1481/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1481/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κ. και β) Φ. Κ., υπό την ιδιότητα τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της άνω αποβιωσάσης, θυγατέρων της, όπως αποδεικνύεται από το από 5/1/2012 πιστοπ. του Δήμου Καλύμνου, αφού, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, οι ως άνω κληρονόμοι που παρέστησαν κατά την συζήτηση, δια του πληρεξουσίου των δικηγόρου, εδήλωσαν την εκ του θανάτου της ανωτέρω επελθούσα βιαία διακοπή της δίκης και την επανάληψή της.
Full text
Απόφαση 1481 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1481/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Ε.-Ε. Κ. του Δ. και 2. Φ. Κ. του Δ. ως κληρονόμοι της αρχικής αναιρεσείουσας-αποβιωσάσης Κ. χας Δ. Κ., οι οποίες παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταμάτιο Γρύλλη.
Του αναιρεσίβλητου: Β. Κ. του Δ. και της Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χατζημιχάλη.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται ο δικηγόρος του αναιρεσίβλητου ζήτησε με την από 25-1-2012 αίτησή του που έδωσε στο ακροατήριο την ανάκληση της 117/2012 απόφασης του Αρείου Πάγου. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια της Προέδρου προχώρησε στη συζήτηση της αιτήσεως ανακλήσεως την οποία και απέρριψε ως απαράδεκτη.
Στη συνέχεια ο δικηγόρος ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και πάλι και δια της Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως. Κατόπιν αυτών ο δικηγόρος, ζήτησε την ανάκληση όλων των ανωτέρω.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-5-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 155/2009 του Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική έδρα Κω). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 18-6-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος, και τον δεύτερο λόγο.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 291 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ιδίου Κωδικός, και στην διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται, ότι η δίκη διακόπτεται αν εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση , πεθάνει κάποιος διάδικος, ενώ η διακοπή αυτή επέρχεται από την γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη.
Ως διάδικος δε υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση του θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο κληρονόμος αυτού, εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου. Επομένως, στην προκειμένη περίπωση, μετά τον θάνατο της πρώτης αναιρεσιβλήτου Κ. χήρας Δ. Κ., που επήλθε, σύμφωνα με την από 21/4/2010 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Καλύμνου, την 19/4/2010, ήτοι μετά την άσκηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως, νομίμως επακολουθεί και συνεχίζεται η δίκη με τους, α) Ε. - Ε.
Κ. και β) Φ. Κ., υπό την ιδιότητα τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της άνω αποβιωσάσης, θυγατέρων της, όπως αποδεικνύεται από το από 5/1/2012 πιστοπ. του Δήμου Καλύμνου, αφού, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, οι ως άνω κληρονόμοι που παρέστησαν κατά την συζήτηση, δια του πληρεξουσίου των δικηγόρου, εδήλωσαν την εκ του θανάτου της ανωτέρω επελθούσα βιαία διακοπή της δίκης και την επανάληψή της.
Μεταξύ των εξ' αδιαθέτου κληρονόμων της άνω αποβιωσάσης είναι και ο αναιρεσίβλητος, πλην όμως ως προς αυτόν, στην παρούσα αναιρετική δίκη, έχει επέλθει σύγχυση, σύμφωνα με τα άρθρα 1710 εδάφιο β' 1813 και 1820 ΑΚ, αφού συμπίπτει στο πρόσωπό του η ιδιότητα του καθολικού διαδόχου της αρχικώς αναιρεσειούσης μητέρας του και του αναιρεσιβλήτου.
Επομένως, νομίμως συνεχίζεται η δίκη μεταξύ των δύο ως άνω εξ' αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης και του αναιρεσιβλήτου .
Ι. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 947,948, 953 και 954 παρ. 2 του ΑΚ, συνάγεται ότι πράγμα είναι κάθε ενσώματο, αυθύπαρκτο αντικείμενο, δεκτικό ανθρωπινής εξουσιάσεως, ότι συστατικό είναι πράγμα συσσωματωμένο με άλλο κατά τοιούτο τρόπο, ώστε να αποτελεί μέρος του πράγματος αυτού και να μην μπορεί να αποχωρισθεί από αυτό, χωρίς βλάβη αυτού του ιδίου ή του κυρίου πράγματος ή αλλοιώσεως της ουσίας ή του προορισμού τους, καθώς και όχι το συστατικό δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο χωριστής κυριότητος ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος.
