Supreme Court dismisses claim for back pay due to employer's lack of knowledge of employee's retirement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a labor court judgment regarding back pay for absenteeism. The employer argued it was unaware of the employee's retirement status during the initial trial, rendering the claim for excessive pay inadmissible. The court accepted this fact, finding the employer was not overdue for accepting services or paying wages after the contract's invalid termination, and thus dismissed the specific claim for back pay.
Legislator headnote
AI generatedArticles 529 and 535 of the Code of Civil Procedure; The court held that a party is not overdue in accepting services or paying wages if they were unaware of a material fact (such as retirement) that fundamentally altered the legal relationship during the proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1481 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1481/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του καλούντος - εφεσιβλήτου - ενάγοντος: Λ. Δ. του Α., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αναγνωστόπουλο, o oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της καθής η κλήση - εκκαλούσας - εναγόμενης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α. Ε. Ξ. και Τ. Ε. Γ." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Πολυξένη Μπαλτά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/8/2004 αγωγή του ήδη καλούντος - εφεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 877/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 4282/2007 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 76/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε, κατά το μέρος αυτό, την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Κατόπιν της ως άνω απόφασης εκδόθηκε η 1678/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο καλών - εφεσίβλητος με την από 18/4/2018 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 365/2021 του Δικαστηρίου τούτου, η οποία την αναίρεσε, ως προς το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό της και κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση. Κατόπιν αυτής η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 26/5/2021 κλήση του καλούντος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 26-05-2021 κλήση του αναιρεσείοντος - εφεσιβλήτου - ενάγοντος, νόμιμα φέρονται, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, προς περαιτέρω κατ' ουσίαν εκδίκαση, η από 14-06-2006 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 5185/15-06-2006 έφεση της αναιρεσιβλήτου - εκκαλούσας - εναγομένης ανώνυμης εταιρείας και το από 20-07-2006 και αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 959/01-09-2006 δικόγραφο των προσθέτων αυτής λόγων έφεσης, κατά της με αριθμό 877/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 10-08-2004 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 112512/3616/17-08-2004 αγωγής, μετά την έκδοση της με αριθμό 76/2010 πρώτης αναιρετικής απόφασης του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου και της με αριθμό 365/2021 δεύτερης αναιρετικής απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, με τις οποίες αναιρέθηκαν εν μέρει, για τους διαλαμβανομένους σ' αυτές και παρακάτω αναφερομένους λόγους, οι επί της ενδίκου εφέσεως εκδοθείσες με αριθμό 4282/2007 και 1678/2015 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και κρατήθηκε η υπόθεση για ουσιαστική εκδίκαση από το Δικαστήριο τούτο (άρθρα 580 παρ. 3 και 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 570 παρ. 2, 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ (όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 είχε τροποποιηθεί με τα άρθρα 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012 και 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 και αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 01/01/2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015) και 581 παρ. 2 του ίδιου κώδικα (όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και άρχισε να ισχύει από την 01/01/2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015) προκύπτει ότι, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας) που προσβλήθηκαν με την αναίρεση, όχι δε ως προς άλλα κεφάλαιά της, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, οπότε συναναιρούνται.
Συνεπώς, κατά την νέα εκδίκαση της έφεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήταν πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση, οφείλει να τηρεί τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επανεξετάζει την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, αφού κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 524 παράγραφος 1 εδάφιο β' του ΚΠολΔ και αφού παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις (Α.Π. 1196/2020, Α.Π. 87/2019, Α.Π. 2225/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ενδίκου υποθέσεως, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Ο ενάγων και ήδη καλών Λ. Α. Δ., με την από 10-08-2004 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 112512/3616/17-08-2004 αγωγή του, απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξέθετε ότι εργάστηκε στην εναγομένη και ήδη καθής η κλήση ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Α.
