Legislator Case Law & Legislation
1481/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's finding of debt acknowledgment under Article 873 of the Civil Code.

Case Number 1481/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request for cassation against the Second Instance Court's judgment. The appellant argued that the lower court violated Article 873 of the Civil Code by failing to recognize a twenty-year statute of limitations for the debt, claiming the debt arose from ticket sales rather than the stated business needs. The court rejected this, holding that the appellate court correctly applied general logic and common sense to determine the true content of the parties' declarations in the written agreement, finding the debt acknowledgment valid and the five-year limitation period applicable.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The appellate court did not violate substantive law when it determined the true content of contractual declarations using logic and common sense rather than strictly applying interpretative rules, thereby correctly applying the five-year limitation period for debt acknowledgment.

Keywords

AI generated
cassation appeal statute of limitations debt acknowledgment interpretation of contracts appellate court review Article 873 Civil Code written agreement

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 873 of the Civil Code
Articles 173 and 200 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Case No. 7/2006
Supreme Court of Greece, Case No. 4/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1481 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1481/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σπυριδούλα Λιώση.

Της αναιρεσιβλήτου:Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΚΤΙΝΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΚΤΙΝΑ Α,Ε", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Βαλεντή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Σεπτεμβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1996/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Μαρτίου 2007 αίτησή του .

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 24 Μαρτίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 661/ 1984). Εξάλλου, με το άρθρο 873 του ΑΚ ορίζεται ότι "η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η δήλωση για την αναγνώριση γίνει εγγράφως.

Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, που δεν αναφέρει την αιτία του χρέους, λογίζεται σε περίπτωση αμφιβολίας ότι έγινε με τέτοιο σκοπό". Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η αναφερόμενη σ' αυτήν αυτοτελής και ετεροβαρής ενοχή από έγγραφη αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους γεννιέται, όταν τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητη από την αιτία, πράγμα που εξακριβώνεται από την ίδια την δήλωση και τις συντρέχουσες περιστάσεις, γι' αυτό και δεν βλάπτει απλή αναφορά της αιτίας, όταν αυτή γίνεται διηγηματικώς ή αορίστως (Ολ.

ΑΠ 2088/1989), διότι άλλως η μνεία της αιτίας καθιστά τη σύμβαση αιτιώδη, σύμφωνα με τον ερμηνευτικό κανόνα της παραγράφου 2 της πιο πάνω διάταξης, εκτός αν προκύπτει από το περιεχόμενο του εγγράφου ή και από άλλα στοιχεία σαφής και αναμφισβήτητη βούληση των δικαιοπρακτούντων προς δημιουργία αυτοτελούς ενοχής ανεξάρτητης από την αιτία του χρέους.

Εξάλλου, η σύμβαση με την οποία αναγνωρίζεται η υποχρέωση που κάποιος έχει από ορισμένη αιτία δεν προβλέπεται μεν ρητά στον Αστικό Κώδικα, ισχύει όμως με βάση το άρθρο 361 αυτού, που καθιερώνει την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων. Αυτή η σύμβαση διαφέρει από εκείνη της αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους, ιδρύει νέα, αυτοτελή και ανεξάρτητη από την αιτία βάση υποχρέωσης, με συνέπεια εκείνος που αναγνωρίζει την από ορισμένη αιτία οφειλή του να μην μπορεί πλέον να προτείνει τις ενστάσεις, τις οποίες είχε από την κύρια αιτία, η οποία κατά τούτο δεν εξετάζεται πλέον, διασφαλιζόμενη από ενδεχόμενα ελαττώματά της με την αναγνωριστική σύμβαση, εφόσον αυτή έχει καταρτισθεί εγγράφως, εκτός αν προκύπτει από το περιεχόμενό της διαφορετική βούληση των συμβαλλομένων.

Ως δημιουργική νέου λόγου υποχρέωσης για τον οφειλέτη και νέας βάσης αγωγής για τον δανειστή η αιτιώδης αναγνώρισης χρέους διακρίνεται από τις επιβεβαιωτικές υφισταμένων ενοχών δηλώσεις, που αποβλέπουν στην παροχή απλού αποδεικτικού μέσου προς τον δανειστή για την ύπαρξη του χρέους. Η αιτιώδης αναγνώριση χρέους, σε αντίθεση με την αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, δεν υπόκειται σε τύπο, εκτός αν με τη σύμβαση αναγνωρίζεται υποχρέωση, για την ανάληψη της οποίας ο νόμος απαιτεί την τήρηση τύπου, οπότε πρέπει να τηρηθεί ο τύπος αυτός και για τη σύμβαση αναγνώρισης (άρθρο 875 του ΑΚ).

