουσα εξέπεσε του οικείου δικαιώματός της (άρθρ. 151 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου, κατά τα οριζόμενα στη νομική σκέψη, η αναίρεση πρέπει, κατά το άρθρο 577 παρ.2 του ίδιου κώδικα, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα αυτεπαγγέλτως αλλά και κατά παραδοχή του οικείου ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων.
Η ως άνω αναιρεσείουσα, πρέπει να καταδικαστεί, λόγω ήττας της, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 790/2023, ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 669/2017).
Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστεως, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 790/2023, ΑΠ 459/2019, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 118/2006, ΑΠ 831/2005).
Είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή καθ' εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013).
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 790/2023, ΑΠ 1009/2019, ΑΠ 459/2019, ΑΠ 1350/2018). Εξάλλου, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/ 340/24-4-1997), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996 (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 Ν. 3606/2007) ορίσθηκαν τα ακόλουθα:
Πρώτη αρχή: Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς." ... Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές." Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεών τους με αυτούς." ...Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς".
Σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντος σήμερα Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών.
Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της, την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).
Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ).
Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και τη φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινομένων τίτλων.
Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει σ' αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος, των εν λόγω υποχρεώσεων που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής.
Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).
Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση.
Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν. 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MiFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ (ΑΠ 796/2023, ΑΠ 161/2022, ΑΠ 1266/2022, ΑΠ 1411/2022, ΑΠ 1339/2022, ΑΠ 297/2022). Η υποχρέωση των τραπεζών προς ενημέρωση των πελατών τους για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα προβλέπονται και με τις διατάξεις της 2501/2002 Πράξεως του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ) σχετικά με την "Ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους" (ΦΕΚ Α', 277), που έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 1185/2021, 459/2021, ΑΠ2123/2009), ανεξαρτήτως αν αυτή αναφέρεται στις κυρώσεις, που επιβάλλει η Τράπεζα της Ελλάδος σε αυτά τα πιστωτικά ιδρύματα σε περιπτώσεις παραβίασης αυτών των υποχρεώσεών τους.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του ν. 2251/1994 προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντας τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος (ΑΠ 1028/2015).
Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει επίσης ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης στο πλαίσιο παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 ν. 2251/1994.
Ο ανωτέρω νόμος έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον οποιονδήποτε "προμηθευτή" την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου "καταναλωτή". Αυτή η υποχρέωση επιβάλλεται και στις τράπεζες ως "προμηθευτές" ιδιωτών επενδυτών, ώστε αυτοί να λαμβάνουν τεκμηριωμένα τη σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής, χωρίς να παραπλανώνται, αποφασίζοντας να ενεργήσουν συναλλαγή, την οποία διαφορετικά δεν θα αποφάσιζαν να ενεργήσουν.
Η προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση, για την περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης, εκ μέρους του "προμηθευτή", συνίσταται, κυρίως, σε αποζημίωση του καταναλωτή (άρθρο 9θ του ανωτέρω νόμου). Προστατευόμενο έννομο αγαθό της διάταξης του άρθρου 8 του ως άνω νόμου είναι η περιουσία του αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών και η εμπιστοσύνη στην ορθή λειτουργία του συστήματος παροχής τους.
Οι αποδέκτες των επενδυτικών υπηρεσιών είναι επομένως αμέσως ζημιωθέντες από την παράβαση της εν λόγω διάταξης (ΑΠ 790/2023, ΑΠ 874/2022, ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 619/2021, ΑΠ 1229/2019). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ2/2019, ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ2/2019, ΟλΑΠ18/08, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ831/2022, ΑΠ1383/2022, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 3/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες, οι οποίοι ασχολούνται με τουριστικές επιχειρήσεις στην περιοχή του ... Νομού Χανίων και είναι απόφοιτοι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, συνεργάζονταν με το υποκατάστημα ...
της πρώτης εναγόμενης τράπεζας, έχοντας θεμελιώσει πολυετή σχέση εμπιστοσύνης με τους υπαλλήλους του. Στις αρχές του έτους 2004, ο διευθυντής του εν λόγω υποκαταστήματος πρότεινε στους ενάγοντες συνάντηση με το Γ. Μ., διευθυντή του κέντρου της ... (υπηρεσίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου) στο Ηράκλειο της Κρήτης, προκειμένου οι ενάγοντες να ενταχθούν στην υπηρεσία private banking, γεγονός το οποίο θα τους εξασφάλιζε αμεσότητα και ιδιωτικότητα στη διαχείριση των Αποταμιεύσεών τους.
Πράγματι έλαβε χώρα η εν λόγω συνάντηση με το Γ. Μ., στο πλαίσιο της οποίας οι ενάγοντες, οι οποίοι επί χρόνια είχαν τοποθετημένα τα χρήματα τους σε προθεσμιακές καταθέσεις, κατέστησαν σ' αυτόν σαφή τη βούληση τους περί ασφαλούς αποταμίευσης των οικονομιών τους. Ακολούθως, την 05.02.2004, στο υποκατάστημα της πρώτης εναγομένης στον ..., οι ενάγοντες υπέγραψαν τη με κωδικό Ε540371 Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών Επί Μη Χρηματιστηριακών Προϊόντων, με αντισυμβαλλόμενες την πρώτη εναγόμενη και την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ...
της οποίας καθολική διάδοχος με απορρόφηση τυγχάνει η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ...". Για την εξυπηρέτηση του σκοπού της εν λόγω σύμβασης, ανοίχθηκε στο υποκατάστημα ... ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός με συνδικαιούχους τους ενάγοντες. Η σύμβαση διελάμβανε προδιατυπωμένους όρους στους οποίους αναφερόταν ότι οι αντισυμβαλλόμενες των εναγόντων εταιρείες ανέλαβαν την υποχρέωση της κατάρτισης συναλλαγών επί του χαρτοφυλακίου των εναγόντων, επί του συνόλου των χρηματοπιστωτικών μέσων που προβλέπονταν στον Ν. 2396/1996, σύμφωνα με τις εντολές που θα λάμβαναν από αυτούς (υπ" αριθμ. 2 συμβατικός όρος), ότι αυτές δεν εγγυώνταν οποιοδήποτε αποτέλεσμα των επενδύσεων ούτε, ευθύνονταν για οποιαδήποτε σχετική ζημία των επενδυτών, ότι δεν αναλάμβαναν οποιαδήποτε ευθύνη για την πιθανή ζημία, την οποία τυχόν υφίσταντο οι επενδυτές, από συναλλαγή που θα καταρτιζόταν ως αποτέλεσμα εκτέλεσης εντολών τους, ενώ οι επενδυτές δήλωναν ρητά ότι, οποιαδήποτε εντολή τους δινόταν προς τις αντισυμβαλλόμενες τους ήταν απόρροια της ελεύθερης επιλογής τους, χωρίς να εξαρτάται από επενδυτικές συστάσεις ή συμβουλές αυτών (υπ' αριθμ. 7 συμβατικός όρος), ότι οι επενδυτές στις σχέσεις τους με τις αντισυμβαλλόμενες τους δεσμεύονταν εις ολόκληρον, έστω και εάν είχε ενεργήσει μόνο ένας από αυτούς, περαιτέρω δε ότι πράξεις ή παραλείψεις ενός θεωρούνταν κοινές πράξεις ή παραλείψεις όλων των επενδυτών και δεσμευτικές για όλους, ενώ εντολές, πληρεξουσιότητες ή οδηγίες προς τις αντισυμβαλλόμενες τους γίνονταν ή παρέχονταν από όλους τους επενδυτές, ενεργώντας από κοινού ή ο καθένας χωριστά (υπ' αριθμ. 6 συμβατικός όρος).
