Legislator Case Law & Legislation
1480/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds that local authority employees are subject to mandatory social security contributions regardless of employment status.

Case Number 1480/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by a lawyer against a first-instance judgment ordering her to pay social security contributions. The court held that the specific provisions of Law 3986/2011 apply to all paid personnel of local authorities, irrespective of whether they hold formal employee status. Consequently, the lower court's interpretation was deemed correct, and the appeal was dismissed with costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 38 para. 2 of Law 3986/2011; The mandatory social security contributions stipulated in the law apply to all paid personnel of the specified public bodies, regardless of their specific employment status or contractual nature.

Keywords

AI generated
social security contributions local authority personnel employment status mandatory deductions appeal dismissal public law obligations Law 3986/2011

Cited Legislation

AI generated
Art. 38 para. 2 of Law 3986/2011
Art. 22 para. 1 of Law 4024/2021
Art. 4 para. 1 of Law 4024/2021
Art. 560 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 281 para. 2 of Law 3463/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1480 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1480/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου και Απόστολο Φωτόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Π. του Χ., κατοίκου ... Παραστάθηκε η ίδια για τον εαυτό της με την ιδιότητα της δικηγόρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΑΚΗΣ", που εδρεύει στην Κομοτηνή και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βικτωρία Κοτίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 362/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 150/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-10-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 25 Οκτωβρίου 2023 και με αριθμό κατάθεσης 7/26.10.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 150/31.12.2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, επί της από 13.11.2019 και με αριθμό κατάθεσης 106/2019 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης", κατά της με αριθμό 362/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, το οποίο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια ειδική διαδικασία, είχε δεχθεί κατ' ουσία την από 22.12.2018 και με αριθμό κατάθεσης ΕΙΔ328/2018 αγωγή της ενάγουσας - ήδη αναιρεσείουσας δικηγόρου και είχε αναγνωρίσει ότι το αναιρεσίβλητο της οφείλει α) δυνάμει της μεταξύ τους ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία τα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2013 έως και 2018, συνολικού ποσού 6.000 ευρώ, και β) την παρακρατηθείσα ειδική εισφορά αλληλεγγύης και ειδική εισφορά υπέρ του ΟΑΕΔ των ετών 2013 έως και 2018, συνολικού ποσού 5.853,01 ευρώ, δηλαδή συνολικά 11.853,01 ευρώ, νομιμοτόκως.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την ανωτέρω έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ και, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε την αγωγή, κατά το μέρος που μεταβιβάστηκε σε αυτό, ως μη νόμιμη. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε, στις 26.10.2023, πριν την πάροδο δύο ετών από την δημοσίευση της προσβαλλόμενης στις 31.12.2021 (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ.

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Το Σύνταγμα ορίζει, στο μεν άρθρο 4 παρ. 5 ότι "Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους", στο δε άρθρο 25 παρ. 1 ότι: "1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.

Περαιτέρω, στο άρθρο 79 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Βουλή κατά την τακτική ετήσια σύνοδό της ψηφίζει τον προϋπολογισμό των εσόδων και εξόδων του Κράτους για το επόμενο έτος", και στο άρθρο 106 παρ. 1 αυτού, ότι "Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας ..".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων συνάγεται ότι σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.

Η δυνατότητα, όμως, αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου, μάλιστα, ότι η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών είναι προς όφελος όλων.

Και τούτο διότι, ενόψει και της καθιερούμενης στο άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος αξίωσης του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών, αντί της προώθησης διαρθρωτικών μέτρων ή της είσπραξης των φορολογικών εσόδων, από τη μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται, κυρίως, άλλες κατηγορίες πολιτών (ΟλΣτΕ 481, 431/2018).

Συνεπώς, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, δύναται, καταρχήν, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, η συνταγματικότητα των οποίων υπόκειται σε οριακό μόνο έλεγχο εκ μέρους του δικαστή. Η αντίληψη αυτή περί των περιθωρίων εκτίμησης που απολαμβάνει ο εθνικός νομοθέτης σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής υιοθετείται και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.), το οποίο παγίως δέχεται ότι στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. εμπίπτουν μεν οι δεδουλευμένες αποδοχές του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου και η προσδοκία για τη μελλοντική καταβολή τους, εφόσον υφίσταται επαρκής νομική βάση στο εθνικό δίκαιο για την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων, πλην, με τις διατάξεις αυτές δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών και συντάξεων συγκεκριμένου ύψους (ΕΔΔΑ, απόφαση της 19.4.2007 Eskelinen κατά Φινλανδίας, απόφαση της 20.3.2012 Panfile κατά Ρουμανίας), εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης του ενδιαφερομένου (ΟλΣτΕ 1308/2019, 481/2018, 668/2012, ΑΠ 1022/2023, 77/2022, 889/2021).

Περαιτέρω, με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του έτους 2010, ο νομοθέτης, εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της Χώρας και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστήριξης αυτής, κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημόσιων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών και μειώσεων των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν με την αναδρομική μείωση των αποδοχών κατά 12% και των επιδομάτων εορτών και αδείας κατά 30% και τον ορισμό νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρα 1 παρ. 2 και 9, 2 παρ. 1 και 20 παρ. 1 ν.3833/2010) και συνεχίσθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα με την περαιτέρω μείωση των αποδοχών κατά 8%, καθώς και με την αποσύνδεση του ύψους των επιδομάτων εορτών και αδείας από το βασικό μισθό, την πρόβλεψη για καθένα από τα επιδόματα αυτά ενός πάγιου και εκ των προτέρων καθορισμένου ποσού και τη θέσπιση μέγιστου ορίου συνολικών αποδοχών για την επιτρεπτή καταβολή των εν λόγω επιδομάτων (άρθρο τρίτο παρ. 1 και 6 ν.3845/2010), την εν συνεχεία αναστολή των διατάξεων περί μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων (άρθρο 38 παρ. 5 ν.3986/2011), την αναδρομική μείωση κατά το ήμισυ, του κινήτρου απόδοσης (άρθρο 55 παρ. 23 περ.

α' ν.4002/2011), καθώς και την καθιέρωση νέου ενιαίου μισθολογίου-βαθμολογίου (ν.4024/2011) με συνέπεια την περαιτέρω περικοπή των αποδοχών, εντάσσονται στις δέσμες μέτρων που είχαν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου "Μνημονίου Συνεννόησης" και του πρώτου "Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής" (ετών 2012-2015) και απέβλεπαν στην άμεση μείωση των κρατικών δαπανών για την εξεύρεση πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης στην οποία βρέθηκε η Χώρα.

Για τους λόγους δε αυτούς, όπως έχει κριθεί, ειδικώς τα θεσπισθέντα με τους ανωτέρω νόμους 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011 μισθολογικά μέτρα (περικοπές αποδοχών και επιδομάτων) δεν παρίσταντο, καταρχήν, απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, ούτε μη αναγκαία, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτά ως άνω σκοπών (ΟλΣτΕ 3372/2015, 3373/2015, 668/2012).

