Supreme Court dismisses DEH appeal on res judicata grounds due to missing evidence and new facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Public Power Corporation's appeal against the Athens Court of First Instance's decision. The appellant argued that prior final judgments did not create res judicata regarding the current lawsuit because the defendants raised new facts and legal grounds. The court rejected this claim because the appellant failed to submit the specific prior judgments required for review and because the lower court correctly identified the existence of new factual elements.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(3), 176, 183 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the non-production of documents establishing res judicata is inadmissible if the documents are not filed, and the lower court's finding that new facts distinguish the current case from prior final judgments is valid.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1480 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1480/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (Δ.Ε.Η.) Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Γ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Δ. Δ. του Τ., κατοίκου ..., 3)Κ. Ι. του Δ., κατοίκου ... ..., 4)Χ. Μ. του Γ., κατοίκου ... ..., 5)Ι. Χ. του Χ., κατοίκου ..., 6)Α. Τ. του Κ., κατοίκου ... και 7)Η. Τ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/12/2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2022/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2382/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 12/06/2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 12-6-2020 και με αριθ. κατ. 3234/383/16-6-2020 αίτηση αναίρεσης, η οποία, μετά τη με αριθ. 39/12-4-2021 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, φέρεται προς συζήτηση αυτεπαγγέλτως με την από 10-5- 2021 πράξη της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μαρίας Νικολακέα, μετά τη ματαίωση της συζήτησης αυτής κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 23-2-2021, λόγω της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού COVID 19 (άρθρο 83 παρ. 2 και 3 ν. 4790/2021 σε συνδ.
με άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ και άρθρο 26 ν. 4792/2021), προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών με αριθ. 2382/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 19-11-2018 και με αριθ.
κατ. 109755/7770/22-11-2018 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ-ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ (ΔΕΗ Α.Ε.)" κατά της με αριθ.. 2022/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 26-12-2017 και με αριθ. κατ. 613245/3352/28-12- 2017 αγωγής που άσκησαν εναντίον της (αναιρεσείουσας) οι ήδη αναιρεσίβλητοι: 1) Γ.
Κ. του Δ., 2) Δ. Δ. του Τ., 3) Κ. Ι. του Δ., 4) Χ. Μ. του Γ., 5) Ι. Χ. του Χ., 6)Α. Τ. του Κ. και 7) Η. Τ. του Α.. Με την εν λόγω αγωγή οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι, δυνάμει αντιστοίχων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, παρέχουν την εργασία τους σε εργοτάξιο της εναγομένης, η οποία, ενώ με τη με αριθ. 273/1988 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, τους χορήγησε οικειοθελώς και τους κατέβαλλε επίδομα ανερχόμενο σε ποσοστό 6% της ημερήσιας εκτός έδρας εσωτερικού αποζημίωσης, από το Δεκέμβριο 2003 διέκοψε την καταβολή του σ' αυτούς, επικαλούμενη ότι δεν είχαν λάβει την ειδικότητα Τ4/1, προβαίνοντας με τον τρόπο αυτό σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων των συμβάσεών τους.
Ότι, αν και κατά το ένδικο χρονικό διάστημα είχαν λάβει την ειδικότητα αυτή (Τ4/1) η εναγομένη εξακολούθησε να μην τους καταβάλλει το ένδικο επίδομα, το οποίο, αντιθέτως, καταβάλλει στους κατονομαζόμενους 4 συναδέλφους τους, που έχουν την ίδια ειδικότητα και τα ίδια λοιπά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και παρέχουν την ίδια με αυτούς εργασία, υπό τις ίδιες συνθήκες, στο ίδιο εργοτάξιο.
Ζήτησαν δε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει, για την πιο πάνω αιτία, σε κάθε ενάγοντα το αντίστοιχο ποσό για το χρονικό διάστημα από 1-1- 2012 έως 31-12-2017, κυρίως μεν κατ' εφαρμογή των διατάξεων της Επιχειρησιακής ΣΣΕ προσωπικού αυτής (ΔΕΗ Α.Ε.), επικουρικώς δε κατ' εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση: α) απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση της ως προς τους πρώτο, πέμπτο και έκτο των εναγόντων, ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου και ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, β) δέχθηκε αυτήν κατά την επικουρική βάση της εν όλω ως προς τους πρώτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο των εναγόντων και εν μέρει ως προς τους λοιπούς, ως ορισμένη, νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 στοιχ. α και β του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς.
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 837/2019, απ 862/2015). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής κατά την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο κρίνοντας αυτήν ως αόριστη, ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.
Πρόκειται δηλαδή για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι της νομικής αοριστίας της αγωγής (ΑΠ 515/2016, ΑΠ 991/2014). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 στοιχ.
α' και β' ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές, η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 108/2020, ΑΠ 180/201, ΑΠ 34/2015).
Περαιτέρω, από τη διέπουσα τις εργασιακές σχέσεις αρχή της ίσης μεταχείρισης, η οποία απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ, 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης ΕΟΚ (ήδη 141 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση και τώρα 157 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης) προκύπτει ότι απαγορεύεται η άνιση μεταχείριση των εργαζομένων, που απασχολούνται στην ίδια επιχείρηση, υπό τις ίδιες συνθήκες και παρέχουν την ίδια εργασία και μάλιστα ανεξαρτήτως χρόνου πρόσληψης (ΟλΑΠ 7/1193, ΑΠ 2320/2009).