Περαιτέρω, στο Παράρτημα Α της ανωτέρω σύμβασης αναφερόταν η βασική αρχή, την οποία όφειλαν να γνωρίζουν οι επενδυτές, ότι η αναμενόμενη απόδοση είναι αντίστοιχη του επενδυτικού κινδύνου που αναλαμβάνουν, περαιτέρω δε ότι οι κάθε φύσης επενδυτικές επιλογές ενέχουν, από την φύση τους, κινδύνους μείωσης της αξίας της επένδυσης, για τους οποίους οι αντισυμβαλλόμενες τους εταιρείες, είτε εκτελούσαν τις παραγγελίες τους είτε διαχειρίζονταν το χαρτοφυλάκιο τους, δεν έφεραν οποιαδήποτε ευθύνη, ως εκ τούτου, δεν ήταν δυνατή η προεξόφληση εγγύηση οποιοσδήποτε επιπέδου επίδοσης, ούτε η βέβαιη διαφύλαξη ή αύξηση του επενδυτικού κεφαλαίου, το οποίο στο σύνολο του υπόκειντο στους κάθε φύσης επενδυτικούς κινδύνους.
Την 21.02.2007, οι εναγόμενες προέβησαν, για λογαριασμό των εναγόντων, στην αγορά ενός ομολόγου, με εκδότρια την τράπεζα ... (υποκατάστημα στην Ελλάδα της ..., με έδρα την Κύπρο), με κωδικό τίτλου ... και ονομασία .... ονομαστικής αξίας 280.000 €. με ημερομηνίας έκδοσης την 26.05.2006 και ημερομηνία λήξης την 26.06.2016, ονομαστικό επιτόκιο ... 175.00ΒΡ, επιτόκιο τρέχουσας περιόδου 4.368% (χαρακτηριστικά που αναφέρονται στο επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τους ενάγοντες έγγραφο της πρώτης εναγομένης με τίτλο "Αυλοί τίτλοι"), με χρέωση του ως άνω ποσού διακανονισμού στον ανωτέρω αναφερόμενο λογαριασμό με συνδικαιούχους τους ενάγοντες.
Επρόκειτο για ένα επενδυτικό προϊόν μεσαίας διαβάθμισης, σύμφωνα δε με τον διεθνή οίκο αξιολόγησης Moody's, η αξιολόγηση του κατά το χρόνο αγοράς του από τους ενάγοντες, το Φεβρουάριο του έτους 2007, ήταν Baa 1, ήτοι ανήκε κατά το χρόνο εκείνο στην κατηγορία των προϊόντων μεσαίας και όχι υψηλής ποιότητας, υποκείμενο σε πολύ σημαντικό πιστωτικό κίνδυνο, σύμφωνα με την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τις εναγόμενες επεξήγηση των συμβόλων, γεγονός το οποίο αν γνώριζαν οι ενάγοντες σε συνδυασμό με τη δεκαετή διάρκεια του που καθιστούσε την επένδυση συγκριτικά αυξημένου ρίσκου και το γεγονός ότι ήταν προϊόν μειωμένης εξασφάλισης, με δυνατότητα ανάκλησης από τον εκδότη του κατά τη διακριτική του ευχέρεια, δεν θα επιχειρούσαν τη απόκτηση αυτού, δεδομένης της επενδυτικής τους εμπειρίας, του μορφωτικού τους επιπέδου και της βούλησης εξασφάλισης του κεφαλαίου τους.
Όταν σε μεταγενέστερο χρόνο, οι ενάγοντες ανακάλυψαν την αγορά του ανωτέρω ομολόγου, ο Γ. Μ., ο οποίος τελεί σε σχέση πρόστησης με τις εναγόμενες, τους καθησύχασε διαβεβαιώνοντας τους ότι επρόκειτο για προϊόν μηδενικού επενδυτικού κινδύνου και με εγγυημένη αυτούσια διατήρηση του κεφαλαίου, με απόδοση ελαφρά υψηλότερη από εκείνη της προθεσμιακής κατάθεσης ή των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, αποκρύπτοντας του επενδυτικούς κινδύνους που ενείχε.
Όταν, στη συνέχεια, η αξία του ομολόγου σημείωνε διαρκώς πτωτική πορεία, οι ενάγοντες εξέφρασαν την ανησυχία τους στο Γ. Μ., ωστόσο, ο τελευταίος τους διαβεβαίωνε ότι η πτώση στην αποτίμηση του είναι συγκυριακή και ότι κατά τη λήξη του ομολόγου θα λάβουν αυτούσιο το κεφάλαιο τους, αποτρέποντας τους από το να το ρευστοποιήσουν.
Χορηγήθηκε δε, σε μεταγενέστερο της αγοράς χρόνο, στον πρώτο ενάγοντα ένα έγγραφο που φέρει τίτλο "Αποδεικτικό εντολής συναλλαγής (Ομόλογα)", όπου στο άνω αριστερό τμήμα αυτού αναγραφόταν η επωνυμία '..." και κάτωθι αυτής οι επωνυμίες ... ενώ αναφορικά με τα χαρακτηριστικά του ομολόγου ανέγραφε: εκδότης: C.
P. B.. ομόλογο: C. P. B. 26/05/2016 EUR. ISIN:.... νόμισμα: EUR, τρέχον κουπόνι: ..., valeur: 21/2/2007, ονομαστική αξία: 280.000.00. καθ. Τιμή: 100.50. ποσό διακανονισμού: 284.321,71, χωρίς στο εν λόγω έγγραφο να αναφέρεται ότι επρόκειτο για ομόλογο προερχόμενο από τη δευτερογενή αγορά, ούτε και η προαναφερθείσα πιστοληπτική διαβάθμιση του ομολόγου.