Ειδικότερα, με τον προαναφερόμενο νόμο 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015" (ΦΕΚ Α 226), επιχειρήθηκε η διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, η οποία είχε ως συνέπεια την περικοπή των αποδοχών των εργαζομένων στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, με σκοπό, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση, αφενός την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών και αφετέρου τον εξορθολογισμό του δημοσίου τομέα, την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, την ανταμοιβή της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, την προσέλκυση ικανού στελεχιακού δυναμικού και την προώθηση των αναπτυξιακών και κοινωνικών προτεραιοτήτων της χώρας.

Στο Κεφάλαιο Δεύτερο του ως άνω νόμου, υπό τον τίτλο "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού και άλλων φορέων του δημόσιου τομέα και συναφείς διατάξεις", και ειδικότερα στο άρθρο 4, το οποίο φέρει τον τίτλο "Πεδίο Εφαρμογής", ορίζονται τα εξής: "1.

Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ): α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), συμπεριλαμβανομένου του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α).

Επίσης υπάγονται: α) οι εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, β) οι υπάλληλοι της Γραμματείας των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών, των Έμμισθων Υποθηκοφυλακείων και Κτηματολογικών Γραφείων της χώρας, γ) οι ιατροί υπηρεσίας υπαίθρου και οι μόνιμοι αγροτικοί ιατροί, δ) [ ..],, ε) [ ...], στ. [...], [ ..].. 2.Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, το προσωπικό της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, καθώς και οι κατηγορίες υπαλλήλων ή λειτουργών που υπάγονται στο Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Μέρους Β' του ν. 3205/2003 (Α' 297) εξαιρούνται από το Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17.".

Στο άρθρο 22 του ιδίου νόμου και με τον τίτλο "Επέκταση Διατάξεων" [όπως το άρθρο 22 ίσχυε μέχρι την κατάργησή του με το άρθρο 34 περ. α' του ν. 4354/2015 (ΦΕΚ α 176), η έναρξη ισχύος του οποίου είναι από 1.1.2016, σύμφωνα με το άρθρο 35 του ίδιου νόμου], ορίζεται ότι: "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζονται οι αποδοχές για τους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου. 2.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζονται ανάλογα οι αποδοχές του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.ΤΑ. 3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζονται οι αποδοχές του ειδικού επιστημονικού προσωπικού και των δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής των Ανεξάρτητων Διοικητικών ή Ρυθμιστικών Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, οι αποδοχές του επιστημονικού προσωπικού του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής και κάθε αναγκαίο θέμα. 4.

Οι αποφάσεις του παρόντος άρθρου εκδίδονται εντός διαστήματος ενός μηνός από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου και ισχύουν από την ημερομηνία αυτή. 5. Οι κάθε είδους αποδοχές και επιδόματα των Γενικών και Ειδικών Γραμματέων Υπουργείων και Αποκεντρωμένων Διοικήσεων καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

Μέχρι την έκδοση της ανωτέρω απόφασης εξακολουθούν να καταβάλλονται οι αποδοχές στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί". Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Ν. 4024/2011, προκύπτει ότι η ισχύς των διατάξεων του Κεφαλαίου Δεύτερου (άρθρα 4 παρ. 1 έως 32) του νόμου αυτού (δηλαδή του ν. 4024/2011) επεκτάθηκε και στους δικηγόρους που απασχολούνται με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς του άρθρου 4 παρ.1 του Ν. 4024/2011, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ΟΤΑ Α' και Β' βαθμού και ότι οι αποδοχές τους καθορίζονται με κοινή υπουργική απόφαση.

Σε εφαρμογή του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 4024/2011 εκδόθηκε η ΚΥΑ οικ.2/17132/0022/28.2.2012 (ΦΕΚ Β' 498/28.2.2012) [η οποία επίσης καταργήθηκε με το άρθρο 34 περ. α του ν. 4354/2015]. Σύμφωνα με την παρ. 1 αυτής στους δικηγόρους που παρέχουν υπηρεσίες σε σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011 καταβάλλεται βασικός μισθός ως εξής:

α) στους δικηγόρους στο Πρωτοδικείο ο μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Ε' βαθμού, β) στους δικηγόρους στο Εφετείο, ο μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Γ' βαθμού και γ) στους δικηγόρους στον Άρειο Πάγο ο μισθός του Β' βαθμού. Με την παράγραφο 2 της ίδιας ΚΥΑ προβλέπεται η καταβολή (και) στους ανωτέρω δικηγόρους που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας εντολής σε ΟΤΑ Α' και Β' Βαθμού των επιδομάτων εορτών και αδείας, κατ' αναλογική εφαρμογή και τους ορισμούς της διάταξης του 16 του ν. 4024/2011.

Με τη διάταξη αυτή (του άρθρου 16 του ν.4024/2011) ορίζεται: "1. Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων ορίζεται σε πεντακόσια (500,00) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Απριλίου μέχρι 15 Δεκεμβρίου κάθε έτους και καταβάλλεται την 16η Δεκεμβρίου κάθε έτους. 2.

Το επίδομα εορτών Πάσχα ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Δεκεμβρίου μέχρι και 15 Απριλίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται δέκα ημέρες πριν από το Πάσχα. 3. Το επίδομα αδείας ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 1ης Ιουλίου μέχρι και 30ης Ιουνίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται την 1η Ιουλίου κάθε έτους. 4.

Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε για χρονικό διάστημα μικρότερο από τα οριζόμενα στις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου αυτού, καταβάλλεται τμήμα επιδόματος ανάλογο με αυτό που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα της μισθοδοσίας του. 5. Τα επιδόματα των παραγράφων 1, 2 και 3 καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων αυτών δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000,00) ευρώ.

Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές υπερβαίνουν, κατά την ημερομηνία καταβολής τους, το ύψος αυτό, τα επιδόματα αυτά καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ, με ανάλογη μείωση τους". Στη συνέχεια και προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν.4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, δημοσιεύθηκε ο ν.4093/2012, με τις διατάξεις του οποίου ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτουμένων από το Δημόσιο, στο πλαίσιο δε αυτό, με τη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012 καταργήθηκαν πλήρως, από 1.1.2013, τα επιδόματα εορτών και αδείας.

Ειδικότερα με τη διάταξη αυτή ορίσθηκε ότι: "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ., και Ο.ΤΑ., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1.1.2013".

Στη ρύθμιση της ανωτέρω διάταξης υπάγονται και οι δικηγόροι που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με σχέση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία στους ΟΤΑ Α' ή Β' βαθμού, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, είχαν προβλεφθεί και γι' αυτούς με τις προαναφερόμενες διατάξεις (ΑΠ 1022/2023, 469/2023).

Όπως προειπώθηκε, από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν κωλύεται, καταρχήν, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, οι οποίες υπόκεινται σε οριακό, μόνο, δικαστικό έλεγχο.

