Legislator Case Law & Legislation
1481/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in defamation case, rejecting constitutional proportionality argument due to lack of factual connection.

Case Number 1481/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a final judgment awarding damages for defamation. The appellants argued the lower court violated the principle of proportionality by awarding excessive compensation, but the court found their arguments factually disconnected from the proven intent and knowledge of the defendants. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible because the constitutional claim did not address the actual legal basis of the original decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the constitutional argument regarding proportionality relies on a factual premise unrelated to the specific legal reasoning and proven intent of the parties in the original judgment.

Keywords

AI generated
defamation damages principle of proportionality admissibility of appeal factual connection constitutional review judicial discretion legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 25(1) of the Constitution
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1481 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1481/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 98/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 2) Δ. Σ. του Π., κατοίκου ..., 3) Α. Β. του Γ., κατοίκου ... και 4) Χ. Α. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Κοκκονό.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ζερβάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 224/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 436/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-7-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπ’ αριθ. 224/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά των αναιρεσειόντων περί αποζημιώσεως λόγω συκοφαντικής δυσφημίσεως. Ακολούθως, με την υπ’ αριθ. 436/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, η έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων απορρίφθηκε από ουσιαστική άποψη. Κατά της απόφασης αυτής οι τελευταίοι άσκησαν την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθούν οι λόγοι της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή στηρίζει την κρίση της σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που δεν καλύπτει όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου στην περίπτωση κανόνα δικαίου (ανεπαρκείς αιτιολογίες).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η πιο πάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις του νομικού συλλογισμού ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, εφ’ όσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι επί της ουσίας και κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ενόψει των ελεγχόμενων αναιρετικών λόγων, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Οι διάδικοι είναι μέλη και συνεταίροι του αστικού συνεταιρισμού με την επωνυμία: "... Π.Ε.", ο οποίος εδρεύει στη ….

Στις 7.10.2001 οι συνεταίροι του ως άνω Συνεταιρισμού συνήλθαν σε γενική συνέλευση στα γραφεία τούτου με θέματα: α) την έγκριση ισολογισμού έτους 2000 και ισολογισμού της 31.1.2000 ως και των αποζημιώσεων και των δαπανών του Συνεταιρισμού του έτους 2000, β) την έγκριση εκθέσεως εποπτικού συμβουλίου και ανακοινώσεις και λήψεις αποφάσεων.

Κατά τη διάρκεια της συνελεύσεως και τη συζήτηση των θεμάτων της ο ενάγων έλαβε το λόγο και με σκοπό να υποστηρίξει την αναγκαιότητα διενέργειας διαχειριστικού ελέγχου στον Συνεταιρισμό για τα παρελθόντα έτη από ορκωτούς λογιστές, δήλωσε ενώπιον των παρισταμένων μελών, μιλώντας ... και κατ’ εντολή και για λογαριασμό και του Δ.

Α., ο οποίος απουσίαζε από τη συνέλευση τα εξής: "Ο κ. Α. μίλησε για κλέφτες και μέλος του διοικητικού συμβουλίου του είπε ότι δεν εκδίδουμε (εννοώντας τον Συνεταιρισμό) τιμολόγια για να κερδίζουμε τον ΦΠΑ." Ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος είχε διατελέσει Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του ως άνω Συνεταιρισμού επί πέντε συνεχόμενες θητείες, δηλαδή επί δεκαεπτά συναπτά έτη, θεώρησε ότι τα όσα ειπώθηκαν από τον ενάγοντα αντανακλούσαν στο πρόσωπό του, καθώς άφηναν αιχμές και υπόνοιες ότι τόσο ο ίδιος, όσο και τα λοιπά μέλη του διοικητικού συμβουλίου του εν λόγω Συνεταιρισμού υπεξαιρούσαν χρήματα τούτου και γι’ αυτό ήταν αναγκαίος ο διαχειριστικός έλεγχος από ορκωτούς λογιστές.

Το ίδιο δε προέκυψε από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων, Ι. Μ., που ήταν παρών στην ως άνω Γενική Συνέλευση, σύμφωνα με τον οποίο όταν ο ενάγων μιλούσε για κλέφτες απευθυνόταν στο εν ενεργεία και στα προηγούμενα Δ.Σ. Έτσι ο πρώτος εναγόμενος υπέβαλε την από 4.1.2002 έγκλησή του σε βάρος του ενάγοντος (όσο και του ως άνω Δ.