Ε. Ξ. και Τ. Ε. Γ.", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 13-03-1978 έως 09-06-2004, οπότε η αντίδικός του κατήγγειλε άκυρα τη σύμβαση εργασίας του, κατά παράβαση του άρθρου 281 του Α.Κ. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο, κατ' άρθρα 223, 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 του ΚΠολΔ, περιορισμό των αρχικά καταψηφιστικών κονδυλίων της αγωγής σε αναγνωριστικά, με σχετική προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις του, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσε, κατά τη προφορική συζήτηση της αγωγής, ζήτησε :
α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 09-06-2004 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ως καταχρηστική, για τους επικαλούμενους λόγους και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, με απειλή εις βάρος της χρηματικής ποινής, ύψους εκατόν πενήντα (150) ευρώ, για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής της προς την εκδοθησομένη απόφαση και β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει, ως μισθούς υπερημερίας, το ποσό των δύο χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα ενός ευρώ και σαράντα πέντε λεπτών (2.451,45) μηνιαίως, κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα και το ποσό πενήντα χιλιάδων (50.000,00) ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, επειδή η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από την εργοδότριά του συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του.
Επί της υποθέσεως αυτής εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, η με αριθμό 877/2006 οριστική απόφασή του, με την οποία η ανωτέρω αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της από 09-06-2004 καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως του ενάγοντος, υποχρεώθηκε δε η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, με την απειλή χρηματικής ποινής ύψους εκατό (100,00) ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής της προς την απόφαση αυτή και, περαιτέρω, αναγνωρίστηκε η υποχρέωσή της να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από την 09-06-2004 (χρόνος καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως εργασίας) έως 07-03-2006 (οπότε συζητήθηκε η ένδικη αγωγή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο) το συνολικό χρηματικό ποσό των εξήντα χιλιάδων εκατόν ογδόντα ενός ευρών και εβδομήντα οκτώ λεπτών (60.181,78) με το νόμιμο τόκο από τότε που κατέστη απαιτητή η κάθε παροχή μέχρι την εξόφληση και το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Κατά της αποφάσεως του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου, η εναγομένη άσκησε την από 14-06-2006 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 5185/15-06-2006 έφεσή της, καθώς και τους από 20-07-2006 και αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 959/01-09-2006 δι'ιδίου δικογράφου πρόσθετους αυτής λόγους. Επί της εφέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 4282/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε στο σύνολό της, για το ενιαίο της εκτελέσεώς της, την εκκαλουμένη με αριθμό 877/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν, αναγνώρισε ότι η επίδικη από 09-06-2004 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, ήταν άκυρη, ως καταχρηστική, κατ' άρθρο 281 του Α.Κ.
και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα, το χρηματικό ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, επικυρώνοντας, ως προς το μέρος αυτό, την απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου, περαιτέρω, δε, σε αντίθεση με τα όσα είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των τριάντα χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα τεσσάρων ευρώ και έξι λεπτών (30.454,06) για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 10-06-2004 έως 07-03-2006, αφού αφαίρεσε το ποσό της συντάξεως που ο ενάγων ελάμβανε κατά μήνα από τον ασφαλιστικό του φορέα (Ι.Κ.Α.) κατά παραδοχή της κατ' άρθρο 656 εδ.
δ'του Α.Κ., σχετικής ενστάσεως της εναγομένης. Ακολούθως, κατά της ανωτέρω τελεσιδίκου αποφάσεως η εναγομένη άσκησε την από 15-11-2007 πρώτη αίτηση αναιρέσεως. Επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 76/2010 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία, κατ' ευδοκίμηση του δευτέρου αναιρετικού λόγου και κατ' ορθή υπαγωγή από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠοΔ (και όχι από τον αριθμ. 1, όπως στο αναιρετήριο αναφέρεται) αναιρέθηκε η τότε προσβαλλόμενη απόφαση κατά το αναφερόμενο σ' αυτή μέρος, ήτοι κατά το κεφάλαιό της που δέχθηκε υπερημερία της εναγομένης, ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος, καθώς και ως προς την αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης να καταβάλει στον αντίδικό της μισθούς υπερημερίας για το ως άνω χρονικό διάστημα και η υπόθεση παραπέμφθηκε, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών), συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση (άρθρο 590 παρ. 3 του ΚΠολΔ), προκειμένου κατά την εκφορά νέας ουσιαστικής κρίσης, επί του συναφούς λόγου της εφέσεως, να διαληφθούν σαφείς και πλήρεις παραδοχές, δυνάμενες να οδηγήσουν σε ασφαλή δικανική πεποίθηση περί του εάν, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα είχε αρθεί η υπερημερία της εναγομένης, ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος λόγω πραγματικής αδυναμίας αυτού να προσφέρει τις υπηρεσίες του, οφειλομένης σε προβλήματα υγείας.