Δύναται, επομένως, ο νομοθέτης, για λόγους που αυτός εκτιμά και η κατ' ουσίαν αξιολόγηση των οποίων δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό, σύνταξη ή άλλες παροχές από το δημόσιο ταμείο, λόγω της ανάγκης άμεσης απόδοσης και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.

Στις περιπτώσεις δε αυτές, το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές των προσώπων αυτών, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας εν γένει.

Εν προκειμένω, με την επίμαχη διάταξη του ν.4093/2012 ο νομοθέτης προέβη στην πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας για τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους στρατιωτικούς, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης. Το μέτρο δε αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016") και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της (βλ. σχετικές αναφορές στο εγκριθέν με το ν. 4046/2012 Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής καθώς και στην αιτιολογική έκθεση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016), δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ' αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.

Εξάλλου, τα επιδόματα εορτών και αδείας δεν συνιστούν απόλυτα προνόμια και ο περιορισμός των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών με την κατάργησή τους δικαιολογείται για λόγους γενικού συμφέροντος, που αποσκοπεί στη διασφάλιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης και στη μείωση των δημοσίων δαπανών της Χώρας και, κατά συνέπεια, το μέτρο αυτό ανταποκρίνεται επίσης στους σκοπούς που επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή στη διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας των κρατών-μελών που έχουν ως νόμισμα το ευρώ και στην εξασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ. Επομένως, το επίδικο μέτρο της κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, τεκμηριώνεται επαρκώς με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, δεν παρίσταται δε απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, η οποία υπαγορεύεται από επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μείωση του υπερβολικού δημοσίου ελλείμματος (πρβλ. αποφάσεις ΔΕΕ C-49/18, Carlos Escribano Vindel, σκ. 67 και C- 64/16, Associacao Sindical dos Juizes Portugueses, σκ. 49 και 52).

Εξάλλου, κατά τη λήψη του επίμαχου μέτρου της κατάργησης των εν λόγω επιδομάτων εορτών και αδείας, ο νομοθέτης είχε πλήρη επίγνωση όχι μόνο του εν γένει επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας, αλλά και ειδικά του επιπέδου διαβίωσης των υπαλλήλων και λειτουργών του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Συγκεκριμένα, και όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα και διαθέσιμα στις υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τον κρίσιμο χρόνο θέσπισης του ν.4093/2012 (12.11.2012), στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), δηλαδή της κατά τα άρθρα 1 παρ. 2 και 10 του ν.3832/2010 (ΦΕΚ Α' 38), όπως ισχύει, ανεξάρτητης αρχής, η οποία αποτελεί την εθνική στατιστική αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2009 (L 87/164), και υπάγεται στον έλεγχο της Βουλής των Ελλήνων, το 2011 το όριο κινδύνου φτώχειας ανά άτομο μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (ΕΚΑΣ και λοιπά κοινωνικά επιδόματα) είχε διαμορφωθεί στα 6.591,00 ευρώ (βλ.

έκδοση ΕΛΣΤΑΤ, Συνθήκες Διαβίωσης στην Ελλάδα, 2.11.2012), τη στιγμή που το μέσο ετήσιο ισοδύναμο ατομικό εισόδημα ανήρχετο στα 12.637,08 ευρώ (βλ. το από 2.11.2012 Δελτίο Τύπου της ΕΛΣΤΑΤ με τίτλο "Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών 2011"). Παράλληλα, με τον ν. 4024/2011 θεσπίστηκε, όπως εκτέθηκε προηγουμένως, νέο, ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (και του ευρύτερου δημόσιου τομέα), με το βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΥΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 780,00 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΔΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 858,00 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΤΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1.037,00 ευρώ και τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΠΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1.092,00 ευρώ (άρθρο 13 του ν.4024/2011), ενώ με τον ν.4093/2012 ο κατώτατος βασικός μισθός στον ιδιωτικό τομέα διαμορφώθηκε στα 586,08 ευρώ και το κατώτατο ημερομίσθιο στα 26, 18 ευρώ, για δε τους δικηγόρους με πάγια αντιμισθία, στους οποίους επεκτάθηκαν οι ρυθμίσεις του ν.4024/2011 με την εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότησή του ανωτέρω υπουργική απόφαση, ορίστηκε ο βασικός μισθός τους, με παραπομπή στα ΜΚ των δημοσίων υπαλλήλων.

Κατά συνέπεια, οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών (και του ευρύτερου δημόσιου τομέα), ακόμη και μετά την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας, όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο.

Εξάλλου, ενόψει του ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσης από αυτόν κρίσιμης κατάστασης υπόκειται, κατά τα ανωτέρω, σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο, δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους (βλ. απόφαση Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, της 7.5.2013, σκ. 39), τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για το νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του (πρβλ. Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 48).

Περαιτέρω, ενόψει της φύσης των επιδομάτων εορτών και αδείας και του λόγου της θέσπισής τους, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτήν μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των λειτουργών και υπαλλήλων (πρβλ.

Ολ.ΣτΕ 3404-3406/2014, 3177/2014, πρβλ. και Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 31, 45 και 46). Εξάλλου, εκ μόνου του λόγου ότι άλλες ρυθμίσεις του ν.4093/2012, οι οποίες αφορούν διαφορετικά θέματα (μισθούς και συντάξεις), κρίθηκαν αντισυνταγματικές, δεν προκύπτει αναγκαίως αντισυνταγματικότητα και της επίδικης ρύθμισης (ΑΠ 1022/2023, 899/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019, 1308/2019).

Αντίθετη εκδοχή θα ισοδυναμούσε με αφηρημένο έλεγχο συνταγματικότητας του νόμου, ο οποίος, σύμφωνα με το Σύνταγμα, δεν έχει ανατεθεί στη Δικαστική εξουσία. Ενόψει αυτών, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπ. Γ.1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012, με την οποία, κατ' εκτίμηση του δημοσιονομικού κόστους (ετήσια εξοικονόμηση δαπάνης ποσού 469.600.000,00 ευρώ, βλ.

έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που συνόδευε το σχέδιο του ν.4093/2012 κατά την υποβολή του προς ψήφιση στη Βουλή) καταργήθηκαν τα επιδόματα εορτών και το επίδομα αδείας, δεν παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων απασχολούμενων σε οργανική θέση δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής και με πάγια αντιμισθία σε ν.π.δ.δ.

και συνεπώς αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, ούτε στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (ΑΠ 1022/2023, 1467/2022, 899/2021, 1280/2020, ΟλΣτΕ 798/2021, 1307/2019). Η επίδικη διάταξη δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, δεδομένου ότι πρόκειται για μέτρο που αφορά όλους τους υπαλλήλους και λειτουργούς του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσεως μέτρα (ΑΠ 1022/2023, 77/2022, 899/2021, 574/2021, 1254/2018, Ολ.

ΣτΕ 798/2021, 1307/2019, 1310/2019). Τέλος, με το ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μισθολογικές ρυθμίσεις και άλλες επείγουσες διατάξεις εφαρμογής της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων" (Α 176), και με το Κεφάλαιο Β με τίτλο "Μισθολογικές ρυθμίσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), καθώς και των Δ.Ε.Κ.Ο.