Ωστόσο, παρά τον τίτλο του ως άνω εγγράφου, δεν αποδεικνύεται ότι η αγορά του ομολόγου πραγματοποιήθηκε κατόπιν εντολής των εναγόντων, δεδομένου ότι όπως ο υποδιευθυντής της δεύτερης εναγομένης κατέθεσε ρητά εξεταζόμενος ως μάρτυρας στο ακροατήριο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, κατά τη δικάσιμο της 1.12.2016, κατά την τότε τηρηθείσα πρακτική, ήταν πιθανόν ο εντολέας να υπέγραφε το εν λόγω έγγραφο μεταγενέστερα της διενέργειας της αγοράς, επιπλέον το έγγραφο φέρεται να συντάχθηκε την 21.02.2012 στο Ηράκλειο Κρήτης, σε υποκατάστημα της δεύτερης επί της οδού ..., ενώ οι ενάγοντες, ουδέποτε μετέβαιναν στο Ηράκλειο για να συναντήσουν το Γ.
Μ., αντίθετα δε, οι συναντήσεις με τον τελευταίο λάμβαναν χώρα στον ... Χανίων, είτε στο εκεί ευρισκόμενο κατάστημα της πρώτης εναγομένης είτε στα γραφεία της επιχείρησης των εναγόντων. Επιπρόσθετα, κατά τον ίδιο ως άνω μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο, με επιμέλεια των εναγομένων, οι εντολές ενδέχεται να δίδονταν είτε προφορικά είτε μέσω τηλεομοιοτυπίας, ωστόσο, στην προκείμενη περίπτωση, ουδέν αποδεικτικό μέσο προσκομίζεται, όπως απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες των εναγόντων ή αποσταλέν μέσω τηλεομοιοτυπίας έγγραφο, από το οποίο να προκύπτει ότι οι ενάγοντες είχαν δώσει εντολή, με κάποιον από τους προαναφερόμενους τρόπους, στις εναγόμενες να προβούν στην αγορά του επίμαχου ομολόγου.
Εξάλλου, με την επιδοθείσα προς την πρώτη εναγομένη εξώδικη πρόσκληση, οι ενάγοντες αιτούνται, αυτολεξεί: "την αποστολή των υποτιθέμενων εντολών μας προς εσάς, για τις αγορές των επενδυτικών προϊόντων, στις οποίες προβήκατε αυθαιρέτως". Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι κατά την υπογραφή της προαναφερθείσας από 05.02.2004 σύμβασης, οι ενάγοντες είχαν την πεποίθηση, δεδομένου ότι είχαν καταστήσει στις εναγόμενες σαφή την επιθυμία τους περί ασφαλούς τοποθέτησης των χρημάτων τους, ότι έδιναν εντολή προς αυτές για την τοποθέτηση των χρημάτων της σε προϊόντα τα οποία δε συνεπάγονταν την ανάληψη επενδυτικού κινδύνου, τούτο δε αποδεικνύεται και από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης στο ακροατήριο, διευθυντή του υποκαταστήματος ...
της πρώτης εναγομένης ως το έτος 2002, ο οποίος ανέφερε κατηγορηματικά ότι οι ενάγοντες, κατά τη διάρκεια της πολυετούς συνεργασίας τους, ενεργούσαν συντηρητικά, τοποθετώντας τα χρήματα τους σε προθεσμιακές καταθέσεις και σε έντοκα γραμμάτια Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία την περίοδο εκείνη αποτελούσαν ασφαλέστερη επιλογή.
Η εν λόγω δε πεποίθηση τους στηριζόταν και στις διαβεβαιώσεις του Γ. Μ. περί εγγυημένης διατήρηση του κεφαλαίου τους, εν όψει και του ότι οι ίδιοι στερούνταν εξειδικευμένων γνώσεων επί των χρηματοπιστωτικών προϊόντων. Με βάση τα ανωτέρω, οι εναγόμενες, δια των υπαλλήλων τους, ενήργησαν αντίθετα με την πραγματική βούληση και εντολή των εναγόντων για την ασφαλή τοποθέτηση των χρημάτων τους, προκαλώντας και διατηρώντας σε αυτούς την πεπλανημένη πεποίθηση ότι είχαν κατανοήσει την ανωτέρω επιθυμία τους και ενεργούσαν σύμφωνα με αυτή.
Ως εκ τούτου, οι ενάγοντες δεν έλαβαν ενημέρωση για το επίμαχο ομόλογο, το οποίο αγοράστηκε στο όνομα και για λογαριασμό τους από τις εναγόμενες. Όταν η αποτίμηση του ομολόγου έβαινε μειούμενη, απέτρεψαν αυτούς από το να το ρευστοποιήσουν, κατά τα ως άνω αναφερόμενα. Περαιτέρω, όταν η παγκόσμια οικονομική κατάσταση επιδεινώθηκε ραγδαία, επηρεάζοντας σφόδρα αρνητικά και το κυπριακό τραπεζικό σύστημα, οι εναγόμενες, δια των αρμοδίων υπαλλήλων τους, δεν τους ενημέρωσαν για τους διαφαινόμενους κινδύνους, παρέλειψαν δε να τους συμβουλέψουν να λάβουν μέτρα προστασίας και ενδεχομένως να προεξοφλήσουν το ομόλογο, ώστε να περιορίσουν τη ζημία τους.
Όταν οι ενάγοντες διαπίστωσαν ότι η αξία του χαρτοφυλακίου τους είχε εκμηδενιστεί και οι αποταμιεύσεις τους είχαν απολεσθεί, ζήτησαν, την 10.02.2012, τη μεταφορά του χαρτοφυλακίου τους στη ..., διακόπτοντας την συνεργασία τους με τις εναγόμενες. Την 26.03.2013, ανακοινώθηκε ότι οι υποχρεώσεις της εκδότριας τράπεζας, ..., από το προϊόν δεν ήταν δυνατόν να εκπληρωθούν, λόγω των μέτρων εξυγίανσης που επιβλήθηκαν σε αυτή, με το από 97/26.03.2013 Διάταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και την υπαγωγή του προϊόντος στα "bail οη measures".
Ακολούθησε η θέση σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης της τράπεζας ..., με την έκδοση από το Κυπριακό κράτος του υπ' αρ. 97/26.03.2013 διατάγματος "Περί πώλησης εργασιών των εν Ελλάδι εργασιών της ... Διάταγμα του 2013", με αποτέλεσμα να καταστούν άνευ αξίας οι ομολογιακές εκδόσεις αυτής, με περαιτέρω συνέπεια το αντίστοιχο ομόλογο, να χάσει πλήρως την αξία του.
Ειδικότερα, συνέπεια των ανωτέρω ήταν να μην υπάρχει αγορά για τα χρηματοοικονομικά προϊόντα που έχουν εκδοθεί από τη Λαϊκή Τράπεζα και έτσι να μην παρέχεται αποτίμηση γι' αυτά τα προϊόντα, η οποία συνεπώς εμφανιζόταν μηδενική. Εξάλλου, δεν αποδείχτηκε ότι οι ενάγοντες διέθεταν την κατάλληλη επενδυτική εμπειρία ώστε να κατανοήσουν ότι τοποθετούσαν τα χρήματα τους σε ένα προϊόν υψηλού επενδυτικού κινδύνου, καθώς, όπως προεκτέθηκε και κατέθεσε μετά λόγου γνώσεως ο μάρτυρας που εξετάστηκε με πρωτοβουλία τους στο ακροατήριο, ο οποίος ως διευθυντής του υποκαταστήματος ...
