1480/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1480/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αυτός σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος, αφού η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο αναιρετήριο τους λόγους έφεσης που πρόβαλε με το εφετήριο καθώς και αν αυτοί είχαν ουσιώδη επίδραση και ποία στην έκβαση της δίκης .
Full text
Απόφαση 1480 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1480/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γεώργιο Αποστολάκη και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "……. Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Φαζό - Φαζάκη. Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ", που εδρεύει στα Ιωάννινα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λιούμα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 291/2009 μη οριστική και 106/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 299/2014 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-8-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996).
Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση. Ο λόγος, όμως, αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν ο ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος (ΑΠ Ολομ. 14/2004) ή δεν προτάθηκε καθόλου ή δεν προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 128/2008, ΑΠ 66/2008).
Για την πληρότητα του ίδιου λόγου αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 118 εδάφ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ποία ήταν τα πράγματα αυτά που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρθηκαν νόμιμα στο Εφετείο,και ποία επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, χωρίς να αρκεί η μνεία μόνο των σχετικών νομικών διατάξεων (ΑΠ 869/2017,ΑΠ 253/ 2011).Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα εταιρία μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559αρ8βΚΠολΔ.Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τους προβληθέντες με το εφετήριο λόγους έφεσής της κατά της πρωτόδικης τόσον ως προς την κυρία βάση της αγωγής όσον και ως προς την επικουρική στηριζομένη στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, παραθέτοντας απλώς τις διατάξεις που εφαρμόστηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και νομολογία, η οποία ωστόσο ήταν περιπτωσιακή και όχι η κρατούσα.
Ο λόγος αυτός σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος, αφού η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο αναιρετήριο τους λόγους έφεσης που πρόβαλε με το εφετήριο καθώς και αν αυτοί είχαν ουσιώδη επίδραση και ποία στην έκβαση της δίκης .
Ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 11 του ΚΠολΔ πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα, τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή τα σφάλματα αυτά αναφέρονται στα αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού.
Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να δημιουργηθεί, όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως αόριστη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο της ουσίας δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 503/2009). Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το σχετικό μέρος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
γ` ΚΠολΔ πλημμέλεια και δη ότι δεν έλαβε υπόψη την ομολογία της οφειλής από το αναιρεσίβλητο τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από αυτήν έγγραφα, και δη τις έγγραφες παραγγελίες του αναιρεσίβλητου, ύστερα από αποφάσεις του ΔΣ που της αποστέλλονταν με φαξ καθώς και τα σχετικά τιμολόγια -δελτία αποστολής, με τα αποσταλλέντα είδη με την αίτηση του αιματολογικού εργαστηρίου του αναιρεσίβλητου προς το ΔΣ αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως αόριστη και έτσι δεν προέβη σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών .Με το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού η αναιρεσίβλητη παραπονείται για παράβαση του άρθρου 559αρ8ΚΠοΛΔ και ειδικότερα γιατί η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τους ισχυρισμούς της ότι α) η οφειλή της αναιρεσίβλητης είναι ομολογημένη, β) ότι το αναιρεσίβλητο ασκούσε δημόσια εξουσία και την υποχρέωνε σε συμμόρφωση προς τις παραγγελίες του, γ) υπήρχαν αποφάσεις του ΔΣ του αναιρεσίβλητου για παρατάσεις των συμβάσεων ενόψει διαγωνισμού και δ) ότι η ανώμαλη εξέλιξη της μεταξύ τους σύμβασης προμηθειών οφείλεται αποκλειστικά στο Δημόσιο.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, εφόσον όλες αυτές οι αιτιάσεις συνάπτονται με την έρευνα των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως και όπως αναφέρθηκε παραπάνω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η αγωγή ήταν αόριστη ως προς αμφότερες, τις βάσεις της.
Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Εξάλλου η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 των άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006). Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010).
Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ` αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες.
Τέλος, κατά το δε άρθρο 904 εδ. α του Α.Κ. όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β της ιδίας διατάξεως, περ. α, η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από τον λήπτη και δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση.
Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξιώσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι : α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.
Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 904 του Α.Κ. προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής, ουσιαστικά, φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν ελλείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή από την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απορρίψεως της κυρίας βάσεως της αγωγής από τη σύμβαση ή από την αδικοπραξία (Ολ.
Α.Π. 22/2003). Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποίαν αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου, εξαιτίας ακυρότητας συμβάσεως, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ. τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της συμβάσεως και συνιστούν τον λόγο για τον οποίον η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εναγομένου δεν είναι νόμιμη.
Αν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα ( άρθρο 219 του Κ.Πολ.Δ.), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κυρίας βάσεως αυτής από τη σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσεως, να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα, ήτοι να γίνεται επίκληση απλή των προαναφερθεισών τεσσάρων προϋποθέσεων με στοιχεία α έως δ για τη θεμελίωση της αντίστοιχης αξιώσεως της στηριζομένης, στη διάταξη του άρθρου 904 εδ.
α του Α.Κ., δηλαδή ότι μεσολάβησε παροχή ( καταβολή) εκ μέρους του ενάγοντος για την εκπλήρωση οφειλής (αιτίας) ανύπαρκτης, (εκτός άλλων) γιατί έληξε ή δεν επακολούθησε (Α.Π. 749/2008). Και τούτο διότι στην τελευταία περίπτωση η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνον αν η στηριζομένη, σε έγκυρη σύμβαση, κυρία βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της συμβάσεως για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ' ένσταση του εναγομένου, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και πληρούται έτσι ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ., η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή.
Επομένως, στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσεως της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον ενάγοντα του λόγου ακυρότητας της συμβάσεως, ήτοι που διαγνώσθηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος (Ολ.ΑΠ23/2003) ήτοι η επίκληση εκ μέρους του των προϋποθέσεων ανυπαρξίας των, με την κυρία βάση της αγωγής, ασκουμένων αξιώσεων αφού αυτές (προϋποθέσεις), θα διαγνωσθούν δικαστικά στην ίδια δίκη και θα είναι δεδομένες κατά την επακολουθήσασα εξέταση της επικουρικής βάσεως από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (Ολ.
Α.Π. 22/2003).
Με τον τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα παραπονείται για παράβαση του άρθρου 559 αρ 1ΚΠοΛΔ ως προς την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής της εκ του άρθρου 904 ΑΚ ως αόριστης.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι σ' αυτή αναφέρονται τα εξής: "όλως επικουρικώς το αντίδικο μας οφείλει το πιο πάνω ποσό .......... ενεχόμενο και με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού κατά το ποσό αυτό έγινε πλουσιώτερο χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας μας, ο πλουτισμός δε αυτός σώζεται μέχρι σήμερα".
Όμως όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα πρόταση για το ορισμένο της εκ του άρθρου 914 ΑΚ αγωγής, όταν αυτή ασκείται επικουρικά, όπως στην προκειμένη περίπτωση θα έπρεπε να γίνεται επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα και ως εκ τούτου το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο αναφέροντας ότι: "Στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλούσα εκθέτει στην αγωγή της "...όλως επικουρικώς το αντίδικο οφείλει το πιο πάνω ποσό ...ενεχόμενο και με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, αφού κατά το ποσό αυτό έγινε πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας μας, ο πλουτισμός δε αυτός σώζεται μέχρι σήμερα" όχι παρά το νόμο έκρινε την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως αόριστη, εφόσον δεν εκτίθεται σ' αυτή ότι οι συμβάσεις της πώλησης, με βάση τις οποίες κατά την κυρία βάση διώκει την επιδίκαση του ως άνω ποσού είναι άκυρες (χωρίς αναφορά στους λόγους της ακυρότητας), όπως προαναφέρθηκε και ο σχετικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559αρ 14 ΚΠοΛΔ (κατά την νοηματική του εκτίμηση ) είναι αβάσιμος.
Κατόπιν τούτων πρέπει ν' απορριφθεί η ένδικη αναίρεση στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθ 495ΚΠοΛΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατάθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθ 176,183 ΚΠοΛΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-8-2016 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρίας ... ΑΕ κατά της 299/2014 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ σε βάρος της αναιρεσείουσας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Οκτωβρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου