Supreme Court allows appeal against expropriation compensation decision, remanding case for re-evaluation of property value reduction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Expropriation Court's decision regarding compensation for expropriated land. The appellants argued that the court failed to account for significant value reduction due to the road's closure and topographical changes, citing specific legal provisions. The Court agreed, finding the arguments valid and ordering the original decision to be annulled and the case remanded for re-examination by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1), 19 KPolD; Art. 580(3) KPolD: When an appeal is based on the failure to assess significant value reduction of remaining property due to expropriation, the appeal is admissible, and the case must be remanded for re-examination by a different panel of judges.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1481 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1481/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Κ. του Η. και 2) Η. Κ. του Γ., κατοίκου ..., εκ των οποίων ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Μαρίνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Γ. Κ. του Η. (1ος), τέως επικαρπωτής της ΚΠ ... ιδιοκτησίας, απεβίωσε στις 26-8-2018 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη, λόγω απόσβεσης της επικαρπίας, συνεχίζει ο Η. Κ. του Γ. (2ος), ως ψιλός κύριος αυτής.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2015 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας και συνεκδικάστηκε με την από 12-7-2016 αίτηση του ήδη 2ου των αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Γ. Κ. του Η., καθώς και με την ασκηθείσα διά των προτάσεων ανταίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου.
Εκδόθηκε η 46/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-7-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο 2ος των αναιρεσειόντων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του 2ου αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 24/2018 αίτηση, ζητείται η αναίρεση της 46/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, με την οποία καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου των αναιρεσειόντων, προσδιορίσθηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας του αναφερομένου στο σκεπτικό της τμήματος ακινήτου που απομένει στους ιδιοκτήτες μετά την απαλλοτρίωση, ενώ ήρθη και το κατ` άρθρο 1 του ν. 653/1977 τεκμήριο ωφέλειας για το αναφερόμενο στο διατακτικό της ακίνητο, σχετικά με την απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου με την υπ` αριθμ.
Φ 0051091/4389/26-8-2015 Απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομίας, Υποδομών Ναυτιλίας και Τουρισμού, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 192/8-9-2015 τεύχ. Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών Θεμάτων, κηρύχθηκε η 2η συμπληρωματική αναγκαστική απαλλοτρίωση για την κατασκευή του αυτοκινητόδρομου Κόρινθος- Τρίπολη- Καλαμάτα από ΧΘ 26+546 έως ΧΘ32+907 στο Δήμο Καλαμάτας, Περιφερειακής Ενότητας Μεσσηνίας.
Η ένδικη αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα εντός ενός έτους από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 2882/2001). Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύτηκε στις 27-7-2017. Η ενιαύσια προθεσμία άρχισε την επομένη ημέρα, στις 28-7-2017, ενώ η αίτηση ασκήθηκε με την κατάθεσή της ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), στις 27-7-2018, δηλαδή την προηγουμένη πριν από τη συμπλήρωση της ανωτέρω προθεσμίας και συνεπώς εμπρόθεσμα.
Με το άρθρο 14 του ν. 2882/2001 ορίζεται στην παρ. 3 αυτού ότι: "Στις περιπτώσεις αναγκαστικών απαλλοτριώσεων υπέρ του Δημοσίου, το κατά περίπτωση αρμόδιο, κατά το άρθρο 1, για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης όργανο, εκπροσωπεί τούτο δικαστικώς και ζητεί προς υπεράσπιση των συμφερόντων αυτού, την παροχή σχετικής εντολής σε πληρεξούσιο του Δημοσίου από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους...........
Ειδικώς οι αποφάσεις περί προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης κοινοποιούνται και στον Υπουργό Οικονομικών, από την κοινοποίηση δε αυτή αρχίζουν οι δικονομικές προθεσμίες". Εξάλλου, το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του από 26 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1944 ΚΔ "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που εξακολουθεί να ισχύει και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, ορίζει στην πρώτη παράγραφο "μόνον αι προς τον Υπουργόν των οικονομικών...
γενόμεναι κοινοποιήσεις παράγουν νομίμους συνεπείας" και στη δεύτερη παράγραφο "η διάταξις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιον εκπροσωπείται δικαστικώς εκ μέρους άλλου, πλην του επί των Οικονομικών Υπουργού... κρατικού οργάνου, της προς τον Υπουργόν Οικονομικών επιδόσεως απαιτουμένης και τότε ως προσθέτου τοιαύτης, επί ποινή ακυρότητος αυτεπαγγέλτως εξεταζομένης".
Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 576 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος, συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.
γ` και δ` του ΚΠολΔ που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β` του ιδίου κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Προϋπόθεση, βέβαια, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι, ότι, ο απολιπόμενος ή μη νομίμως παριστάμενος, κατά τη μετ` αναβολή συζήτηση, διάδικος, είχε επισπεύσει, εγκύρως, τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες. Από την με αριθμ. 1667Β'/2-12-2019 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Μ. και τις με αριθμ. 8183ΣΤ'/5-3-2021 και 8205ΣΤ'/10-3-2021 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ.
Δ., προκύπτει ότι επικυρωμένα αντίγραφα: α) της από 26-7-2018 αιτήσεως για αναίρεση της 46/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, με τις πράξεις ορισμού και κλήσης προς εμφάνιση στη δικάσιμο της 20-11-2020 και εγγραφής στο πινάκιο με αριθμ. 11 και β) της με αριθμ. 170/14-12-2020 βεβαιώσεως αναβολής του Γραμματέα του Δ` Τμήματος του Αρείου Πάγου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης [4-3-2022], με αριθμ.
πινακίου 4, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον Υπουργό Οικονομικών και στην Κεντρική Υπηρεσία Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Συνεπώς, δεδομένου ότι η αναβολή της υπόθεσης εκ του πινακίου θεωρείται ως κλήτευση προς όλους και εφόσον το αναιρεσίβλητο, που κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τα αμέσως παραπάνω, δεν εμφανίστηκε κατά την άνω δικάσιμο [4-3-2022], που εκφωνήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο του Δημοσίου από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, πρέπει να προχωρήσει η υπόθεση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1000, 1142, 1143 και 1167 σαφώς συνάγεται ότι η επικαρπία είναι το εμπράγματο δικαίωμα επί αλλοτρίου πράγματος, που περιορίζει την εξουσία του κυρίου ως προς τη χρησιμοποίηση και κάρπωση του πράγματος, οπότε ο τελευταίος έχει μόνο τη ψιλή κυριότητα, μετά δε την απόσβεση εκείνης με το θάνατο του επικαρπωτή, το περιεχόμενό της περιέρχεται αυτομάτως στον ψιλό κύριο του πράγματος ως απόρροια της βασικής αρχής της ελαστικότητας, η οποία ενυπάρχει στο εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας και προσδιορίζει αυτήν ώστε δεν νοείται ψιλή κυριότητα επί του πράγματος χωρίς να υπάρχει δικαίωμα επικαρπίας διαφόρου προσώπου επί τούτου [ΑΠ 1050/2019].
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ. 1 στοιχ. α` και 290 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα και στην αναιρετική διαδικασία, συνδυαζόμενες και προς τις διατάξεις των άρθρων 1167 και 1168 του ΑΚ, προκύπτει ότι η επικαρπία, εφόσον δεν έχει οριστεί διαφορετικά, αποσβήνεται με το θάνατο του επικαρπωτή και επιστρέφει στον ψιλό κύριο εξ ιδίου δικαίου και όχι ως κληρονόμο.
Με την ένωση αυτή ο ψιλός κύριος καθίσταται πλήρης κύριος. Άρα σε περίπτωση θανάτου του επικαρπωτή η εκκρεμής δίκη μεταξύ αυτού και τρίτου διακόπτεται και επαναλαμβάνεται από τον κύριο (ΑΠ 1050/2019, ΑΠ 501/2015, ΑΠ 1641/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εμφανίστηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του δεύτερου αναιρεσείοντος και δήλωσε ότι ο πρώτος αναιρεσείων Γ.
Κ., επικαρπωτής του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, απεβίωσε, μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, την 26-8-2018, ότι έτσι επήλθε βιαία διακοπή της δίκης στο πρόσωπο του επικαρπωτή και ότι επαναλαμβάνει εκουσίως την δίκη που διακόπηκε βιαίως ο πιο πάνω αναιρεσείων, ως ψιλός κύριος. Από το προσκομισθέν, κατά τη συζήτηση, με αριθμ. 6883/3-9-2018 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου Καλαμάτας, προκύπτει ότι ο πρώτος αναιρεσείων, επικαρπωτής του απαλλοτριωθέντος, απεβίωσε στις 26-8-2018, μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης την 27-7-2018 και συνεπώς νομίμως συνεχίζει τη δίκη με δήλωσή του ο νομιμοποιούμενος προς τούτο ψιλός κύριος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου (δεύτερος αναιρεσείων - γιός του) στη θέση του επικαρπωτή, καθόσον με το θάνατό του η επικαρπία ενώθηκε με την ψιλή κυριότητα, ενώ στο μεταξύ είχε ασκηθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης [ΑΠ 1050/2019].
Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α/10-4-2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρ. 146 παρ. 9 του ίδιου νόμου), "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος".
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (που κυρώθηκε, εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974), συνάγεται ότι για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριωμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ` αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε.
Περαιτέρω, η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης θεωρείται ανεπαρκής αν: α) δεν ενέχει προσδιορισμό των τμημάτων που εναπέμειναν, ήτοι αναφορά για το εμβαδόν τους και τα λοιπά προσδιοριστικά τους στοιχεία και β) δεν αναφέρει την κατά προορισμό χρήση των τμημάτων που απομένουν, καθώς και τη, μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση, δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποιες προϋποθέσεις (ΑΠ 171/2020, ΑΠ 210/2019, ΑΠ 205/2017, ΑΠ 1279/2015, ΑΠ 1619/2010).
Επιπλέον, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, κατά την παραπάνω διάταξη, αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας του τμήματος αυτού που απομένει, να αποδεικνύεται, σωρευτικά, ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις διατάξεις που ισχύουν, τους όρους δόμησης κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση και ότι το τμήμα αυτού που απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, δεν είναι πλέον άρτιο, ούτε κατά παρέκκλιση, ή είναι μεν άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο (ΑΠ 171/2020, AP 210/2019, ΑΠ 205/2017, ΑΠ 96/2015, ΑΠ 1290/2009).
Με την προαναφερόμενη τροποποίηση επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής" μείωσης της αξίας του ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971. Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του ακινήτου αυτού ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο όρος, όμως, "σημαντική", ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ το δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μείωσης και του ποσοστού της (ΑΠ 121/2020, AP 210/2019, ΑΠ 96/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 872/2020, ΑΠ 52/2019). Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 872/2020).
Στην κρινόμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε, μεταξύ άλλων και την από 4-12-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, την από 12-7-2016 αίτηση των αναιρεσειόντων και την από 14-11-2016 ανταίτηση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου στην ως άνω από 12-7-2016 αίτηση των αναιρεσειόντων, έκρινε, αναφορικά με τον καθορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, ότι το ακίνητο αυτό που απέμεινε από την απαλλοτρίωση, όπως θα παρατεθεί στη συνέχεια, υπέστη μείωση της αξίας του, προσδιορίζοντας γι` αυτό ιδιαίτερη αποζημίωση, δεχόμενο, τελικά, εν μέρει, τις αιτήσεις και την ανταίτηση.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα δίκη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: '' ..... Με την υπ' αριθμ. Φ 0051091/4389/26-8-2015 Απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομίας, Υποδομών Ναυτιλίας και Τουρισμού, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 192/8-9-2015 τεύχ.
Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών Θεμάτων, κηρύχθηκε η 2η συμπληρωματική αναγκαστική απαλλοτρίωση για την κατασκευή του αυτοκινητόδρομου Κόρινθος- Τρίπολη- Καλαμάτα από ΧΘ 26+546 έως ΧΘ32+907 στο Δήμο Καλαμάτας, Περιφερειακής Ενότητας Μεσσηνίας. Η εν λόγω απαλλοτρίωση, συνολικής έκτασης 1297 τ.μ., εικονίζεται με κλίμακα 1:500 στο από 22-7-2014 κτηματολογικό διάγραμμα της ΕΥΔΕ/Μ-Κ/Ε.Π.Π., το οποίο έχει συντάξει η εταιρεία "..." και θεωρήσει, ως προς τους αναλογισμούς, ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Απαλλοτριώσεων Τοπογραφήσεων και Γεωπληροφορικής του Υπουργείου Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού, Ι.
Κ. και εγκρίθηκε με την υπ'αριθμ. .../5-5-2015 απόφαση του Δ/ντή της ως άνω Υπηρεσίας, Γ. Ν.. Η άνω 2η απαλλοτρίωση είναι συμπληρωματική των αρχικών που είχαν κηρυχθεί με την υπ αριθμ. 1059399/4624/0010/25-7-2006 Κ.Υ.Α. ΦΕΚ 732/5-9-2006, τεύχος Δ', για την κατασκευή της περιμετρικής οδού Καλαμάτας από ΧΘ21+900 ως τη ΧΘ 29+100 και την υπ'αριθμ. 1059404/4627/0010/25-7-2006 ΦΕΚ 826/19-6-2006, Δ' τεύχος, επίσης για την κατασκευή της Περιμετρικής Οδού Καλαμάτας από ΧΘ 29+130 έως ΧΘ 32+909, ενώ η 1η συμπληρωματική απαλλοτρίωση είχε κηρυχθεί με την υπ'αριθμ.
