Legislator Case Law & Legislation
1481/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court decision regarding employer's right to terminate employee contract.

Case Number 1481/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a final labor court decision regarding an employer's right to terminate an employee's contract. The employer argued that the termination was a necessary measure to protect company interests and maintain labor peace, while the employee claimed it constituted an abuse of rights. The court found that the employer's conduct did not create workplace disruption or undermine trust, rendering the employee's claim invalid. Consequently, the appeal was granted in part, and the case was remanded for a new substantive hearing.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The employer's right to terminate a labor contract is not an abuse of rights if the termination serves legitimate business interests and does not disrupt workplace harmony or violate the principle of good faith.

Keywords

AI generated
labor contract termination abuse of rights employer's legitimate interest labor peace protection good faith principle appeal against labor court substantive remand

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure
Article 568(4) and 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 581 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1481 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1481/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Απριλίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΘΝΙΚΩΝ ΟΔΙΚΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ",όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αναστάσιου Ταρπινίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ε. Π. του Δ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 22549/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2319/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-7-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Kατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την ... /14-1-2019 έκθεση επιδόσεως του Θ. Κ., δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση της αναιρεσείουσας προς τον αναιρεσίβλητο για να παραστεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ' αυτόν. Ο αναιρεσίβλητος, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά τη δικονομική απουσία του αναιρεσίβλητου (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2).

2. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-20111 υπ' αριθ. έκθ. καταθέσεως 28411/2011 αγωγή που άσκησε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Με την αγωγή αυτή, επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στο πλαίσιο της οποίας προσέφερε τις υπηρεσίες του στην επιχείρηση της εναγομένης ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου και έχοντας παράλληλα την ιδιότητα του συνδικαλιστικού στελέχους, ζητούσε να αναγνωριστεί ως άκυρη η από 17.6.2011 καταγγελία της συμβάσεώς του, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, αφενός αυτή έγινε από λόγους εκδίκησης, εξαιτίας της συνδικαλιστικής του δράσης, αφετέρου, διότι δεν προηγήθηκε προσφυγή της εναγομένης εταιρείας στην Επιτροπή Προστασίας Συνδικαλιστικών Στελεχών, κατ' άρθρ. 14 και 15 του Ν.1264/1982.

Περαιτέρω, ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει νομιμότοκα αποδοχές υπερημερίας συνολικού ποσού 21.819,76 € για το διάστημα από 17.6.2011 έως 17.6.2012, καθώς και ποσό 30.000,00 € για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, επιπλέον δε, να υποχρεωθεί να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, με τους ίδιους όρους και συνθήκες εργασίας, με τις οποίες εργαζόταν μέχρι την ημέρα της απολύσεώς του.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 22549/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία την απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την από 19-9-2012 έφεσή του. Επ'αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2561/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εξαφάνισε την ως άνω πρωτόδικη απόφαση και δέχτηκε εν μέρει την αγωγή αναγνωρίζοντας ότι η ένδικη καταγγελία της συμβάσεώς εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη και υποχρέωσε την εναγομένη εταιρεία να του καταβάλει νομιμότοκα για αποδοχές υπερημερίας το ποσό των 20.967,03 €.

3. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως η εναγομένη άσκησε την από 14.5.2014 αίτηση αναίρεσης , ζητώντας την αναίρεσή της κατά το μέρος που έκανε δεκτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, προβάλλοντας ότι η συγκεκριμένη απόφαση αφενός περιείχε αιτιολογίες ανεπαρκείς και αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), αφετέρου ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο νομίμως επικληθέν και προσκομισθέν που θα μπορούσε να έχει επίδραση στο διατακτικό της αριθ. 11 ΚΠολΔ). Επ'αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 860/2015 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου με την οποία αναιρέθηκε η 2561/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση, ως προς το κεφάλαιο που αναιρέθηκε, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου (Εφετείο Θεσσαλονίκης), το οποίο, εξέδωσε την προσβαλλόμενη 2319/2017 απόφαση, με την οποία εξαφάνισε και πάλι την άνω πρωτόδικη και αφού δέχθηκε μερικά την αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη και υποχρέωσε την εναγομένη εταιρεία να του καταβάλει για αποδοχές υπερημερίας νομιμοτόκως το ποσό των 20.967,03 €.

3. Η κρινόμενη από 16-7-2018 και με αριθ καταθ 2339/2018 αίτηση αναίρεσης κατά της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).

4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 5 του ν.1264/1982 είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσεως εργασίας των μελών της διοικήσεως συνδικαλιστικής οργανώσεως, μεταξύ των οποίων, αν δεν προβλέπεται από το καταστατικό της, προστατεύονται κατά σειρά ο Πρόεδρος, Αναπλ. Πρόεδρος ή Αντιπρόεδρος, Γενικός Γραμματέας, κλπ., κατά τη διάρκεια της θητείας τους και ένα (1) χρόνο μετά τη λήξη της, εκτός αν υπάρχει ένας από τους λόγους, που αναφέρονται στην παρ. 10 του ίδιου άρθρου και διαπιστωθεί η ύπαρξή του κατά τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 15 του ίδιου νόμου.