Υπ' αυτή την έννοια, αποτελεί άνιση μεταχείριση η εξαίρεση ορισμένου μισθωτού από παροχές, στις οποίες προβαίνει ο εργοδότης προς άλλους μισθωτούς οικειοθελώς, δηλαδή χωρίς νομική υποχρέωση. Τέτοια εξαίρεση μισθωτού δικαιολογείται για ειδικό και σοβαρό κατ' αντικειμενική κρίση λόγο, που καθιστά τη διαφορετική μεταχείριση εύλογη και δίκαιη και είναι αποδεκτή στην περίπτωση που οι περισσότεροι μισθωτοί δεν ανήκουν στην ίδια κατηγορία γιατί δεν έχουν τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, ή ασκούν άλλα καθήκοντα ή έχουν διαφορετική απόδοση στην εργασία (ΑΠ 543/2004).
Εξάλλου, αναγκαία στοιχεία της αγωγής, με την οποία ζητείται η επιδίκαση αμοιβής με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης αποτελούν ο προσδιορισμός των συγκεκριμένων προσώπων, προς τους οποίους εκδηλώθηκε η ευνοϊκή μεταχείριση, τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα αυτών και του ενάγοντος, η εργασία την οποία παρείχαν τόσο αυτοί όσο και ο ενάγων και οι συνθήκες υπό τις οποίες παρείχετο, ώστε να καταστεί δυνατή η σύγκριση και ακολούθως η κρίση αν στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβιάσθηκε ή όχι η προαναφερόμενη αρχή (ΑΠ 227/2011, ΑΠ 2320/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα εταιρία προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο και, ειδικότερα, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 106, 111, 118 και 216 ΚΠολΔ, δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας, κατά την επικουρική βάση αυτής περί επιδίκασης του ενδίκου επιδόματος κατ' εφαρμογή της θεσπιζόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ, 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης ΕΟΚ (ήδη άρθρο 141 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ενωση) αρχής της ίσης μεταχείρισης, ισχυριζόμενη ότι για τη θεμελίωση αυτής δεν αναφέρονται στο οικείο δικόγραφο τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των εναγόντων και των κατονομαζομένων μισθωτών που λαμβάνουν το επίδομα, λεπτομερής περιγραφή της εργασίας που παρείχαν οι τελευταίοι, καθώς και οι ανάγκες της αναιρεσείουσας που εξυπηρετούντο από την εργασία των συγκεκριμένων μισθωτών.
Υπέπεσε δε η προσβαλλόμενη απόφαση στις πιο πάνω πλημμέλειες, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, μη λαμβάνοντας υπόψη, το σχετικό περί της αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό της που πρόβαλε παραδεκτά τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις έγγραφες προτάσεις, όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, με την προβολή σχετικού λόγου έφεσης.
Με την ένδικη από 26-12-2017 αγωγή, την οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, για τη θεμελίωση της επικουρικής βάσης της αγωγής τους περί καταβολής του ενδίκου επιδόματος κατ' εφαρμογή της θεσπιζόμενης από τις προαναφερόμενες διατάξεις αρχής της ίσης μεταχείρισης, αναφέρουν στο σχετικό δικόγραφο, σε σχέση με τις προβαλλόμενες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι παρέχουν την εργασία τους στο εργοτάξιο ...
της εναγομένης υπό τις περιγραφόμενες στην αγωγή δυσμενείς συνθήκες (χειρισμός μηχανημάτων που δεν διαθέτουν κάλυμμα για την προστασία των εργαζομένων χειριστών από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες-μετακίνησή τους σε μεγάλες αποστάσεις και εκτός έδρας) ασχολούμενοι τόσο με τη λειτουργία, συντήρηση και επισκευή του διατρητικού και υποστηρικτικού εξοπλισμού όσο και με τον προγραμματισμό και την εκτέλεση διατρήσεων και δειγματοληπτικών εργασιών στα ορυχεία, ότι οι κατονομαζόμενοι συνάδελφοι τους και συγκεκριμένα οι Κ.
Τ., Ι. Π., Κ. Μ. και Ν. Φ. λαμβάνουν το ένδικο επίδομα, παρά το γεγονός ότι παρέχουν την ίδια ακριβώς με αυτούς (ενάγοντες) εργασία, υπό τις ίδιες δυσμενείς συνθήκες, στο ίδιο εργοτάξιο, έχουν τα ίδια με αυτούς τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και συγκεκριμένα την ίδια ειδικότητα, Τ4/1, κατέχοντες την ίδια άδεια χειριστού μηχανημάτων Α τάξης, ανήκουν στην ίδια κατηγορία εργαζομένων της αναιρεσείουσας αμειβόμενοι με το ίδιο σύστημα, καλύπτουν δε όλοι (ενάγοντες και συγκρινόμενοι με αυτούς μισθωτοί) με την παρεχόμενη εργασία τους τις ίδιες ανάγκες της ΔΕΗ.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, κατά τη γενόμενη δεκτή πιο πάνω επικουρική βάση αυτής είναι πλήρως ορισμένη, περιέχουσα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, αφού οι ενάγοντες κατονομάζουν τους συγκεκριμένους συναδέλφους τους, που λαμβάνουν το ένδικο επίδομα, και αναφέρουν, όπως παραπάνω εξειδικεύεται, ότι έχουν τα ίδια με αυτούς τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, παρέχουν την ίδια εργασία με τις ίδιες συνθήκες, στο ίδιο εργοτάξιο, καλύπτοντας τις ίδιες ανάγκες της ΔΕΗ.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 144/2019).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της διάταξης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία".