Α.), επί της οποία εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 195/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης με την οποία ο ενάγων καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 7 μηνών για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης. Εν συνεχεία δε ο πρώτος εναγόμενος άσκησε σε βάρος του την υπ’ αριθ. κατ. .../2006 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, ζητώντας, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί ο ενάγων να του καταβάλλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 79.997,07 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Ωστόσο, μετά την άσκηση έφεσης κατά της ως άνω υπ’ αριθ. 195/2006 απόφασης εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 361/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, σύμφωνα με την οποία δεν προέκυψε ότι τα όσα ανέφερε ο ενάγων σχετικά με τη μη έκδοση τιμολογίων από το Συνεταιρισμό ήταν ψευδή, αλλά αντίθετα αυτά ήταν απολύτως αληθή.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο ως άνω Συνεταιρισμός, που έχει ως σκοπό την πληρέστερη και επωφελέστερη αλληλασφάλιση και αντασφάλιση των αυτοκινήτων των μελών του, από της συστάσεώς του την 1.12.1989 δεν διέθετε λογιστικά βιβλία θεωρημένα από την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία …. Μόλις στις 6.11.1998 υπέβαλε δήλωση έναρξης εργασιών και απέκτησε αριθμό φορολογικού μητρώου.

Αποτέλεσμα αυτής της καταστάσεως ήταν, κατά τον διενεργηθέντα έλεγχο των οικονομικών στοιχείων του Συνεταιρισμού από το αρμόδιο Ελεγκτικό Κέντρο του Υπουργείου Οικονομικών, να επιβληθούν σε βάρος του πρόστιμα και προσαυξήσεις για την εκπρόθεσμη καταβολή φόρων. Ο έλεγχος δε αυτός επεκτάθηκε και σε παραβάσεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων και του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων, όπου διαπιστώθηκε ότι κατά τις διαχειριστικές περιόδους των ετών 1989 μέχρι 1998, δηλαδή επί σειρά εννέα (9) ετών, ο ως άνω Συνεταιρισμός δεν τηρούσε βιβλία γ’ κατηγορίας, δεν τηρούσε αναλυτικά καθολικά, δεν συνέτασσε απογραφές περιουσιακών στοιχείων, δεν συνέτασσε ισολογισμούς και λογιστικά αποτελέσματα χρήσης και δεν διαφύλασσε τα δικαιολογητικά εσόδων και παραστατικών.

Τα συνολικά πρόστιμα και λοιπές επιβαρύνσεις που επιβλήθηκαν στον εν λόγω Συνεταιρισμό εξαιτίας των προαναφερομένων φορολογικών παραβάσεων ανήλθαν στο ποσό των 91.530,02 ευρώ, για το οποίο ο Συνεταιρισμός έχει ασκήσει την από 27.11.2008 αγωγή κατά των πρώτου και δεύτερου εναγομένων, αλλά και κατά των Γ. Σ., Γ.

Β., οι οποίοι είχαν διατελέσει κατά διάφορα χρονικά διαστήματα μέλη του διοικητικού συμβουλίου του. Με την αγωγή αυτή αποδίδεται στους τελευταίους ότι η προαναφερόμενη ζημία προξενήθηκε λόγω της πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων τους ως προς τις φορολογικές υποχρεώσεις του Συνεταιρισμού. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 84/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του ως άνω Συνεταιρισμού κατά του πρώτου και δεύτερου των εκκαλούντων και τους υποχρέωσε να καταβάλουν σε αυτόν αποζημίωση για τη ζημία που του προκάλεσαν κατά την περίοδο που μετείχαν στη διοίκησή του.

Επιπλέον, ύστερα από διαχειριστικό έλεγχο που διενεργήθηκε τελικά από ορκωτούς λογιστές προς διερεύνηση τυχόν τελέσεως του αδικήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, χωρίς να επεκτείνεται ο έλεγχος αυτός σε τυχόν φορολογικά αδικήματα, διαπιστώθηκε συμπερασματικά σύμφωνα με την από 24.3.2005 έκθεση των ορκωτών λογιστών Κ.