Η απαρίθμηση των λόγων είναι περιοριστική και έτσι δεν επιτρέπεται η καταγγελία για λόγους άλλους από εκείνους που προβλέπει η παρ. 10 του άρθρου 44 ούτε με διεύρυνσή τους με την μέθοδο της αναλογίας. Εφόσον δεν τηρήθηκε η προαναφερόμενη διαδικασία η γενόμενη καταγγελία είναι άκυρη και ο εργοδότης, εκτός της υποχρεώσεως του προς καταβολή των αποδοχών του μισθωτού συνδικαλιστικού στελέχους κατά το χρόνο της υπερημερίας του, είναι υποχρεωμένος σε επαναπρόσληψη αυτού, απειλουμένων μάλιστα των ποινών των προβλεπομένων από το άρθρο 23.

Είναι αλήθεια, όπως προεκτέθηκε, ότι διεύρυνση των λόγων απολύσεως για τους οποίους είναι, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 10 του ν. 1264/1982, επιτρεπτή η καταγγελία της εργασιακής σχέσεως, απαγορεύεται, γιατί η πιο πάνω διάταξη αποτελεί εξαίρεση του απαγορευτικού κανόνα και η απαρίθμηση των λόγων καταγγελίας είναι περιοριστική.

Σε περίπτωση όμως που η συμπεριφορά του συνδικαλιστικού στελέχους μισθωτού εξέρχεται από τα όρια της γνήσιας συνδικαλιστικής δράσεως, με την οποία πράγματι επιδιώκεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν.δ 1264/1982, η διαφύλαξη και η προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων, και εξικνείται μέχρι διαπράξεως ποινικού αδικήματος σε βάρος του εργοδότη ή μέχρι σημείου παραβάσεως θεμελιωδών υποχρεώσεων του προστατευόμενου συνδικαλιστή, ή με πράξεις ή παραλείψεις του εκ κακοβουλίας του έχει καταστήσει αδύνατη ή έχει θέσει σε κίνδυνο τη λειτουργία της επιχειρήσεως ή του τμήματος στο οποίο εργάζεται, τότε η επίκληση προστασίας του λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως ως συνδικαλιστικού στελέχους, για απόληψη αποδοχών υπερημερίας και επαναπρόσληψή του, μπορεί να αποκρουστεί από τον εργοδότη ως καταχρηστική.

Γιατί είναι αλήθεια ότι οι πιο πάνω προστατευτικές διατάξεις τέθηκαν για να διαφυλαχθεί το συνδικαλιστικό στέλεχος, το οποίο, λόγω της αναπτυσσόμενης συνδικαλιστικής του δράσεως, έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα του εργοδότη, με αποτέλεσμα την όξυνση της σχέσεως του με αυτόν. Όταν όμως επέδειξε την προαναφερόμενη συμπεριφορά, ο εξαναγκασμός του εργοδότη να έχει στη εργασία του τέτοιο κακόβουλο μισθωτό υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών.

Είναι αυτονόητο ότι την έλλειψη κλίματος συνεργασίας και την προαναφερόμενη αναταραχή στον εργασιακό χώρο μπορεί να επικαλεστεί ο εργοδότης, όταν δεν είναι υπαίτιος της δημιουργίας τους. Η διαπίστωση της συνδρομής ή μη τέτοιας καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος δεν είναι έργο της επιτροπής του άρθρου 15 του ν. 1264/1982, η οποία αποφαίνεται αν συντρέχει ή όχι κάποιος νόμιμος λόγος για την εγκυρότητα της απολύσεως του συνδικαλιστικού στελέχους, αλλά των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία επιλαμβάνονται σχετικής αγωγής, για καταβολή αποδοχών υπερημερίας και για επαναπρόσληψη του ακύρως απολυθέντος συνδικαλιστικού στελέχους (ΑΠ 860/2015, 1684/2010, 364/2007, 199/1990, 197/1990).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς (ΑΠ 1102/2003).

5. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: Ο ενάγων προσελήφθη στις 17-4-2001 από την εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, που έχει ως αντικείμενο την μεταφορά εμπορευμάτων με εγκαταστάσεις στο ..., με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παράσχει σ' αυτήν τις εργασίες του ως οδηγός αυτοκίνητου, με συμφωνηθέν ωράριο εργασίας 40 ωρών εβδομαδιαίως, από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή και αμειβόμενος με την εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων όλης της χώρας.

Κατά την πρόσληψή του ήταν έγγαμος και είχε προϋπηρεσία οδηγού, την οποία γνωστοποίησε στην εναγόμενη. Σε εκτέλεση της σύμβασης, ο ενάγων άρχισε να εργάζεται στην εναγομένη με την παραπάνω ειδικότητα και η εργασιακή σχέση που συνέδεε τους διαδίκους εξελίχθηκε αρχικά χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, παρόλο που ο ενάγων είναι συνδικαλιστής με έντονη δράση, κάτι που γνώριζε η εναγομένη, και μέλος και Γενικός Γραμματέας του πρωτοβαθμίου σωματείου οδηγών αυτοκινήτων Μακεδονίας - Θράκης "...".