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, λόγω δε των ελλείψεων στην εκτίμηση των αποδείξεων προκαλείται ασαφές αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, αδυναμία του Αρείου Πάγου να ελέγξει την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006, Α) 491/2019).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, ή όπου, υπό την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 176/2019, ΑΠ 871/2018, ΑΠ 1648/2017).
Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 144/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το άρθρο 9 παρ. 1 του ΚΚΓΠ/ΔΕΗ, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 210/1974 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (βλ.
ΑΠ788/1999 Νοβ. 38.1167) ορίζεται ότι "το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης μπορεί να αποφασίζει περί χορηγήσεως ειδικών επιδομάτων σε ορισμένες κατηγορίες ή ειδικότητες προσωπικού, έχοντας ιδιαίτερα προσόντα ή προσφέροντας τις υπηρεσίες του σε ορισμένη θέση ή υπό ειδικές συνθήκες ή εις ορισμένο τόπο και εφόσον διαρκεί η τοιαύτη παροχή των υπηρεσιών του".
Έτσι, με τη με αριθμό 273/11.10.1988 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, χορηγήθηκε από 1.1.1988 στους μισθωτούς που υπηρετούν στα Κλιμάκια Εποπτείας Έργων (ΚΕΕ), στα Κλιμάκια Επίβλεψης Έργων (ΚΕΨΕ) και στα εργοτάξια της ΔΕΗ σε όλη την Ελληνική Επικράτεια, ειδικό επίδομα ημερησίως, ποσού ίσου με το 6% της ημερήσιας αποζημίωσης εκτός έδρας εσωτερικού, που αντιστοιχεί στα μισθολογικά κλιμάκια των μισθωτών αυτών.
Η ως άνω απόφαση όριζε επίσης ότι, το ανωτέρω ποσοστό μειώνεται στο 2% της ημερήσιας αποζημίωσης εκτός έδρας εσωτερικού για τους μισθωτούς εκείνους στους οποίους η εναγόμενη παρέχει στέγη, για την αντιμετώπιση πρόσθετων οικονομικών επιβαρύνσεων οι οποίες δημιουργούνταν λόγω ακριβώς του προσωρινού χαρακτήρα της διαμονής τους στις περιοχές αυτές, καθώς και ότι το επίδομα αυτό θα καταβάλλεται για όσο χρόνο οι μισθωτοί θα υπηρετούν στις παραπάνω υπηρεσιακές μονάδες, δηλαδή στα ΚΕΕ, ΚΕΨΕ και εργοτάξια της ΔΕΗ σε όλη τη χώρα.
Όριζε, τέλος ρητά η προαναφερόμενη απόφαση ότι το εν λόγω επίδομα χορηγείται από ελευθεριότητα και ότι η επιχείρηση διατηρεί το δικαίωμα να το ανακαλέσει ή να το τροποποιήσει οποτεδήποτε θα το έκρινε σκόπιμο. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε δικαιολογητικός λόγος χορηγήσεως του άνω επιδόματος ήταν η αντιμετώπιση των δυσμενών συνθηκών εργασίας, υπό τις οποίες απασχολούνται οι εργαζόμενοι στις υπηρεσιακές μονάδες εποπτείας, επιβλέψεως και κατασκευής έργων και στα εργοτάξια σε όλη τη χώρα, αλλά και για να αμβλύνονται τα οικονομικά προβλήματα των μισθωτών, που εργάζονται σ' αυτές, που προκαλούντο εξαιτίας των συχνών μετακινήσεών τους ανά την Ελλάδα.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, οι ενάγοντες είναι υπάλληλοι της εναγομένης και ανήκουν στο τακτικό προσωπικό αυτής, έχοντες υπογράψει συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Αρχικά δε, εργάζονταν στο Εργοτάξιο Γεωτρητικών Ερευνών ... - ..., πλην των 2ου, 3ου και 4ου των εναγόντων, το οποίο καταργήθηκε με την με αριθμό 37/1989 απόφαση του Γενικού Διευθυντού της ΔΕΗ και στη θέση τον ιδρύθηκε το Κλιμάκιο Εκτέλεσης Γεωτρητικών Έργων ... - ....