Συστατικό δε του ακινήτου, κατά την ανωτέρω έννοια, είναι και τα πράγματα που έχουν συνδεθεί σταθερά με το έδαφος, όπως είναι τα οικοδομήματα. Κάθε εμπράγματη περί του κυρίου πράγματος δικαιοπραξία περιλαμβάνει, εκ του νόμου, και το συστατικό, η δε επί του κυρίου πράγματος κυριότητα εκτένεται και επί του συστατικού.
Εξαιρέσεις των στις ανωτέρω διατάξεις αναφερομένων συστατικών, ανεπίδεκτων χωριστού εμπραγμάτου δικαιώματος, διαλαμβάνονται, μεταξύ των άλλων, και στον νόμο 3741/1929 περί της κατ' όροφο ιδιοκτησίας, στον οποίο προβλέπεται (άρθρο 3) χωριστή κυρτότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου, με αναγκαστική συγκυριότητα επί του εδάφους ,επί του οποίου έχει ανεγερθεί η οικοδομή.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 956 του ΑΚ, παράρτημα είναι το κινητό πράγμα, που χωρίς να είναι συστατικό του κυρίου πράγματος, έχει προορισθεί να εξυπηρετεί διαρκώς τον οικονομικό του σκοπό και έχει τεθεί ήδη σε τοπική σχέση προς το κύριο πράγμα, αντίστοιχη προς τον σκοπό αυτό. Κατά δε το άρθρο 958 του ιδίου Κώδικος, δικαιοπραξία εμπράγματη για το κύριο πράγμα περιλαμβάνει, σε περίπτωση αμφιβολίας, κατ το παράρτημα.
Η εν λόγω ερμηνευτική διάταξη εφαρμόζεται μόνον επί κινητών πραγμάτων, που είναι, κατά την ανωτέρω έννοια, παραρτήματα. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων369, 1033 και 1192 ΑΚ, συνάγεται, ότι για την μεταβίβαση της κυριότητος επί ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και αυτού που αποκτά, υποκειμένη στον έγγραφο συστατικό τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, ότι για κάποια νόμιμη αιτία μεταβιβάζεται σε αυτόν η κυριότητα, και καταχώριση του συμβολαιογραφικού εγγράφου στα οικεία βιβλία μεταγραφών.
Εξ' άλλου, οι από τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ θεσπιζόμενοι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους κατά την ερμηνεία των συμβάσεων και γενικώς των δικαιοπραξιών αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις των δηλώσεων, λαμβανομένης υπόψη της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση, που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, υφίσταται κενό ή αμφιβολία για την έννοια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας, λόγω αοριστίας ή ατελούς διατυπώσεως της δικαιοπρακτικής δηλώσεως βουλήσεως (ΟλΑΠ 509/1968, 246/1970).
Η υπό του Δικαστηρίου της ουσίας διάγνωση περί της υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας, ανάγεται μεν στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, πλην όμως η υπ' αυτού παράλειψη να προσφύγει στις προαναφερόμενες ερμηνευτικές αρχές, προς ανεύρεση της αληθούς βουλήσεως των δικαιοπρακτησάντων, καίτοι διέγνωσε την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, ελέγχεται αναιρετικώς από τον Άρειο Πάγο, για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω άρθρων, που συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας είτε παρέλιπε να προσφύγει παντελώς στους ερμηνευτικούς κανόνες, παρά την διάγνωση του κενού, ή παρέλιπε να παραθέσει και εκτιμήσει τα πραγματικά εκείνα στοιχεία, από τα οποία προέκυπτε η εφαρμογή των.