Μετά από αυτά, η υπόθεση εισήχθη προς συζήτηση στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την από 28-09-2011 κλήση της εναγομένης, προκειμένου αυτό να δικάσει, ως δικαστήριο της παραπομπής, την από 14-06-2006 έφεση και τους από 20-07-2006 πρόσθετους λόγους έφεσης της εναγομένης κατά της προαναφερομένης και με αριθμό 877/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το αναιρεθέν μέρος.
Το τελευταίο, εξέδοσε την με αριθμό 1678/2015 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση και τον συναφή πρόσθετο λόγο, εξαφάνισε την εκκληθείσα με αριθμό 877/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τις αναφερόμενες στο σκεπτικό αυτής διατάξεις και, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως προς το αγωγικό κονδύλιο της επιδίκασης μισθών υπερημερίας, για τους ειδικότερα εκτιθέμενους στην απόφαση αυτή λόγους.
Την αναίρεση της ως άνω απόφασης ζήτησε ο ενάγων με την από 18-04-2018 δεύτερη αίτηση αναιρέσεως και επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 365/2021 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, η οποία, κατά παραδοχή του, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συναφούς δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, αναίρεσε εν μέρει την προσβληθείσα εφετειακή απόφαση.
Ενόψει δε του ότι επρόκειτο για δεύτερη αναίρεση, η υπόθεση κρατήθηκε, κατά το αναιρούμενο μέρος της, από το Δικαστήριο αυτό κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. γ' του ΚΠολΔ (όπως ισχύει) προς ουσιαστική εκδίκαση από το Τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάμβανε χώρα μετά από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους και, ως εκ τούτου, ο Άρειος Πάγος δικάζει πλέον την ουσία της υπόθεσης, κατά το ρηθέν μέρος, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Κατόπιν των ανωτέρω και σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην μείζονα νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν από την έκδοση της αναιρεθείσας με αριθμό1678/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η δε από 14-06-2006 έφεση κατά της με αριθμό 877/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 495, 499, 511, 513 παρ. 1β', 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2, 520 και 533 του ΚΠολΔ) και ο από 20-07-2006 πρόσθετος λόγος αυτής, ο οποίος παραδεκτώς ασκήθηκε κατ' άρθρο 520 παρ. 2 και 674 παρ. 1 του ΚΠολΔ (πριν την κατάργησή του με το ν. 4335/2015), απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του καλούντος - εφεσιβλήτου δεδομένου ότι η έλλειψη του στοιχείου της υπερημερίας της εναγομένης συνέχεται αναγκαίως με το εκκληθέν κεφάλαιο της απόφασης, η οποία, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, έκρινε άκυρη, ως καταχρηστική, την καταγγελία της επίδικης συμβάσεως εργασίας, πρέπει να συνεκδικαστούν και να επανεξεταστούν ως προς την νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, μέσα στα όρια που διαγράφονται από τις παραπάνω αναιρετικές αποφάσεις (άρθρα 579 παρ. 1, 580 παρ. 3, 4 και 581 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Ειδικότερα, η έρευνα αυτή θα περιοριστεί στο κεφάλαιο της απόφασης που αναιρέθηκε, καθώς και στα κεφάλαια που συνδέονται άρρηκτα με αυτό, ενώ δεν θα επανεξεταστούν οι μη αναιρεθείσες διατάξεις της εκκαλούμενης απόφασης, οι οποίες έχουν πλέον καταστεί αμετάκλητες, εφόσον δεν ανατράπηκαν με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου, που εκδόθηκαν επί των προαναφερομένων αιτήσεων αναίρεσης .