Το κλιμάκιο αυτό υπαγόταν διοικητικά στη Διεύθυνση Λιγνιτικών ερευνών (Δ.Λ. Ε.) και είχε την έδρα τον στην Αθήνα, είχε δε ως αντικείμενο την έρευνα λιγνιτικών κοιτασμάτων κυρίως εκτός λιγνιτωρυχείων. Στο προσωπικό τον Κλιμακίου αυτού, εντάχθηκε και το προσωπικό του καταργηθέντος εργοταξίου, στο οποίο ανήκαν και οι ενάγοντες, πλην των 2ου, 3ου και 4ου των εναγόντων, οι οποίοι προσλήφθηκαν σε μεταγενέστερους χρόνους, όπως κατωτέρω θα αναλυθεί, στους οποίους διατηρήθηκε η καταβολή όλων των ειδικών επιδομάτων, συμπεριλαμβανομένου και του επιδόματος 6% που παρείχετο στους εργαζομένους στα ΚΕΕ - ΚΕΨΕ και τα εργοτάξια.
Ειδικά δε, ως προς τους 2ο, 3ο, και 4ο των εναγόντων, σημειώνεται ότι, αυτοί ουδέποτε είχαν λάβει στις μηνιαίες τακτικές αποδοχές τους το επίμαχο επίδομα, ούτε άλλωστε εκθέτουν στην υπό κρίση αγωγή των, ότι ελάμβαναν το σχετικό επίδομα, αφού προσλήφθηκαν, ο 2ος στις 23-5-2011, ο 3ος στις 14-7-2011 και ο 4ος στις 2-8-2010, ήτοι σε χρόνο που είχε καταργηθεί η χορήγηση αυτού (επιδόματος) από την εναγόμενη.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, στα πλαίσια της αναδιοργάνωσης της εναγομένης επιχειρήσεως, με την με αριθμό 207/ 13.12.2000 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου και την με αριθμό 61/2001 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της, εγκρίθηκε η νέα Οργανωτική της Δομή και καταργήθηκε η Διεύθυνση Λιγνιτικών Ερευνών. Ακολούθως, με την με αριθμό 1983/9.7.2001 απόφασή του, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της προαναφερόμενης 207/2000 αποφάσεως του Δ.Σ., ο Γενικός Διευθυντής Ορυχείων της εναγομένης, υπήγαγε το Κλιμάκιο Εκτέλεσης Γεωτρητικών Έργων ... - ..., μαζί με το προσωπικό αυτού, συνεπώς και τους 1ο, 5°, 6ο και 7° των εναγόντων, στη Διεύθυνση Λιγνιτικού Κέντρου ....
Στο νέο Οργανόγραμμα της τελευταίας Διευθύνσεως, το οποίο εγκρίθηκε με την με αριθμό 128/2001 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης, η δραστηριότητα της Διευθύνσεως Λιγνιτικού Κέντρου ... μετονομάστηκε σε τομέα Γεωτρήσεων. Αντικείμενο του τομέα αυτού, στον οποίο ανήκουν πλέον τόσο οι προαναφερόμενοι ενάγοντες, όσο και οι μετέπειτα προσληφθέντες 2ος, 3ος και 4ος των εναγόντων, είναι η εκτέλεση διατρήσεων και ανατινάξεων με πίεση με γεωτρητικά φορεία, καθώς και κάθε σχετικό με την εργασία αυτή καθήκον, προεργασίες διατρήσεων, προετοιμασία έναρξης διάτρησης κλπ, εκτέλεση γεωτρητικών εργασιών και συγκεκριμένα γεωτρήσεων, δειγματοληψίας λιγνίτη, εδαφοτεχνικών γεωτρήσεων, ευστάθειας πρανών των ορυχείων και υδρογεωτρήσεων, για την προστασία των ορυχείων από την είσοδο υπογείων υδάτων.
Εξ' αντιδιαστολής, οι εργαζόμενοι στα ΚΕΕ, ΚΕΨΕ και εργοτάξια της εναγομένης, ασχολούνται με την κατασκευή και επισκευή ατμοηλεκτρικών - και υδροηλεκτρικών σταθμών ανά την Ελλάδα και συγκεκριμένα με βαρείες χωματουργικές .εργασίες, με εργασίες βαρέων δομικών έργων, ηλεκτροτεχνικές εργασίες και άλλες συναφείς.
Κατά συνέπεια, οι άνω εργαζόμενοι μπορεί μεν να ανήκουν οργανωτικά στην ίδια Διεύθυνση στην οποία ανήκουν και οι ενάγοντες, πλην όμως έχουν εντελώς διαφορετικό έργο. Ειδικότερα, το αντικείμενο της εργασίας τους είναι πιο δύσκολο από εκείνο των εναγόντων και έχει αξιολογηθεί από την εναγόμενη ως πρωταρχικής σημασίας, τόσο από πλευράς σπουδαιότητας για την επιχείρηση εν όψει του ότι επιδιώκεται με την κατασκευή των σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας η αντιμετώπιση των όλο και μεγαλυτέρων αναγκών καταναλώσεως ηλεκτρικού ρεύματος, όσο και από πλευράς αξίας της παρεχομένης εργασίας.