Εάν δε το Δικαστήριο, μετά την διάγνωση κενού ή αμφιβολίας ως προς τις δηλώσεις των δικαιοπρακτούντων, προσφύγει στις διατάξεις αυτές, αλλά με την ερμηνεία παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες, πρόκειται για θέμα νομικό και η κρίση του ελέγχεται αναιρετικώς. Περαιτέρω, η άνω διαπίστωση του δικαστηρίου της ουσίας, μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς είτε να προκύπτει από αυτήν εμμέσως, όταν, παρά την μη ρητή αναφορά της διαπιστώσεως της, ή, ακόμα, και παρά την ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το Δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, ερμηνεία, η οποία αποκαλύπτει ότι το Δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με την δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, το Εφετείο, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, εδέχθη τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη των εναγομένων μητέρα της δεύτερης και του ενάγοντα με το με αριθμό .../2.11.1976 δωρητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας Παπακωνσταντίνου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Καλυμνϊων στον τόμο ...
και με αριθμό 20, μεταβίβασε λόγω δωρεάς στην δεύτερη εναγόμενη το επίδικο ακίνητο, το οποίο επί λέξει αναφέρεται στο συμβόλαιο αυτό ως "μια πεπαλαιωμένη και κατεδαφιστέα οικία έχουσα εμβαδόν μέτρα τετραγωνικά πεντήκοντα τέσσερα (54) περίπου και εισόδου εξ ασκεπούς διαδρόμου, έχουσα πρόσοψη μέτρο 0,75 και βάθος μέτρα εννέα και 0,65 (9,65) πλέον ή έλαττον, μετά των παρατημάτων, παρακολουθημάτων και προσαυξημάτων αυτής, του οικοπέδου της και της εν γένει λοιπής περιοχής της και του όπισθεν αυτής ευρισκομένου ακίνητου έκτασης του όλου μέτρων τετραγωνικών ογδοήκοντα (80)" που βρίσκεται επί της οδού ...
πόλης Πόθια της νήσου Καλύμνου στη θέση "Λάκκος" και συνορεύει βόρεια με οδό ..., νότια εν μέρει με ιδιοκτησία της ιδίας δωρήτριας και εν μέρει με ιδιοκτησία Α. Ζ., ανατολικά με ιδιοκτησία της ίδιος δωρήτριας και δυτικά με ιδιοκτησία Α. Ζ.. Στη συνέχεια και με το με αριθμό .../5.1.1988 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή και σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Μίχου που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Καλυμνίων στον τόμο ...
και με αριθμό 166 η δεύτερη εναγόμενη μεταβίβασε στον ενάγοντα αδελφό της λόγω δωρεάς την κυριότητα του ιδίου παραπάνω ακινήτου, το οποίο στον τίτλο αυτό περιγράφεται επί λέξει ως "μίαν πεπαλαιωμένην εν ημιτελή κατάσταση (άνευ στέγης) ισόγειαν οικίαν έχουσα εμβαδόν μέτρο τετραγωνικό πεντήκοντα τέσσερα (54) και εισόδου εξ ασκεπούς διαδρόμου" δηλ.
μεταβίβασε στον ενάγοντα το ίδιο ακριβώς ακίνητο το οποίο της είχε δωρήσει η δεύτερη εναγόμενη μητέρα της το έτος 1976 με το προαναφερόμενο συμβόλαιο. Παράλληλα στο ίδιο συμβόλαιο με το οποίο απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου ο ενάγων, οι συμβαλλόμενοι (ενάγων και δεύτερη εναγόμενη) έχοντας καταστεί συγκύριοι του όλου οικοπέδου κατά ποσοστό 50% ο καθενός, συνέστησαν κατά τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και 1002, 1117 ΑΚ οριζόντια ιδιοκτησία και αναγνώρισαν ως αυτοτελείς και ανεξάρτητες ιδιοκτησίες όπως κατωτέρω επί λέξει αναφέρονται στο συμβόλαιο αυτό: "Ειδικότερα: 1) θα αποτελεί του λοιπού ανεξάρτητον και αυτοτελή οριζόντιον ιδιοκτησίαν, υπάρχουσα παλαιά και σε ημιτελή κατάσταση, ισόγειος οικία με ποσοστόν συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου πενήντα εκατοστά (50%), η οποίο θα ανήκει στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του εκ των συμβαλλομένων Β.
Δ. Κ. και 2) θα αποτελεί επομένως του λοιπού ανεξάρτητον ιδιοκτησία τα κτίσματα - διαμερίσματα τα οποία θα ανεγερθούν μερίμνη και δαπάνες της αφενός συμβαλλόμενης δωρήτριας Ε. - Ε. θυγατέρας Δ. Κ. ή εις τους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους της υπεράνω της υπάρχουσας ισογείου οικίας και μέχρι του ανωτάτου επιτρεπόμενου εκάστοτε υπό των ισχυουσών πολεοδομικών διατάξεων ύψους με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου ως άνω οικοπέδου πεντήκοντα εκατοστά (50%).
Κατά το χρόνο μεταβίβασης του επιδίκου ακινήτου στον ενάγοντα (1988) αυτό ήταν μια παλαιά τουλάχιστον εκατό ετών ερειπωμένη και ασκεπής οικία με δένδρα μέσα, χωρίς καμία διαχωριστική πλάκα, στην οποία διατηρούνταν τα τέσσερα πετρόκτιστα τοιχία των πλευρών της και είναι προφανές από την ανάγνωση και μόνο των δύο προαναφερομένων τίτλων ότι μεταβιβάστηκε στον ενάγοντα ως είχε η ανωτέρω πραγματική της κατάσταση ήδη από το έτος 1976, γι' αυτό άλλωστε και στον τίτλο κυριότητος του ενάγοντος δεν γίνεται καμία μνεία για την ύπαρξη είτε ισογείου, είτε υπογείου, είτε διώροφης οικίας όπως αργότερα αναφέρεται η οικία και στην με αριθμό .../29.9.1997 διορθωτική πράξη του με αριθμό .../1976 ανωτέρω συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Καλύμνου Ιωάννη Ρήγα, στην οποία προέβησαν οι δύο εναγόμενες γιατί τότε, στη συστατική πράξη της οριζόντιας ιδιοκτησίας που έγινε με το ίδιο παραπάνω συμβόλαιο του έτους 1988, θα περιλαμβανόταν αναλυτικά όλοι αυτοί οι χώροι καθώς και το ποσοστό συνιδιοκτησίας τους επί του όλου ακινήτου.
Ο ενάγων λοιπόν με το προαναφερόμενο συμβόλαιο δωρεάς του έτους 1988 απέκτησε την κυριότητα μιας ισόγειας κατοικίας έκτασης 54 τ.μ, μετά του υπογείου της έκτασης 54 τ.μ. το οποίο συμμεταβιβάστηκε σ' αυτόν ως συστατικό και παράρτημά της σύμφωνα με το δεδομένα της περιοχής και όλης της Ελλάδος για τις παραδοσιακές προ εκατονταετίας οικίες.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου για την ύπαρξη πράγματι υπογείου στην ασκεπή πεπαλαιωμένη, οικία, το οποίο συμμεταβιβάστηκε στον ενάγοντα από την δεύτερη εναγόμενη αδελφή του και με το προαναφερόμενο δωρητήριο συμβόλαιο του 1988, ενισχύεται απόλυτα εκτός από τις καταθέσεις των μαρτύρων και από την πραγματική κατάσταση του επιδίκου ακινήτου κατά το χρόνο μεταβίβασής του όπως φαίνεται στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες.
Τον Απρίλιο του έτους 1994 εκδόθηκε στο όνομα του ενάγοντα και της δεύτερης εναγόμενη η με αριθμό 184/1994 ειδική άδεια οικοδομής οικογενειακής στέγης για την προσθήκη ορόφου στο υπάρχον ισόγειο 55,36 τ.μ. σύμφωνα με την από Ιανουαρίου 1994 μελέτη του πολιτικού μηχανικού Δ. Δ. στην οποία το όλο έργο αναφερόταν ως επισκευή διαμόρφωση ισόγειας οικίας με υπόγειο και προσθήκη ορόφου, με βάση την οποία άδεια ο ενάγων προχώρησε στην κάλυψη του ισογείου με το ρίξιμο πλακός επί αυτού, από την οποία εξείχαν οι αναμονές των σιδήρων προκειμένου να κατασκευαστεί ο πάνω από αυτό όροφος ο οποίος όπως προαναφέρθηκε ανήκε στην κυριότητα του ενάγοντος, ενώ έγιναν οι ξύλινες κατασκευές τα υδραυλικά και τα ηλεκτρικά, το δε έγγραφο με αριθμ.
