Supreme Court dismisses appeal against bank judgment on guarantee liability and costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding the bank's guarantee liability. The appellant argued that the court improperly considered inadmissible evidence and ignored specific admissions limiting the guarantee amount, but the court found these grounds inadmissible or unfounded. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the bank's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 361 and 454 of the Civil Code; Article 849 of the Civil Code; Article 559(11) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure to consider an admission is inadmissible if the opposing party did not raise such an admission before the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1480 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1480/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Κεφαλοπούλου.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Κατσίγιαννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2005 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1999/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 2753/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 30-3-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 27-1-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της αποφάσεως κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση, προσβάλλεται απόφαση, με την οποία το Εφετείο, κατ' αποδοχή της εφέσεως της καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης δανείστριας Τράπεζας και μετ' εξαφάνιση της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, περί ακυρώσεως, εκδοθείσας σε βάρος του διαταγής πληρωμής, με βάση το κατάλοιπο πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, στην οποία συμβλήθηκε ως εγγυητής.
Οι διατάξεις των άρθρων 361 και 454 Α.Κ. ορίζουν ότι "για τη σύσταση ή την αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά" (361) και "όταν ο δανειστής συμφωνήσει με τον οφειλέτη την άφεση του χρέους, ή με σύμβαση μαζί του αναγνωρίζει ότι δεν υπάρχει το χρέος, επέρχεται απόσβεση της ενοχής" (454 Α.Κ.).
Κατά τις διατάξεις δε των άρθρων 185, 189 και 192 του ίδιου Κώδικα, η σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση του ενός των μερών για σύναψη συμβάσεως και αποδοχή της προτάσεως από τον άλλο, συντελείται δε μόλις περιέλθει στον προτείνοντα η δήλωση αποδοχής της προτάσεώς του. Εξάλλου, από την αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 849 εδ.
α' ΑΚ, η οποία ορίζει ότι "η εγγύηση είναι άκυρη αν δεν δηλωθεί εγγράφως", συνάγεται ότι η δήλωση του εγγυητή, με την οποία αυτός αναλαμβάνει υποχρεώσεις από την εγγύηση, πρέπει να είναι έγγραφη. Αντίθετα, δεν χρειάζεται έγγραφο για τις συμφωνίες εκείνες μεταξύ εγγυητή και δανειστή, τις ανεξάρτητες ή μεταγενέστερες της εγγύησης, που καταλύουν ή περιορίζουν την ευθύνη του εγγυητή.
Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Από την επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής, προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων, ως λόγο ακυρώσεως της διαταγής πληρωμής, ισχυρίσθηκε, ότι μετά την κατάρτιση της αρχικής έγγραφης σύμβασης εγγυήσεως, με την οποία εγγυήθηκε προς την αναιρεσίβλητη δανείστρια Τράπεζα, υπέρ της πιστούχου εταιρείας την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της από την υπ' αριθμ. .../19/9/2001 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μέχρι του ποσού των 15.000.000 δραχμών, ζήτησε από την πιστούχο εταιρεία την απελευθέρωσή του από τη σύμβαση εγγυήσεως, η οποία ακολούθως στις 13-5-2002 ζήτησε την αντικατάστασή του από τη δανείστρια αναιρεσίβλητη Τράπεζα, το ίδιο δε ζήτησε και ο ίδιος κατά την επίσκεψή του στο κατάστημά της "όπου έλαβε την διαβεβαίωση από την κα Π., ότι έχει ενεργοποιήσει την προβλεπόμενη διαδικασία απελευθέρωσής του και έτσι καθησύχασε αυτός μέχρι την 20-4-2005, οπότε του κοινοποιήθηκε η καταγγελία της δανειακής σύμβασης".
Διατυπούμενος κατ' αυτόν τον τρόπο ο εν λόγω ισχυρισμός, δεν μπορεί, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο άποψη, να εκτιμηθεί ως συμφωνία καταργήσεως της εγγυητικής συμβάσεως ή ως συμφωνία αφέσεως χρέους και το Εφετείο που δέχθηκε ότι η καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα "ουδέποτε προέβη σε έγγραφη συμφωνία απαλλαγής του ανακόπτοντος από την εγγύηση και έτσι όταν έκλεισε ο λογαριασμός στις 18-5-2005 ο τελευταίος εξακολουθούσε να ευθύνεται ως εγγυητής ...