Π. και Α. Φ., που εγχειρίσθηκε στο Πταισματοδικείο Σπάρτης, ότι το λογιστήριο του Συνεταιρισμού δεν τηρούσε λογιστικά βιβλία, δεν υπήρχαν αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου που να εγκρίνουν κάθε δαπάνη και δεν υπήρχε για το κρινόμενο χρονικό διάστημα καταγεγραμμένη στο Βιβλίο Πρακτικών Γενική Συνέλευση που να εγκρίνει τους απολογισμούς.

Κατά συνέπεια ήταν εύλογο να δημιουργηθεί στον ενάγοντα η πεποίθηση ότι στον Συνεταιρισμό λάμβαναν χώρα επιλήψιμες πράξεις, όταν μάλιστα διέβλεπε δυσχέρειες στη λήψη αποφάσεως για έλεγχο της διαχείρισης τούτου από ορκωτούς λογιστές. Επομένως και ως προς τη λέξη αυτή δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, αφού αποδεικνύεται ότι ο ενάγων δεν γνώριζε την αναλήθεια του γεγονότος.

Επιπλέον, δεν θεμελιώνεται ούτε το αδίκημα της απλής δυσφημίσεως σε βάρος του ενάγοντα, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 367 παρ. 1 περ. γ Π.Κ., αίρεται ο άδικος χαρακτήρας του εγκλήματος αυτού για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος, ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον.

Και πράγματι, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, ο ενάγων είχε δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την οικονομική διαχείριση του Συνεταιρισμού, αλλά και την νομότυπη διεκπεραίωση των υποθέσεων τούτου σε όλα τα επίπεδα, αφού ήταν μέλος και μέτοχος αυτού και ενεργούσε και για τη διαφύλαξη, δηλαδή την προστασία των νομίμων δικαιωμάτων του.

Ο μη ευπρεπής τρόπος έκφρασης με την αναφορά της λέξης "κλέφτες", παρότι αποτελεί έντονα αποδοκιμαστικό χαρακτηρισμό, δεν πρέπει να κριθεί μεμονωμένα, ώστε να θεωρηθεί ότι η χρήση της υπερβαίνει τον αναγκαίο τρόπο, με τον οποίο ο ενάγων, ενεργώντας και κατ’ εντολή και λογαριασμό και του Δ. Α., ενήργησε για την προστασία των συμφερόντων του.

Έτσι, η λέξη αυτή κρινόμενη στα πλαίσια της καταστάσεως συνδυασμό και με το γεγονός ότι ειπώθηκε στα πλαίσια γενικής συνελεύσεως με τις γνωστές σε όλους εντάσεις και διαξιφισμούς και στην προσπάθεια που αποσκοπούσε να μην καταψηφισθεί η πρόταση για διενέργεια ελέγχου των διαχειριστικών περιόδων τούτου από ορκωτούς λογιστές, δεν θεωρείται ότι υπερέβη το αναγκαίο μέτρο που χρησιμοποιήθηκε από τον ενάγοντα για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του, λαμβανομένης υπόψη και της απολογίας του ενάγοντα ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, που σαφώς κατέθεσε, ότι χρησιμοποιώντας τη λέξη αυτή δεν απέδιδε την ακριβή έννοια της.

Τέλος με βάση τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά, ουδόλως προέκυψε σκοπός εξυβρίσεως του πρώτου εναγομένου, αλλά αντίθετα σκοπός του ενάγοντα ήταν να πεισθούν τα μέλη της Συνελεύσεως του εν λόγω Συνεταιρισμού, ώστε να διενεργηθεί διαχειριστικός έλεγχος τούτου από ορκωτούς λογιστές. Σύμφωνα με το ανωτέρω σκεπτικό, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ναυπλίου αθώωσε τον ενάγοντα για την αποδιδόμενη σε αυτόν πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, κρίνοντας, επίσης, ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε τα αδικήματα της δυσφήμησης και της εξύβρισης.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος Δ. Μ. στις 9.2.2006, κατά τη διάρκεια της ανωμοτί εξέτασής του στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σπάρτης, ισχυρίστηκε επί λέξει ότι: "Στις 7.10.2001 ήρθε ο Μ. στη συνέλευση .... και είπε ότι το Δ.Σ. είναι κλέφτες...", "Δεν ξέρω μπορεί και να τον έβαλε ο Α. να το πει, το πίστευε και ο ίδιος", "Ο Μ.