της πρώτης εναγομένης έως το έτος 2002 διατηρούσε σταθερή πολυετή συνεργασία με τους ενάγοντες, η προηγούμενη εμπειρία τους χαρακτηριζόταν από συντηρητισμό. Ως δε απόφοιτοι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και καθώς δε διέθεταν γνώσεις επί της λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, δεν κατανοούσαν το περιεχόμενο των μηνιαίων ενημερωτικών δελτίων που λάμβαναν και τα οποία ανέγραφαν, με κεφαλαία γράμματα, "ΣΤΑΘΕΡΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ".
Άλλωστε, δεν προσδίδουν σε αυτούς τέτοιες ιδιαίτερες γνώσεις σχετικά με χρηματιστηριακές συναλλαγές, οι αγορές από αυτούς έτερων ομολόγων, που τηρούσαν στο χαρτοφυλάκιο τους, καθότι αυτές είχαν γίνει μέσα στο επίδικο χρονικό διάστημα, γεγονός που δεν στοιχειοθετεί μακροχρόνια ενασχόληση με τα χρηματοοικονομικά, ώστε να τους προσδώσει την απαιτούμενη εμπειρία περί αυτών.
Ενόψει των ανωτέρω, σε συνδυασμό με την προεκτεθείσα αποτροπή εκ μέρους των εναγομένων, δια των αρμοδίων υπαλλήλων τους, να προβούν στη ρευστοποίηση του ομολόγου, των οποίων (υπαλλήλων) είχαν ανάγκη τη συνδρομή, καθώς διέθεταν εξειδικευμένες γνώσεις και εμπειρία επί των χρηματοπιστωτικών ζητημάτων, η ένσταση συνυπαιτιότητας κατά ποσοστό 99% των εναγόντων στην επέλευση της ζημίας, κατά το μέτρο που στηρίζεται στους αμέσως ανωτέρω εξετασθέντες ισχυρισμούς πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κατά τα ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και απέρριψε την ως άνω ένσταση ως ουσιαστικά αβάσιμη και επομένως ο σχετικός λόγος της αριθμ. καταθ. 31/2020 έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, δεν αποδείχτηκε ότι η συμπεριφορά των εναγόντων αντίκειται και δη προφανώς στην καλή πίστη, στα χρηστά ήθη, στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος καθώς η άσκηση της αγωγής δεν έρχεται σε αντίθεση με προηγούμενη συμπεριφορά των ιδίων (venire contra factum proprium), διότι, όπως αναλύθηκε ανωτέρω, οι ενάγοντες δεν ανέλαβαν συνειδητά και με επίγνωση κίνδυνο, επιπλέον δε παραπλανήθηκαν σχετικώς.
Κατά τα ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και απέρριψε την ως άνω ένσταση ως ουσιαστικά αβάσιμη και επομένως ο σχετικός λόγος της αριθμ. καταθ. 31/2020 έφεσης πρέπει ομοίως να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επιπλέον, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι αναφορικά με το επίμαχο ομόλογο, μεταξύ των διαδίκων είχε καταρτιστεί σιωπηρά (δηλαδή χωρίς την τήρηση του έγγραφου τύπου), σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών - συμβουλών, δεδομένου ότι ο Γ.
Μ., ο οποίος εξυπηρέτησε τους ενάγοντες και υποστήριζε σε αυτούς το ανωτέρω ομόλογο, διέθετε εξειδικευμένες γνώσεις και εμπειρία και ήταν αυτός που διαμόρφωσε το περιεχόμενο της επιλογής διατήρησης του επίδικου ομολόγου. Επομένως, η σχέση που συνέδεε τους ενάγοντες με τις εναγόμενες δεν ήταν αυτή της εκτέλεσης απλώς από τις τελευταίες των εντολών τους για την απόκτηση επενδυτικών προϊόντων κατόπιν απόφασης, στην οποία είχαν καταλήξει αποκλειστικά και μόνο οι ίδιοι, μετά από μία απλή ενημέρωση εκ μέρους των υπαλλήλων των εναγομένων για τα προϊόντα που ήταν διαθέσιμα, χωρίς καμία συμβουλή και ανάμειξη τους στη διαμόρφωση της συγκεκριμένης απόφασης τους.
Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι οι ενάγοντες δεν είχαν λάβει ακριβή και σαφή πληροφόρηση σχετικά με την ύπαρξη του συγκεκριμένου επενδυτικού προϊόντος στο χαρτοφυλάκιο τους, επομένως ούτε για τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους που συνεπάγεται. Ως εκ τούτου αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες ουδέποτε θα είχαν επιλέξει να επενδύσουν τα χρήματα τους σε επενδυτικά προϊόντα "μη ασφαλή", μέτριας ποιότητας, κερδοσκοπικά, των οποίων η αξία θα εξαρτιόταν από τη διακύμανση των τιμών της αγοράς και από την πορεία των εκδοτριών και εγγυητριών αυτών εταιρειών.
Ενόψει των ανωτέρω, η προπεριγραφείσα συμπεριφορά των εναγομένων συνιστά αθέτηση του καθήκοντος διαφώτισης, ορθής παροχής συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης των εναγόντων πελατών τους, αναφορικά κυρίως με την ασφάλεια του κεφαλαίου τους, εξεταζόμενη υπό το πρίσμα των κανόνων των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ.
σε συνδυασμό με τον Ν.2396/1996 συνιστά υπαίτια εκ μέρους των εναγομένων πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους, που απορρέουν από τη σιωπηρά συναφθείσα μεταξύ αυτών και των εναγόντων, σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, ενώ, πλημμελή εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων συνιστά και η μη ενημέρωση των εναγόντων για τα χαρακτηριστικά του ομολόγου, ώστε να είναι σε θέση να επιλέξουν οι ίδιοι εάν θα το διατηρούσαν στο χαρτοφυλάκιο τους ή θα επέλεγαν να το ρευστοποιήσουν.