πρωτ. 2227/19.8.1994 του πολεοδομικού γραφείου Καλύμνου που κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα για τη διακοπή των οικοδομικών εργασιών και οι διαπιστώσεις της ίδιας υπηρεσίας στη διενεργηθείσα αυτοψία, καθώς και οι απόψεις που διατύπωσε στο με αριθμό πρωτ. 2453/1.9.1994 έγγραφο της που κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα, στη δεύτερη εναγόμενη και τον πολιτικό μηχανικό Δ.
Δ. για την ολοσχερή αναθεώρηση της οικοδομικής αδείας προς συμμόρφωση με τις πολεοδομικές διατάξεις, δεν ασκούν καμία προφανώς επιρροή στο ανωτέρω αναφερόμενο εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητος που απέκτησε ο ενάγων στο ανωτέρω περιγραφόμενο ακίνητο και ειδικότερα στην αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία του, η οποία όπως προαναφέρθηκε περιλαμβάνει την ισόγεια οικία μετά του υπογείου της.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο προαναφερόμενος πολιτικός μηχανικός στις 28.9.1994 συνέταξε μία βεβαίωση σύμφωνα με την οποία το υπάρχον κτίσμα ιδιοκτησίας Ε. και Β. Κ. είναι διώροφο, αποτελούμενο οπό ισόγειο επιφανείας 55,36 τ.μ. με πλάκα επικάλυψης σε ύφος 2,40 μ. από το φυσικό έδαφος και όροφο ιδίας επιφανείας χωρίς πλάκα επικάλυψης.
Οι εναγόμενες μετά από αυτό και το έτος 1997 προέβησαν στην σύνταξη της με αριθμό .../29.9.1997 διορθωτικής πράξης του συμβολαιογράφου Καλύμνου Ιωάννη Ρήγα για τη διόρθωση του με αριθμό .../1976 ανωτέρω αναφερόμενου συμβολαίου με το οποίο διορθώθηκε το ακίνητο που μεταβιβάσθηκε με το συμβόλαιο αυτό οπό την πρώτη εναγόμενη στη δεύτερη εναγόμενη και αναφέρεται ότι το ακίνητο αυτό ήταν στην πραγματικότητα διώροφο με συνολική επιφάνεια 110,396 τ.μ.
δηλ. από 55,198 στο ισόγειο και στον όροφο. Το συμβόλαιο αυτό που συντάχθηκε χωρίς να συμπράξει ο ενάγων, είναι προφανές ότι δεν ασκεί καμία επιρροή στο εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας στο αναφερόμενο ακίνητο που απέκτησε με το ανωτέρω με αριθμό .../5.1.1988 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή και σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας.
Με βάση λοιπόν την προαναφερόμενη διορθωτική συμβολαιογραφική πράξη και ύστερο οπό την από 24.9.1998 αίτηση της δεύτερης εναγόμενης εκδόθηκε στο όνομά της το έτος 1999 η με αριθμό .../1999 ειδική άδεια οικογενειακής στέγης για αντικατάσταση της στέγης και προσθήκη β' ορόφου, η οποία αναθεωρήθηκε με την με αριθμό 52/2003 αναθεώρηση η δεύτερη εναγόμενη έριξε πλάκα στο ισόγειο το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, ανήκει στην κυριότητα του ενάγοντα, πάνω στις σιδερένιες κολώνες (αναμονές), που είχε αφήσει αυτός, τοποθέτησε πορτοπαράθυρα και προχώρησε στην προσθήκη ορόφου, όπως αυτή απεικονίζεται στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, ανοίγοντας αυθαίρετα και χωρίς δικαίωμα μια οπή στην πλάκα την οποία έριξε προκείμενου να κατασκευάσει εσωτερική σκάλα και να συνδέσει αυτόν με τον επόμενο όροφο (προσθήκη ορόφου) ο οποίος πράγματι αποτελεί την αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία σύμφωνα με την προαναφερόμενη πράξη σύστασης οριζόντιος ιδιοκτησίας του έτους 1988 αμφισβητώντας με τον προαναφερόμενο τρόπο και προσβάλλοντας το δικαίωμα κυριότητός του επί του ισογείου ορόφου του ακινήτου του, ενώ κατά την κρίση του Δικαστηρίου και η σύμπραξη της δεύτερης εναγόμενης στην προαναφερόμενη διορθωτική πράξη με την οποία τροποποιήθηκε τελείως κατά την περιγραφή του το ακίνητο που μεταβιβάσθηκε αρχικά στην δεύτερη εναγόμενη και στη συνέχεια στον ενάγοντα, ενέχει σε κάθε περίπτωση αμφισβήτηση του δικαιώματος της κυριότητάς του.