Επειδή, κατά το άρθρο 656 του Α.Κ., αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη, από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανωτέρα βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία του σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης όμως έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από τον μισθό κάθε τι, που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από την ματαίωση της εργασίας ή την παροχή της αλλού. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 349 του Α.Κ., σύμφωνα με την οποία "ο δανειστής γίνεται υπερήμερος, αν δεν αποδέχεται την παροχή, που του προσφέρεται. Η προσφορά πρέπει να είναι πραγματική και η προσήκουσα", προκύπτει ότι ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής του μισθού, αν η αδυναμία του να αποδεχθεί την εργασία του μισθωτού οφείλεται σε ανωτέρα βία. Απαλλάσσεται, επίσης, εάν, κατά τη διάρκεια της υπερημερίας ή αδυναμίας του, για αποδοχή της εργασίας είχε και ο μισθωτός περιπέσει σε αδυναμία να προσφέρει τις υπηρεσίες του, που δεν καλύπτεται από τα άρθρα 657, 658 του Α.Κ. ή δεν θα τις προσέφερε, έτσι κι' αλλιώς, ακόμη και αν ο εργοδότης θα ήταν σε θέση να τις δεχθεί (Α.Π. 76/2010) .
Στην προκειμένη περίπτωση, με την με αριθμό 4282/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, έγιναν αμετακλήτως δεκτά, κατά το μη αναιρεθέν κεφάλαιο αυτής, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Η εναγομένη - εκκαλούσα, η οποία έχει ως αντικείμενο τις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και εκμεταλλεύεται, μεταξύ άλλων, και το επί της οδού …, αρ. 43, στην … ευρισκόμενο ξενοδοχείο P. προσέλαβε στις 13-3-1978, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον ενάγοντα, απόφοιτο σχολής ξενοδοχειακών επαγγελμάτων και τον απασχόλησε, αρχικά, ως σερβιτόρο.
Στη συνέχεια και λόγω της εργατικότητας και αποδοτικότητας που επέδειξε αυτός στην εργασία του, τον προήγαγε σε captain και, ακολούθως, σε προϊστάμενο προσωπικού. Με την ιδιότητά του αυτή ο ενάγων ήταν υπεύθυνος για την εύρεση των καταλλήλων προσώπων για την επάνδρωση του προσωπικού της επιχείρησης, για την καθημερινή παραγωγική απόδοση των εργαζομένων, την έκδοση προγραμμάτων εργασίας όλου του προσωπικού, την έκδοση της μισθοδοσίας τους, σε συνεργασία με το λογιστήριο, την εργασιακή και ασφαλιστική τους τακτοποίηση έναντι των αρμοδίων Αρχών και γενικά είχε την εποπτεία για κάθε τι που αφορούσε τους 150 περίπου εργαζόμενους του ξενοδοχείου.
Παράλληλα, οι εκπρόσωποι της εναγομένης είχαν αναθέσει στον ενάγοντα από το έτος 1989 και την παρακολούθηση δύο σημαντικών αποθηκών του ξενοδοχείου, εκείνη των οινοπνευματωδών ποτών και εκείνη του ηλεκτρολογικού υλικού, με τις συναφείς με αυτές αρμοδιότητες, ήτοι την καταγραφή του Stock, τη χορήγηση ποτών στο μπαρ και του ηλεκτρολογικού υλικού στους ηλεκτρολόγους.
Επιπλέον, από το έτος 1997, ο ενάγων ανέλαβε και τη διεύθυνση των τμημάτων επισιτισμού του ξενοδοχείου, τον έλεγχο και την υπογραφή όλων των σχετικών τιμολογίων, τη διαμόρφωση της σύνθεσης του μενού και των τιμοκαταλόγων των εστιατορίων, των μπαρ και των δεξιώσεων. Με τις παραπάνω αυξημένες του αρμοδιότητες ο ενάγων απασχολήθηκε στο ως άνω ξενοδοχείο της εναγομένης έναντι μηνιαίων αποδοχών που διαμορφώθηκαν σταδιακά στο ποσό των 2.451,45 ευρώ.