Δ 12/α/0/7201/2-11-2012 Απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Ανταγωνιστικότητας, Ανάπτυξης, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 349/8-11-2012 τεύχος Αναγκ. Απαλλοτριώσεων, όπως διορθώθηκε με το υπ'αριθμ. 375/28-11-2012 ΦΕΚ. Η εν λόγω απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του Δημοσίου και με δαπάνες αυτού και των ωφελουμένων παρόδιων ιδιοκτητών και θα βαρύνει τις πιστώσεις ΣΑΕ 071/8 του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων αρμοδιότητας Γ.Γ.Υ.
Η τεχνική έκθεση, τα κτηματολογικά διαγράμματα και οι πίνακες αναλογισμού αποζημιώσεων της εταιρείας "...", που αναφέρονται στη 2η πρόσθετη απαλλοτρίωση της έκτασης που απαιτείται, προκειμένου να κατασκευαστεί τμήμα του έργου "Αυτοκινητόδρομος Κόρινθος-Τρίπολη-Καλαμάτα και κλάδος Λεύκτρο-Σπάρτη", προσκομίζονται από το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο.
Το τμήμα του παραπάνω έργου, στο οποίο αναφέρεται η απαλλοτρίωση είναι στις Γεωγραφικές Ενότητες 29 Ν, 30 Ν "Τσακώνα- Καλαμάτα" και μάλιστα από τη ΧΘ26+546 έως ΧΘ 32+907. Το πλάτος της ζώνης επιβάρυνσης καθορίστηκε σε 25 μ., επειδή πρόκειται για εθνική οδό (το πλάτος της 50μετρης λωρίδας αυταποζημίωσης καθορίστηκε για την διάνοιξη, διαπλάτυνση ή βελτίωση των κλάδων κόμβων, επαρχιακών, κάθετων ή παράπλευρων οδών, που συνδέονται με την αρτηρία και μέχρι απόσταση 500 μ.
από το σημείο της συνάντησης των αξόνων τους). Στις περιοχές όπου η επιβάρυνση των 50 μέτρων έχει ήδη εξαντληθεί στην παλαιότερη απαλλοτρίωση, είναι μηδενική για την παρούσα απαλλοτρίωση και οι αντίστοιχες εκτάσεις αποζημιώνονται από το Ελληνικό Δημόσιο. Στις δε περιοχές, όπου εντός του εύρους απαλλοτρίωσης βρίσκεται παλαιά οδός, χωρίς να βαίνει υποχρεωτικά παράλληλα προς αυτήν, το πλάτος της αυταποζημίωσης υπολογίσθηκε με βάση την Εγκύκλιο 30Δ12/30945/89.
Περαιτέρω, για τα ακίνητα, των οποίων το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο ζητεί τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος ισχύουν τα ακόλουθα: ........... Για την με ΑΚΠ ... ιδιοκτησία των αιτούντων Γ. και Η. Κ., ισχύουν τα ακόλουθα: μεταξύ των απαλλοτριωθέντων ακινήτων περιλαμβάνεται και η άνω ιδιοκτησία, της οποίας ο πρώτος είναι επικαρπωτής και ο δεύτερος ψιλός κύριος.
Η αρχική έκταση της ιδιοκτησίας πριν την απαλλοτρίωση ήταν 4.133,00 τ.μ. Βρίσκεται εντός της πόλεως της Καλαμάτας, εντός ζώνης και εκτός σχεδίου και πριν την απαλλοτρίωση εξυπηρετείτο από το κύριο οδικό δίκτυο της πόλης και από αγροτική οδό. Με την συμπληρωματική απαλλοτρίωση απαλλοτριώνεται έκταση 294,00 τ.μ.
από το βορειοανατολικό τμήμα της υπ' αριθμ. ... ιδιοκτησίας των αιτούντων και η εναπομείνασα μετά την απαλλοτρίωση έκταση ανέρχεται σε 3.839,00 τ.μ. Σύμφωνα με την τεχνική έκθεση του αρχιτέκτονα μηχανικού Σ. Ά. η εναπομείνασα έκταση (μετά την απαλλοτρίωση) των 3839,00τ.μ., είναι μη άρτια και μη οικοδομήσιμη, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις.
