Supreme Court dismisses City of Athens appeal on contract performance and lack of written form grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the City of Athens's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment ordering payment to advertising agencies. The court found that the contract was fully performed and that the lower court correctly evaluated the documentary evidence regarding the agreement and budget allocation. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the City of Athens was ordered to pay the advertising firms' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 17 of Law 2145/1993; Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the non-existence of a written contract or lack of written form is inadmissible when the contract has been fully performed and the lower court's assessment of the documentary evidence is correct.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1480 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1480/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Αθηναίων που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο Ν. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αλέξανδρο Μιχαήλ.
Των αναιρεσιβλήτων: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία " BBDO ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΑΕ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "the MEDIACORP AE Εξειδικευμένων Διαφημιστικών Υπηρεσιών" που εδρεύει στο ... που εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Καλαβρό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2973/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 6557/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-6-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 9-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την υπό κρίση αναίρεση πλήττεται απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε για την πληρωμή, από μέρους του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Αθηναίων, των ποσών που οφείλονται στις ενάγουσες-αναιρεσίβλητες εταιρίες, για εργασίες, τις οποίες, όπως αυτές εξέθεσαν, εκτέλεσαν για λογαριασμό του.
ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 του ν.2145/1993, τα πολιτικά δικαστήρια, όταν δικάζουν αγωγές που στρέφονται κατά ΝΠΔΔ και έχουν, από οποιονδήποτε γενεσιουργό λόγο, αξιώσεις, που συνδέονται με δαπάνες τους, οι οποίες υπόκεινται στον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου (άρθρ. 19 επ. του Π.Δ/τος 774/1980), δεν εκδίδουν οριστική απόφαση, αν δεν προσάγεται για μεν την περίπτωση που έχει αποφανθεί το Ελεγκτικό Συνέδριο, η οικεία πράξη του αρμοδίου Τμήματός του, για δε την περίπτωση που δεν έχει υποβληθεί ή εκκρεμεί στο Τμήμα τέτοια υπόθεση, σχετική βεβαίωση του Γραμματέα αυτού.
Διατάσσουν δε αυτεπαγγέλτως την προσαγωγή από το παριστάμενο ΝΠΔΔ ή τον ενδιαφερόμενο, ή εφόσον απολείπονται, την αποστολή από το Ελεγκτικό Συνέδριο της πράξεως του Τμήματος ή της βεβαιώσεως του γραμματέα του. Η διάταξη αυτή, έχει εφαρμογή μόνο στα δικαστήρια της ουσίας, και εισάγει, πράγματι, την αναστολή έκδοσης οριστικής απόφασης (ΑΠ 1179/1999).
Σύμφωνα με τα παραπάνω: α) πρόκειται για διάταξη, η οποία επιφέρει την αναστολή και μόνο της έκδοσης της οριστικής απόφασης, δηλονότι διάταξη δικονομικού χαρακτήρος. Επομένως, εφ' όσον ο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος αναφέρεται σε παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, δεν ανακύπτει θέμα ύπαρξης της πιο πάνω πλημμέλειας (ΑΠ 231/2004, ΑΠ 1229/2004, ΑΠ 138/1008), β) ούτε όμως, περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 559 αρ. 14 ανακύπτει, εφ' όσον ουδεμία ακυρότητα ή απαράδεκτο αναφέρεται, ούτε ο αναιρεσείων προβάλλει πως πρότεινε την παραπάνω πλημμέλεια στο δικαστήριο της ουσίας, γ) άλλωστε η μη συμμόρφωση στην πιο πάνω διάταξη, ουδόλως ασκεί επιρροή στο διατακτικό της απόφασης, και αλυσιτελώς προβάλλεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης, δ) σε κάθε περίπτωση, η προβαλλόμενη διάταξη, ουδόλως διαλαμβάνει κύρωση, σε περίπτωση μη εφαρμογής της.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος προβάλλει τα αντίθετα και πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για τις πιο πάνω πλημμέλειες, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 84 του Ν.Δ. 321/1969, κάθε σύμβαση για λογαριασμό του Δημοσίου έχουσα αντικείμενο άνω των 10.000 δραχμών ή δημιουργεί υποχρεώσεις διαρκείας, εφ'όσον δεν ορίζεται άλλως, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου. Κατά το άρθρο 3 του ΝΔ 31/1968, οι αναγνωριζόμενες από τους αστικούς, εν γένει, Νόμους και τις ουσιαστικές διατάξεις περί δικών δημοσίου, προνομίες ή ειδικές προστατευτικές διατάξεις, εφαρμόζονται αναλόγως και στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με τις εκεί οριζόμενες προϋποθέσεις.