Επιπρόσθετα, σημειώνεται ότι, οι ενάγοντες δεν είναι αναγκασμένοι να μετακινούνται για την εκτέλεση του έργου τους σε περιοχές απομακρυσμένες από τον τόπο της κατοικίας τους, ούτε οι συνθήκες της εργασίας τους είναι το ίδιο επίπονες, όπως των εργαζομένων συναδέλφων τους στις μονάδες εποπτείας, κατασκευής και επιβλέψεως μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και στα εργοτάξια ανά την Ελλάδα, οι οποίοι απασχολούνται μακράν της οικογένειας τους, στο ύπαιθρο, μέσα στα ορυχεία και κάτω από αντίξοες συνθήκες και σε ιδιαίτερα ανθυγιεινό περιβάλλον και αντιμετωπίζουν πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση, λόγω των συχνών μετακινήσεών τους, στους διάφορους τόπους εκτελέσεως των έργων, που βρίσκονται μακράν τον τόπου της κατοικίας τους, ιδία στις περιπτώσεις, που η κατασκευή των έργων αυτών ανατίθεται σε ιδιώτες κατασκευαστές, οπότε είναι αυτοί υποχρεωμένοι να εγκαθίστανται στους εργοταξιακούς χώρους κατασκευής των νέων αυτών μονάδων, μέχρις ολοκληρώσεως αυτών και περατώσεως του ποιοτικού και ποσοτικού ελέγχου των νέων κατασκευών.
Εξάλλου, πράγματι, το εν λόγω επίδομα χορηγήθηκε από την εναγομένη στους ενάγοντες από ελευθεριότητα, είχε δε επιφυλάξει υπέρ αυτής το δικαίωμα να προβεί στην οποτεδήποτε μονομερή ανάκληση της χορηγήσεώς του, πράγμα το οποίο και έπραξε, με την με αριθμό 2961/18.12.2003 απόφαση του Διευθυντή Οικονομικών και Διοικητικού Ελέγχου.
Ο τελευταίος, είχε την σχετική, κατ' εξουσιοδότηση, αρμοδιότητα να προβεί στην διακοπή του σχετικού επιδόματος, η οποία του είχε δοθεί με βάση την με αριθμό 207/13.12.2000 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, καθώς και την με αριθμό 61/2001 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της, στα πλαίσια της αναδιοργανώσεως της επιχειρήσεως.
Επιπλέον αποδείχθηκε ότι, η εναγόμενη με το με αριθμό 214/8-1-2004 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Ορυχείων του Λιγνιτικού Κέντρου ... , διευκρίνιζε ότι, το επίδικο επίδομα διακόπτεται για όλο το προσωπικό του Κλιμακίου Εκτέλεσης Γεωτρητικών Έργων ... - ... (ΚΕΓΕ -Φ) πλην των χειριστών γεωτρυπάνων. Ως εκ τούτου, η απόφαση της εναγόμενης, αφενός μεν, να διακόψει την χορήγηση του επίδικου επιδόματος στους 1ο, 5ο, 6ο και 7ο των εναγόντων, αφετέρου δε, να μην χορηγήσει ουδέποτε αυτό (επίδομα) στους 2°, 3° και 4°, οι οποίοι άπαντες ανήκαν, είτε στην ειδικότητα ΥΓ5 είτε στην ειδικότητα Τ4/0, πλην όμως, να συνεχίσει να το καταβάλει στους έχοντες την ειδικότητα Τ4/1 (χειριστές μηχανημάτων τεχνικών έργων γεωτρυπάνων), δεν θα μπορούσε καταρχήν να θεωρηθεί ότι παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης, ώστε να γεννάται αξίωση αυτών, προς καταβολή του επίδικου επιδόματος, καθώς οι συνθήκες παροχής εργασίας των εχόντων την ειδικότατα Τ4 είναι τελεία διαφορετικές από τις συνθήκες των απασχολούμενων στα ΚΕΕ και ΚΕΨΕ και ιδία των εξ αυτών χειριστών γεωτρυπάνων (Τ4/1), που είναι πλέον επίπονες και δυσμενείς, όπως ορθά έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση.
Ωστόσο, όπως πράγματι αποδείχθηκε, οι ενάγοντες, κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα (ήτοι από το έτος 2012 και εντεύθεν), ανήκουν στον κλάδο των Τεχνικών, και δη στην κατηγορία Τ4/1 (Χειριστές Μηχανημάτων Τεχνικών έργων), ενώ άπαντες είναι κάτοχοι Χειριστού Μηχανημάτων Α Τάξης. Όπως δε αποδείχθηκε, οι κατονομαζόμενοι στην αγωγή Ν.
Φ., Κ. Τ., Ι. Π. και Κ. Μ., μισθωτοί της εναγόμενης, οι οποίοι ανήκουν στο προσωπικό των κλιμακίων εκτέλεσης γεωτρητικών εργασιών - υποτομέων των περιοχών ... - ... και ..., στην αυτή κατηγορία Τ4/1, που είναι ομοίως Χειριστές Μηχανημάτων Τεχνικών Έργων, λαμβάνουν το επίμαχο επίδομα ΚΕΕ/ΚΕΨΕ, καθόλο το επίμαχο χρονικό διάστημα.
Μάλιστα, ο Ν. Φ. στην από 6-3-2018 ένορκη βεβαίωσή του, για την αξιοπιστία του οποίου και το παρόν Δικαστήριο, ουδέν λόγο έχει να αμφιβάλλει, καθώς ουδέν όφελος προσδοκά από την έκβαση της παρούσας δίκης, και την οποία η εναγόμενη δεν αντικρούει ειδικά και εμπεριστατωμένα, αναφέρει ότι, εργάζεται στο ίδιο κλιμάκιο εκτέλεσης γεωτρητικών εργασιών υποτομέων των περιοχών ...- ...
και ..., όπως και οι ενάγοντες, εκτελεί τα ίδια ακριβώς καθήκοντα όπως και οι ενάγοντες, για τους οποίους όμως, η εναγόμενη είχε διακόψει τη χορήγηση του επίδικου επιδόματος, με την αιτιολογία ότι δεν είχαν την ειδικότητα Τ4/1, ενώ αρνείται και μετά την απόκτηση αυτής, να χορηγήσει στους ενάγοντες το επίδομα αυτό, παρά το γεγονός ότι, όπως αποδείχθηκε, εκτελούν την ίδια ακριβώς εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες, οι οποίες είναι δυσμενείς.
Τούτο δε διότι, τα μηχανήματα που χειρίζονται δεν διαθέτουν κάλυμμα, για να προστατεύονται από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες, όπως τη βροχή τους ανέμους και το ψύχος, αλλά είναι αναγκαία η συνεχής παρουσία τους κατά τη λειτουργία των γεωτρύπανων για την οποία απαιτείται ειδική τεχνική.
Συνεπώς, η παροχή υπηρεσιών από τους ενάγοντες υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες και όρους, όπως και οι ανωτέρω κατονομαζόμενοι προς σύγκριση συνάδελφοι τους, για την εξυπηρέτηση των αναγκών της αυτής κατηγορίας (Τ4/1), αποτελεί άνιση μεταχείριση των εναγόντων, εκ μέρους της εργοδότριας - εναγομένης εταιρείας, χωρίς μάλιστα και τη συνδρομή κάποιου ειδικού και σοβαρού λόγου που να δικαιολογεί την ως άνω εξαίρεση. Τούτο δε διότι, όπως προκύπτει από τις πρωτόδικες έγγραφες προτάσεις της εναγομένης αλλά και αυτές που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η τελευταία στηρίζει τη διαφοροποίηση αυτή, στην έλλειψη ταυτότητας τυπικών και ουσιαστικών προσόντων μεταξύ των εναγόντων και των συγκρινόμενων μισθωτών που λαμβάνουν το επίδικο επίδομα, αναφέροντας γενικά ως κριτήριο διαφοροποίησης, μόνο το χρόνο κτήσης της άδειας χειριστή μηχανημάτων Α τάξης, το οποίο από μόνο του δεν δικαιολογεί την όποια διαφοροποίηση, καθώς οι ενάγοντες αιτούνται τη χορήγηση του επίδικου επιδόματος σε χρόνο που είχαν ήδη αποκτήσει την άδεια αυτή, όπως ορθά έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση. Κατά συνέπεια, οι εξαιρεθέντες της παροχής αυτής ενάγοντες, όπως βάσιμα ισχυρίζονται με την επικουρική βάση της υπό κρίση αγωγής τους, δικαιούνται να ζητήσουν την ίση μεταχείρισή τους και την καταβολή προς αυτούς, της παροχής για το επίμαχο χρονικό διάστημα.
Συνεπώς, έκαστος των εναγόντων δικαιούται, για το επίμαχο χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 31-12-2017, πλην του 2ου, 3ου και 4ου εξ αυτών ως προς τους οποίους οι ένδικες αξιώσεις έχουν χρονική αφετηρία το χρόνο απόκτησης της ειδικότητας Τ4/1 ως κατωτέρω, τα ακόλουθα ποσά, στα οποία συμπεριλαμβάνονται δώρα εορτών και επίδομα αδείας (τον τρόπο υπολογισμού και το ύψος των οποίων με βάση τους αγωγικούς υπολογισμούς δεν αμφισβητεί η εναγόμενη, άρθρο 261 ΚΠολΔ), ήτοι ειδικότερα : 1] Ο πρώτος των εναγόντων, ληφθέντος υπόψη ότι το επίμαχο επίδομα ανέρχεται με βάση τους αγωγικούς υπολογισμούς στο ποσόν των 414,99 ευρώ μηνιαίως, πλην του έτους 2017 οπότε το επίμαχο επίδομα ανέρχεται στο ποσόν των 341,79 ευρώ μηνιαίως, δικαιούται να λάβει το ποσόν των 33.834,36 ευρώ, 2] ο δεύτερος των εναγόντων, με χρονική αφετηρία της ένδικης αξίωσής του την 1-1-2016, οπότε και έλαβε την ειδικότητα Τ4/1, και ληφθέντος υπόψη ότι το επίμαχο και επίδομα ανέρχεται με βάση τους αγωγικούς υπολογισμούς στο ποσόν των 1341,79 ευρώ μηνιαίως, δικαιούται να λάβει το ποσόν των 9.570,12 ευρώ, δ. 3] Ο τρίτος των εναγόντων, με χρονική αφετηρία της ένδικης αξίωσής του την 26-5-2015, οπότε και έλαβε την ειδικότητα Τ4/1, και ληφθέντος