του Κεφαλαίου Α του ν. 3429/2005 (Α 314) και άλλες μισθολογικές διατάξεις" με έναρξη ισχύος των διατάξεων των άρθρων 7 έως 34 του ως άνω Κεφαλαίου Β από 1.1.2016 (άρθρο 35) επαναρρυθμίσθηκαν από 1.1.2016 οι διατάξεις που αφορούν το μισθολόγιο του προσωπικού του Δημοσίου, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ και των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Με το άρθρο 7 (όπως οι περιπτώσεις ιστ' έως ιθ' της παραγράφου 1 αναριθμήθηκαν σε ιε' έως ιη' με το άρθρο 35 παρ.1 Ν. 4484/2017) ορίζεται ότι:1. Στις διατάξεις του παρόντος υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί δημόσιοι υπάλληλοι, καθώς και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου:

α) ..ιη) οι δικηγόροι που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος .." και με το άρθρο 34 ιδίου νόμου καταργήθηκαν από 1.1.2016, μεταξύ των άλλων, οι διατάξεις των άρθρων 12 έως 25, 28, 29, 30 του ν. 4024/2011, ως και οι κατ' εξουσιοδότηση αυτών εκδοθείσες υπουργικές αποφάσεις.

Με την τελευταία αυτή διάταξη του ανωτέρω νόμου, στον οποίο εντάσσονται κατά ρητή νομοθετική επιταγή και οι δικηγόροι με έμμισθη εντολή των ΟΤΑ (άρθρο 7 παρ. 1 περ. ιη, ιθ του ν.4354/2015), από την έναρξη της ισχύος του την 1-1-2016, καταργήθηκαν οι αναφερόμενες διατάξεις του ν.4024/2011, μεταξύ των οποίων και αυτή του άρθρου 16 που προέβλεπε την καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας, ως η κατ' εξουσιότηση του άρθρου 22 του νόμου αυτού προαναφερόμενη με αριθμό 2/17132/0022/20123 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, με την οποία προβλεπόταν η καταβολή τους, κατ' αναλογική εφαρμογή του άρθρου 16 του ίδιου νόμου, και στους δικηγόρους που απασχολούνται στους ΟΤΑ Α' και Β' βαθμού με πάγια αντιμισθία (ΑΠ 469/2023).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ α' ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, 1/2016, 2/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, όπως κατά περιεχόμενο εκτιμάται, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου πρώτου παραγρ.

Γ' υποποπαρ. Γ.1 περ. 1 του ν. 4093/2012, κρίνοντας ότι αυτές, καθό μέρος προβλέπουν την κατάργηση από 1.1.2013 μέχρι και το έτος 2015, των επιδομάτων εορτών και άδειας του άρθρου 16 του ν. 4024/2011 που είχαν χορηγηθεί με την ΚΥΑ οικ. 2/1713/022/2012 και στους δικηγόρους που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με σχέση εντολής και πάγια αντιμισθία σε ΟΤΑ Β' βαθμού, όπως και η ίδια, δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ.1 και 5, 5 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (ΕΣΔΑ), τις οποίες επίσης παραβίασε ευθέως, όπως και τη διάταξη του άρθρου 34 του ν.4354/2015, την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και έκρινε εφαρμοστέα, ενώ δεν ήταν, λόγω της αντίθεσή της με την ειδική διάταξη του άρθρου 44 παρ.2 του ν.4194/2013, και κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της έκρινε ότι με αυτή καταργήθηκαν, από την 1.1.2016, οι προαναφερόμενες διατάξεις (αρθ.16 του ν.4024/2011 σε συνδ.

με της άνω ΚΥΑ), που προέβλεπαν την καταβολή των επιδίκων επιδομάτων στους ανωτέρω δικηγόρους. Ότι μετά ταύτα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά παραδοχή της έφεσης του αντιδίκου της, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει αντίθετα, κατά το μέρος που είχε δεχθεί κατ' ουσία την αγωγή της, επιδικάζοντας επιδόματα εορτών και αδείας των 2013 έως και 2018, απέρριψε την αγωγή της κατά το μέρος τούτο, ως μη νόμιμη, ενώ, εάν ερμήνευε ορθά τις ανωτέρω διατάξεις δεν θα τις εφάρμοζε, αλλά θα εφάρμοζε αυτές του άρθρου 16 του ν. 4024/2011 και της ΚΥΑ οικ.2/1713/022/2012 που είναι οι εφαρμοστέες, και συνακόλουθα θα έκρινε νόμιμη την αγωγή της και θα απέρριπτε κατ' ουσία την έφεση του αντιδίκου της.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο, προκύπτει ότι η ενάγουσα [ήδη αναιρεσείουσα] δικηγόρος, με την ένδικη, από 20.12.2018 με αριθμ.καταθ.ΕΙΔ328/2018, αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, ισχυρίστηκε ότι από 29.4.1999 συνδέεται με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης" (ΟΤΑ Β' Βαθμού) με σχέση έμμισθης εντολής ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και με πάγια αντιμισθία, υπαγόμενη στις οικείες διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου (ν.3205/2003, ν. 4024/2011 και ν.4354/2015), με μηνιαίες μικτές αποδοχές, το επίδικο χρονικό διάστημα (των ετών 2013 έως και 2018 που αφορούν τον αναιρετικό έλεγχο) από 1.906 ευρώ μηνιαίως έως 2.868,04 ευρώ μηνιαίως.

Ότι επίσης το εναγόμενο [ήδη αναιρεσίβλητο] από την 1.1.2013 έπαυσε να της καταβάλει τα προβλεπόμενα από το άρθρο 16 του ν.4024/2011 επιδόματα εορτών και αδείας, επικαλούμενο, κατάργησή τους με μεταγενέστερες διατάξεις. Ότι η υποπαράγραφος Γ1 (περ. 1) του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, κατά το μέρος που με αυτή καταργήθηκαν τα ανωτέρω επιδόματα του άρθρου 16 του ν.4024/2011, είναι ανίσχυρη, ως αντικείμενη στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 4 παρ.1 και 5, 5 παρ.1, 25 παρ.1 του Συντάγματος, αλλά και σε αυτή του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (ΠΠΠ) της ΕΣΔΑ.