και ουδέποτε έπαυσε να θεωρεί τον ανακόπτοντα εγγυητή των ανωτέρω συμβάσεων (και όχι "εγγυήσεων" όπως από προφανή παραδρομή αναφέρεται στην προσβαλλόμενη)", δεν παραβίασε ευθέως τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος και ειδικότερα έγγραφο τύπο για την κατάλυση της ευθύνης του εγγυητή αναιρεσείοντος.
Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Κατά τη γνώμη όμως της Εισηγήτριας, ο ως άνω λόγος της ανακοπής, θεμελιώνει κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του συμφωνία καταργήσεως της εγγυητικής σύμβασης μεταξύ των συμβληθέντων και το Εφετείο που δέχθηκε ότι απαιτείτο έγγραφος τύπος για την συμφωνία αυτή, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις προδιαληφθείσες διατάξεις.
Από τις διατάξεις των άρθρων 847, 848, 851 Α.Κ., 47 του ν.δ. της 17/7/13/8/1923 και 112 ΕΝ. Α.Κ. προκύπτει, ότι ο εγγυητής απαιτήσεως του δανειστή, για την καταβολή από μέρους του οφειλέτη, του καταλοίπου, που θα προκύψει από την λειτουργία συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, κατά το οριστικό κλείσιμο αυτού, ευθύνεται, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγυήσεως, μέχρι του ποσού, για το οποίο εγγυήθηκε και όχι για τα κονδύλια του λογαριασμού, τα οποία αναφέρονται σε άλλη μεταγενέστερη σύμβαση παροχής πιστώσεως προς τον πρωτοφειλέτη, την εκπλήρωση της οποίας αυτός δεν εγγυήθηκε, εκτός αν η μεταγενέστερη σύμβαση δεν είναι αυτοτελής, αλλά πρόσθετη σύμβαση (συμπληρωματική), με την οποία απλώς αυξάνεται το ποσό της πιστώσεως, χωρίς να επέρχεται άλλη μεταβολή, οπότε ο εγγυητής ευθύνεται για την πληρωμή οποιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου από την λειτουργία του λογαριασμού και αν ακόμη δεν έλαβε μέρος (υπό την ιδιότητα του εγγυητή), στην πρόσθετη αυτή σύμβαση, μέχρι όμως, του ποσού της πιστώσεως της αρχικής βασικής συμβάσεως, ή και των προσθέτων στην συνέχεια συμβάσεων, εφόσον και αυτές τις εγγυήθηκε, δηλαδή, αποδέχθηκε να ευθύνεται για την καταβολή μεγαλύτερου, κάθε φορά, χρεωστικού καταλοίπου σε βάρος του πρωτοφειλέτη, που προέρχεται από τη λειτουργία της συμβάσεως (ΑΠ 1173/2001, 1399/1997, 1265/1994).
Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Εξάλλου, ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της και ιδρύει τον από τον άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση, για το σχηματισμό του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμ. .../19-9-2001 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που καταρτίστηκε μεταξύ της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΙΟΛΚΟΣ Α.Ε." και της καθ' ης (ήδη αναιρεσίβλητης), η τελευταία χορήγησε στην ανωτέρω εταιρία με τόκο πίστωση με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μέχρι του ποσού των 15.000.000 δρχ.
Ο ανακόπτων (ήδη αναιρεσείων) στην ίδια σύμβαση συμβλήθηκε ως εγγυητής και εγγυήθηκε ανεπιφύλακτα προς την Τράπεζα την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου της πιστώσεως που συνομολογήθηκε με τη σύμβαση αυτή, πλέον τόκων και εξόδων και εν γένει την εκπλήρωση από την πιστούχο όλων των υποχρεώσεων που αναλαμβάνονται με την παρούσα σύμβαση ή των τυχόν αυξητικών της, ενεχόμενος εις ολόκληρον ως αυτοφειλέτης και αποδεχόμενος, την εφάπαξ ή διαδοχική αύξηση της πιστώσεως σε οποιοδήποτε ποσόν, χωρίς τη σύμπραξη του ή τη συναίνεση του.