μας είπε ότι ήρθα εξουσιοδοτημένος από τον Α. να σας πω κλέφτες". Επιπλέον, όπως προεκτέθηκε, στις 20.6.2006 ο πρώτος εναγόμενος κατέθεσε την από 16.3.2006 και με αριθμό κατάθεσης .../2006 αγωγή του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ζητώντας από τον ενάγοντα και τον τότε μέτοχο Δ. Α. να του καταβάλουν έκαστος το ποσό 79.997,07 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη και στην οποία αναφέρει επί λέξει: "....εννοώντας ότι ο διαχειριστικός έλεγχος ήταν απαραίτητος γατί τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου στα οποία ανήκα και εγώ είμαστε κλέφτες...", ενώ παρακάτω αναφέρει ότι "Όλα όσα είπαν οι εναγόμενοι ....

γνώριζαν πάρα πολύ καλά ότι ήταν ψευδή και τα είπαν με μόνο και αποκλειστικό σκοπό ... να δημιουργήσουν την εντύπωση στους συνεταίρους ότι είμαι ... εγκληματίας του κοινού ποινικού δικαίου...". Επομένως, ο πρώτος εναγόμενος στις ανωτέρω περιπτώσεις κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς ότι ο ενάγων αποκάλεσε κλέφτες σύσσωμο το ΔΣ του συνεταιρισμού, μεταξύ αυτών και τον ίδιο, γνωρίζοντας όμως (ο εναγόμενος) την αναλήθεια της δήλωσής του, βλάπτοντας έτσι την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντα.

Το γεγονός αυτό μάλιστα περιήλθε σε γνώση αόριστου αριθμού προσώπων, προκάλεσε δυσμενή σχόλια για τον ενάγοντα και εντός μάλιστα του επαγγελματικού του κύκλου. Ωστόσο, εφόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν γνώριζε την αναλήθεια της δήλωσής του, δεν μπορεί στοιχειοθετηθεί η πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ’ άρθρο 363 Π.Κ.

Περαιτέρω, ότι προχώρησε στην ως δήλωση από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, συνιστάμενο στο ενδιαφέρον για την οικονομική διαχείριση του Συνεταιρισμού, αλλά και τη νομότυπη διεκπεραίωση των υποθέσεων τούτου σε όλα τα επίπεδα, αφού ήταν μέλος και μέτοχος αυτού και ενεργούσε και για τη διαφύλαξη, δηλαδή την προστασία των νομίμων δικαιωμάτων του.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο ενάγων δεν υπερέβη τον αναγκαίο τρόπο, με τον οποίο, ενεργώντας και κατ’ εντολή και λογαριασμό και του Δ. Α., ενήργησε για την προστασία των συμφερόντων του. Έτσι, η λέξη αυτή κρινόμενη στα πλαίσια της καταστάσεως που είχε δημιουργηθεί στον Συνεταιρισμό, η οποία εκτέθηκε αναλυτικά παραπάνω, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι ειπώθηκε στα πλαίσια γενικής συνελεύσεως με τις γνωστές σε όλους εντάσεις και διαξιφισμούς και στην προσπάθεια που αποσκοπούσε να μην καταψηφισθεί η πρόταση για διενέργεια ελέγχου των διαχειριστικών περιόδων τούτου από ορκωτούς λογιστές, δεν θεωρείται ότι υπερέβη το αναγκαίο μέτρο που χρησιμοποιήθηκε από τον ενάγοντα για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.

Περαιτέρω, ο δεύτερος εναγόμενος, Δ. Σ., στις 9.2.2006 κατά την ένορκη εξέτασή του ως μάρτυρα επί της εγκλήσεως του πρώτου εναγομένου, στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σπάρτης κατέθεσε επί λέξει: "...Στη γενική συνέλευση που έγινε ο Μ. είπε ότι εξουσιοδοτήθηκε από τον Α. να πει ότι είσαστε κλέφτες..." και "..ο Μ. είπε ότι είμαι εξουσιοδοτημένος από τον Α.