Παράλληλα, η προπεριγραφόμενη συμπεριφορά των υπαλλήλων των εναγόμενων εταιρειών συνιστά και παράβαση του τότε ισχύοντος Κώδικα Δεοντολογίας Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών ... σύμφωνα με τις oπoίες (αρχές) δημιουργούνται ζητήματα ευθύνης της εταιρείας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, καθώς και των πιστωτικών ιδρυμάτων που παρέχουν τέτοιες υπηρεσίες, εάν δεν εφιστούν, εγγράφως αλλά και με προφορική ανάλυση (ανάλογα με τις δυνατότητες κάθε επενδυτή), την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, ιδιαίτερα εάν πρόκειται για ένα προϊόν πιο περίπλοκο ή πιο επικίνδυνο από αυτά που μέχρι τότε επέλεγε, εάν δεν πραγματοποιούν, με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων τους, τεχνική, ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνει το προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, εάν δεν ενημερώνουν τον επενδυτή, κατά τρόπο απολύτως σαφή και ακριβή, ως προς τις αποδόσεις των προτεινόμενων για επένδυση τίτλων.
Το σύνολο δε των ανωτέρω αφού ληφθούν υπόψη και αξιολογηθούν ορθά και προς το συμφέρον του επενδυτή η οικονομική του κατάσταση, οι στόχοι που επιδιώκει, η εμπειρία και οι γνώσεις του, δεδομένου ότι οι συμβουλές πρέπει να είναι προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη και στο αντικείμενο της επένδυσης. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες υπάγονται στην έννοια του καταναλωτή, καθόσον δεν υπερβαίνουν το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, ο οποίος δεν διαθέτει καμία εξειδικευμένη γνώση και εμπειρία επί των επενδυτικών προϊόντων και των συναλλαγών που αφορούν αυτά, δεν παρουσιάζει συστηματική ενασχόληση με προϊόντα και συναλλαγές υψηλής οικονομικής αξίας, ως εκ τούτου, τυγχάνουν της προβλεπόμενης στον Ν. 2251/1994 προστασίας ως το ασθενέστερο μέρος έναντι των παρεχουσών σε αυτόν επενδυτικών υπηρεσιών εναγομένων.
Παράλληλα, με βάση τα ανωτέρω, οι προεκτεθείσες ενέργειες εκ μέρους των εναγομένων αντίκεινται στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου και στις επιταγές της έννομης τάξης και παραβαίνουν τη γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, ήτοι διαγράφεται ως παράνομη (άρθρα 914, 281,288 ΑΚ) ...
και υπαίτια, με αποτέλεσμα την πρόκληση περιουσιακής ζημίας και ηθικής βλάβης στους ενάγοντες, ενώ εμπίπτουν και στο πραγματικό της διάταξης του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 και του ανωτέρω Κώδικα Δεοντολογίας. Ειδικότερα, οι υπάλληλοι των εναγόμενων, στο πλαίσιο της επίτευξης των στόχων της πρώτης εναγόμενης για την προσέλκυση πελατών και την ενίσχυση της δραστηριότητας της διεύθυνσης private banking (ζήτημα για το οποίο η τράπεζα ασκούσε πίεση στους υπαλλήλους της όπως ρητά καταθέτει ο μάρτυρας απόδειξης - πρώην διευθυντής υποκαταστήματος της πρώτης εναγομένης και επί τριάντα έτη εργαζόμενος σε αυτή), ενήργησαν κατά παράβαση της εντολής των εναγόντων περί ασφαλούς τοποθέτησης του κεφαλαίου τους και μη ανάληψης ρίσκου, και τοποθέτησαν τα χρήματα αυτών στο επίμαχο ομόλογο, ενώ δεν φρόντισαν να άρουν την πλάνη, στην οποία οι ενάγοντες τελούσαν, ότι δηλαδή αυτή είχαν ενεργήσει σύμφωνα με την εντολή της, περαιτέρω, δε, και αντίθετα προς όσα ανέμεναν οι ενάγοντες από τη σχέση εμπιστοσύνης που κάθε πελάτης αναπτύσσει με την τράπεζα του, προέβησαν, για λογαριασμό των εναγόντων, στην αγορά ενός επενδυτικού προϊόντος που ήταν εντελώς άγνωστο σε αυτούς και δεν ανταποκρινόταν καν στο συντηρητικό προφίλ τους, στους στόχους και στις προσδοκίες τους, ενώ δεν τους πληροφόρησαν για τους κινδύνους που περιέκλειε το προϊόν αυτό για το κεφάλαιο τους, την εξασφάλιση του οποίου επιδίωκαν οι ενάγοντες, γεγονός που είχαν καταστήσει σαφές σε αυτούς.
Ως εκ τούτου, οι ανωτέρω υπάλληλοι ενήργησαν δολίως, αφενός μεν με το να παραβιάσουν την εντολή των εναγόντων για ασφαλή τοποθέτηση των χρημάτων τους, αφετέρου δε με το να μην τους παράσχουν διαφώτιση, ορθή συμβουλευτική καθοδήγηση και προειδοποίηση τόσο για τους άγνωστους αναλαμβανόμενους κινδύνους, τους οποίους αυτοί δεν ήταν σε θέση να αντιληφθούν και να αξιολογήσουν όσο και για το ζημιογόνο αποτέλεσμα που θα μπορούσαν οι κίνδυνοι αυτοί να έχουν, ώστε αυτοί να έχουν στη διάθεση τους όλα τα απαραίτητα στοιχεία για τη λήψη συνειδητής απόφασης για τη διατήρηση της συγκεκριμένης επένδυσης.
Δυνάμει των ανωτέρω, οι εναγόμενες ευθύνονται αντικειμενικά για την αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων από αυτές υπαλλήλων (άρθρο 922 του ΑΚ) καθόσον υφίσταται εσωτερική συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξης τους και της υπηρεσίας που τους είχε ανατεθεί από αυτές. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και επομένως οι σχετικοί λόγοι της αριθμ. 31/2020 έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, με την εκκαλούμενη απόφαση κρίθηκε ότι η αποκαταστατέα περιουσιακή ζημία των εναγόντων, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την προπεριγραφόμενη συμπεριφορά των εναγομένων ανέρχεται στο ποσό των 126.000 ευρώ, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά το υπερβάλλον ποσό (280.000 Χ 55% = 154.000 €) η ζημία των εναγόντων αποδίδεται σε συντρέχον πταίσμα τους, διότι δεν ρευστοποίησαν τα ομόλογα μόλις πραγματοποιήθηκε πρόταση επαναγοράς αυτών εκ μέρους της εκδότριας, το έτος 2012, δεχθείσας εν μέρει, ως κατ' ουσίαν βάσιμης, της ένστασης συνυπαιτιότητας που πρόβαλαν οι εναγόμενες, κατά το σκέλος αυτής που στηρίζεται στην ανωτέρω παράλειψη των εναγόντων.