Ταυτόσημες είναι οι διατάξεις των άρθρων 40 και 41 του Ν.Δ/τος 496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δικαίου" και του άρθρου μόνου της υπ'αριθμ. 2054839/454/0026/5.7.1992 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών. Κατ'αυτές κάθε σύμβαση για λογαριασμό Ν.Π.Δ.Δ. με αντικείμενο άνω των 150.000 δραχμών, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου.
Ο παραπάνω τύπος είναι ουσιαστικός και όχι αποδεικτικός (Α.Π. 322/2010, ΑΠ 1694/2009), αν δε, δεν τηρηθεί, η σύμβαση είναι άκυρη. Η διάταξη του άρθρου 84 (αλλά και του άρθρ.41) των πιο πάνω Ν.Δ/των, κατά την οποία "η εκ της μη τηρήσεως του τύπου του εγγράφου αποδοχής ακυρότης αίρεται εν περιπτώσει εκπληρώσεως της συμβάσεως", εφαρμόζεται μόνον, όταν εκπληρώθηκε σύμβαση, για την οποία προκλήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι δε και όταν δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (Ολ ΑΠ 862/1984, ΑΠ 1694/2009).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων άρθρων 4, 559 αρ.4 και 580 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης, για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται, όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε για υπόθεση, η οποία δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του. Ακόμη, το άρθρο 24 του Συντάγματος, ορίζει στην παράγραφο 1, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην παράγραφο 3, ότι στα πολιτικά δικαστήρια, υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές.
Σε εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του Ν. 1409/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, υπάγονται, από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Κ.Πολ.Δ. οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι προκειμένου για έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, ως προς την οποία έχει καθιερωθεί, από τον νόμο, δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων αποκλείουσα την ανάμειξη των πολιτικών δικαστηρίων, δεν είναι δυνατή η έγερση ενώπιον των τελευταίων, αγωγής. Αυτό ισχύει για όλες τις αξιώσεις που πηγάζουν από την έννομη σχέση.
Αντίθετα, υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν υπάρχει σχέση ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 10/1993). Με το άρθρο 1 παρ.2 του ιδίου νόμου 1406/1983, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, πλην άλλων και οι διαφορές που αναφύονται, κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδ.1),δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη από τη σύμβαση αυτή, αξίωση.
Είναι δε η σύμβαση διοικητική, αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. και με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή ΝΠΔΔ, είτε με βάση το κανονιστικό καθεστώς που διέπει τη σύμβαση, είτε με βάση ρήτρες που προβλέπονται κανονιστικά και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, χάριν του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στον, με βάση τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου, συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (ΑΠ 408/2010).
Συμβάσεις, οι οποίες δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 3/1999).
Στην παρούσα περίπτωση, από την δέουσα επισκόπηση (άρθρ.561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι, οι ενάγουσες-αναιρεσίβλητες, εξέθεσαν,πλην άλλων, ότι: α) κατά μήνα Ιούνιο 1995, συμφώνησαν με τον εναγόμενο-αναιρεσείοντα Δήμο Αθηναίων, να συμβάλλουν, χωρίς αμοιβή,στην προσπάθεια του έργου "Καθαρή Αθήνα", β) θα εκτελούσαν όλες τις αναγκαίες εργασίες (που αναλυτικά αναφέρονται), για την υλοποίηση του διαφημιστικού προγράμματος του Δήμου, γ) ο Δήμος θα πλήρωνε τις εργασίες τρίτων και των διαφημιστικών μέσων, τις οποίες θα κατέβαλαν οι ενάγουσες για λογαριασμό του Δήμου, δ) οι εργασίες εκτελέστηκαν κανονικά, εγκρίθηκαν από το Δημοτικό Συμβούλιο, εγκρίθηκε δε και έκδοση και η πληρωμή των σχετικών ενταλμάτων, ε) παρά ταύτα, όμως, ουδέν ποσό καταβλήθηκε. Με τέτοιο περιεχόμενο, είναι πρόδηλο, πως η σύμβαση εισάγει διαφορά ιδιωτικού δικαίου, αφού, εφαρμοστέο, είναι το ιδιωτικό δίκαιο, γιατί αυτή, ούτε περιλάμβανε, ούτε εκτίθεται πως αυτή περιείχε όρους που επέτρεπαν στον εναγόμενο Δήμο μονομερείς επεμβάσεις σε όλο το συμβατικό πλαίσιο, ούτε διέπονταν από εξαιρετικό υπέρ αυτής, νομοθετικό ή συμβατικό καθεστώς. Ο αναιρεσείων Δήμος αναφέρει, εντελώς αόριστα, ότι στη σύμβαση υπήρχαν "κυριαρχικοί όροι" υπέρ του Δήμου. Όμως, ούτε ποιοί ήταν οι όροι αυτοί εκθέτει, ούτε ποιο ήταν το περιεχόμενό τους, ούτε γιατί αυτό ήταν κυριαρχικό, υπέρ του Δήμου.