Προσέφερε δε τις υπηρεσίες του με ιδιαίτερο ζήλο και εργατικότητα, για πολλές ώρες ημερησίως, χωρίς να τηρεί συμβατικό ωράριο εργασίας, επιδιώκοντας το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, σύμφωνα πάντοτε με τις εντολές και τις απαιτήσεις της εναγομένης. Κατά τον τρόπο αυτό εργάστηκε μέχρι τις αρχές του έτους 2004, οπότε παρουσίασε αιφνίδια, σοβαρό πρόβλημα υγείας και ειδικότερα στεφανιαία νόσο ενός αγγείου της καρδιάς, εξαιτίας της οποίας υποχρεώθηκε να υποβληθεί στις 15-2-2004, σε χειρουργική επέμβαση ανοικτής καρδιάς, στο Νοσοκομείο "Ερρίκος Ντυνάν".
Λόγω της χειρουργικής επέμβασης του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια μέχρι τις 14-5-2004. Μετά τη λήξη της αναρρωτικής του άδειας, ο ενάγων επέστρεψε αμέσως στην εργασία του, ασκώντας και πάλι με ευσυνειδησία τα καθήκοντά του όπως έπραττε και όλα τα προηγούμενα έτη, μέχρι τότε. Τα όργανα, όμως, της εναγομένης φοβούμενα ότι μετά την επελθούσα σοβαρή βλάβη της υγείας του και τη χειρουργική επέμβαση, στην οποία υποβλήθηκε, δεν θα μπορούσαν πλέον να απαιτήσουν από τον ενάγοντα να απασχολείται με τους ίδιους εντατικούς ρυθμούς εργασίας, ούτε να έχει τόσες όπως πριν πολυποίκιλες υπευθυνότητες, κατήγγειλαν στις 9-6-2004 τη σύμβαση εργασίας του, καταβάλλοντος σ' αυτόν τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως.
Σημειωτέον, ότι κατά το χρόνο αυτό ο ενάγων ήταν ηλικίας 52 ετών, έγγαμος και πατέρας δύο τέκνων που σπούδαζαν στο Πανεπιστήμιο. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ένδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, έγινε στα πλαίσια της αναδιοργάνωσης του προσωπικού της, προκειμένου το ξενοδοχείο της να ανταποκριθεί στη φιλοξενία επισήμων προσώπων κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν διευκρινίστηκε σε τι συνίστατο η αναδιοργάνωση αυτή, ουδόλως αποδείχθηκε.
Ενόψει των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, όχι για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την ανάγκη καλύτερης επιδίωξης του οικονομικού σκοπού της με την οργανωτική αναδιάρθρωση αυτής ή λόγω της αρνητικής εξέλιξης των οικονομικών αποτελεσμάτων της, ούτε εξαιτίας της πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων του ενάγοντος ή της μη προσήκουσας συμπεριφοράς αυτού, αλλά αποκλειστικά για την αιτία που προαναφέρθηκε, δηλαδή εξαιτίας της προκληθείσας βλάβης της υγείας του, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών συνθηκών, ήτοι των πολλών (26) ετών υπηρεσίας του ενάγοντος στην επιχείρηση της εναγομένης, της αφοσίωσης και του ζήλου που επέδειξε στην εργασία του, καθόλο το ως άνω χρονικό διάστημα, των οικογενειακών του βαρών και της δυσκολίας εξεύρεσης άλλης ανάλογης εργασίας, ενόψει της ηλικίας του και της επιβάρυνσης της υγείας του ".
Περαιτέρω, από την (επαν)εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων Κ. Β. Ν. και Δ. Χ. Τ., που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του, αντίγραφο των οποίων επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, εκτιμώμενες δε και σταθμιζόμενες, ανάλογα με το λόγο της γνώσης και το βαθμό αξιοπιστίας καθενός από τους εξετασθέντες, σε συνδυασμό με όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα υπό των διαδίκων έγγραφα, δημόσια και ιδιωτικά, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τα οποία με τον ίδιο τρόπο επαναπροσκομίζονται από αυτούς και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου που καθίστανται κοινά για την απόδειξη των ισχυρισμών και του άλλου διαδίκου (άρθρο 346 του ΚΠολΔ), έστω και αν δεν μνημονεύονται ένα προς ένα (Α.Π. 187/2010, Α.Π. 1697/2010, Α.Π. 152/2002) και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3 339 και 395 του ΚΠολΔ - Α.Π. 60/2008, Α.Π. 1201/2007) για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη σημείωση παρακάτω, χωρίς, όμως, να αγνοείται η σημασία και η σπουδαιότητα των υπολοίπων και χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την επανεκτίμηση της ουσίας της διαφοράς (Α.Π. 1659/2005, Α.Π. 250/2000) μεταξύ των οποίων (αποδεικτικών μέσων) περιλαμβάνονται και οι μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. 9078, 9079 και 9080.17-05-2005 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ι.