να πω ότι είσαστε κλέφτες...". Επιπλέον, στις 8.6.2007 κατά την εξέταση μαρτύρων για την απόδειξη της ανωτέρω αναφερόμενης από 16.3.2006 αγωγής του πρώτου εναγομένου, εξετάστηκε ενόρκως ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος κατέθεσε επί λέξει "... Θυμάμαι τη φράση που ειπώθηκε ... Επάνω εκεί είπε ο εναγόμενος - είστε κλέφτες εξουσιοδοτούμαι και από τον Α...", "Για το Μ.

πήγαινε η φράση που είπε ο Μ.. Έγινε και λόγος για υπεξαίρεση χρημάτων, ότι δηλαδή την είχε κάνει ο Μ. και το ΔΣ", "...Δεν έμεινε αμφιβολία ότι όλα αυτά αφορούσαν τον Μ. και δεν έμεινε αμφιβολία και στα μέλη...", "...Αυτό έγινε γνωστό σε όλη τη …, συζητιόταν παντού αυτό...". Επίσης, στις 10.3.2009, κατά την εξέτασή του ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, ο δεύτερος εναγόμενος κατέθεσε επί λέξει "...Εκεί είπε ο Μ.

ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τον Α. να μας πει κλέφτες .... Όταν μιλάει για κλέφτες εννοεί ότι ο Πρόεδρος και τα μέλη έφαγαν χρήματα...". Επομένως, ο δεύτερος εναγόμενος στις ανωτέρω περιπτώσεις κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς ότι ο ενάγων αποκάλεσε κλέφτες σύσσωμο το Δ.Σ. του συνεταιρισμού, μεταξύ αυτών και τον πρώτο εναγόμενο, γνωρίζοντας (ο δεύτερος εναγόμενος) την αναλήθεια της δήλωσής του, βλάπτοντας έτσι την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντα.

Το γεγονός αυτό μάλιστα περιήλθε σε γνώση αόριστου αριθμού προσώπων, προκάλεσε δυσμενή σχόλια για τον ενάγοντα και εντός μάλιστα του επαγγελματικού του κύκλου. Επίσης, ο τρίτος εναγόμενος Α. Β., στις 9.2.2006 κατέθεσε επί λέξει ενώπιον του ΤριμΠλημΣπάρτης: "...ο Μ. είπε ότι είμαι εξουσιοδοτημένος από τον Α. να πω ότι είσαστε κλέφτες.

Εννοούσε το Δ.Σ. ... ". Παρόμοια κατέθεσε και στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ναυπλίου στις 10.3.2009 όταν είπε: "...Ο Μ. είπε ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τον Α. να μας πει ότι υπάρχουν κλέφτες ... Όταν υπάρχει απολογισμός μιας διοίκησης, κλέφτες θεωρείται το Δ.Σ. ...". Επομένως, ο τρίτος εναγόμενος στις ανωτέρω περιπτώσεις κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς ότι ο ενάγων αποκάλεσε κλέφτες σύσσωμο το Δ.Σ.

του συνεταιρισμού, μεταξύ αυτών και τον πρώτο εναγόμενο, γνωρίζοντας (ο εναγόμενος) την αναλήθεια της δήλωσης του, βλάπτοντας έτσι την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντα. Το γεγονός αυτό μάλιστα περιήλθε σε γνώση αόριστου αριθμού προσώπων, προκάλεσε δυσμενή σχόλια για τον ενάγοντα και εντός μάλιστα του επαγγελματικού του κύκλου.

Τέλος, ο τέταρτος εναγόμενος Χ. Α., στις 10.3.2009 κατέθεσε επί λέξει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου: "...ο Μ. απευθυνόμενος στο Δ.Σ. είπε ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τον Α. να μας πει κλέφτες...". Επομένως, ο τέταρτος εναγόμενος στην ανωτέρω περίπτωση κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς ότι ο ενάγων αποκάλεσε κλέφτες σύσσωμο το Δ.Σ.