Ήτοι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η συνολική αποκαταστατέα περιουσιακή ζημία των εναγόντων ανέρχεται στο ποσό των 63.000 € (126.000: 2) για έκαστο εξ αυτών (άρθρο 480 ΑΚ). Ωστόσο, το παρόν Δικαστήριο κρίνει με βάση όλα τα προεκτεθέντα αποδεικτικά στοιχεία ότι οι ενάγοντες δεν προέβησαν στην αποδοχή της ως άνω πρότασης των εναγομένων, διότι μέχρι τότε οι υπάλληλοι της διαρκώς και ρητά διαβεβαίωναν τους ενάγοντες που θα λάμβαναν το σύνολο του κεφαλαίου τους κατά τη λήξη του ομολόγου το έτος 2016 και επομένως δεν μπορεί να αποδοθεί σ' αυτούς συντρέχον πταίσμα εκ της αρνήσεως τους να αποδεχθούν την παραπάνω πρόταση των εναγομένων.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε τις αποδείξεις κάνοντας δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την σχετική ένσταση συνυπαιτιότητας που πρόβαλαν οι εναγόμενες και συνεπώς ο πρώτος λόγος της αριθμ. καταθ. 25/2020 έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσία. Επιπλέον, αποδείχτηκε ότι το εν λόγω κεφάλαιο προερχόταν από την επιχείρηση των εναγόντων, που απέκτησαν με κόπο και σε βάθος χρόνου, στερήθηκαν δε για μεγάλο χρονικό διάστημα, τη χρήση ενός αξιοσημείωτου ποσού χρημάτων που τοποθετήθηκε στο επίμαχο ομόλογο, με αποτέλεσμα να αισθανθούν έντονη στενοχώρια, άγχος και να υποστούν ψυχική ταλαιπωρία.
Ως εκ τούτου παρέχεται στους ενάγοντες αξίωση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι για την ικανοποίηση αυτής, ενόψει του είδους και της έντασης της βλάβης, του βαθμού πταίσματος των εναγομένων, του βαθμού συντρέχοντος πταίσματος των εναγόντων, της κοινωνικής οικονομικής θέσης και κατάστασης των μερών και όλων γενικά των συνθηκών, ότι έπρεπε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να καταβάλουν εις ολόκληρον σε έκαστο των εναγόντων χρηματικό ποσό ύψους δύο χιλιάδων ευρώ (2.000 €).
Ωστόσο, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι η ανάλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν οι ενάγοντες, ενόψει του είδους και της έντασης της βλάβης, του βαθμού πταίσματος των εναγομένων, της κοινωνικής οικονομικής θέσης και κατάστασης των μερών και όλων γενικά των συνθηκών, ανέρχεται στο ποσό των 5.000 ευρώ για έκαστο των εναγόντων.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε τις αποδείξεις και επιδίκασε το ποσό των 2.000 ευρώ σε έκαστο των εναγόντων ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη και συνεπώς ο σχετικός λόγος της αριθμ. 25/2020 έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσία." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειουσών, δέχθηκε εν μέρει την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή τους και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή υποχρεώνοντας τις αναιρεσείουσες να καταβάλουν εις ολόκληρον σε καθέναν από τους αναιρεσίβλητους το ποσό των 145.000 ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Με αυτά που δέχθηκε κι έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 281, 288 ΑΚ, 6.2 του Κώδικα ΕΠΕΥ, και 8 παρ. 3 και 9 ν. 2251/1994, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον τα πιο πάνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνιστούν, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, αυτοτελώς και ανεξάρτητα από την καταρτισθείσα σύμβαση, παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθένων υπαλλήλων των αναιρεσειουσών, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την επελθούσα στους αναιρεσιβλήτους ζημία, αφού ήταν ικανή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη βλάβη αυτή, την οποία και επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να στοιχειοθετείται, με την εν λόγω συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων τους, αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσείουσας και να δικαιολογείται, έτσι, η παραδοχή της αγωγής των αναιρεσιβλήτων.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ οι αναιρεσίβλητοι μη υπερβαίνοντες το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή υπάγονται στην έννοια του καταναλωτή, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ., σε συνδυασμό με τις προαναφερόμεες διατάξεις του ν. 2396/1996 και του ν. 2251/1994, εκπλήρωσαν πλημμελώς τις απορρέουσες, από τη σιωπηρά συναφθείσα μεταξύ αυτών και των αναιρεσιβλήτων, σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών υποχρεώσεις τους, καθώς και αυτές που απορρέουν από τις αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, με ενέργειες, ειδικότερα, των προστηθέντων υπαλλήλων τους, που αντίκεινται στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου και στις επιταγές της έννομης τάξης και παραβαίνουν τη γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής, γενικότερα δε της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, καθόσον οι τελευταίοι (προστηθέντες) ενεργώντας δολίως, αφενός μεν με την παραβίαση της εντολής των αναιρεσιβλήτων για ασφαλή τοποθέτηση των χρημάτων τους, αφετέρου δε με την μη παροχή, όπως όφειλαν, διαφώτισης, ορθής συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης τόσο για τα χαρακτηριστικά του αγορασθέντος ομολόγου και για τους άγνωστους αναλαμβανόμενους κινδύνους, τους οποίους αυτοί δεν ήταν σε θέση να αντιληφθούν και να αξιολογήσουν, όσο και για το ζημιογόνο αποτέλεσμα που θα μπορούσαν οι κίνδυνοι αυτοί να έχουν, προέβησαν στην αγορά του ομολόγου, χωρίς να ενημερώσουν προηγουμένως τους αναιρεσιβλήτους, ενόψει του ότι επρόκειτο για ένα επενδυτικό προϊόν μεσαίας διαβάθμισης και σύμφωνα με τον διεθνή οίκο αξιολόγησης Moody's, η αξιολόγηση του κατά το χρόνο αγοράς του, το Φεβρουάριο του έτους 2007, ήταν Baa 1, ήτοι ανήκε κατά το χρόνο εκείνο στην κατηγορία των προϊόντων μεσαίας και όχι υψηλής ποιότητας, υποκείμενο σε πολύ σημαντικό πιστωτικό κίνδυνο, όταν δε οι αναιρεσίβλητοι ανακάλυψαν την αγορά του ανωτέρω ομολόγου, ο προστηθείς των αναιρεσειουσών Γ.
Μ., τους καθησύχασε διαβεβαιώνοντας τους ότι επρόκειτο για προϊόν μηδενικού επενδυτικού κινδύνου και με εγγυημένη αυτούσια διατήρηση του κεφαλαίου, με απόδοση ελαφρά υψηλότερη από εκείνη της προθεσμιακής κατάθεσης ή των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, αποκρύπτοντας του επενδυτικούς κινδύνους που ενείχε, ενώ, στη συνέχεια, όταν η αξία του ομολόγου σημείωνε διαρκώς πτωτική πορεία και οι αναιρεσίβλητοι εξέφρασαν την ανησυχία τους, ο ίδιος ως άνω προστηθείς των αναιρεσειουσών τους διαβεβαίωσε ότι η πτώση στην αποτίμηση του είναι συγκυριακή και ότι κατά τη λήξη του ομολόγου θα λάβουν αυτούσιο το κεφάλαιο τους, αποτρέποντας αυτούς να το ρευστοποιήσουν, επί πλέον δε, όταν η παγκόσμια οικονομική κατάσταση επιδεινώθηκε ραγδαία, επηρεάζοντας σφόδρα αρνητικά και το κυπριακό τραπεζικό σύστημα, οι εν λόγω προστηθέντες υπάλληλοι των αναιρεσειουσών, δεν ενημέρωσαν τους αναιρεσίβλητους για τους διαφαινόμενους κινδύνους, παραλείποντας να τους συμβουλέψουν να λάβουν μέτρα προστασίας και ενδεχομένως να προεξοφλήσουν το ομόλογο, ώστε να περιορίσουν τη ζημία τους.