Γ. Α., Χ. Α. Ν. και Σ. Θ. Δ., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες παραδεκτώς λαμβάνονται υπόψη, αφού ελήφθησαν με την επιμέλεια του ενάγοντος και μετά την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων, κατ' άρθρο 671 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την έναρξη εφαρμογής του ν. 4335/2015, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης (βλ.
την υπ' αριθμ. 11441Γ'/13-05-2005 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δημητρίου Λεων. Παπαδάκου, σε συνδ. με την από 12-05-2005 Εξώδικη Γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων), καθώς και την υπ' αριθμ. 125/08-01-2013 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Α. Γ. Σ., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία λήφθηκε μετά την πρωτοβάθμια δίκη, με την επιμέλεια του ενάγοντος και μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης (βλ.
την υπ' αριθμ. 903Γ/07-01-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Απόστολου Β. Κατσαρού, σε συνδ. με την από 04-01-2013 Εξώδικη Γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων) την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ο ενάγων, ως νέο αποδεικτικό στοιχείο στη δευτεροβάθμια δίκη, προς απόδειξη του ισχυρισμού του περί της υπερημερίας της εναγομένης και αντίκρουση της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου της ενδίκου εφέσεως και του προσθέτου αυτής λόγου, ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό της περί άρσης της υπερημερίας της, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ) αποδείχθηκαν, αναφορικά με τον αγωγικό ισχυρισμό περί υπερημερίας της εναγομένης, ως προς την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντος, που αποτελεί, όπως προεκτέθηκε, αντικείμενο έρευνας του παρόντος Δικαστηρίου, τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά :
Ο ενάγων, μετά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του εκ μέρους της εναγομένης, υπέβαλε στον ασφαλιστικό του φορέα (Ι.Κ.Α.) την υπ' αριθμ. 180369/20-10-2004 αίτησή του για απονομή συντάξεως αναπηρίας. Το Υποκατάστημα Ι.Κ.Α.-ΕΤΑΜ συντάξεων Αθηνών, αφού έλαβε υπόψη την με αριθμό 371/11-01-2005 Γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής, με την υπ' αριθμ. 3561/10-02-2005 απόφαση του Διευθυντή του, χορήγησε στον ενάγοντα προσωρινή πλήρη σύνταξη, λόγω αναπηρίας, ποσοστού 80%, για το από 11-06-2004 έως 31-10-2005 χρονικό διάστημα ανερχομένη στο ποσό των χιλίων διακοσίων δέκα ευρώ και ενενήντα τριών λεπτών (1.210,93) μηνιαίως, καταβλητέο από 11-6-2004 και η οποία (σύνταξη) ανανεώθηκε και για το από 01-11-2005 έως 31-10-2007 χρονικό διάστημα, με την υπ' αριθμ. 34288/10-12-2007 απόφαση του αρμοδίου Διευθυντή του Ι.Κ.Α., αναγνωριζομένου ποσοστού αναπηρίας του ενάγοντος, για το διάστημα αυτό, 67%.
Σημειώνεται ότι την έννοια της αναπηρίας, τη χρονική διάρκεια αυτής για την απονομή σύνταξης, καθώς και το ποσό αυτής, καθορίζει η παρ. 5 του άρθρου 27 του Ν. 1902/1990, όπως ισχύει. Από τη διάταξη αυτή καθιερώνονται τρεις βαθμίδες αναπηρίας : α) Βαριά με ποσοστό 80%, β) Συνήθης με ποσοστό 67% και γ) Μερική με ποσοστό 50%, για τις οποίες (βαθμίδες) προβλέπεται ειδική μεταχείριση και συγκεκριμένα η βαριά αναπηρία δίνει δικαίωμα για πλήρη σύνταξη, η συνήθης για τα 3/4 (75%) αυτής και η μερική για το 1/2 (50%) της σύνταξης.