του συνεταιρισμού, μεταξύ αυτών και τον πρώτο εναγόμενο, γνωρίζοντας (ο εναγόμενος) την αναλήθεια της δήλωσής του, βλάπτοντας έτσι την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντα. Το γεγονός αυτό μάλιστα περιήλθε σε γνώση αόριστου αριθμού προσώπων, προκάλεσε δυσμενή σχόλια για τον ενάγοντα και εντός μάλιστα του επαγγελματικού του κύκλου.

Ο δε ισχυρισμός των εναγομένων ότι δεν κατάλαβαν καλά τη δήλωση του ενάγοντα λόγω της έντασης και της φασαρίας κατά τη διάρκεια της γενικής συνέλευσης, ο οποίος επαναφέρεται με την κρινόμενη έφεση, δεν κρίνεται πειστικός, καθόσον, σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, συνέχισαν να ισχυρίζονται εν γνώσει τους το ίδιο ψεύδος.

Προς επίρρωση των ανωτέρω, ακόμη και ο μάρτυρας των εναγομένων, Ι. Μ., που ήταν παρών στην ως άνω Γενική Συνέλευση, κατέθεσε ότι, όταν ο ενάγων μιλούσε για κλέφτες, απευθυνόταν στο εν ενεργεία και στα προηγούμενα Δ.Σ. Οι παραπάνω αναλυτικά περιγραφόμενες παράνομες πράξεις των εναγομένων επέφεραν στη συγκεκριμένη περίπτωση προσβολή της τιμής, της υπόληψης και της προσωπικότητας του ενάγοντος ως κοινωνικού ατόμου και επαγγελματία, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζεται με επιφύλαξη από τους συναδέλφους του και να διασυρθεί το όνομά του στην κλειστή κοινωνία της Σπάρτης, κατά την πρόοδο και της ποινικής διαδικασίας με τις επ’ ακροατηρίω συζητήσεις.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη και δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, η οποία, λαμβάνοντας υπόψη: α) την ένταση της προσβολής του ενάγοντος, β) το βαθμό του πταίσματος εκάστου των εναγομένων, όπως προεκτέθηκε και γ) την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, ανέρχεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, όσον αφορά στον πρώτο εναγόμενο στο εύλογο ποσό των 3.000 ευρώ, όσον αφορά στον δεύτερο εναγόμενο στο ποσό των 2.000 ευρώ και όσον αφορά σε έκαστο των τρίτου και τέταρτου στο ποσό των 1.000 ευρώ." Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 του ΑΚ και 224 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 914, 932 του ΑΚ, 224, 225, 362, 363 του ΠΚ και δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής από αδικοπραξία λόγω συκοφαντικής δυσφημίσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, που τελέσθηκε με τις προαναφερόμενες ξεχωριστές πράξεις καθένα από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες (με την υποβολή έγκλησης ο πρώτος και τις καταθέσεις τους στο δικαστήριο ο καθένας απ’ αυτούς).

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται αντίστοιχα πλημμέλειες από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 (κατ’ ορθό χαρακτηρισμό) του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, ως προς τα παραπάνω ζητήματα το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πληρότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερόμενων στο αναιρετήριο νομικών και πραγματικών επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας. Ο λόγος όμως αυτός, είτε από τον αριθμό 1 είτε από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ήθελε εκτιμηθεί, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί διότι γίνεται μεν επίκληση και νομική ανάλυση της ανωτέρω διατάξεως, πλην όμως δεν δικαιολογείται με την αναφορά του αντίστοιχου πραγματικού, σχετικού με την απαγγελθείσα από το δικαστήριο της ουσίας έννομη συνέπεια της αδικοπραξίας η οποία έγινε δεκτό ότι τέλεσαν οι αναιρεσείοντες, δηλαδή την επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που θα έπρεπε -κατά την επικαλούμενη συνταγματική διάταξη- να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό και να μην υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Αντίθετα, προς θεμελίωση του λόγου αυτού γίνεται αναφορά διάφορου πραγματικού, που σχέση έχει με την κατ’ ουσία στοιχειοθέτηση της αδικοπραξίας (συκοφαντική δυσφήμιση) και ειδικότερα με τη γνώση και την πρόθεση των αναιρεσειόντων.

Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18 Ιουλίου 2016 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 436/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