Κατόπιν τούτων η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ζήτησε, κατά την κύρια βάση της αγωγής, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ της οφείλει, με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση και κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 16 του ν.4024/2011, τα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2013, 2014, 2015, 2016, 2017 και 2018, ποσού 6.000 ευρώ, νομιμοτόκως.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 362/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά την ανωτέρω κύρια βάση της και την δέχθηκε κατ' ουσία για τα επίδικα επιδόματα των ανωτέρω ετών. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την από 18.2.2020 έφεση το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ ζητώντας την εξαφάνισή της κατά το μέρος που δέχθηκε κατ' ουσία την αγωγή της αντιδίκου του.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, δικάζοντας ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με αριθμό 150/2021, έκρινε μη νόμιμη την αγωγή για τα ανωτέρω αιτούμενα επιδόματα κατά την προαναφερόμενη κύρια βάση της (άλλα και ως προς τις λοιπές επικουρικές της βάσης, των άρθρων 105 επ. του ΕισΝΑΚ και 904 ΑΚ που δεν ενδιαφέρουν τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο), δεχόμενο ότι η ενάγουσα [ήδη αναιρεσείουσα] έμμισθη δικηγόρος του εναγόμενου ΟΤΑ β' βαθμού [ήδη αναιρεσιβλήτου] δεν δικαιούται τα επιδόματα εορτών και αδείας που της καταβάλλονταν μέχρι την 1.1.2013 δυνάμει του άρθρου 16 του ν.4024/2011 και της ΚΥΑ οικ.2/1713/022/2012 α) για τα επίδικα έτη 2013,2014 και 2015, λόγω κατάργησης της καταβολής τους με την υποπαράγραφο Γ.1 (περ.1) του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012, σύμφωνης της τελευταίας με τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του άρθρου πρώτου του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ - σε αντίθεση με όσα ισχυριζόταν στην αγωγή της η ενάγουσα - και β) για το επόμενο επίδικο χρονικό διάστημα (από την 1.1.2016 και εντεύθεν) λόγω κατάργησης, την 1.1.2016, με το άρθρο 34 του ν.4354/2015 (νέο ενιαίο μισθολόγιο) της ανωτέρω, και ισχύουσας μέχρι τότε, διάταξης που τα προέβλεπε (του άρθρου 16 του ν.4024/2011) και της εκδοθείσας, για τους άνω δικηγόρους, ΚΥΑ οικ.2/17132/0022/28.2.2012.

Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού έκρινε βάσιμους τους σχετικούς λόγους της έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε, στα πλαίσια της έφεσης, την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα, κατά το μέρος που είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή και δικάζοντας επ' αυτής κατά το μέρος τούτο, την απέρριψε ως μη νόμιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, με βάση τα ιστορούμενα στην αγωγή και το αίτημά της, τις διατάξεις των άρθρων 16 του ν.4024/2011 σε συνδ. με της ΚΥΑ οικ.2/1713/022/2012, στις οποίες επιχειρήθηκε η νομική θεμελίωση της ένδικης αγωγής. Ειδικότερα, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα δικηγόρος, παρέχουσα τις υπηρεσίες της με σχέση έμμισθης εντολής και πάγια μηνιαία αντιμισθία στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΟΤΑ Β' βαθμού, και υπαγόμενη, διαδοχικά, στις μισθολογικές ρυθμίσεις των νόμων 4024/2011 (ενιαίο μισθολόγιο με ισχύ μέχρι τις 31.12.2015) και 4354/2015 (νέο ενιαίο μισθολόγιο με ισχύ από την 1.1.2016 και εντεύθεν) με τις προβλεπόμενες από τους νόμους αυτούς μηνιαίες αποδοχές που δεν υπερέβαιναν το ποσό των 3.000 ευρώ, από την 1.1.2013 δεν εδικαιούτο να λαμβάνει τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 16 του ν.4024/2011 επιδόματα εορτών και αδείας (επίδομα εορτών Χριστουγέννων 500 ευρώ, επίδομα εορτών Πάσχα 250 ευρώ και επίδομα αδείας 250 ευρώ), τα οποία εδικαιούτο και ελάμβανε μέχρι τότε, κατ' ανάλογη εφαρμογή του ανωτέρω άρθρου, όπως ρητά όριζε η εκδοθείσα κατ' εξουσιόδηση του άρθρου 22 του ίδιου νόμου, ΚΥΑοικ.2/17132/0022/28.2.2012.

Τα εν λόγω επιδόματα που της κατέβαλε μέχρι τότε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, από την 1.1.2013 καταργήθηκαν με το άρθρο πρώτο παρ. Γ' υποπαρ. Γ.1 (περ. 1) του ν.4093/2012, η οποία καταλαμβάνει και τους έμμισθους δικηγόρους των ΟΤΑ, όπως είναι και η ενάγουσα-αναιρεσείουσα δικηγόρος, δεδομένου ότι με τις προαναφερόμενες διατάξεις είχε προβλεφθεί η καταβολή των επιδομάτων εορτών και αδείας και στους ανωτέρω δικηγόρους, όπως απαιτείται για την εφαρμογή της ανωτέρω υποπαραγράφου του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012, που ίσχυε έως τις 31.12.2015.

Η διάταξη δε αυτή δεν αντίκεται στα άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 5 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε και στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (ΠΠΠ) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ). Συγκεκριμένα, η εν λόγω διάταξη αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων προς εξυπηρέτηση σοβαρών λόγων δημοσίου συμφέροντος, στο πλαίσιο της καθιερούμενης από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρέωσης δημοσιονομικής πειθαρχικής και διασφάλισης της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ.

Το προβλεπόμενο με αυτή μέτρο της κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας, αφορά όλους τους εργαζομένους του εν γένει δημόσιου τομέα, στο πλαίσιο της περιστολής των δημοσίων δαπανών, ενόψει δε της φύσης των επιδομάτων αυτών και του λόγου της θέσπισής της, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η επερχόμενη με την κατάργησή τους μείωση των συνολικών αποδοχών των ανωτέρω εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και οι απασχολούμενοι με οργανική θέση δικηγόροι με σχέση έμμισθης εντολής και με πάγια αντιμισθία σε ΟΤΑ, θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες που ελήφθησαν υπόψη.

Αλλά ούτε παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των ανωτέρω δικηγόρων.

Περαιτέρω, από την 1.1.2016 και εντεύθεν η ήδη αναιρεσείουσα δικηγόρος, υπάγεται στις μισθολογικές ρυθμίσεις του ν. 4354/2015 (νέο ενιαίο μισθολόγιο), σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 περ. ιη του νόμου αυτού, όπως και η ίδια ιστορεί στην αγωγή της, οι οποίες δεν προβλέπουν την καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας. Με το άρθρο δε 34 του ίδιου νόμου, από 1.1.2016 και εντεύθεν καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 16 αυτού, που προέβλεπε την καταβολή των ανωτέρω επιδομάτων, όπως και η προαναφερόμενη, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 22 του άνω νόμου εκδοθείσα, ΚΥΑ 2/17132/0022/20123, που όριζε την καταβολή τους, κατ' αναλογική εφαρμογή του άρθρου 16, και στους δικηγόρους που απασχολούνται στους ΟΤΑ Β' βαθμού με πάγια αντιμισθία, όπως η αναιρεσείουσα.