Ακολούθως, στις 26-6-2010 ο ενάγων εξελέγη Πρόεδρος της ... (...), που εδρεύει στην …, κάτι που γνωστοποιήθηκε αμέσως στην εναγομένη με το με αρ. πρωτ. ...-6-2010 έγγραφο της παραπάνω Ομοσπονδίας. Το γεγονός αυτό δημιούργησε έντονη αντιπαράθεση μεταξύ του ενάγοντος και του Κ. Κ., πρώην προέδρου της Ομοσπονδίας και ήδη προέδρου του παραπάνω πρωτοβαθμίου Σωματείου, του οποίου ο ενάγων ήδη πριν από την εκλογή του ως προέδρου της Ομοσπονδίας αποτελούσε απλό μέλος του 7μελούς Διοικητικού Συμβουλίου.

Ειδικότερα, το ΔΣ του παραπάνω σωματείου δεν αναγνώριζε την εκλογή του ενάγοντος ως προέδρου της Ομοσπονδίας, αμφισβητώντας τη νομιμότητα των αρχαιρεσιών και στη συνεδρίασή του της 5-8-2010 αποφάσισε τη διαγραφή του ενάγοντος και από απλό μέλος του σωματείου. Μάλιστα, στις 9-8-2010 γνωστοποίησε προς την εναγομένη, εργοδότρια του ενάγοντος, τη με αρ.

πρωτ. .../9-8-2010 Δήλωση-Βεβαίωσή του, στην οποία αναφέρει την παραπάνω διαγραφή του ενάγοντος για λόγους, όπως αναφέρει, "που δεν συμβαδίζουν από μέρους του με τις αρχές, τις αποφάσεις και τις δραστηριότητες του συνδικάτου". Τα παραπάνω, καθώς και την αμφισβήτηση της νομιμότητας της εκλογής του ενάγοντας ως προέδρου της Ομοσπονδίας, αναφέρει το παραπάνω σωματείο και στην με αρ.

πρωτ. .../14-9-2010 ανακοίνωσή του προς τη ΣΕΠΕ Σίνδου, που αναρτήθηκε και στο χώρο του λιμένος Θεσσαλονίκης, όπου δραστηριοποιείται και η εναγομένη εργοδότρια του ενάγοντος. Η εναγόμενη, έχοντας πληροφορηθεί όλα τα παραπάνω, και ενδιαφερόμενη για τη νομιμότητα της εκλογής του ενάγοντος ως προέδρου της Ομοσπονδίας, αφού μετά από αυτήν όφειλε να του χορηγεί συνδικαλιστικές άδειες μετ' αποδοχών (ενώ μέχρι τότε του χορηγούσε απλές συνδικαλιστικές άδειες), άρχισε να αμφισβητεί και η ίδια τη νομιμότητα αυτή.

Όμως η εκλογή του ενάγοντος ως προέδρου της Ομοσπονδίας ήταν έγκυρη, καθώς δεν ασκήθηκε καμία προσφυγή για τη νομιμότητα των σχετικών αρχαιρεσιών (βλ. και το με αρ. .../4-8-2010 Πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Αθηνών), ενώ δεν έλαβε χώρα ούτε και νόμιμη διαγραφή του από το παραπάνω πρωτοβάθμιο σωματείο. Παρόλα αυτά, οι διαμάχες μεταξύ του ενάγοντος και του Κ.

Κ., αλλά και εργαζομένων, προσκείμενων στον τελευταίο, συνεχίζονταν. Ο ενάγων, μάλιστα, με μία υπερβολική, όχι όμως και ασυνήθιστη στο χώρο των συνδικαλιστικών (και όχι μόνον) αντιπαραθέσεων, έκφραση, είχε αποκαλέσει άλλους υπαλλήλους της εναγομένης και μέλη του σωματείου "τσιράκια του Κ.". Το γεγονός αυτό το είχαν μεταφέρει οι τελευταίοι στον Π.

Σ., νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης, εργοδότριας του ενάγοντος. Εξάλλου, στις 10-12-2010 η εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία συνεργάζεται με την εναγόμενη, ενημέρωσε εγγράφως την τελευταία ότι ο ενάγων δημιουργεί προβλήματα με τους υπαλλήλους της εταιρίας της και ένταση στους χώρους, που διατηρεί για τη φόρτωση των εμπορευμάτων, καθώς αρνείται μαζί και με έναν ακόμα οδηγό της να υπογράφει δήλωση ότι αναλαμβάνει την ευθύνη για την φόρτωση και την μεταφορά των εμπορευμάτων, καθώς κατά καιρούς, λόγω αμελούς συμπεριφοράς ορισμένων οδηγών, κατά την μεταφορά των εμπορευμάτων, κατέβαλε πρόστιμα.