Για δε τους όρους δόμησης, σύμφωνα με την άνω έκθεση ισχύουν τα ακόλουθα διατάγματα: ΦΕΚ 304 ΑΑΠ 26-6-2009 ΦΕΚ 270 Δ' /31-5-1985, ΦΕΚ 169 Α, /15-7-1988, όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν. Με βάση τα προαναφερόμενα διατάγματα προβλέπονται τα ακόλουθα, αναφορικά με την αρτιότητα. Η κατά κανόνα αρτιότητα ορίζεται σε 4.000 τ.μ. και πρόσωπο σε κοινόχρηστο δρόμο 25 μέτρα.
Κατά παρέκκλιση ορίζεται αρτιότητα σε 4.000 τ.μ. (για αγροτεμάχια που υφίστανται πριν την 31-12-2003). Η ελάχιστη απόσταση των κτιρίων σε εκτός εγκεκριμένου σχεδίου περιοχές και εκτός των ορίων οικισμών, στο βασικό Εθνικό οδικό Δίκτυο είναι 60 μέτρα από τον άξονα της οδού και όχι λιγότερο των 40 μέτρων από το όριο αυτής.
Το γεωτεμάχιο προς απαλλοτρίωση, σύμφωνα με την άνω έκθεση έχει συνολική επιφάνεια 294,00τ.μ., η εκτιμώμενη αξία του είναι 294,00X150,00= 4.4100 ευρώ, ενώ ο αιτών με την αίτηση του ζητεί να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδας για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, στο ποσό των 250 ευρώ/τμ. Το δε Δημόσιο ζητεί να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδας του εδαφικού αυτού τμήματος στο ποσό των 30 ευρώ/τμ.
Το ίδιο ποσό ζητεί το Δημόσιο με την ανταίτηση που άσκησε δια των προτάσεών του κατά της αίτησης των αιτούντων. Το Εφετείο Καλαμάτας με την υπ' αριθμ. 23/2015 απόφασή του καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος για το γειτονικό ακίνητο 2953 σε 45 ευρώ/τμ. Το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας τα παραπάνω στοιχεία, κρίνει ότι η πραγματική αξία του ανωτέρω ακινήτου, κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης, ανέρχεται σε 45 ευρώ/τμ.
Επιπλέον επί του γεωτεμαχίου στην απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία υπάρχει περίφραξη ύψους 2,20μ από δομικό πλέγμα και γαλβανισμένους σωλήνες 2,00 συνολικού μήκους 50,00μ, με εκτιμώμενη τιμή μονάδας 19,00 ευρώ/τμ. Επίσης, επί του γεωτεμαχίου υπάρχει σύστημα συναγερμού και παρακολούθησης φωτοβολταϊκού σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, από το οποίο πρέπει να μεταφερθεί μια κάμερα, της οποίας η μεταφορά θα προκαλέσει έξοδα 150 ευρώ.
Όσον αφορά στην ιδιαίτερη αποζημίωση, ο ως άνω αρχιτέκτονας μηχανικός ανέφερε τα ακόλουθα: το ακίνητο με επιφάνεια 3.839,00 τ.μ. είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η ανέγερση κτίσματος οποιασδήποτε χρήσης, σύμφωνα με το Γ.Π.Σ. του Δήμου Καλαμάτας, όπου και ισχύουν οι εκτός σχεδίου όροι δόμησης με τις παρεκκλίσεις τους.
Θα πρέπει απαραίτητα να έχει ασφαλή πρόσβαση μετά την κατασκευή του αυτοκινητόδρομου, ο οποίος ως Πρωτεύον Εθνικό Οδικό Δίκτυο θα είναι δρόμος κλειστός και σύμφωνα με την μελέτη οδοποιίας θα υπάρχει υψομετρική διαφορά μεταξύ του οδικού άξονα και του εναπομείναντος αγροτεμαχίου, καθώς και λόγω της δημιουργίας ανισόπεδου κόμβου στο σημείο αυτό.
Αν δε σε αυτό προστεθεί και η ηχορύπανση που θα έχει η περιοχή, η αξία του εναπομείναντος αγροτεμαχίου θα μειωθεί αισθητά. Έτσι ο εν λόγω μηχανικός θεωρεί ότι η αξία του εναπομένοντος αγροτεμαχίου θα μειωθεί σε σημαντικό ποσοστό σε σχέση με την υφισταμένη κατά προορισμό χρήση, τουλάχιστον 80-90% σε σχέση με την σημερινή εμπορική του αξία.