Η εναγομένη, έλαβε γνώση της συνταξιοδοτήσεως του ενάγοντος, μετά την συζήτηση της ένδικης αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και μετά την άσκηση της από 14-06-2006 εφέσεώς της, κατόπιν της από 14-06-2006 αιτήσεώς της προς το Ι.Κ.Α. και της από 05-07-2006 αιτήσεώς της προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών. Ενόψει λοιπόν της συνταξιοδοτήσεως του ενάγοντος από τον Φορέα στον οποίο ήταν ασφαλισμένος (Ι.Κ.Α.), η οποία καλύπτει όλο το επίδικο χρονικό διάστημα και της αδυναμίας του να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην εναγομένη για λόγους υγείας, δηλαδή για λόγους υποκειμενικούς και μόνο που αφορούσαν το πρόσωπό του, η τελευταία δεν είχε υποχρέωση, κατά το διάστημα αυτό, να απασχολεί πραγματικά τον ενάγοντα στην εργασία που προηγουμένως ασκούσε.
Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του ότι δηλαδή η υποβολή αιτήσεως συνταξιοδοτήσεως δεν σήμαινε ότι δεν ήταν σε θέση να παρέχει πραγματικά και προσηκόντως την εργασία του στην εναγομένη, αλλά υπαγορεύθηκε από λόγους βιοπορισμού και μόνο, καθόσον η τελευταία δεν αποδεχόταν τις υπηρεσίες του, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε και πιστοποιήθηκε από την αρμόδια αρχή, ήταν ιδιαίτερα σοβαρό, γεγονός που ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις αυξημένες αρμοδιότητες και στους εντατικούς ρυθμούς της συγκεκριμένης εργασίας, η οποία, όπως παραπάνω αναπτύχθηκε, ήταν ιδιαίτερα κοπιαστική και απαιτητική.
Ομοίως, απορριπτέος κρίνεται, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι, ακόμα και στην περίπτωση που αδυνατούσε να παρέχει την συγκεκριμένη εργασία, υπό τους προηγούμενους όρους, η εναγομένη ήταν υποχρεωμένη, ασκώντας το διευθυντικό της δικαίωμα, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρα 288, 652 του Α.Κ.), να αναπροσαρμόσει τους όρους εργασίας του, αναθέτοντας σε αυτόν καθήκοντα διαφορετικά από εκείνα που ασκούσε προηγουμένως και τα οποία ήταν ικανός να παράσχει, σύμφωνα με την κατάσταση της υγείας του, καθόσον από κανένα βάσιμο στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε ότι ο ενάγων είχε ζητήσει και αποδεχόταν να συνεχιστεί η εργασιακή του σύμβαση με διαφορετικούς όρους.
Τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά συνάγονται από τη συνεκτίμηση και τη συγκριτική αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, οι οποίοι βεβαιώνουν, μεταξύ άλλων, τον ζήλο και την ευσυνειδησία που επεδείκνυε ο ενάγων ακόμα και πριν την λήξη της αναρρωτικής του άδειας, προσφέροντας τις υπηρεσίες του όταν τον καλούσε η εργοδότρια εταιρεία, σε συνδυασμό και με τις, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος Ι.
Γ. Α., Χ. Α. Ν. και Σ. Θ. Δ.. Περαιτέρω, όμως, η ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ένορκη κατάθεση του μάρτυρος Α. Γ. Σ., ο οποίος βεβαιώνει, μεταξύ άλλων, κατ' ακριβή μεταφορά, ότι : " ... Από ότι έμαθα αργότερα, τον Οκτώβριο του 2004, έκανε αίτηση για σύνταξη αναπηρίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούσε να εργάζεται. Το ότι μπορούσε να εργάζεται το απέδειξε τουλάχιστον για ένα δίμηνο (μέσα Απριλίου έως μέσα Ιουνίου 2004) που ερχόταν στη δουλειά καθημερινά.