Περαιτέρω, στα πλαίσια της έντασης που είχε δημιουργηθεί μεταξύ των διαδίκων, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης Π. Σ., στις 20-8-2010, κατέθεσε μήνυση κατά του ενάγοντος, ισχυριζόμενος ότι στις 19-8-2010 τον απείλησε στο χώρο της εργασίας του, λέγοντας "θα σας κλείσω την επιχείρηση όπως έκλεισα του Η., θα πάθεις τα ίδια όπως έπαθε η επιχείρηση του Η.", ενώ στις 18-1-2011 κατέθεσε (ο ίδιος εκπρόσωπός της) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης τη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2094/2011 αγωγή του κατά του ήδη ενάγοντος και ο τελευταίος στις 9-3-2011 κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης τη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 8739/2011 αντίθετη αγωγή του, κατά της ήδη εναγόμενης εταιρείας και του νομίμου εκπροσώπου της.

Και οι δύο αγωγές είχαν σαν αίτημα την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία. Με την πρώτη αγωγή ο εκπρόσωπος της ήδη εναγόμενης ισχυρίσθηκε ότι ο εκεί εναγόμενος εκδηλώνει επιθετική σε βάρος του συμπεριφορά, ότι τον απείλησε στις 19.8.2010 ότι θα του κλείσει την επιχείρηση, ότι έχει υπεροπτική στάση και ισχυρίζεται ότι δεν φοβάται κανένα γιατί είναι ο Πρόεδρος της ..., ότι χρησιμοποιεί τη συνδικαλιστική του ιδιότητα, για να κρατήσει στο απυρόβλητο την εργασιακή του σχέση και ότι προκάλεσε βλάβη στην εταιρία, αποστέλλοντάς του την από 6.12.2010 εξώδικη δήλωση, στην οποία ψευδώς αναφέρει ότι ο δεύτερος εναγόμενος παρακινεί οδηγούς συναδέλφους του δεύτερου ενάγοντος, να μη του μιλούν και να τον προπηλακίζουν, με την ανοχή του δεύτερου εναγομένου.

Ενώ με τη δεύτερη αγωγή, ο ήδη ενάγων ισχυρίσθηκε ότι ο εκπρόσωπος της ήδη εναγομένης λόγω της εναντίωσής του στη συνδικαλιστική του δράση και με σκοπό να τον διώξει ποινικά, ώστε στη συνέχεια να τον απολύσει, αλλά και να ανακόψει τη συνδικαλιστική του δράση, υπέβαλε στις 20.8.2010 (την παραπάνω αναφερόμενη) ψευδή εν γνώσει του μήνυση σε βάρος του ότι δήθεν στις 19.8.2010 ο τελευταίος τον απείλησε ότι θα του κλείσει την επιχείρηση και κατέθεσε σε βάρος του την (παραπάνω αναφερόμενη) με αριθμό κατάθεσης 2094/2011 αγωγή αποζημίωσης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Η πρώτη από τις παραπάνω αναφερόμενες αγωγές έγινε εν μέρει δεκτή σε πρώτο βαθμό με την 19339/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ενώ για τη δεύτερη εκδόθηκε η 17070/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της αγωγής του ήδη ενάγοντος, εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η εκδίκαση της παραπάνω αντίθετης σε βάρος του αγωγής.

Εξάλλου, και επί της παραπάνω αναφερόμενης μήνυσης δεν εκδόθηκε ποτέ απόφαση επί της ουσίας, καθώς η μήνυση αυτή τέθηκε στο αρχείο κατ' άρθρο 4 του ν. 4043/2012 με διάταξη του Εισαγγελέα Πλημ/κών Θεσσαλονίκης. Ωστόσο αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, σε σχέση με τα αναφερόμενα στις παραπάνω αγωγές και μήνυση, τα εξής, κρίσιμα και για την παρούσα υπόθεση, πραγματικά περιστατικά :

Ότι υπήρξε μεν έντονη λεκτική αντιπαράθεση του ενάγοντος, που φοβόταν ότι η εναγομένη αναζητούσε αφορμή για να τον απολύσει, και του νομίμου εκπροσώπου της εναγόμενης, μετά την αμφισβήτηση της νομιμότητας της εκλογής του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης, όμως ο πρώτος δεν χρησιμοποίησε την παραπάνω απειλή, που επικαλέσθηκε ο τελευταίος στη μήνυση του, δηλαδή δεν απείλησε ότι θα κλείσει την επιχείρηση της εργοδότριάς του (κάτι που άλλωστε από πουθενά δεν προέκυψε ότι είχε την παραμικρή δυνατότητα να πράξει), παρά μόνον θέλησε να προασπίσει την εκλογή του και τη συνδικαλιστική του δράση, θεωρώντας την αμφισβήτηση της εκλογής του ως ανάμειξη της εργοδότριάς του στα εσωτερικά της συνδικαλιστικής αντιπαράθεσής του με τον Κ.

Κ. και υπενθυμίζοντας απλώς στον εκπρόσωπο της εναγομένης την υποχρέωση της εργοδότριάς του να μην αναμιγνύεται στις σχετικές αντιπαραθέσεις. Περαιτέρω, όμως, και ο εκπρόσωπος της ήδη εναγόμενης πίστευε, λόγω της έντονης αντιπαράθεσής του με τον ενάγοντα, ότι η μήνυσή του αυτή ήταν βάσιμη. Εξάλλου, ο ήδη ενάγων δεν επεδείκνυε υπεροπτική στάση σε βάρος του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, ούτε χρησιμοποιούσε τη συνδικαλιστική του ιδιότητα για να κρατήσει στο απυρόβλητο την εργασιακή του σχέση, αλλά επιζητούσε τη νόμιμη προστασία (και από την απόλυση) που του παρείχε η ιδιότητά του αυτή.