Τοποθέτησαν δηλαδή οι προστηθέντες των αναιρεσειουσών τα χρήματα των αναιρεσιβλήτων, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παράβαση της εντολής τους περί ασφαλούς τοποθέτησης του κεφαλαίου τους και μη ανάληψης ρίσκου, στο επίμαχο ομόλογο, ήτοι σε ένα επενδυτικό προϊόν που ήταν εντελώς άγνωστο σε αυτούς και δεν ανταποκρινόταν καν στο συντηρητικό προφίλ τους, στους στόχους και στις προσδοκίες τους, χωρίς να τους πληροφορήσουν για τους κινδύνους που περιέκλειε το προϊόν αυτό για το κεφάλαιο τους, την εξασφάλιση του οποίου επιδίωκαν οι αναιρεσίβλητοι, όπως είχαν καταστήσει σαφές σε αυτούς, και παραλείποντας, στη συνέχεια, αντίθετα προς όσα ανέμεναν οι ενάγοντες από τη σχέση εμπιστοσύνης που κάθε πελάτης αναπτύσσει με την τράπεζα του, να άρουν την πλάνη, στην οποία οι αναιρεσίβλητοι τελούσαν, ήτοι ότι οι προστηθέντες είχαν ενεργήσει σύμφωνα με την προαναφερόμενη εντολή τους, με αποτέλεσμα, όταν στις 26.03.2013, ανακοινώθηκε ότι οι υποχρεώσεις της εκδότριας τράπεζας, ..., από το προϊόν δεν ήταν δυνατόν να εκπληρωθούν, λόγω των μέτρων εξυγίανσης που επιβλήθηκαν σε αυτή και την υπαγωγή του προϊόντος στα "bail οη measures", τέθηκε δε η εκδότρια του ομολόγου τράπεζα σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, να καταστούν άνευ αξίας οι ομολογιακές εκδόσεις αυτής, με περαιτέρω συνέπεια το αντίστοιχο ομόλογο, να χάσει πλήρως την αξία του, ενώ, σύμφωνα με τις ίδιες παραδοχές, αν οι αναιρεσίβλητοι, έχοντας λάβει σωστή πληροφόρηση, γνώριζαν τα αληθή χαρακτηριστικά του ομολόγου και τους κινδύνους, δεν θα επιχειρούσαν τη απόκτηση αυτού, δεδομένης της επενδυτικής τους εμπειρίας, του μορφωτικού τους επιπέδου και της βούλησης εξασφάλισης του κεφαλαίου τους.
Επίσης, το Εφετείο, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 300 Α.Κ., καθόσον, υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι αναιρεσίβλητοι ουδεμία αμελή συμπεριφορά επέδειξαν, που να επέδρασε αιτιωδώς στην επέλευση της ζημιογόνου συνέπειας, σε τρόπον ώστε, να μην πληρούται το πραγματικό της άνω διατάξεως και να μη δικαιολογείται η παραδοχή της περί οικείου πταίσματος ενστάσεως των αναιρεσειουσών, αφού, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) δεν αποδείχτηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι διέθεταν την κατάλληλη επενδυτική εμπειρία ώστε να κατανοήσουν ότι τοποθετούσαν τα χρήματα τους σε ένα προϊόν υψηλού επενδυτικού κινδύνου, αφού η προηγούμενη εμπειρία τους χαρακτηριζόταν από συντηρητισμό, ενώ ως απόφοιτοι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και μη διαθέτοντας γνώσεις επί της λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, δεν κατανοούσαν το περιεχόμενο των μηνιαίων ενημερωτικών δελτίων που λάμβαναν και τα οποία ανέγραφαν, με κεφαλαία γράμματα, "ΣΤΑΘΕΡΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ" και β) οι αναιρεσίβλητοι δεν προέβησαν σε πώληση του ομολόγου διότι ο προστηθείς των αναιρεσειουσών τους έπεισε ότι η πτώση της αξίας του ομολόγου ήταν περιστασιακή και ότι είναι εξασφαλισμένο το κεφάλαιό τους.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές ότι οι αναιρεσίβλητοι αγνοούσαν το επισφαλές της επενδύσεως στο επίδικο ομόλογο, για την οποία δεν έδωσαν σχετική εντολή οι ίδιοι, αλλά οι προστηθέντες υπάλληλοι των αναιρεσειουσών επέλεξαν χωρίς προηγουμένως να τους ενημερώσουν και ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν την εμπειρία και τις γνώσεις για τη διενέργεια πολύπλοκων χρηματιστηριακών συναλλαγών όντας απόφοιτοι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ασχολούμενοι με τουριστικές επιχειρήσεις.
Επομένως, οι πρώτος λόγος κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος του, δεύτερος λόγος κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος του, τρίτος λόγος και τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους η πρώτη αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Σύμφωνα με τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019).
Ως εκ τούτου, και ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1187/2021, 1588/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, η πρώτη αναιρεσείουσα με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου, το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου και το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις ειδικότερες αιτιάσεις, αντίστοιχα, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη :
α) ότι ισχυρίστηκαν πρωτοδίκως και επανέφεραν με λόγο εφέσεως ότι το περιεχόμενο της ένδικης συμβάσεως ήταν η απλή λήψη και διαβίβαση εντολών και όχι η κατόπιν ειδικά συμφωνημένης αμοιβής εν λευκώ διαχείριση ή η συμβουλευτική παροχή υπηρεσιών (δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου) β), τους ισχυρισμούς της:
ι. αναφορικά με τη φύση της συμβάσεως ως συμβάσεως παροχής επενδυτικών υπηρεσιών λήψης και διαβίβασης εντολών και ιι. σχετικά με την αποκλειστική ευθύνη των αναιρεσιβλήτων σε σχέση με τις επενδυτικές επιλογές τους από τη συγκεκριμένη λήψη και διαβίβαση εντολής (δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου) και γ) δεν έλαβε υπόψη τις απαλλακτικές ρήτρες που είχαν συνομολογηθεί στο πλαίσιο της συμβάσεως λήψης και διαβίβασης εντολών (δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου).