Είναι ζήτημα πραγματικό, αν αναφορικώς με κάποια έννομη σχέση αναλαμβάνεται νέα αυτοτελής υποχρέωση και ο χαρακτήρας που δόθηκε σ' αυτή με τη δήλωση βουλήσεως των μερών ή αν ομολογούνται απλώς ορισμένα γεγονότα για την παροχή αποδεικτικού μέσου στον δανειστή. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ύστερα από ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα:

Με έγγραφη σύμβαση, που κατάρτισαν την 8.9.1995, στον Πειραιά, με την ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρεία πρακτορειακών, τουριστικών και μεταφορικών επιχειρήσεων, ο εναγόμενος (αναιρεσείων) και η εδρεύουσα στον Παναμά εταιρεία "ADRIATIC TANKERS SHIPPING CO SA", της οποίας ο αναιρεσείων ήταν εκπρόσωπος, αναγνώρισαν ότι οφείλουν στην αναιρεσίβλητη (δανείστρια) ο καθένας από αυτούς εις ολόκληρον, το συνολικό ποσό των 153.000.000 δρχ., το οποίο αφορούσε "ληξιπρόθεσμη, απαιτητήν και εκκαθαρισμένην απαίτησιν της δανειστρίας κατά των οφειλετών", χωρίς περαιτέρω επεξήγηση και διευκρίνιση για την αιτία αυτή του χρέους.

Από το συνολικό ποσό συμφωνήθηκε: 1) το ποσό των 82.300.000 δρχ. (που αποτελεί αντικείμενο άλλης παρόμοιας αγωγής) να καταβληθεί σε έξι μηνιαίες δόσεις από 2-10-1995 και εφεξής, προς ευχερέστερη μάλιστα είσπραξη των ποσών των δόσεων οι οφειλέτες αποδέχθηκαν αντίστοιχες συναλλαγματικές έκδοσης της ενάγουσας, 2) το υπόλοιπο ποσό των 70.700.000 δρχ.

που αποτελεί αντικείμενο της κρινόμενης αγωγής, να καταβληθεί σε δύο δόσεις, δηλ. (α) την 1-4-1996 ποσό 35.700.000 δρχ. και (β) την 1-5-1996 ποσό 35.700.000 δρχ., για τα ποσά δε αυτά οι οφειλέτες αποδέχθηκαν επίσης ισόποσες συναλλαγματικές εκδόσεως της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας. Συμφωνήθηκε επίσης ότι ο αναιρεσείων προς εξασφάλιση της συνολικής απαίτησης της αναιρεσίβλητης θα συναινούσε στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης μέχρι του ποσού των 200.000.000 δρχ.

επί ακινήτων του στην Κεφαλληνία, όπως και έγινε, εκδοθείσης της 2834/1995 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων). Τέλος, συμφωνήθηκε, ότι σε περίπτωση μη πληρωμής έστω και μιας δόσης, από τις ορισθείσες ως άνω, η οφειλή θα καθίστατο ληξιπρόθεσμη και απαιτητή στο σύνολό της και θα ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της.

Συνομολογείται ότι ο αναιρεσείων - εναγόμενος ουδέν κατέβαλεν όχι μόνον έναντι της επίδικης οφειλής των 70.700.000 δρχ. αλλά ούτε και έναντι του άλλου μερικότερου ποσού των 82.300.000 δρχ. της συνολικής οφειλής και γι' αυτό ύστερα από αίτηση της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας εκδόθηκε κατ' αυτού η 502/1996 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά με βάση τις αφορώσες το ποσό εκείνο 6 συναλλαγματικές.