Περαιτέρω, ναι μεν ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης δεν παρακινούσε οδηγούς συναδέλφους του ενάγοντος, να μη του μιλούν και να τον προπηλακίζουν, όμως επειδή υπήρχε έντονη αντιπαράθεση μεταξύ των αντιπάλων συνδικαλιστικών παρατάξεων και επειδή ο εκπρόσωπος της εναγομένης είχε πάρει το μέρος των αντιπάλων του ενάγοντος, αυτός πίστευε ότι για κάποιες από τις πιο έντονες εκδηλώσεις της αντιπαράθεσης αυτής ευθυνόταν και ο εκπρόσωπος της εναγόμενης.

6. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 17-6-2011 η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντoς καταβάλλοντάς του τη νόμιμη αποζημίωση. Η καταγγελία αυτή, με βάση και τα όσα παραπάνω αναφέρθηκαν, δεν έγινε για λόγους εμπάθειας της εναγόμενης και εκδίκησης για τη συνδικαλιστική δράση του ενάγοντος, αλλά επειδή η εναγόμενη θεωρούσε (με βάση όσα προηγήθηκαν και κατά τη δική της, βέβαια, κρίση) ότι έτσι προασπίζει καλύτερα τα συμφέροντα της επιχείρησής της (ως προς τη συνεργασία της με άλλες επιχειρήσεις, ως προς τη διασφάλιση της εργασιακής ειρήνης στο χώρο της και, βέβαια, ως προς τη χορήγηση συνδικαλιστικών αδειών μετ' αποδοχών στον ενάγοντα, του οποίου και αυτή αμφισβητούσε τη νομιμότητα εκλογής).

Επομένως δεν είναι άκυρη ως καταχρηστική και η βάση αυτή της αγωγής πρέπει να απορριφθεί σαν ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ένδικη καταγγελία, είναι άκυρη διότι έγινε κατά τη διάρκεια της θητείας του ενάγοντος ως συνδικαλιστικού στελέχους, χωρίς την τήρηση εκ μέρους της εναγομένης, που, δια του νομίμου εκπροσώπου της Π.

Σ., γνώριζε την ιδιότητα αυτή του ενάγοντος, της διαδικασίας προσφυγής στην επιτροπή προστασίας συνδικαλιστικών στελεχών, με συνέπεια η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας να εξακολουθεί να υφίσταται και ο ενάγων να δικαιούται μισθούς υπερημερίας από την ημερομηνία της παραπάνω (άκυρης) απόλυσής του.

Η εναγομένη πρόβαλε την νόμιμη (από το άρθρο 281 του ΑΚ) ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος για την επίκληση από αυτόν της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας για την απόληψη μισθών υπερημερίας και πραγματική απασχόλησή του, ισχυριζόμενη ότι η, περιγραφόμενη λεπτομερώς από την ίδια, συμπεριφορά του εξέρχεται από τα όρια της νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης του:

Σχετικά με την ένσταση αυτή της εναγομένης αποδείχθηκαν τα εξής περιστατικά : Την 10-12-2010 η εταιρία με την επωνυμία "… ΑΕ" ενημέρωσε εγγράφως την εναγόμενη ότι ο ενάγων δημιουργεί προβλήματα με τους υπαλλήλους της εταιρίας της, επειδή ο ίδιος μαζί με έναν ακόμη οδηγό της αρνείται να υπογράψει δήλωση ότι αναλαμβάνει την ευθύνη για την φόρτωση και μεταφορά των εμπορευμάτων.

Επίσης, η ενάγουσα κατέθεσε μήνυση κατά του ενάγοντα για την πράξη της απειλής και συγκεκριμένα ότι την απείλησε την 19-8-10 στον χώρο της εργασίας του ότι θα κλείσει την επιχείρησή της, όπως έκανε και στην επιχείρηση του Η., όπως επίσης και την προαναφερόμενη αγωγή εναντίον του για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης λόγω τελεσθείσας αδικοπραξίας σε βάρος της.

Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων στα πλαίσια της έντονης διαμάχης που είχε με τον πρόεδρο του σωματείου "..." διαπληκτιζόταν με άλλους συναδέρφους του, υπαλλήλους της εναγομένης και μέλη του συνδικάτου, αποκαλώντας τους όπως προαναφέρθηκε "τσιράκια του Κ.".

7. Οι Α. Σ., Γ. Χ. και Ν. Ι., στην από 31-5-12 υπ' αρ. ... ένορκη βεβαίωσή τους ενώπιον της συμβ/φου Ο. Ξ. δήλωσαν ότι στις αρχές Ιουνίου του 2011 ο ενάγων μέσα στην μάντρα της επιχείρησης, ανέφερε μπροστά σε συναδέλφους ότι για την δουλειά τους έπαιρναν διπλό μεροκάματο, ένα από τον Σ. και ένα από τον Κ., δηλαδή τον συνδικαλιστικό αντίπαλό του και για τον λόγο αυτό ζήτησαν από τον εργοδότη τους (νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης) να παρέμβει και να απομακρύνει τον ενάγοντα από την επιχείρηση διότι αδυνατούσαν να εργαστούν μέσα σε συνθήκες προσβολών και εξευτελισμού.