Αλλά κάτι έπρεπε να κάνει για να έχει ένα σταθερό εισόδημα. Και αφού είχε τις προϋποθέσεις για σύνταξη αναπηρίας το έκανε. Είμαι σίγουρος από συζητήσεις μαζί του ότι εάν τον ξαναζητούσαν για δουλειά στο P. θα σταματούσε την σύνταξη αναπηρίας για να ξαναπιάσει δουλειά ... υποχρεώθηκε ουσιαστικά να μην εργάζεται όχι γιατί δεν μπορούσε αλλά γιατί τον έδιωξαν και δεν μπορούσε πλέον λόγω ηλικίας να βρεί αλλού δουλειά ...
και οι ιδιοκτήτες γνώριζαν ήδη από το έτος 2005 ότι ο κ. Λ. Δ. είχε λάβει σύνταξη αναπηρίας ", δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε διαφορετική κρίση ως προς την αδυναμία του ενάγοντος να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην εναγομένη. Και τούτο διότι η κατάθεσή του αυτή καταρρίπτεται από το περιεχόμενο των υπ' αριθμ. 3561/10-02-2005 και 34288/10-12-2007 Αποφάσεων των αρμοδίων Διευθυντών του ασφαλιστικού οργανισμού του ενάγοντος, έγγραφα τα οποία παραδεκτώς μετ' επικλήσεως προσκομίστηκαν για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη (άρθρο 529 ΚΠολΔ) καθόσον, όπως παραπάνω αναφέρθηκε το γεγονός της συνταξιοδοτήσεως του ενάγοντος αγνοούσε η εναγομένη κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης.
Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω, η εναγομένη δεν κατέστη υπερήμερη δανείστρια, ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος και υπερήμερη οφειλέτρια, ως προς την καταβολή των αποδοχών του μετά την από 9-6-2004 άκυρη καταγγελία της επίδικης συμβάσεως εργασίας και, ως εκ τούτου, το αγωγικό αίτημα περί επιδικάσεως μισθών υπερημερίας, τυγχάνει απορριπτέο ως αβάσιμο κατ' ουσίαν.
Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του κατέληξε σε αντίθετη κρίση και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα ως μισθούς υπερημερίας το συνολικό χρηματικό ποσό των εξήντα χιλιάδων εκατόν ογδόντα ενός ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών (60.181,78), για το από 10-06-2004 έως 07-03-2006 χρονικό διάστημα, πλημμελώς τις αποδείξεις εκτίμησε και εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, όπως βάσιμα υποστηρίζει η εναγομένη, με την υπό κρίση έφεσή της και τον συναφή πρόσθετο αυτής λόγο, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατ' ακολουθία αυτών, μετά την αναίρεση (για δεύτερη ήδη φορά) της προσβαλλομένης αποφάσεως και ενόψει του ότι η υπόθεση έχει κρατηθεί για ουσιαστική κρίση (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ), πρέπει κατά παραδοχή των συνεκδικαζομένων από 14-06-2006 εφέσεως και από 20-07-2006 προσθέτου λόγου αυτής να εξαφανιστεί η με αριθμό 877/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά ένα μέρος, όπως στο σκεπτικό αναφέρεται και δικάζοντας επί της ενδίκου αγωγής να απορριφθεί αυτή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ως προς το σχετικό αγωγικό κονδύλιο επιδίκασης στον ενάγοντα μισθών υπερημερίας (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, λόγω των πολλαπλών νομικών ζητημάτων που αντιμετωπίστηκαν και του δυσερμηνεύτου του κανόνος δικαίου (άρθρο 656 εδ. β' του Α.Κ.) που εφαρμόστηκε για την υπόθεση αυτή (άρθρα 179 εδ. τελ. του ΚΠολΔ) όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, την από 14-06-2006 έφεση και τους δι'ιδίου δικογράφου ασκηθέντες από 20-07-2006 πρόσθετους αυτής λόγους κατά της με αριθμό 877/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Δέχεται τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση και τον πρόσθετο αυτής λόγο, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, ήτοι ως προς το αγωγικό κονδύλιο επιδίκασης μισθών υπερημερίας. Εξαφανίζει την εκκαλούμενη με αριθμό 877/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος αυτό. Δικάζει επί της από 10-08-2004 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 112512/3616/17-08-2004 αγωγής, κατά το μέρος αυτό.
Απορρίπτει την αγωγή, ως προς το εν λόγω αίτημα. Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