Ενόψει λοιπόν όλων των παραπάνω αποδείχθηκε πλήρως κατά την κρίση του Δικαστηρίου η ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής". Ακολούθως, κατόπιν εξαφανίσεως της υπό του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου εκκληθείσης υπ' αριθμ. 49/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς πρωτοδικείου Κω, εδέχθη ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αρνητική αγωγή του, αναγνωρίζοντας την κυριότητά του επί μιας ισογείου οικίας μετά του υπογείου της, συνολικού εμβαδού 108 τ.μ..
Με αυτά που εδέχθη και έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παρεβίασε, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο παρόν Δικαστήριο, τις παρατεθείσεσες ουσιαστικές διατάξεις, ούτε στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις όλα τα κτητικά της κυριότητος του ενάγοντος περιστατικά επί του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ήτοι με το υπ' αριθμ. .../1988 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Μίχου.
Ειδικότερα, το Εφετείο δεν παρεβίασε, ευθέως με τις άνω παραδοχές, τις ανωτέρω διατάξεις περί συστατικών πραγμάτων του Αστικού Κώδικος, αφού, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, αποδείχθηκε τόσο από τις καταθέσεις των μαρτύρων, όσο και από την πραγματική κατάσταση του επίδικου ακινήτου κατά το χρόνο της μεταβίβασής του, ότι, ο σ' αυτήν -απόφαση- αναφερόμενος ως "υπόγειος χώρος" εμβαδού 54 τ.μ., παρά τον διδόμενο νομικό χαρακτηρισμό ως "παράρτημα", συμμεταβιβάσθηκε, με το δωρητήριο συμβόλαιο, που προπαρατέθηκε, μαζί με.
τον "ισόγειο χώρο", ως βοηθητικός του τελευταίου χώρος και "συστατικό" πράγμα της όλης οικοδομής, και όχι με την αυστηρή νομική έννοια του παραρτήματος, κατά το εννοιολογικό περιεχόμενο των άνω διατάξεων. Περαιτέρω, το Εφετείο δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τους προαναφερόμενους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, αφού την κρίση του περί παραγώγου κτήσεως της κυριότητος, εστήριξε, αποκλειστικώς, στην ανωτέρω σύμβαση της δωρεάς, όπως αυτή προσδιορίζεται, κατά το αντικείμενό της, στην σύμβαση αυτή, στην οποία δεν διέγνωσε, αμέσως ή εμμέσως, κενό ή αμφιβολία περί της αληθούς βουλήσεως των δικαιοπρακτησάντων διαδίκων.
Τοιαύτη διαπίστωση, κατά τρόπο έμμεσο, δεν υποδηλούται με την αναφορά του Εφετείου στα "δεδομένα της περιοχής και όλης της Ελλάδος για τις παραδοσιακές προ εικοσαετίας οικίες", της εν λόγω αναφοράς γενομένης επαλλήλως, επικουρικώς και πλεοναστικώς, απλώς προς ενίσχυση της περί του παραγώγου τρόπου κτήσεως της κυριότητος επί του επιδίκου.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, στους πρώτο, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος, και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, περιεχόμενες αιτιάσεις, είναι αβάσιμες και απορριπτέες.