Ωστόσο, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις των εργαζομένων της επιχείρησης της εναγόμενης, αξιολογούνται ανάλογα, και συγκεκριμένα, λαμβάνοντας υπόψη ότι πέραν του γεγονότος ότι οι μάρτυρες αυτοί είναι εν ενεργεία εργαζόμενοι στην επιχείρηση της ενάγουσας, και εξαρτημένοι οικονομικά από αυτή, δόθηκαν ομαδικά την ίδια ημέρα, μαζί με άλλες πολλές ένορκες βεβαιώσεις άλλων συναδέλφων τους, οι οποίοι όλοι μαζί κλήθηκαν με πρωτοβουλία της εργοδότριάς τους, να καταθέσουν ενώπιον της συμ/φου Ο.

Ξ., στον χώρο εργασίας τους, δηλαδή στην επιχείρηση της εναγομένης. Σημειώνεται εξάλλου, ότι στο ίδιο αυτό περιστατικό αναφέρθηκε και ο μάρτυρας της εναγομένης, που κατέθεσε ενόρκως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όμως, από την κατάθεσή του αυτή, ουδόλως συνάγεται ότι ο ενάγων με την συμπεριφορά του είχε διαμορφώσει δυσβάστακτες συνθήκες εργασίας για τους λοιπούς εργαζόμενους διαταράσσοντας σοβαρά την εργασιακή ειρήνη.

Ο ίδιος δε αυτός μάρτυρας κατέθεσε ότι την ίδια ημέρα που, πράγματι, ο ενάγων ξεπέρασε τα όρια της ευπρέπειας, οι συνάδελφοί του, στους οποίους απευθύνθηκε εκνευρίστηκαν και του είπαν "να συμμαζευτεί και να προσέχει τι λέει", ενώ πήγαν στην συνέχεια στον εργοδότη τους και του ζήτησαν να απολύσει τον ενάγοντα.

Η συμπεριφορά όμως αυτή του ενάγοντα ούτε αποδείχθηκε ότι οφείλονταν σε κακοβουλία του, ούτε αποτελεί παράβαση θεμελιωδών υποχρεώσεών του ως εργαζομένου με συμπεριφορά που εξέρχεται των ορίων της γνήσιας συνδικαλιστικής του δράσης. Το τελευταίο δε αυτό περιστατικό έλαβε χώρα στα πλαίσια της διένεξης του ενάγοντος με το συνδικαλιστικό του αντίπαλο Κ.

Κ. και η αντιπαράθεση αυτή μεταφέρθηκε στην επιχείρηση της εργοδότριάς του, όχι όμως με πρωτοβουλία του ενάγοντος, αλλά της αντίθετης πλευράς. Οι έντονες δε διενέξεις του ενάγοντος με πέντε από τους συναδέλφους του, όπως ανέφεραν και στην προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωσή τους, ουδόλως αποδείχθηκε ότι έθεσε σε προφανή κίνδυνο την ομαλή λειτουργία της επιχείρησης της εναγομένης, διαταράσσοντας την δυνατότητα αρμονικής και ομαλής συνεργασίας του προσωπικού της, λαμβάνοντας υπόψη επιπλέον ότι, κατά τα εκτιθέμενα στις έγγραφες προτάσεις της εναγόμενης, η επιχείρησή της απασχολεί πλέον των πενήντα εργαζόμενων.

Σημειώνεται άλλωστε, ότι οι αντίπαλοι του ενάγοντα στους οποίους συγκαταλέγονται και συνάδελφοί του στην επιχείρηση της εναγομένης, τάχθηκαν με όσα υποστήριζε ο Κ. Κ., περί παράνομης εκλογής του ενάγοντα, αν και ουδέποτε προσέβαλαν την εκλογή αυτή με νόμιμο τρόπο. Επιπλέον, η εναγόμενη έναν μήνα περίπου μετά τη συζήτηση της αγωγής, στις 27-6-2012, επαναπροσέλαβε τον ενάγοντα.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι από πουθενά δεν προκύπτει ότι η εναγόμενη εξαναγκάσθηκε (όπως υποστηρίζει) στην επαναπρόσληψη αυτή λόγω ελέγχων που προκαλούσε στα φορτηγά της η Ομοσπονδία, της οποίας πρόεδρος ήταν ο ενάγων, αφού ούτε αποδεικνυεται ότι οι έλεγχοι ήταν υπερβολικοί και ασυνήθιστοι, ούτε και προκύπτει ότι η Ομοσπονδία είχε τέτοια πρόσβαση στις αρμόδιες αρχές, δεδομένου και του ότι η εναγομένη δεν προέβη σε κάποια σχετική καταγγελία στα αρμόδια όργανα.