υπόψη ότι το επίμαχο επίδομα ανέρχεται με βάση τους αγωγικούς υπολογισμούς στο ποσόν των 341,79 ευρώ μηνιαίως, δικαιούται να λάβει το ποσόν των 14.266,31 ευρώ (όπου για το διάστημα από 26-5 έως 31-5, δικαιούται το ποσόν των 82,02 ευρώ, ήτοι 341,79 : 25 = 13,67 ευρώ Χ6 ημέρες), 4] Ο τέταρτος των εναγόντων, με χρονική αφετηρία της ένδικης αξίωσής του την 26-5-2015, οπότε και έλαβε την ειδικότητα Τ4/1, και ληφθέντος υπόψη ότι το επίμαχο επίδομα ανέρχεται με βάση τους αγωγικούς υπολογισμούς στο ποσόν των 341,79 ευρώ μηνιαίως, δικαιούται να λάβει το ποσόν των 14.266,31 ευρώ( όπου για το διάστημα από 26-5 έως 31-5, δικαιούται το ποσόν των 82,02 ευρώ, ήτοι 341,79 : 25= 13,67 ευρώ Χ6 ημέρες), 5] Ο πέμπτος των εναγόντων, ληφθέντος υπόψη ότι το επίμαχο επίδομα ανέρχεται με βάση τους αγωγικούς υπολογισμούς στο ποσόν των 414,99 ευρώ μηνιαίως, πλην του έτους 2017 οπότε το επίμαχο επίδομα ανέρχεται στο ποσόν των 341,79 ευρώ μηνιαίως, δικαιούται να λάβει το ποσόν των 33.834,36 ευρώ, 6] ο έκτος των εναγομένων, ληφθέντος υπόψη ότι το επίμαχο επίδομα ανέρχεται με βάση τους αγωγικούς υπολογισμούς στο ποσόν των 460,02 ευρώ μηνιαίως, πλην του έτους 2017 οπότε το επίμαχο επίδομα ανέρχεται στο ποσόν των 341,79 ευρώ μηνιαίως, δικαιούται να λάβει το ποσόν των 36.986,46 ευρώ και 7] Ο έβδομος των εναγόντων, ληφθέντος υπόψη ότι το επίμαχο επίδομα ανέρχεται με βάση τους αγωγικούς υπολογισμούς στο ποσόν των 414,99 ευρώ μηνιαίως, πλην του έτους 2017 οπότε το επίμαχο επίδομα ανέρχεται στο ποσόν των 341,79 ευρώ μηνιαίως, δικαιούται να λάβει το ποσόν των 33.834,36 ευρώ, όπως ορθά έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση.
Ενισχυτικά δε των ανωτέρω, ως προς την ταυτότητα αντικειμένου εργασιών μεταξύ των εναγόντων και των ανωτέρω συναδέλφων των, αποτελούν τα ενδεικτικώς δύο προσκομιζόμενα από τους ενάγοντες από 1-2-2017 και 3-2-2017 ημερήσια Δελτία Γεωτρήσεων (βλ. σχετ. 49-50), από τα οποία προκύπτει ότι, κατά την εργασία τους οι ενάγοντες μετακινούνταν σε μεγάλες αποστάσεις για πολύωρες γεωτρικές εργασίες, εκτεθειμένοι σε αντίξοες καιρικές συνθήκες, ενώ όπως προκύπτει από τα ανωτέρω Ημερήσια Δελτία, οι ενάγοντες εργάζονταν στην περιοχή ..., εκτελώντας αντίστοιχη διάνοιξη με τους Ν.Φ., Κ.
Ι. και Μ., με ίδιο γεωτρύπανο.
Συνεπώς και ο δεύτερος λόγος εφέσεως της εναγομένης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος." Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, ισχυριζόμενη ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ, 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 119 της Συνθήκης ΕΟΚ (ήδη άρθρο 141 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση):
α) διότι δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή κατά την εν λόγω επικουρική βάση αυτής ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, αφού, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που, όπως ισχυρίζεται, αποδείχθηκαν από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι δεν δικαιούνται το ένδικο επίδομα, β) διότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, αφού δέχεται, αφενός μεν ότι η απόφαση της εναγομένης να συνεχίσει να καταβάλει το ένδικο επίδομα στους έχοντες την ειδικότητα Τ4/1 δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης, ώστε να γεννάται αξίωση των εναγόντων προς καταβολή του επιδόματος, αφετέρου δε ότι εφόσον το επίδομα χορηγείται στους κατονομαζόμενους στην αγωγή συναδέλφους τους, που έχουν την ειδικότητα αυτή, Τ4/1, θα πρέπει τούτο να χορηγηθεί και στους ενάγοντες κατ' εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί διότι με αυτόν και υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η ουσία της υπόθεσης και, ειδικότερα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών περιστατικών, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από τον Άρειο Πάγο.