Οι αιτιάσεις της, στα πλαίσια του υπό κρίση λόγου αναίρεσης, ότι στην ένδικη περίπτωση δεν είναι εφαρμοστέα η ανωτέρω διάταξη, του άρθρου 34 του ν.4354/2015, ως και οι λοιπές διατάξεις του που προβλέπουν τη συλλήβδην υπαγωγή της στις μισθολογικές του ρυθμίσεις, διότι δεν έχει εκδοθεί ακόμη, η κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 44 παρ.2 του ν. 4193/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), η οποία είναι ειδική και υπερισχύει κάθε άλλης (κατ' άρθρο 166 του ιδίου νόμου), κανονιστική πράξη (ΚΥΑ) για τον καθορισμό των αποδοχών (και) των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους ΟΤΑ δεύτερου βαθμού, όπως η ίδια, είναι αβάσιμες.

Και τούτο διότι η κανονιστική αρμοδιότητα της διοίκησης που προβλέπεται από την ανωτέρω εξουσιοδοτική διάταξη, με την έκδοση κοινής υπουργικής απόφασης (των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών), για τον καθορισμό των αμοιβών των ανωτέρω δικηγόρων, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, δεν είναι υποχρεωτική για τους αρμόδιους υπουργούς, αλλά αυτοί έχουν απλώς διακριτική ευχέρεια να την εκδώσουν (ΑΠ 628/2020).

Η παράλειψη της έκδοσης της προβλεπόμενης από το άρθρου 44 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων υπουργικής αυτής απόφασης, σε καμία περίπτωση δεν εμπόδιζε τη ρύθμιση των αποδοχών των εν λόγω δικηγόρων με μεταγενέστερο νόμο και ειδικότερα την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις του νέου ενιαίου μισθολογίου, του ν. 4354/2015 και όσα αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα είναι αβάσιμα.

Η διάταξη δε του άρθρου 34 νόμου αυτού, πέραν του ότι είναι μεταγενέστερη, είναι και ειδική, έναντι αυτής του άρθρου 44 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων, ως προς το κρίσιμο, εν προκειμένω, ζήτημα - της κατάργησης προγενέστερων διατάξεων που πρόβλεπαν την καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας - το οποίο δεν περιλαμβάνεται στην εξουσιοδότηση της παραγρ. 2 του άρθρου 44 του Κώδικα Δικηγόρων.

Η παράγραφος του άρθρου 166 του ίδιου κώδικα περί "ειδικότητας" των διατάξεών του έναντι κάθε άλλης διάταξης, έχει προδήλως την έννοια ότι οι διατάξεις αυτού είναι ειδικές ως προς τα θέματα τα οποία ρυθμίζουν, και όχι ως προς ζητήματα που ρυθμίζονται με άλλες διατάξεις (ΟλΣτΕ 3372/2015), όπως εν προκειμένω η προαναφερόμενη του άρθρου 34 του ν.4395/2015.

Επομένως, το Εφετείο, κατ' ορθή ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων, δεν εφάρμοσε αυτές του άρθρου 16 του ν.4024/2011 και της ΚΥΑ 2/17132/0022/20123 ΚΥΑ, λόγω της κατάργησής τους κατά τα προαναφερόμενα, και συνακόλουθα της μη ισχύος τους, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, και έτσι δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Συνεπώς ο υπό κρίση λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1, 7 παρ.1, 8, 42 επ. του ν.4194/2013 "Κώδικας περί Δικηγόρων (ΦΕΚ Α 208/23.9.2013), που είναι ομοίου περιεχομένου με τις διατάξεις του άρθρων 1, 63, 92 Α επ. του προϊσχύσαντος ν.δ. 3026/1954 "Κώδικας περί Δικηγόρων"), ο δικηγόρος είναι δημόσιος λειτουργός, και όταν παρέχει με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή καθαρώς νομικές εργασίες νομικού συμβούλου ή δικηγόρου, η σύμβαση αυτή παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, δεν εφαρμόζονται επ' αυτής οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, παρά μόνο εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά αν προσαρμόζονται προς τις διατάξεις του ν. 4194/2013 και δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού λειτουργήματος, ρυθμίζεται δε από τις διατάξεις των άρθρων 42 έως 46 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.4194/2013) και συμπληρωματικά από τις διατάξεις περί εντολής και σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών (ΟλΑΠ. 45/2002, ΑΠ 417/2021, 308/2017).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Ν. 4024/2011, προκύπτει ότι η ισχύς των διατάξεων του Κεφαλαίου Δεύτερου (άρθρα 4 παρ. 1 έως 32) του νόμου αυτού (δηλαδή του ν. 4024/2011) επεκτάθηκε και στους δικηγόρους που απασχολούνται με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς του άρθρου 4 παρ.1 του Ν. 4024/2011, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ΟΤΑ Β' βαθμού και ότι οι αποδοχές τους καθορίζονται με κοινή υπουργική απόφαση.

Σε εφαρμογή του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 4024/2011 εκδόθηκε η ΚΥΑ οικ.2/17132/0022/28.2.2012 (ΦΕΚ Β' 498/28.2.2012) και σύμφωνα με την παρ. 1 αυτής στους δικηγόρους που παρέχουν υπηρεσίες σε σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής, μεταξύ άλλων και, στους ΟΤΑ, καταβάλλεται βασικός μισθός κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις μισθολογικών κλιμακίων.

Από την 1.1.2016 με το ν. 4354/2015 Κεφ. Β' επαναρρυθμίστηκαν οι διατάξεις που αφορούν το μισθολόγιο του προσωπικού του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ και με ρητή διάταξη του άρθρου 7 περ. ιη του ιδίου νόμου, στις διατάξεις του υπήχθησαν και οι δικηγόροι που παρέχουν τις υπηρεσίες με σχέση πάγιας έμμισθης εντολής σε ΟΤΑ.

Περαιτέρω, ο νόμος 3986/2011 (ΦΕΚ Α 152/1.7.2011) "Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015", κατά την αιτιολογική του έκθεση, προβλέπει μέτρα άμεσης εφαρμογής και απόδοσης, λόγω της κρίσιμης δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, και εξυπηρετεί σκοπούς υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, που συνίστανται στην επίτευξη των μακροοικονομικών στόχων της, μέσα σε ένα αρνητικό διεθνή και ευρωπαϊκό συσχετισμό δυνάμεων, με κομβικό σημείο τη βιωσιμότητα και διαχειρισιμότητα του δημοσίου χρέους και την ανατροπή της εδραιωμένης αρνητικής πεποίθησης γύρω από το αξιόχρεο της χώρας.

Με το άρθρο. 38 του νόμου αυτού που φέρει τον τίτλο "Δημοσιονομικές Ρυθμίσεις", στην παρ. 2 περ. α, όπως ισχύει, μετά την τροποποίηση της αρχικά με την παρ. 11 του άρθρου 24 του Ν. 4002/2011 και στη συνέχεια με την παρ. 5 του άρθρο 40 του ν. 4144/2013 (ΦΕΚ Α 88/18.4.2013) ορίζεται: "Καθιερώνεται ειδική εισφορά αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας.