Επίσης, συμφωνήθηκε ότι μετά το οριστικό κλείσιμο της σύμβασης, ο εγγυητής ευθύνεται έναντι της Τράπεζας εις ολόκληρον με την πιστούχο για όλο το ποσόν του καταλοίπου του λογαριασμού πλέον τόκων υπερημερίας, ανατοκισμών και λοιπών επιβαρύνσεων και ανεξάρτητα αν μέχρι τότε είχε μεσολαβήσει αύξηση του ποσού της πίστωσης, χωρίς τη συναίνεση του.
Με την από 28-12-2001 σύμβαση αυξήσεως πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό της παραπάνω σύμβασης πίστωσης, που καταρτίστηκε μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων, αυξήθηκε το ποσόν της ως άνω πίστωσης κατά το ποσόν των 10.000.000 δρχ. και το συνολικό ποσόν πίστωσης ανήλθε στο ποσόν των 73.367,57 Ευρώ. Στην αυξητική αυτή πράξη αναγράφεται ότι εγγυήθηκε υπέρ της πιστούχου και ο ανακόπτων εγγυώμενος ανεπιφύλακτα την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου της πιστώσεως που συνομολογήθηκε μ' αυτή και την ανωτέρω σύμβαση.
Η από 11-7-2005 γραφολογική έκθεση του γραφολόγου Μ. Μ. η οποία συντάχθηκε κατ' εντολή του ανακόπτοντος, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι υπογραφές που έχουν τεθεί στην αυξητική αυτή πράξη δεν είναι γνήσιες υπογραφές του ανακόπτοντος. Στη βεβαίωση του Τμήματος Ασφαλείας Παγκρατίου, με ημερομηνία 3-11-2005 που προσκόμισε ο ανακόπτων αναφέρεται ότι στις 15-11-2001 υποβλήθηκε δήλωση ότι στις 12-9-2001 (δηλαδή πριν την υπογραφή της αρχικής συμβάσεως που έγινε στις 19-9-2001) έχασε το υπ' αριθμ. ...
δελτίο ταυτότητας. Ο ανακόπτων δεν προέβη σε καμία δήλωση προς τον αρμόδιο υπάλληλο της Τράπεζας για την απώλεια της ταυτότητάς του, ούτε κατά την υπογραφή της αρχικής, αλλά ούτε και της πρόσθετης πράξης (28-12-2001), ούτε αμφισβήτησε την υποχρέωσή του από την αρχική σύμβαση παρά το γεγονός ότι είχε ήδη απωλέσει την ταυτότητά του.
Ανεξάρτητα, όμως, αν ο ανακόπτων είχε ή όχι υπογράψει στην τελευταία αυξητική σύμβαση, στην προκειμένη περίπτωση ως προς την έκταση της εγγυητικής του ευθύνης, δεν ασκεί έννομη επιρροή, διότι στην αρχική σύμβαση πιστώσεως είχε προβλεφθεί ότι ο ανακόπτων εγγυάται την εν γένει εκπλήρωση από την πιστούχο όλων των υποχρεώσεων που αναλαμβάνονται με την παρούσα σύμβαση ή των τυχόν αυξητικών της, ενεχόμενος εις ολόκληρον ως αυτοφειλέτης και αποδεχόμενος την εφάπαξ ή διαδοχική αύξηση της πιστώσεως σε οποιοδήποτε ποσό, χωρίς τη σύμπραξη του ή τη συναίνεση του.
Περαιτέρω, οι ανωτέρω συμβάσεις καταρτίστηκαν στο υποκατάστημα της καθ' ης επί της οδού Βουκουρεστίου και υπογράφτηκαν για λογαριασμό της τελευταίας από τους Ι. Π. και Έ. Π.. Ο ανακόπτων, ο οποίος συνδεόταν με φιλική σχέση με τον Π. Π., του οποίου συμφερόντων ήταν η ως άνω πιστούχος, και λόγω της φιλικής τους σχέσης είχε δεχθεί να συμβληθεί ως εγγυητής στην ένδικη σύμβαση πιστώσεως, στο τέλος Φεβρουαρίου του έτους 2002, ζήτησε από τον ανωτέρω Π.