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο, δικάζοντας σχετικά, έκρινε, πως η πιο πάνω διαφορά είναι ιδιωτικού δικαίου και ότι είναι αρμόδιο το πολιτικό δικαστήριο για την εκδίκασή της, δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του, και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ.4 Κ.Πολ.Δ. , τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Στη συνέχεια, αναφορικά, με την ύπαρξη έγγραφου τύπου, το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: " Η σύμβαση αυτή μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε έγκυρα σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 84 του ν.δ. 321/1969, 3 του ν.δ. 31/1968, 250 § 1 εδαφ.
α και 251 § 1 του ττ.δ. 323/1989 (ήδη 266 και 267 του π.δ. 410/1995 αντίστοιχα σε συνδυασμό ακόμη και με τις διατάξεις του τότε ισχύοντος Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων), όπως αυτές ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο, διότι μπορεί μεν να μη τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος, ο οποίος είναι συστατικός, για την κατάρτιση της σύμβασης, πλην, όμως, δεν δημιουργήθηκε ακυρότητα διότι και τέθηκε σε λειτουργία και τελικώς εκπληρώθηκε η σύμβαση για την οποία προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, σύμφωνα και με τη νομική, σκέψη που προηγήθηκε και συγκεκριμένα η από 20-6-1995 επιστολή του εκπροσώπου των εναγουσών ...
προς τον τότε Δήμαρχο Αθηναίων ... Στην επιστολή αυτή, της οποίας ο τότε Δήμαρχος Αθηναίων έλαβε γνώση αυθημερόν, αναφέρονται οι παραπάνω εργασίες που οι ενάγουσες εταιρίες ανέλαβαν να εκτελέσουν, για λογαριασμό του εναγόμενου Δήμου με την αναφορά ότι. η προσφορά των υπηρεσιών αυτών γίνεται χωρίς καταβολή αμοιβής σε αυτές και υπό την προϋπόθεση ότι ο εναγόμενος θα επωμιστεί μόνο τα έξοδα των αναγκαίων παραγωγών, που θα υλοποιούνταν από τρίτους προμηθευτές, καθώς και τη δαπάνη των διαφημιστικών μέσων, που θα διέθεταν τον απαιτούμενο χώρο και χρόνο, τα οποία και θα κάλυπτε εξ ιδίων κεφαλαίων.
Επίσης, η κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης προκύπτει, ως συναγόμενο τεκμήριο και από τα ακόλουθα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα: 1) Τα υπ' αριθ. πρωτ. .../8-2-1996 έγγραφο του τότε Δημάρχου προς τον Πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αθηναίων, με το οποίο ζητείται η έγκριση της απευθείας ανάθεσης διαφημιστικών εργασιών στις εταιρίες του ομίλου "BBDO". 2) Το απόσπασμα της υπ' αριθ. 403/27-2-1996 πράξης του Δημοτικού Συμβουλίου, με την οποία εγκρίθηκε, κατά πλειοψηφία των μελών του, η απευθείας ανάθεση διαφημιστικών εργασιών στις ενάγουσες εταιρίες.