Οι πρώτος και δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το αντίστοιχο δεύτερο σκέλος τους, είναι αβάσιμοι, διότι οι με αυτούς προσαπτόμενες αιτιάσεις αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής και όχι ισχυρισμούς οι οποίοι στηρίζουν αίτημα ενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου σύμφωνα και με τα αναφερόμενα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη.
Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απαράδεκτος διότι η πρώτη αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι πρότεινε τον σχετικό ισχυρισμό ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ούτε ότι τον επανέφερε ενώπιον του Εφετείου με σχετικό λόγο εφέσεως. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 930 παρ. 3 ΑΚ προκύπτει ότι η αποζημίωση, την οποία οφείλει ο παρά το νόμο ζημιώσας άλλον υπαιτίως, περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και εκείνης στην οποία θα τελούσε ο ζημιωθείς αν δεν συνέβαινε αυτό το γεγονός.
Όταν δε από το ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, με την έννοια ότι το γεγονός (αυτό) ήταν πρόσφορο να παραγάγει το όφελος, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΚ 298), πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Σε περίπτωση, επομένως, ωφέλειας από το ζημιογόνο γεγονός επιβάλλεται, (εφόσον υποβληθεί σχετική ένσταση), για τον προσδιορισμό της ζημίας, ο συνυπολογισμός του οφέλους που προέκυψε, εκτός αν τέτοιος συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη.
Ειδικότερα, όταν ο υπόχρεος να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα είναι και ο ίδιος υπόχρεος να χορηγήσει στον ζημιωθέντα και την ωφέλεια, είναι δυνατόν από τις γενικές διατάξεις του δικαίου να μην δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση ο συνυπολογισμός της ωφέλειας στη ζημία, είναι δε επίσης δυνατόν η καλή πίστη να μην ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 244/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο τα ακόλουθα: "Οι εναγόμενες πρόβαλαν κατά την συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την ένσταση ένσταση συνυπολογισμού στην επικαλούμενη ζημία των εναγόντων του οφέλους που αποκόμισαν, ύψους 44.016,46 €, από τις διανομές της εκδότριας του επίδικου ομολόγου, η οποία με την εκκαλούμενη απόφαση απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμη, δεδομένου ότι όπως κρίθηκε, το ως άνω επικαλούμενο ποσό, που οι εναγόμενες υπολαμβάνουν ως κέρδος, δεν προέρχεται από τη ζημία την οποία οι ενάγοντες υπέστησαν εξαιτίας της απώλειας του κεφαλαίου τους, αλλά από την παραχώρηση αυτού (κεφαλαίου) στις εναγόμενες, οι οποίες το εκμεταλλεύθηκαν και κατά συνέπεια δεν μπορεί να συνυπολογιστεί στη ζημία των εναγόντων.
Για την αιτία αυτή με τον έβδομο λόγο της αριθμ. 31/2020 έφεσης τους, οι εκκαλούσες παραπονούνται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και ζητούν να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη, ώστε να γίνει δεκτή η ως άνω ένσταση τους ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη. Ωστόσο,... το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο... ορθά εφάρμοσε το νόμο και επομένως ο ως άνω λόγος της αριθμ. 31/2020 έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος...".
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ανωτέρω ένσταση, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 930 παρ. 3 ΑΚ, τις οποίες και παραβίασε ευθέως, καθόσον, με βάση τα επικαλούμενα από τις εναγόμενες ως άνω περιστατικά, η προβληθείσα από αυτήν ένσταση περί συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας των εναγόντων ήταν νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις του ΑΚ και, άρα, έπρεπε να ερευνηθεί η ουσιαστική βασιμότητά της.
Και τούτο διότι, αυτή καθ' εαυτή η απώλεια του κεφαλαίου των αναιρεσιβλήτων δεν συνιστά, στην προκείμενη περίπτωση, το ζημιογόνο γεγονός, δηλαδή αυτό από το προήλθε η ζημία τους, αλλά αποτελεί το επιζήμιο αποτέλεσμα του ζημιογόνου γεγονότος, συνισταμένου στην αγορά του επίμαχου ομολόγου και την τοποθέτηση των χρηματικών ποσών στην εν λόγω επένδυση, αφού, όπως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, η αγορά του ομολόγου ήταν αποτέλεσμα της παράβασης της υποχρέωσης πληροφόρησης, που έλαβε χώρα κατά το στάδιο πριν την αγορά τους, ως συνέπεια της παραπλάνησης αυτών και της πλημμελούς πληροφόρησης εκ μέρους των αναιρεσειουσών, οι οποίες αθέτησαν, στο πλαίσιο της καταρτισθείσας με τους αναιρεσίβλητους σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών, την υποχρέωση για ακριβή, πλήρη και κατάλληλη καθοδήγηση, διαφώτιση και ενημέρωσή τους σχετικά με την φύση, τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους του άνω επενδυτικού προϊόντος, και έτσι, εξ αιτίας της αγοράς του ομολόγου επήλθε αφενός μεν η ζημία των αναιρεσιβλήτων, συνδεόμενη αιτιωδώς με τις παράνομες πράξεις των προστηθέντων από τις αναιρεσείουσες υπαλλήλων της (ζημιογόνο γεγονός), και ταυτοποιούμενη στο ύψος του χρηματικού ποσού που οι αναιρεσίβλητοι τοποθέτησαν στη συγκεκριμένη επένδυση (θετική ζημία) (ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 1083/2022, ΑΠ 354/2022), αφετέρου δε η ωφέλεια των αναιρεσιβλήτων, συνισταμένη στο ποσό των 44.016,46 ευρώ, που εισέπραξαν από τις διανομές της εκδότριας του επίδικου ομολόγου, ήτοι το επιζήμιο αποτέλεσμα (απώλεια κεφαλαίου) και η ωφέλεια (το προαναφερόμενο κέρδος) των αναιρεσιβλήτων προκλήθηκε από το συγκεκριμένο επιζήμιο γεγονός συνιστάμενο, όπως εκτέθηκε, στην παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων από τις αναιρεσείουσες υπαλλήλων.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού γίνεται δεκτός ο άνω πέμπτος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να γίνει δεκτή εν μέρει και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της προβληθείσας από την πρώτη αναιρεσείουσα ένστασης συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας των αναιρεσιβλήτων και μόνον. Στη συνέχεια, πρέπει, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ οι αναιρεσίβλητοι που νικήθηκαν εν μέρει, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας, ανάλογα όμως με την έκταση της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην πρώτη αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτήν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31.5.2021 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 10/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει την ως άνω αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες και επτακόσια (2.700) ευρώ.
Δέχεται την αίτηση αναιρέσεως ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 10/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στην πρώτη αναιρεσείουσα. Κατανέμει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας και των αναιρεσιβλήτων και επιβάλλει σ' αυτούς ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη
αποχωρησάντων ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