Π. να τον απαλλάξει από εγγυητή της συμβάσεως πιστώσεως. Πλην όμως η καθ' ης ουδέποτε προέβη σε έγγραφη συμφωνία απαλλαγής του ανακόπτοντος από την εγγύηση και έτσι όταν έκλεισε ο λογαριασμός στις 18-2-2005 ο τελευταίος εξακολουθούσε να ευθύνεται ως εγγυητής. Η υπογραφή δε στις 8-4-2002 πρόσθετης πράξης παροχής εγγύησης στην παραπάνω σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, από τον Ι.
Μ., έγινε διότι αυξήθηκε το όριο της πιστώσεως και σύμφωνα με την πολιτική που ακολουθείται στις Τράπεζες κρίθηκε απαραίτητο να υπάρχει πρόσθετη εξασφάλιση της απαιτήσεως με την ενοχική ευθύνη ενός ακόμη προσώπου για όλο το όριο της πιστώσεως, και όχι για ν' απαλλαγεί ο ανακόπτων. Η πιστούχος εταιρία με την από 13-5-2002 επιστολή της, η οποία υπογραφόταν από τον Πρόεδρο του Δ.Σ αυτής Φ.
Μ., ο οποίος με την ιδιότητα του εκπροσώπου της πιστούχου είχε συμβληθεί στις ανωτέρω συμβάσεις, ζήτησε την ακύρωση του υπ' αριθμ. .../27-9-2001 ασφαλιστηρίου συμβολαίου που αφορούσε τον ανακόπτοντα (δυνάμει του οποίου, με ασφάλιστρα που κατέβαλε η καθ' ης, η τελευταία είχε ασφαλίσει τον ανακόπτοντα λόγω της εγγύησης που είχε παράσχει στην άνω σύμβαση πίστωσης), με την αιτιολογία ότι εξέπνευσε ο λόγος για τον οποίο εκδόθηκε.
Η καθ' ης Τράπεζα δεν ακύρωσε το ανωτέρω ασφαλιστήριο συμβόλαιο και ουδέποτε έπαυσε να θεωρεί τον ανακόπτοντα εγγυητή των εγγυήσεων (αρχικής και αυξητικής) κατά τα συμφωνηθέντα. Ως εκ τούτου, ουδέποτε ο ανακόπτων έπαυσε να ευθύνεται ως εγγυητής των ανωτέρω συμβάσεων για το ποσόν των 73.367,57 Ευρώ νομιμότοκα κατά τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. 4907/2005 Διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε ακολούθως κατ' ουσίαν την ανακοπή του αναιρεσείοντος. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις τις οποίες και εφάρμοσε ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ελαττώματος της αιτιολογίας, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφαση, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που στηρίζουν το διατακτικό της και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχό της.
Ειδικότερα, εφόσον το Εφετείο δέχεται ως μη αμφισβητούμενο το γεγονός ότι ο αναιρεσείων είχε υπογράψει την αρχική σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, η οποία αποτελεί και την βάση των υποχρεώσεων που αναλάμβανε με αυτή, μεταξύ των οποίων και εκείνη της ευθύνης του ως αυτοφειλέτου και για τις τυχόν αυξητικές συμβάσεις της αρχικής πίστωσης, είναι αδιάφορο αν είχε υπογράψει και την πρόσθετη αυξητική σύμβαση, η οποία δεν είχε αυτοτέλεια αλλά αποτελούσε συμπλήρωμα της αρχικής ως προς το ποσό της πιστώσεως.