Επίσης, το πρώτο προαναφερόμενο περιστατικό, το οποίο γνωστοποίησε η εταιρία "… ΑΕ" στην εναγομένη, εντάσσεται στα πλαίσια της θεμιτής συνδικαλιστικής δράσης του ενάγοντος, αφού σκοπός του ήταν να εξασφαλίσει τους συναδέλφους του εργαζομένους, τους οποίους εκπροσωπούσε, από εμπλοκή τους σε ευθύνες για τη φόρτωση των εμπορευμάτων της παραπάνω, συνεργαζόμενης με την εναγομένη, εταιρίας.

Το δεύτερο περιστατικό κατά το οποίο με βάση τους ισχυρισμούς της εναγόμενης ο ενάγων την απείλησε πως << θα την κλείσει >>, δεν αποδείχθηκε, ενώ η σχετική μήνυση της εναγόμενης για απειλή σε βάρος της, τέθηκε από τον αρμόδιο Εισαγγελέα, στο αρχείο λόγω της ελαφράς του απαξίας. Όσον αφορά δε την ανταλλαγή αγωγών, αποτελεί, σε σημαντικό βαθμό, προσωπική αντιπαράθεση του ενάγοντος με τον εκπρόσωπο της εναγομένης, με αιτήματα καθαρά αστικής φύσης (χρηματικές ικανοποιήσεις λόγω ηθικής βλάβης), που επιλέχθηκε να λυθεί με σχετικά ήπιο τρόπο (προσφυγή στα αρμόδια πολιτικά Δικαστήρια).

Η αντιπαράθεση αυτή δημιουργήθηκε ως επακόλουθο της νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης του ενάγοντος και την ξεκίνησε ο εκπρόσωπος της εναγομένης και όχι ο ενάγων. Εξάλλου, η συμπεριφορά του ενάγοντος, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι η εναγομένη αναμίχθηκε στην έντονη ως άνω συνδικαλιστική αντιπαράθεση, παίρνοντας σαφή θέση κατά του ενάγοντος και υπέρ του αντιπάλου του, δεν δημιούργησε κατ' αντικειμενική κρίση αναταραχή στον εργασιακό χώρο, ούτε κλόνισε την εμπιστοσύνη της εναγομένης στο πρόσωπό του.

Επίσης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τα συμφέροντα της εναγομένης διασφαλίζονται αποτελεσματικά με τη μη εξακολούθηση της εργασιακής σχέσης της με τον ενάγοντα και ότι ο εξαναγκασμός της εναγομένης, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να διατηρήσει οπωσδήποτε τον ενάγοντα στην εργασία, σε οποιαδήποτε θέση ή και με τη λήψη άλλων ηπιότερων μέτρων, αντιβαίνει στην αρχή της καλής πίστεως.

7. Επομένως, η παραπάνω ένσταση της εναγομένης πρέπει να απορριφθεί σαν ουσιαστικά αβάσιμη. Συνακόλουθα η εναγομένη που, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας, κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος, του οφείλει αποδοχές υπερημερίας. Κατά το χρόνο της απόλυσής του, ο μηνιαίος μισθός που καταβαλλόταν στον ενάγοντα ανερχόταν σε 1.504,81 Ευρώ, ποσό που δεν αμφισβητείται από την εναγομένη και, άλλωστε, αναγράφεται στη συνταχθείσα από την ίδια καταγγελία της σύμβασης εργασίας του.

Επομένως, με βάση και τους υπολογισμούς του ενάγοντος, αυτός δικαιούται: Για μηνιαίους μισθούς του διαστήματος από 17.6.2011 έως 1.6.2012 (ημερομηνία συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) σε (11 μήνες + 13/30 - του μήνα, δηλαδή ((11*1.504,81 )+(13/30*1.504,81)) σε 17.204,99 Ευρώ. Για επίδομα αδείας του 2011 στο 1/2 του μηνιαίου μισθού, δηλαδή σε (1.504,81/2) 752,41 Ευρώ.

Για αναλογία δώρου Χριστουγέννων του 2011 σε : 22/25 του μηνιαίου μισθού, δηλαδή σε (22/25*1.504,81) 1.324,23 Ευρώ. Για δώρο Πάσχα του 2012 στο 1/2 του μηνιαίου μισθού, δηλαδή σε (1.504,81/2) 752,41 Ευρώ. Για επίδομα αδείας του 2012 στο 14 του μηνιαίου μισθού, δηλαδή σε (1.504,81/2) 752,41 Ευρώ. Και για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2012 στα 3/25 του μηνιαίου μισθού, δηλαδή σε (1.504,81 *(3/25)) 180,58 Ευρώ.

Συνολικά, δηλαδή, ο ενάγων δικαιούται ως αποδοχές υπερημερίας (17.204,99 + 752,41 + 1.324,23+ 52,41 + 752,41 + 180,58) 20.967,03 Ευρώ. Πρέπει, επομένως, η αγωγή να γίνει δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 17-6- 2011 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα συνολικό ποσό 20.967,03 Ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από τότε που κάθε παροχή κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή δηλαδή από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα ως προς τις μηνιαίες αποδοχές, από την 31η Δεκεμβρίου του αντίστοιχου έτους ως προς τα δώρα Χριστουγέννων και το επίδομα αδείας και από την 30η Απριλίου του αντίστοιχου έτους ως προς το δώρο Πάσχα.