Η εισφορά αυτή υπολογίζεται σε ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) επί των τακτικών αποδοχών και προσθέτων αμοιβών και αποζημιώσεων όλων των μισθοδοτούμενων υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ, καθώς και των υπαλλήλων όλων ανεξαιρέτως των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και των ΝΠΙΔ, συμπεριλαμβανομένων και των Τραπεζών και των θυγατρικών επιχειρήσεων των Τραπεζών ή των συνδεδεμένων με αυτές εταιρειών που ανήκουν με αυτές στον ίδιο όμιλο με τις Τράπεζες.

Από τις διατάξεις αυτές εξαιρείται το προσωπικό που καταβάλλει εισφορά υπέρ κλάδου ανεργίας, που προβλέπεται από την παράγραφο 1 του άρθρου 32 του ΝΔ 2961/1954, όπως έχει τροποποιηθεί με την παράγραφο 6 του άρθρου 44 του Ν. 2084/1992 και την παράγραφο 9 του άρθρου 44 του παρόντος Νόμου". Στην παρ. 2 περ. β του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι: "καθιερώνεται ειδική εισφορά των ασφαλισμένων του Ταμείου Προνοίας των Δημοσίων και των Υπαλλήλων (ΤΠΔΥ) πέραν των προβλεπομένων, υπέρ του Ταμείου Προνοίας των Δημοσίων Υπαλλήλων.

Η εισφορά αυτή υπολογίζεται σε ποσοστό ένα τοις εκατό (1 %) επί των τακτικών αποδοχών και προσθέτων αμοιβών και αποζημιώσεων όλων των δικαιούχων υπαλλήλων του Ταμείου. Για όσους υπαλλήλους δεν είναι ασφαλισμένοι στο ΤΠΔΥ η εισφορά υπολογίζεται σε ένα τοις εκατό (1%) επί των τακτικών αποδοχών και προσθέτων αμοιβών και αποζημιώσεων, υπέρ του ΟΑΕΔ, ενώ για προσωπικό που είναι ασφαλισμένο στα Μετοχικά Ταμεία των Ενόπλων Δυνάμεων, η εισφορά αυτή αποδίδεται υπέρ των εν λόγω Ταμείων.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μπορεί να ρυθμίζεται ο τρόπος υπολογισμού, είσπραξης και απόδοσης της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου". Και τέλος με την παρ. 2 περ. γ', η οποία προστέθηκε με το άρθρο 24 παρ. 3 του ν.4002/2011 ορίζεται ότι: "Οι ειδικές εισφορές των προηγουμένων περιπτώσεων που αναλογούν στο χρονικό διάστημα από 01.01.2011 έως 31.07.2011 κατανέμονται ισόποσα και συνεισπράττονται με τις εισφορές των επομένων μηνών του έτους 2011 σύμφωνα με όσα ορίζονται στην κοινή υπουργική απόφαση που εκδίδεται κατ' εξουσιοδότηση της προηγούμενης περίπτωσης".

Κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 2 α του άρθρου 38 του ν. 3986/2011 εκδόθηκε η με αριθμό 2/57654/0022/22.08.2011 και με τίτλο ''Ειδική εισφορά αλληλεγγύης της παρ. 2 α του άρθρου 38 του ν. 3986/2011 (ΦΕΚ 152 Α')" κοινή απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης [ΦΕΚ Β' 1853/22.8.2011]", με την οποία ορίστηκε ότι: "Η προβλεπόμενη από τις διατάξεις της παρ. 2 α του άρθρου 38 του Ν. 3986/2011 ειδική εισφορά αλληλεγγύης υπολογίζεται σε ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) επί του συνόλου των τακτικών αποδοχών και προσθέτων αμοιβών και αποζημιώσεων όλου του μισθοδοτούμενου προσωπικού του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, καθώς και του προσωπικού όλων ανεξαιρέτως των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και των ΝΠΙΔ, συμπεριλαμβανομένων και των Τραπεζών.

Εξαιρείται το προσωπικό που καταβάλλει την εισφορά υπέρ κλάδου ανεργίας, που προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 32 του ΝΔ 2961/1954, όπως έχουν τροποποιηθεί με το άρθρο 44 παρ. 6 του Ν. 2084/1992 και το άρθρο 44 παρ. 9 του Ν. 3986/2011 (παρ. 1). Το ποσό της εισφοράς αλληλεγγύης της προηγούμενης παραγράφου, που αποτελεί έσοδο του κρατικού προϋπολογισμού, παρακρατείται κάθε μήνα κατά την πληρωμή της τακτικής μισθοδοσίας και των λοιπών προσθέτων αμοιβών και αποζημιώσεων του μισθοδοτούμενου προσωπικού (παρ. 2).

Η απόφαση αυτή ισχύει από 01.01.2011, η δε ειδική εισφορά, που αναλογεί στο χρονικό διάστημα από 01.01.2011 έως 31.07.2011, κατανέμεται ισόποσα και συνεισπράττεται με τις εισφορές των επομένων μηνών του έτους 2011 (παρ. 4)". Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 2 περ. α και β του ν. 3986/2011, που προβλέπουν τις προαναφερόμενες ειδικές εισφορές για την καταπολέμηση της ανεργίας, ενόψει της γενικότητας της διατύπωσής τους και του προεκτεθέντος σκοπού του νόμου, αφορούν το πάσης φύσεως και με οποιαδήποτε σχέση συνδεόμενο με τα αναφερόμενα ν.π.

προσωπικό, συμπεριλαμβανομένων και των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε ΟΤΑ με σχέση πάγιας έμμισθης εντολής, εντός δε των ορίων της εξουσιοδοτικής διάταξης του παρ. 38 παρ. 2 περ. α' του άνω νόμου εκδόθηκε η προαναφερόμενη Κοινή Υπουργική Απόφαση (σχ. ΟλΣτΕ 3372/2015 σκ.11).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Μονομελές Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο, κρίνοντας ότι είναι νομικά αβάσιμο (και) το κεφάλαιο της άνω αγωγής της, με το οποίο ζητούσε την απόδοση της παρακρατηθείσας από το αναιρεσίβλητο ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης που προβλέπεται από το άρθρο 38 παρ. 2 περ.

α' του ν. 3986/2011 και της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης υπέρ του ΟΑΕΔ που προβλέπεται από το άρθρο 38 παρ. 2 περ. β' του ίδιου νόμου, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες εάν ερμήνευε ορθά το Εφετείο θα έκρινε ότι η ίδια δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις τους και μετά ταύτα θα απέρριπτε κατ' ουσία το σχετικό λόγο έφεσης του αντιδίκου της κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε αναγνωρίσει ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο οφείλει να της αποδώσει τις ανωτέρω παρακρατηθείσες εισφορές.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο, προκύπτει ότι η ενάγουσα [ήδη αναιρεσείουσα] δικηγόρος, με την ίδια ως άνω αγωγή της, ισχυρίστηκε επίσης ότι το εναγόμενο [ήδη αναιρεσίβλητο] ΝΠΔΔ, στο οποίο παρείχε τις υπηρεσίες της ως δικηγόρος το επίδικο χρονικό διάστημα, από 1.1.2013 έως και 31.12.2018, παράνομα παρακράτησε από την πάγια μηνιαία αντιμισθία της τα ποσά, τα οποία κατά μήνα αναλυτικά παρατίθενται στον ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής πίνακα, ως ειδική εισφορά αλληλεγγύης του άρθρου 38 παρ. 2 α του ν. 3986/2011 και ως ειδική εισφορά υπέρ ΟΑΕΔ του άρθρου 38 παρ. 2 β' του αυτού νόμου, καθόσον η ίδια, ως δικηγόρος, δεν ανήκει στο υπαλληλικό προσωπικό του εναγομένου και συνακόλουθα δεν υπάγεται στις ανωτέρω διατάξεις που καθιέρωσαν τις ειδικές αυτές εισφορές.

