Supreme Court dismisses appeal for breach of contract and unfair competition regarding business policy changes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's final judgment. The appellant claimed moral damages due to the defendant's alleged unfair and illegal conduct regarding a business restructuring, but the lower court found no breach of contract or unfair competition. The Supreme Court upheld this decision, ruling that the defendant's actions served legitimate business interests and did not violate the appellant's rights.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281, 299, 914, 919, 932 of the Civil Code; Article 8 of Law 219/1991: A business policy change serves legitimate corporate interests and does not constitute unfair competition or breach of contract unless accompanied by malicious intent or defamation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1481 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1481/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Στυλιανή Γιαννούκου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Λ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουτσούκη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΑΪΣ UNILEVER HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Απορρυπαντικών, Καλλυντικών και Τροφίμων" και το διακριτικό τίτλο "ΕΛΑΪΣ UNILEVER HELLAS Α.Ε." (πρώην "UNILEVER HELLAS Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Απορρυπαντικών, Καλλυντικών και Τροφίμων"), που εδρεύει στο …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιωάννη Γιαννακάκη και Ευάγγελο Λιάσκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2513/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4711/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 21-11-2006 αίτησή του. Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η 1554/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε μερικώς την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Eφετείο εξέδωσε την 636/2010 μη οριστική και την 5302/2011 οριστική του απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-3-2012 αίτησή του και τους από 30-11-2012 πρόσθετους λόγους της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 22-2-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων της.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων της, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ.18 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα, που μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο (Α.Π.319/ 2012).
Εξάλλου το δεδικασμένο, αν και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 332 Κ.Πολ.Δ., δεν αφορά τη δημόσια τάξη και γι' αυτό, για να θεμελιωθεί ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.16 Κ.Πολ.Δ., πρέπει ο ισχυρισμός για ύπαρξη (ή μη) δεδικασμένου να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) και να αναφέρεται τούτο στο αναιρετήριο, δεν μπορεί δε να προταθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου (Α.Π.968/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 12-10-2004 αγωγή του ο ήδη αναιρεσείων ζήτησε, μεταξύ άλλων που δεν αφορούν την παρούσα δίκη, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη υποχρεούται να του καταβάλει τα ποσά του 1.199.220,86 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη, των 148.599 ευρώ για αποζημίωση πελατείας και των 500.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία της παράνομης, υπαίτιας (με πρόθεση να αποσπάσει την πελατεία του), καταχρηστικής και αντίθετης προς τα χρηστά ήθη καταγγελίας από αυτήν της μεταξύ τους συμβάσεως αορίστου χρόνου για αποκλειστική διανομή των προϊόντων της (παγωτών).
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τις ανωτέρω αγωγικές αξιώσεις και ειδικότερα: α) την πρώτη, κατά μεν το μέρος της που στηριζόταν στις διατάξεις του π.δ.219/1991 λόγω παρόδου της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 9 παρ.2 αυτού, κατά δε τα λοιπά ως μη νόμιμη για το λόγο ότι ο ενάγων ζητούσε τα μικτά κέρδη τα οποία με πιθανότητα θα αποκόμιζε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και όχι τα καθαρά, όπως όφειλε για να είναι νόμιμη η αξίωσή του αυτή, β) τη δεύτερη λόγω παρόδου της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 9 παρ.2 αυτού και γ) την τρίτη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Μετά από έφεση του αναιρεσείοντος, ο οποίος άσκησε και πρόσθετους λόγους, εκδόθηκε η 4711/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι. Κατά της τελευταίας αποφάσεως ο αναιρεσείων άσκησε αίτηση αναιρέσεως, επ' αυτής δε εκδόθηκε η 1554/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση κατά το μέρος που αφορούσε τις πιο πάνω αγωγικές αξιώσεις και ειδικότερα:
α) όσον αφορά την πρώτη διότι: 1) κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 9 παρ.2 π.δ.219/1991 το εφετείο δέχθηκε ότι η αναφερόμενη εξώδικη δήλωση του ενάγοντος (με την οποία αυτός διαμαρτυρήθηκε για την καταγγελία της ένδικης συμβάσεως, επιφυλάχθηκε δε να ασκήσει κάθε δικαίωμά του για την άκαιρη και καταχρηστική, κατ' αυτόν, καταγγελία) δεν συνιστούσε γνωστοποίηση της προθέσεώς του να ασκήσει τις αξιώσεις του κατά την έννοια της διατάξεως αυτής και 2) κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 298 Α.Κ.