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της, δέχεται μεν ότι η καταβολή του επιδόματος στους έχοντες την ειδικότητα Τ4/1 δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης σε βάρος των εναγόντων, καθόν, όμως, χρόνο αυτοί είχαν είτε την ειδικότητα ΥΓ5, είτε την ειδικότητα Τ4/Θ, διότι οι συνθήκες παροχής εργασίας των χειριστών γεωτρυπάνων που έχουν την ειδικότητα Τ4/1 είναι πλέον επίπονες και δυσμενείς.
Δέχεται όμως περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι ενάγοντες δικαιούνται το ένδικο επίδομα, με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, διότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα είχαν αποκτήσει και αυτοί την ειδικότητα Τ4/1, οι δε 2ος, 3ος και 4ος εξ αυτών από το χρόνο που απέκτησαν την ως άνω ειδικότητα, ελάμβαναν τούτο.
Δεν έχει, επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικές αιτιολογίες για το παραπάνω κρίσιμο ζήτημα, τα πραγματικά δε περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα δεν αλληλοαναιρούνται.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, και 324 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί μεταξύ των ιδίων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση, από την οποία αυτό έχει παραχθεί.
Ειδικότερα, ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε κατά την προηγούμενη δίκη ήταν αναγκαία κατά νόμο για την κατάφαση ή την άρνηση της διαγνωσθείσας έννομης συνέπειας και τα ίδια συγκροτούν το πραγματικό εν όλω ή εν μέρει της νομικής διάταξης που πρέπει να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη (ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 96/2010).
Εξάλλου, ο από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο το οποίο επιλήφθηκε αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε την ύπαρξη ή μη αυτού. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση του νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων για το δεδικασμένο σε σχέση με όσα έγιναν ανελέγκτως δεκτά, δηλαδή αν αυτά συνιστούν ή όχι την έννοια του δεδικασμένου και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή μη των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων (ΟλΑΠ 7/2013, ΑΠ 456/2018, ΑΠ 869/2017).
Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 561 παρ. 2 και 568 παρ. 1 ΚΠολΔ, για τον προσδιορισμό δικασίμου της αναίρεσης και πάντως κατά τη συζήτησή της πρέπει να προσκομίζονται και όσα έγγραφα είναι αναγκαία για τη διάγνωση του κατ' ουσίαν βάσιμου των λόγων αναίρεσης, τα οποία, για το σκοπό αυτό, ο Άρειος Πάγος επισκοπεί.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο Άρειος Πάγος επισκοπεί την απόφαση, από την οποία το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι προκύπτει ή όχι δεδικασμένο και ελέγχει, με βάση αυτή, τη σχετική παραδοχή του που πλήττεται με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης. Επομένως, η απόφαση αυτή πρέπει να προσκομίζεται το αργότερο κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος (ΑΠ 846/2018, ΑΠ 490/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε από τις με αριθ. 1409/2006 και 1073/2007 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστησαν τελεσίδικες με τις με αριθ. 8465/2007 και 126/2012, αντίστοιχα, αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, δεν παράγεται δεδικασμένο που εμποδίζει την έρευνα της κρινόμενης αγωγής, κατά την επικουρική βάση αυτής, ως προς τους έκτο, πρώτο και πέμπτο των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, παρά το γεγονός ότι με τις αποφάσεις αυτές απορρίφθηκαν ως αβάσιμες η από 10-7-2004 αγωγή του έκτου ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου (με την πρώτη πιο πάνω απόφαση) και η από 21-7-2005 αγωγή των πρώτου και πέμπτου των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων (με τη δεύτερη πιο πάνω απόφαση), που στηρίζονται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία με την ένδικη αγωγή.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει τις επίμαχες αποφάσεις, από τις οποίες ισχυρίζεται ότι παράγεται το δεδικασμένο, όπως απαιτείται σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, προκειμένου το παρόν δικαστήριο να τις επισκοπήσει και να διαγνώσει αν από αυτές απορρέει δεδικασμένο ή όχι .
Σε κάθε δε περίπτωση ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος και επειδή το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι από τις πιο πάνω αποφάσεις δεν απορρέει δεδικασμένο για τη εκκρεμή ενώπιον του δίκη, διότι, κατά τις σχετικές αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του, οι έκτος, πρώτος και πέμπτος των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, με την ένδικη από 26-12-2017 αγωγή τους, επικαλέσθηκαν για τη θεμελίωση της επικουρικής ιστορικής βάσης αυτής περί παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης, νέα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με εκείνα που επικαλέσθηκαν με τις προγενέστερες από 10-7-2004 και από 21-7-2005 αγωγές τους και συγκεκριμένα επικαλέσθηκαν ότι εντάσσονται πλέον στην ειδικότητα Τ4/1 και κατέχουν άδεια χειριστού μηχανημάτων Α' Τάξης (φύλλο 4°- β' όψη και φύλλο 5°-ά όψη της προσβαλλόμενης απόφασης) μη υφισταμένης, επομένως, ταυτότητας ιστορικής αιτίας.
Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει από την από 12-6-2020 και με αριθ. κατ. 3234/383/2020 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (ΔΕΗ Α.Ε.)" για αναίρεση της με αριθ. 2382/10-4-2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