Κατά την γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου, του Αρεοπαγίτου Χαραλάμπους Δημάδη, με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο ευθέως και εκ πλαγίου παρεβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Ειδικότερα, από τα ανωτέρω περιστατικά που ανελέγκτως εδέχθη το Εφετείο, προκύπτει, ότι παρά το ότι φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι στηρίζει την ανωτέρω κρίση του αποκλειστικά στον τίτλο ιδιοκτησίας του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου, ήτοι στον προαναφερόμενο δωρητήριο συμβόλαιο και την σε αυτό ενσωματωμένη συστατική σύμβαση οριζοντίου ιδιοκτησίας, ως προς το αντικείμενο της δωρεάς, δέχεται εμμέσως, αλλά σαφώς, ότι διαπιστώθηκε από αυτό ύπαρξη κενού και αμφιβολίας ως προς το αληθές περιεχόμενο των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων, όσον αφορά στο εάν, πέραν του "ισογείου χώρου" των 54 τ.μ.
που ρητώς αναφέρεται στο εν λόγω δωρητήριο συμβόλαιο και στην σε αυτό ενσωματωμένη πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας, συμμεταβιβάσθη-κε, επιπροσθέτως, και έτερος "υπόγειος χώρος", επίσης 54 τ.μ., μη μνημονευόμενος στις εν λόγω συμβολαιογραφικές πράξεις, και συνολικώς οριζόντια ιδιοκτησία 108 τ.μ.. Η διαπίστωση της ασάφειας αυτής, κατά έμμεσο τρόπο από το Εφετείο, συνάγεται από την υπ' αυτού εκτίμηση και άλλων στοιχείων, εκτός του δωρητηρίου συμβολαίου και της συστατικής πράξεως οριζοντίου ιδιοκτησίας κειμένων, αλλά και πραγματικών επιχειρημάτων, όπως α) η υπ' αριθμ. .../1997 διορθωτική πράξη του συμβολαιογράφου Καλύμνου Ιωάννου Ρήγα, β) "τα δεδομένα της περιοχής και όλης της Ελλάδος για τις παραδοσιακές προ εικοσαετίας οικίες", γ) η μη ύπαρξη στο προαναφερόμενο συμβόλαιο οποιασδήποτε αναφοράς σε υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο της οικοδομής αντιθέτως προς την σχετική αναφορά και την διάκριση που γίνεται στην .../29.9.1997 διορθωτική (πραγματικό σε αντιδιαστολή επιχείρημα), δ) οι καταθέσεις των μαρτύρων και φωτογραφίες που απεικονίζουν την πραγματική κατάσταση του ακινήτου.
Επομένως, εν όψει των άνω παραδοχών, καθίσταται βέβαιο, ότι το Εφετείο βρέθηκε προ κενού και αμφιβολίας περί του αληθούς περιεχομένου της δικαιοπρακτικής δηλώσεως βουλήσεως των συμβαλλομένων ως προς το ακριβές αντικείμενο της δωρεάς, εντεύθεν δε, προς κάλυψη του κενού και άρση της αμφιβολίας, κατέστη αναγκαία η ερμηνεία της συμβάσεως και δια της ερμηνευτικής οδού, κατάληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι ο αναιρεσίβλητος με το άνω δωρητήριο συμβόλαιο, κατέστη, παραγώγως, κύριος όχι μόνο της στο δωρητήριο συμβόλαιο αναφερομένης διακεκριμένης οριζοντίου ιδιοκτησίας των 54 τ.μ., αλλά, επιπροσθέτως, και άλλου χώρου, ίσου εμβαδού, χαρακτηριζομένου ως "συστατικού ή παραρτήματος", διευρυνομένου έτσι, ερμηνευτικώς, του αντικειμένου της δωρεάς, πέραν του, στους ανωτέρω τίτλους ιδιοκτησίας, ρητώς περιγραφομένου.