το εφετείο δέχθηκε ότι για τη γένεση του δικαιώματος αποζημιώσεως για διαφυγόντα κέρδη όφειλε ο ενάγων να αναφέρει στην αγωγή του τα καθαρά κέρδη και δεν αρκούσε η αναφορά των μικτών κερδών, β) όσον αφορά τη δεύτερη για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω υπό τα στοιχεία α1 και γ) όσον αφορά την τρίτη διότι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 8 παρ.2 και 3 π.δ. 219/1991 το εφετείο απέρριψε τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό ότι η ένδικη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων ήταν αορίστου χρόνου.
Στη συνέχεια ο αναιρεσείων με κλήση του επανέφερε την υπόθεση για συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, το οποίο με την 636/2010 μη οριστική απόφασή του εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και αφού δέχθηκε ότι οι ανωτέρω αγωγικές αξιώσεις είναι νόμιμες, ανέστειλε τη δίκη μέχρι την οριστική περάτωση των αναφερόμενων εκκρεμών δικών που αφορούσαν απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος, οι οποίες παραδεκτά είχαν προταθεί από αυτήν σε συμψηφισμό με τις ένδικες απαιτήσεις του κατ' αυτής.
Μετά την περάτωση των πιο πάνω δικών, η υπόθεση επαναφέρθηκε με κλήση του αναιρεσείοντος ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, το οποίο με την προσβαλλόμενη 5302/2011 απόφασή του ανακάλεσε την προδιαληφθείσα μη οριστική απόφασή του κατά το μέρος της που είχε κρίνει νόμιμη την αξίωση των διαφυγόντων κερδών για ολόκληρο το χρονικό διάστημα για το οποίο εζητείτο (πέντε έτη) και δέχθηκε ότι η αξίωση αυτή, με βάση τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.4 π.δ.219/1991, είναι νόμιμη μόνο για ένα εξάμηνο, ήτοι μόνο για το ποσό των 89.306 ευρώ, κατά το οποίο στη συνέχεια τη δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, β) δέχθηκε ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη την αξίωση αποζημιώσεως πελατείας ποσού 148.599 ευρώ, απορρίπτοντας την ένσταση περί συνδρομής σπουδαίου λόγου για την καταγγελία που είχε προβάλει η αναιρεσίβλητη κατά των δύο αυτών αξιώσεων (με τα στοιχεία α και β) και γ) απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Μετά δε μερική παραδοχή (μέχρι το ποσό των 96.861,76 ευρώ) της ενστάσεως συμψηφισμού την οποία είχε προτείνει η αναιρεσίβλητη, αναγνώρισε ότι η τελευταία είχε υποχρέωση να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ποσό των [(148.599 + 89.306) - 96.861,76 =] 141.043,24 ευρώ. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παρέβη την υποχρέωσή του προς συμμόρφωση προς την αναιρετική απόφαση και ειδικότερα δεν έκρινε διαφορετικά για το ίδιο νομικό θέμα.
Τούτο διότι με την αναιρετική απόφαση κρίθηκε ότι για το νόμιμο του αγωγικού κονδυλίου των διαφυγόντων κερδών αρκούσε η αναφορά των μικτών κερδών και δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται το καθαρό κέρδος, δηλαδή εκείνο που θα προέκυπτε μετά την αφαίρεση της απαιτούμενης για την επίτευξη των προμηθειών δαπάνης, ενώ με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι τα διαφυγόντα κέρδη, υπολογιζόμενα (σύμφωνα με την αναιρετική) χωρίς την αφαίρεση της απαιτούμενης για την επίτευξη των προμηθειών δαπάνης, οφείλονται μόνο για διάστημα έξι μηνών και όχι πενταετίας.
Συνεπώς ο πρώτος κατά το τρίτο σκέλος του λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.18 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου ο πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.16 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από την προαναφερθείσα αναιρετική απόφαση, είναι απορριπτέος προεχόντως μεν ως απαράδεκτος διότι ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι επικαλέσθηκε το δεδικασμένο ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, εν πάση δε περιπτώσει ως αβάσιμος για τους λόγους που αναφέρθηκαν σε σχέση με το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.18 Κ.Πολ.Δ.
Κατά το άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ. με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ. γενική αρχή της διαθέσεως, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα συνεπώς της εφέσεως και οι λόγοι αυτής που το στηρίζουν οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως. Το εφετείο, για να αποφασίσει αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της εφέσεως ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών τους οποίους ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών προβάλλει σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ.
ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους εφέσεως και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ενστάσεως, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνο για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (Α.Π.1625/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.8 περ.α Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα ότι, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο το αγωγικό κονδύλιο για διαφυγόντα κέρδη της πενταετίας 2003-2007 για το πέραν του εξαμήνου χρονικό διάστημα, έλαβε υπόψη λόγο εφέσεως τον οποίο δεν είχε προτείνει η αναιρεσίβλητη.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι με βάση τα εκτιθέμενα στην αίτηση ο αναιρεσείων είχε ασκήσει έφεση κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε απορρίψει στο σύνολό του το ανωτέρω αγωγικό κονδύλιο, παραπονούμενος για την απόρριψή του, και έτσι αυτό μεταβιβάστηκε στο εφετείο, το οποίο σύμφωνα με τα προεκτεθέντα είχε δικαίωμα να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τη νομική βασιμότητά του.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας (Ολ.Α.Π.32/1996, Α.Π.39/2010). Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ.Α.Π.44/1990, Α.Π. 39/2010). Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ.11 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Και ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο δεν ερεύνησε την ουσία της υποθέσεως (Α.Π.1430/2012). Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο κατά το πρώτο σκέλος του και πρώτο πρόσθετο κατά τα πρώτο, τρίτο και τέταρτο σκέλη του λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων, ισχυρίζεται ότι το εφετείο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο το αγωγικό κονδύλιο για διαφυγόντα κέρδη της πενταετίας 2003-2007 για το πέραν του εξαμήνου χρονικό διάστημα, υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.8, αριθ.1, αριθ.11 και αριθ.19 Κ.Πολ.Δ.
αντίστοιχα, χωρίς όμως να επικαλείται οποιοδήποτε περιστατικό που να θεμελιώνει τους ανωτέρω λόγους αναιρέσεως.
Συνεπώς οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, επί πλέον δε οι λόγοι από το άρθρο 559 αριθ.11 και αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. και διότι, κατά τα προεκτεθέντα, αυτοί δεν ιδρύονται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν ερεύνησε κατ' ουσίαν το αγωγικό αίτημα του διαδίκου αλλά το απέρριψε ως μη νόμιμο, όπως στην ίδια την αίτηση αναιρέσεως εκτίθεται ότι συνέβη στην προκειμένη περίπτωση.
Περαιτέρω με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής σε σχέση με τη βάση της αγωγής από την αδικοπραξία (παράβαση των διατάξεων των άρθρων 281, 914 και 919 Α.Κ.) και το συναφές αίτημά της για χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος λόγω ηθικής βλάβης: "Τέλος η καταγγελία αυτή δεν είναι καταχρηστική και κατ' επέκταση παράνομη, ώστε, με τη συνδρομή του στοιχείου της υπαιτιότητας, να θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης.
Και τούτο διότι η άσκηση της καταγγελίας λόγω του επανασχεδιασμού της εμπορικής και οικονομικής πολιτικής της εναγομένης, εξυπηρετεί το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησής της και εντάσσεται στα κρίσιμα στοιχεία της επιχειρηματικής της ελευθερίας και στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τον αντισυμβαλλόμενο ενάγοντα συναλλακτικές της δυνατότητες και συνεπώς δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια και τους σκοπούς του άρθρου 281 Α.Κ.
Άλλη συμπεριφορά εναντίον των χρηστών ηθών και μάλιστα από πρόθεση δεν επέδειξε η εναγομένη ούτε η καταγγελία συνοδεύτηκε από δυσφημιστικές διαδόσεις που να εξέθεσαν σε κίνδυνο τη φήμη και την αξιοπιστία του ενάγοντος, όπως αβάσιμα ο τελευταίος υποστηρίζει". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι συνεπεία της καταχρηστικής, παρανομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της πρώτης εναγομένης υπέστη ηθική βλάβη και το συναφές αγωγικό κονδύλιο ποσού 500.000 ευρώ για χρηματική του ικανοποίηση.
Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 299, 914, 919, 932 Α.Κ. που ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω ούτε εκείνη του άρθρου 8 παρ.4 π.δ.219/1991 που δεν ήταν εφαρμοστέα ούτε παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (δηλαδή τον ανωτέρω αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος), διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη συνδρομής των στοιχείων της αδικοπραξίας της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος και συνακόλουθα της αβασιμότητας του αγωγικού κονδυλίου για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά τα τρία σκέλη του και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αυτής κατά το πρώτο σκέλος του, με τους οποίους ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1 (εδ.α), αριθ.8 (περ.β) και αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Τέλος ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το εφετείο, απορρίπτοντας ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το ανωτέρω αγωγικό κονδύλιο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται απαραδέκτως λόγω αοριστίας, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται οποιοδήποτε περιστατικό για τη θεμελίωσή του, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος για τους ανωτέρω λόγους.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι της, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-3-2012 αίτηση του Ι. Λ. για αναίρεση της 5302/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και τους από 30-11-2012 πρόσθετους λόγους της.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