Κατόπιν τούτων η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο της οφείλει (πλην των επιδίκων επιδομάτων εορτών και αδείας), το ποσό των 5.853,01 ευρώ, στο οποίο ανέρχονται οι συνολικές παρακρατήσεις της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 38 παρ. 2α του ν.3986/2011 και της ειδικής εισφοράς υπέρ του ΟΑΕ του άρθρου 38 παρ. 2 β του ν.3986/2011, όπως αναλυτικά προσδιορίζονται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, νομιμοτόκως.

Το Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης με την προαναφερόμενη, με αριθμό 362/2019, απόφασή του, δέχθηκε κατά το κεφάλαιο τούτο την αγωγή κατ' ουσία και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) οφείλει στην ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) (και) το ποσό των 5.853,01 ευρώ, των παρακρατημένων επιδίκων ειδικών εισφορών, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο, μετά την άσκηση της ίδιας ως άνω έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και κατά το ενδιαφέρον την έρευνα της βασιμότητας ή μη του ως άνω αναιρετικού λόγου, αφού διατύπωσε τις κρίσιμες διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 2 περ.

α και β του ν. 3986/2011 και της με αριθμό σικ. 2/57654/0022/22.8.2011 ΚΥΑ, στη συνέχεια έκρινε μη νόμιμη την αγωγή, με την αιτιολογία ότι με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 2 περ. α και β του ν.3986/2011, επιβάλλονται οι επίδικες ειδικές εισφορές στους μισθοδοτούμενους από το Δημόσιο, νπδδ και ΟΤΑ, μεταξύ των οποίων είναι και οι δικηγόροι που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας έμμισθης εντολής σε ΟΤΑ, όπως η ενάγουσα, τούτο δε προβλέπεται και με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ.

σικ. 2/57654/0022/22.8.2021 κοινή υπουργική απόφαση, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της παραπάνω διάταξης. Ακολούθως, έκρινε βάσιμο το σχετικό λόγο έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου και κατά ουσιαστική παραδοχή της, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης (και) κατά το κεφάλαιο αυτό, δικάζοντας επί της αγωγής κατά τούτο, την απέρριψε ως μη νόμιμη, ως προς όλες τις βάσεις της.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 2 περ. α' και β' του ν. 3986/2011 και της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας με αριθμό οικ.2/57654/0022/22.8.2022 ΚΥΑ που αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, καθόσον ορθά κατέληξε στο πόρισμα ότι οι ως άνω διατάξεις, καταλαμβάνουν και την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα δικηγόρο, η οποία, με σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία παρέχει νομικές υπηρεσίες στον εναγόμενο - Ο.ΤΑ Β' βαθμού, και δεν έχει την ιδιότητα του υπαλλήλου.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα δικηγόρος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 7 παρ. 1, 8 και 42 έως και 46 του ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων", είναι δημόσιος λειτουργός και συνδέεται με σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία με το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, ΟΤΑ Β' βαθμού. Καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα μισθοδοτείται από το αναιρεσίβλητο στο οποίο παρέχει τις υπηρεσίες της ως δικηγόρος, υπαγόμενη στο μισθολόγιο του προσωπικού του με τις προβλεπόμενες από τις σχετικές διατάξεις αποδοχές.

Συγκεκριμένα, μέχρι τις 31.12.2015, με την ΚΥΑ σικ. 2/17132/0022/28.2.2012 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 22 παρ. 1 του ν.4024/2021 και σε συνδ. με το άρθρο 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου, υπήχθη στις ρυθμίσεις του μισθολογίου αυτού του προσωπικού των ΟΤΑ, αμειβόμενη με τον προβλεπόμενο βασικό μισθό με αναφορά σε μισθολογικά κλιμάκια, και από την 1.1.2016 που επαναρρυθμίστηκαν οι διατάξεις που αφορούν το ανωτέρω μισθολόγιο, με τον. 4354/2015 Κεφ.

Β', με τη διάταξη του άρθρου 7 περ. ιη του ιδίου νόμου, υπήχθη στις μισθολογικές ρυθμίσεις του νόμου αυτού. Επομένως, η αναιρεσείουσα δικηγόρος ανήκει στο μισθοδοτούμενο προσωπικό ΟΤΑ, και με την ιδιότητά της αυτή οι διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 2 περ. α' και β' το ν.3986/2011, που προβλέπουν την παρακράτηση των ενδίκων ειδικών εισφορών, ενόψει της γενικότητας της διατύπωσής τους και του προεκτεθέντος σκοπού του νόμου, αφορούν και την ίδια, ανεξάρτητα από τη φύση της σχέσης που τη συνδέει με το αναιρεσίβλητο, και την έλλειψη της υπαλληλικής της ιδιότητας, σύμφωνα και με τη σκέψη που προηγήθηκε.

Επιπρόσθετα, η βούληση αυτή του νομοθέτη, δηλαδή να καταλαμβάνεται από τις εν λόγω ρυθμίσεις όλο το μισθοδοτούμενο προσωπικό των αναφερόμενων ν.π., ανεξάρτητα από την υπαλληλική ή μη ιδιότητά του, καταδεικνύεται και από το περιεχόμενο της διάταξης του παρ. 2 περ. α' του ανωτέρω άρθρου και δη από την αναφορά "μισθοδοτούμενων υπαλλήλων", καθ' όσον λόγω του ότι οι υπάλληλοι είναι πάντοτε μισθοδοτούμενοι, η λέξη "υπάλληλοι πλεονάζει".

Σύμφωνη δε με την άνω νομοθετική βούληση είναι και η εκδοθείσα, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 38 παρ. 2 του ν. 3986/2011, με αριθμό 2/57654/0022/22.8.2011 ΚΥΑ, η οποία, καθορίζοντας τον τρόπο υπολογισμού των καθιερούμενων με το άρθρο αυτό ειδικών εισφορών, αναφέρεται στο "μισθοδοτούμενο προσωπικό" των αναφερόμενων φορέων.

Κατά συνέπεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε ομοίως, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 2 α και β του ν. 3986/2011, οι οποίες, εν προκειμένω, είναι εφαρμοστέες και έτσι δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.

Επομένως, ο κρίση δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατόπιν τούτων και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ., με την επωνυμία "Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης", που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματός του, (αρθ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25.10.2023 και με αριθμό εκθ. καταθ. 7/26.10.10.2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 150/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης.

Και Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