Πλην όμως, ενώ το Εφετείο διέγνωσε, εμμέσως, ύπαρξη κενού και αμφιβολίας, με αποτέλεσμα να προβεί σε ερμηνεία των ανωτέρω συμβάσεων, ουδόλως εξειδικεύει στην προσβαλλομένη απόφαση του τα στοιχεία των κανόνων εκείνων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών που εφήρμοσε στην ένδικη διαφορά ή και τους κανόνες της λογικής (που υπαγορεύουν την ερμηνευτικώς γενομένη διεύρυνση της μεταβιβαζόμενης επιφανείας) προς ανεύρεση της αληθούς βουλήσεως των συμβληθέντων, όσον αφορά στο ακριβές αντικείμενο της δωρεάς, μη αρκούσης, για την πληρότητα της αιτιολογίας στο σημείο αυτό της αορίστου αναφοράς "στα δεδομένα της περιοχής και όλης της Ελλάδος", που ουδόλως εξειδικεύονται.
II. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο δι' αυτής προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο, κατά προφανή παρανόηση, ήτοι μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, εδέχθη ως μνημονευόμενα σ' αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε, στηριζόμενο αποκλειστικώς στο εν λόγω έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον ως άνω αναιρετικό λόγο. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται οσάκις το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλ' αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως αυτό πράγματι έχει, άγεται εξ αυτού, σε κρίση διαφορετική από εκείνη, την οποία εκλαμβάνει ως ορθή ο προβάλλων ότι εχώρησε παραμόρφωση του εγγράφου. Τούτο δε διότι η τοιαύτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, εξαχθείσα από το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος, καταλογίζεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ..../1988 ως άνω δωρητήριο συμβόλαιο, στο οποίο, ενώ, κατά τον αναιρετικό αυτό λόγο, ρητώς αναφέρεται ότι μεταβιβάζεται στον ενάγοντα από την δεύτερη εναγομένη "μία ισόγειος οικία", όπως αυτή ειδικότερα περιγράφεται στο συμβόλαιο αυτό, το Εφετείο εδέχθη, υποπίπτοντας σε διαγνωστικό σφάλμα, ότι στο συμβόλαιο αυτό δεν γίνεται καμμία μνεία περί μεταβιβάσεως είτε ισογείου, είτε υπογείου είτε διώροφης οικίας.
Όπως, όμως, προκύπτει από το παραδεκτώς επισκοπούμενο από τον Άρειο Πάγο ανωτέρω δωρητήριο συμβόλαιο (άρ.561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σ' αυτό γίνεται σαφής αναφορά ότι αντικείμενο της δωρεάς είναι "μία πεπαλαιωμένη εν ημιτελή καταστάσει ισόγειος οικία, έχουσα εμβαδόν μέτρα τετραγωνικά πεντήκοντα τέσσερα (54) περίπου και είσοδον εξ ασκεπούς διαδρόμου ...".
Το δε Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, εδέχθη ότι κατά την γραμματική διατύπωση του συμβολαίου αυτού μεταβιβάζεται στον αναιρεσίβλητο "μία ισόγειος οικία ...". Έτσι, όμως, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, ορθώς αναγινώσκον το ανωτέρω έγγραφο, επί του οποίου αποκλειστικώς εστήριξε την ανωτέρω δικανική του κρίση, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το ίδιο άρθρο αριθμ. 20, διότι το Εφετείο παρεμόρφωσε και το περιεχόμενο των φωτογραφιών που απεικονίζουν το επίδικο ακίνητο, τις οποίες έλαβε υπόψη προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δεν στήριξε την ουσιαστική του κρίση κυρίως ή αποκλειστικώς επί των αποδεικτικών αυτών μέσων, αλλά τα συνεξετίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και επομένως ο περί του αντιθέτου ως άνω λόγος αναιρέσεως (τρίτος κατά το δεύτερο μέρος), είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΛΟΓΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18/6/2009 αίτηση αναιρέσεως των Κ. χήρας Δ. Κ. κ.λ.π. για αναίρεση της 155/2009 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες (1. Ε.-Ε. Κ. και 2. Φ. Κ., ως κληρονόμων της αρχικής αναιρεσείουσας Κ. χας Δ. Κ.) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Οκτωβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