Στην εγκριτική μάλιστα αυτή πράξη γίνεται σαφής και αναμφίβολη αναφορά του συνολικού κόστους της δαπάνης των εργασιών, που καθεμία ενάγουσα εταιρία ανάλαβε να εκτελέσει και συγκεκριμένα, το σχετικό κόστος δαπάνης αναλύεται για την πρώτη Ι ενάγουσα στο ποσό των 1.886.815 δραχμών ή 5537,24 Ευρώ και για τη δεύτερη ενάγουσα στο ποσό των 66.242.012 δραχμών ή 194.400,62 Ευρώ, με τη μνεία ότι θα καταλογιστεί σε βάρος του οικείου κωδικού του προϋπολογισμού για το έτος 1996. 3) Το απόσπασμα της υπ' αριθ. 1794/16-7-1996 πράξης του Δημοτικού Συμβουλίου, με την οποία αποφασίστηκε κατά πλειοψηφία, α) η αποδοχή της δωρεάς συμβολής των εναγουσών εταιριών στην προσπάθεια του εναγόμενου Δήμου για μια καθαρή Αθήνα, δια της παροχής των υπηρεσιών τους άνευ αμοιβής, όσον αφορά στην υλοποίηση της διαφήμισης του προγράμματος καθαριότητας (γίνεται μνεία ότι οι σχετικές εργασίες αναφέρονται στο εισηγητικό σημείωμα του Δημάρχου) και β) η εκ μέρους του εναγόμενου Δήμου καταβολή της δαπάνης για τη διαφήμιση στα μέσα μαζικής ενημέρωσης (τηλεόραση - ραδιόφωνο - εφημερίδες) στις ενάγουσες εταιρίες, βάσει των σχετικών παραστατικών στοιχείων τους.
Επίσης, στην ως άνω πράξη γίνεται μνεία ότι οι εκπτώσεις που δικαιούνται οι ενάγουσες εταιρίες από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης θα εκπέσουν από την ανωτέρω δαπάνη, η οποία θα καταλογιστεί σε βάρος του οικείου κωδικού του προϋπολογισμού του Δήμου για το έτος 1996 και 4) η υπ' αριθ. πρωτ. 2560/21-10-1996 απόφαση του Δήμαρχου Αθηναίων, με την οποία εγκρίνεται η έκδοση και πληρωμή των χρηματικών ενταλμάτων, για την εξόφληση της πρώτης ενάγουσας εταιρίας ...
ποσού 1.886.815 δραχμών και της δεύτερης ενάγουσας εταιρίας ... ποσού 66.242.012 δραχμών βάσει των υπαρχόντων δικαιολογητικών. Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε, αφού προηγουμένως λήφθηκε υπόψη η με αριθ. πρωτ. 1953/18-10-1996 γνωμοδότηση της Νομικής Διεύθυνσης του εναγομένου με την οποία κρίθηκε νόμιμη και εκτελεστή η προαναφερόμενη υπ' αριθ. 1794/1996 πράξη του Δημοτικού Συμβουλίου ...".
Σύμφωνα με τα παραπάνω, αλλά και τα νομικά δεδομένα που προπαρατέθηκαν: α) η σύμβαση εκπληρώθηκε, β) υπήρξε έγγραφη πρόταση, κατά τα αναφερόμενα από το δικαστήριο της ουσίας. Ο αναιρεσείων Δήμος, επίσης αόριστα, εκθέτει, ότι από την επιστολή του εκπροσώπου των αναιρεσιβλήτων προς αυτόν (Δήμο), και της σχετικής πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου, δεν συγκροτείται ο έγγραφος τύπος.
Όμως, πέραν της αναφοράς αυτής, δεν διευκρινίζει, γιατί δεν συγκροτείται ο έγγραφος τύπος, γιατί δεν έχει συναφθεί έγκυρη σύμβαση και γιατί δεν έπρεπε το Εφετείο να αξιολογήσει τα παραπάνω έγγραφα, κατά τον τρόπο που έπραξε. Κατά ταύτα και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, για το λόγο ότι παραβιάστηκαν οι προαναφερθείσες διατάξεις είναι αβάσιμος. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί η άσκηση αναίρεσης στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες δεν κατέθεσαν προτάσεις, μειωμένα, όμως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 παρ.1 και 2 του ν. 3413/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρ. 178, 180, 183 Κ.Πολ.Δ.
βλ. και ΑΠ 1453/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4/6/2009 αναίρεση του Δήμου Αθηναίων, κατά της 6557/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων από εξακόσια (600) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