Το Δικαστήριο συνεκτιμώντας τα ανωτέρω, καθώς και το γεγονός ότι η επιφάνεια του εναπομείναντος επιτρέπει την αξιοποίησή του ως αγροτεμαχίου ή ως χώρου εγκατάστασης φωτοβολταϊκού σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, χρήση που είχε πριν την απαλλοτρίωση και εξακολουθεί να έχει, κρίνει ότι αυτό υφίσταται μείωση της αξίας του σε ποσοστό 15% ...... ''.
Κρίνοντας, όμως, έτσι, το Εφετείο, σχετικά με την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης για το τμήμα αυτό του ακινήτου των αναιρεσειόντων που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου την, ουσιαστικού δικαίου, διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/ 2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 128 παρ. 2 του ν. 4070/2012, καθώς και εκείνες των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, καθόσον αγνόησε και παρέλειψε να χρησιμοποιήσει και εφαρμόσει την αόριστη νομική έννοια της "σημαντικής" ζημίας κατά τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης για το τμήμα του απαλλοτριωθέντος που παρέμεινε εκτός των ορίων της απαλλοτρίωσης.
Ειδικότερα, ενώ δέχεται: α] ότι, η αρχική έκταση της 2.952 ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων πριν την απαλλοτρίωση ήταν 4.133τ.μ. και με την συμπληρωματική απαλλοτρίωση, με την οποία απαλλοτριώνεται έκτασης 294,00 τ.μ. από το βορειοανατολικό τμήμα της, η εναπομείνασα, μετά την απαλλοτρίωση, έκταση ανέρχεται σε 3.839 τ.μ., σύμφωνα δε με την τεχνική έκθεση του αρχιτέκτονα μηχανικού Σ.
Ά. η εναπομείνασα αυτή έκταση των 3.839 τ.μ., είναι μη άρτια και μη οικοδομήσιμη, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, όπως αυτές αναλυτικά αναφέρονται, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η ανέγερση κτίσματος οποιασδήποτε χρήσης, σύμφωνα με το Γ.Π.Σ. του Δήμου Καλαμάτας, β] ότι, ο αυτοκινητόδρομος, ως Πρωτεύον Εθνικό Οδικό Δίκτυο, θα είναι δρόμος κλειστός και θα υπάρχει υψομετρική διαφορά μεταξύ του οδικού άξονα και του εναπομείναντος τμήματος, καθώς και λόγω της δημιουργίας ανισόπεδου κόμβου στο σημείο αυτό, δεν συνεκτιμά τα ανωτέρω ως προς τη μείωσης της αξίας του που απαιτείται, όπως έχει προεκτεθεί, να είναι ''σημαντική'', αφού πλέον αυτό (εναπομείναν τμήμα), που βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης, καθίσταται, μη άρτιο και οικοδομήσιμο, καθόσον, κατά τις ως άνω παραδοχές και για αγροτεμάχια η αρτιότητα ορίζεται σε 4.000 τ.μ.
Κατά συνέπεια, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, ο σχετικός πρώτος και δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις αυτές από το άρθρ. 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολο της καθόσον η παραδοχή της βασιμότητας των ως άνω αναιρετικών λόγων συνεπάγεται την καθολική αναίρεση της προσβαλλομένης.
Επομένως, παρέλκει, ως άνευ αντικειμένου, η έρευνα του τρίτου αναιρετικού λόγου, ο οποίος κατατείνει στο ίδιο αποτέλεσμα, με τους προαναφερθέντες, που έγιναν δεκτοί. Στη συνέχεια, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές, από αυτούς, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 του ΚΠολΔ, να διαταχθεί η απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου, που καταβλήθηκε, για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ.
ε` του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα) και να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, μειωμένη κατ` άρθρ. 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, διότι η διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 περί αποκλεισμού της διάταξης μειωμένης δικαστικής δαπάνης, δεν έχει εφαρμογή στη δίκη της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης, όπως στην ένδικη υπόθεση, στην οποία εφαρμόζονται, όσον αφορά τη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν. 2882/2001 (ΑΠ 1153/2019, ΑΠ 148/2018, ΑΠ 1681/2018), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 46/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος αυτής, στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως στους αναιρεσείοντες. Και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου τα μειωμένα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