Από το προαναφερθέν περιεχόμενο της σύμβασης και τους μερικότερους όρους της προκύπτει, ότι μ' αυτήν οι συμβαλλόμενοι θέλησαν να δημιουργήσουν νέα ενοχή, ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία της πώλησης εισιτηρίων, πρόκειται, επομένως για αφηρημένη αναγνώριση χρέους. Τούτο προκύπτει ειδικώτερα από τα εξής: (1) Την εντελώς αόριστη και γενικόλογη αναφορά της αιτίας της οφειλής, δηλαδή της πώλησης αεροπορικών εισιτηρίων από την ενάγουσα, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση ή διευκρίνιση (αριθμός και τιμή πωληθέντων εισιτηρίων, χρόνος κτλ). (2) Την συμμετοχή του εναγόμενου στην σύμβαση και την ανάληψη εκ μέρους του υποχρέωσης καταβολής του συνολικά οφειλομένου ποσού, αλλά και του μέρους αυτού αποτελούντος επιδίκου ύψους 70.700.000 δρχ., αλλά και την παροχή εμπράγματης ασφάλειας επί προσωπικών ακινήτων του, αν και ο ίδιος δεν υπείχεν ατομικά ευθύνη καταβολής του ποσού του χρέους, αφού αυτό αφορούσε, όπως συνομολογείται, τίμημα εισιτηρίων πωληθέντων προς την εταιρεία ADRIATIC TANKERS SHIPPING CO S.A.

και όχι και προς αυτόν. (3) Το γεγονός ότι παρά ταύτα στην σύμβαση αναφέρεται αορίστως ότι το ποσόν αυτό οφείλεται από την πώληση εισιτηρίων για τις "ανάγκες των επιχειρήσεων των οφειλετών", δηλαδή των εναγομένων. (4) Την λεπτομερή ρύθμιση του τρόπου καταβολής των οφειλομένων ποσών με δόσεις και την ρητή μνεία με τον όρο 7 της σύμβασης, ότι μ' αυτήν τροποποιείται κάθε προγενέστερη ρητή ή σιωπηρή συμφωνία τους. (5) Το ιδιαίτερα σημαντικό γεγονός, ότι, αν και στην σύμβαση αναφέρεται ότι η αναγνωρισθείσα μ' αυτήν οφειλή είναι ήδη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, παρά ταύτα μ' αυτήν καθορίζεται ειδικά ο τρόπος, ο χρόνος και οι προϋποθέσεις, υπό τις οποίες καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή η αναγνωρισθείσα ως άνω οφειλή.

Στη συνέχεια, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη (με την συνακόλουθη ένστασή του πενταετούς παραγραφής της αγωγικής αξιώσεως, που είχε ως προϋπόθεση τον ισχυρισμό του ότι υπήρξε σωρευτική αναδοχή χρέους που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο), επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι ο αναιρεσείων είχε υποχρέωση να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 70.700.000 δρχ., νομιμοτόκως από 3.10.1975.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, αφού αξιολογώντας το περιεχόμενο της έγγραφης συμφωνίας των διαδίκων για την οφειλή της εταιρείας, που εκπροσωπούσε ο αναιρεσείων, προς την αναιρεσίβλητη, με αναμφισβήτητα από τους διαδίκους περιστατικά, μη περιλαμβανόμενα στην έγγραφη συμφωνία και συνδυάζοντας τον χαρακτήρα των αναλαμβανομένων από τον αναιρεσείοντα συμβατικών δεσμεύσεων έναντι της αναιρεσίβλητης, χωρίς να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), αλλά χρησιμοποιώντας τους κανόνες της λογικής και της κοινής πείρας για τη διαπίστωση του αληθινού περιεχομένου των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων με το ως άνω έγγραφο συμφωνητικό, κατέληξε στη διαπίστωση ότι καταρτίσθηκε με αυτό αφηρημένη αναγνώριση χρέους, παρά τη διηγηματικώς αναφερόμενη στο έγγραφο συμφωνητικό αιτία του χρέους, για το οποίο χρέος μάλιστα αναφέρεται ως οφειλέτης και ο αναιρεσείων, ενώ αντισυμβαλλόμενη στις πωλήσεις εισιτηρίων, από την αναιρεσίβλητη προς την εταιρεία που εκπροσωπούσε ο αναιρεσείων, ήταν η τελευταία.

Επομένως, όσα αντίθετα προβάλλονται με τους εκ του άρθρου, 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., λόγους αναιρέσεως, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 873 του ΑΚ με το να μη δεχθεί ότι η επίμαχη αναγνώριση χρέους ήταν αιτιώδης (με συνέπεια να υπόκειται η εξ αυτής αξίωση σε 5ετή και όχι εικοσαετή παραγραφή) είναι αβάσιμα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-3-2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 7/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