Το αίτημα για επαναπρόσληψη του ενάγοντος από την εναγόμενη πρέπει να απορριφθεί ως άνευ αντικειμένου, μετά την προαναφερθείσα επαναπρόσληψή του που έγινε μετά τη συζήτηση της αγωγής. Τέλος, οι παραπάνω περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η απόλυση του ενάγοντος, δεν επιφέρουν μείωση της επαγγελματικής του αξίας και της υπόληψής του, ούτε προσβάλλουν γενικότερα την προσωπικότητά του, ώστε να δικαιούται χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη και το σχετικό αγωγικό κονδύλιο πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Επομένως, η εκκαλουμένη, που απέρριψε την αγωγή κατά παραδοχή της ένστασης της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος, έσφαλε σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να εξαφανισθεί, κατά μερική παραδοχή των σχετικών λόγων της έφεσης. Στη συνέχεια πρέπει, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί αυτή κατ' ουσίαν, να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το παραπάνω ποσό των 20.967,03 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους κατά τις παραπάνω αναφερόμενες διακρίσεις.

8. Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αιτιολογίες αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα το Εφετείο δέχτηκε ότι: 1) << η καταγγελία αυτή, με βάση και τα όσα παραπάνω αναφέρθηκαν, δεν έγινε για λόγους εμπάθειας της εναγόμενης και εκδίκησης για τη συνδικαλιστική δράση του ενάγοντος, αλλά επειδή η εναγόμενη θεωρούσε (με βάση όσα προηγήθηκαν και κατά τη δική της βέβαια κρίση) ότι έτσι προασπίζει καλύτερα τα συμφέροντα της επιχείρησής της (ως προς τη συνεργασία της με άλλες επιχειρήσεις και ως προς τη διασφάλιση της εργασιακής ειρήνης στο χώρο της..>> και 2) << η συμπεριφορά του ενάγοντος, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι η εναγομένη αναμίχθηκε στην έντονη ως άνω συνδικαλιστική αντιπαράθεση, παίρνοντας σαφή θέση κατά του ενάγοντος και υπέρ του αντιπάλου του, δεν δημιούργησε κατ' αντικειμενική κρίση αναταραχή στον εργασιακό χώρο, ούτε κλόνισε την εμπιστοσύνη της εναγομένης στο πρόσωπό του.

Επίσης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τα συμφέροντα της εναγομένης διασφαλίζονται αποτελεσματικά με τη μη εξακολούθηση της εργασιακής σχέσης της με τον ενάγοντα και ότι ο εξαναγκασμός της εναγομένης, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να διατηρήσει οπωσδήποτε τον ενάγοντα στην εργασία, σε οποιαδήποτε θέση ή και με τη λήψη άλλων ηπιότερων μέτρων, αντιβαίνει στην αρχή της καλής πίστεως...>>.

Η αντιφατικότητα των ανωτέρω υπό στοιχ 1 και 2 παραδοχών, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη απόρριψη της παραδεκτώς προβληθείσας στα Δικαστήρια της ουσίας από την εναγομένη ένστασης κατάχρησης δικαιώματος, κατά τα ανωτέρω, συνίσταται στο ότι δεν μπορεί ταυτόχρονα αφενός να θεωρείται δικαιολογημένη και εντός των ορίων της καλής πίστης γενομένη η επίδικη καταγγελία, διότι, σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου, η καταγγελία αυτή αποτέλεσε μέτρο προάσπισης των συμφερόντων της εργοδοτικής επιχείρησης, τόσο ως προς τη συνεργασία της με άλλες επιχειρήσεις όσο και κυρίως ως προς την διασφάλιση της εργασιακής ειρήνης, αφετέρου να κρίνεται ότι η ίδια συμπεριφορά δεν προκαλεί αναταραχή στον εργασιακό χώρο και δεν κλονίζει την εμπιστοσύνη της εναγομένης στο πρόσωπο του ενάγοντος.

Συνεπώς o πρώτος από τους λόγους της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η αναιρετική πλημμέλεια του αρθ 559 παρ 19 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.

9. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ η έρευνα του 2ου λόγου της αιτήσεως αποβαίνει περιττή. Περαιτέρω, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης υπ` αριθ. 2319/2017 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που επιλήφθηκε μετ` αναίρεση της προηγούμενης υπ` αριθ. 2561/2013 απόφασης του, κατόπιν παραπομπής από τον Άρειο Πάγο με την υπ` αριθ. 860/2015 απόφασή του, πρέπει η υπόθεση να κρατηθεί και να δικασθεί, κατά τα παραπάνω κεφάλαιά της για τα οποία αναιρέθηκε, από τον Άρειο Πάγο στην ουσία, κατ` άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ., σε νέα όμως προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, που θα οριστεί με φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων, ώστε κατ` αυτή οι διάδικοι, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή, γνωρίζοντας επακριβώς το εύρος της αναιρετικής απόφασης, να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ` αριθ. 2319/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά τα κεφάλαια που αναφέρονται στο αιτιολογικό.

Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση ως προς αυτά σε νέα συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, κατά την οποία θα επαναφερθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.

Καταδικάζει τoν αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Δεκεμβρίου 2019.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