Εξάλλου, οι επικαλούμενες με τον λόγο αυτό αιτιάσεις, ότι α) η προσβαλλόμενη δεν λαμβάνει θέση αν συνυπέγραψε τη αυξητική της συμβάσεως πίστωση, β) δεν αιτιολογεί, γιατί η αναιρεσίβλητη παρά την ύπαρξη του 22 όρου της αρχικής από 19-9-2001 συμβάσεως, στήριξε την ευθύνη του στην υπογραφή εκ μέρους του της αυξητικής σύμβασης και γ) δεν αιτιολογεί, γιατί η αναιρεσίβλητη δεν αξίωσε από τον ανακόπτοντα την καταβολή του συνόλου του καταλοίπου του κλεισθέντος λογαριασμού αλλά μόνον το ποσό των 73.367,57 ευρώ, δεν συνιστούν έλλειψη ή ανεπάρκεια αιτιολογίας, ως αφορώσες μη ουσιώδη ζητήματα με την προεκτεθείσα έννοια.
Επομένως ο σχετικός τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η διάταξη αυτή, η οποία απαγορεύει την άσκηση δικαιώματος όταν υπερβαίνει τα όρια που αναφέρει, έχει εφαρμογή όταν πρόκειται να ασκηθεί το δικαίωμα από τον δικαιούχο του και όχι όταν ο διάδικος αρνείται απλά ή αιτιολογημένα να δεχθεί την ύπαρξη δικαιώματος του αντιδίκου του (ΑΠ 1434/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, τα περιστατικά που επικαλέσθηκε ο ανακόπτων αναιρεσείων για τη θεμελίωση του επί της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ λόγου ανακοπής, ότι δηλαδή δεν είχε υπογράψει τη πρόσθετη αυξητική σύμβαση, ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα γνώριζε την ανυπαρξία οφειλής του και την απεμπλοκή του από τη θέση του εγγυητή στη συγκεκριμένη σύμβαση πίστωσης με την πιστούχο εταιρεία, δεν θεμελιώνουν την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, εφόσον με τα περιστατικά αυτά ο αναιρεσείων αρνείται απλώς την ύπαρξη του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε τον προβληθέντα ως λόγο ανακοπής ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, ως μη νόμιμο, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία (άρθρο 578 ΚΠολΔ) και ο σχετικός δεύτερος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, είναι αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του ν.δ. 3043/2002, η οποία εφαρμόζεται και στην ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής (άρθρο 632 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι νέοι λόγοι, οι οποίοι δεν περιέχονται στο δικόγραφο της ανακοπής, δεν επιτρέπεται να προταθούν για πρώτη φορά με τρόπο διαφορετικό από τον οριζόμενο στο άρθρο 585 παρ. 2 εδ.
β' ΚΠολΔ, όπως με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης ή με το δικόγραφο της εφέσεως εναντίον της αποφάσεως που απορρίπτει την ανακοπή ή με εκείνο των πρόσθετων λόγων εφέσεως και όταν ακόμη αφορούν ισχυρισμούς από τις διατάξεις των άρθρων 269 και 527 Κ.Πολ.Δικ. Εξάλλου κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ "είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, κατ' επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι κατά παράβαση του νόμου έλαβε υπόψη για τον προσδιορισμό της εγγυητικής του ευθύνης, τον περιλαμβανόμενο στην αρχική σύμβαση όρο, σύμφωνα με τον οποίο "εγγυάται την εν γένει εκπλήρωση από την πιστούχο όλων των υποχρεώσεων που αναλαμβάνονται με την παρούσα σύμβαση ή των τυχόν αυξητικών της, ενεχόμενος εις ολόκληρον ως αυτοφειλέτης και αποδεχόμενος την εφάπαξ η διαδοχική αύξηση της πιστώσεως σε οποιοδήποτε ποσό, χωρίς τη σύμπραξή του ή τη συναίνεσή του", καίτοι ο όρος αυτός έχει κριθεί νομολογιακά ως καταχρηστικός.
Ο λόγος είναι απαράδεκτος, προεχόντως, διότι ο ισχυρισμός, επί του οποίου ερείδεται δεν είχε προβληθεί με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής ή με πρόσθετους λόγους της ανακοπής.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού στη δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης ή ασάφειας στη διατύπωση αυτής και για το λόγο αυτό η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για τη συμπλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως (ΑΠ 601/2002). Υπό τις ανωτέρω εκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο δεν διεπίστωσε κενό ή αμφιβολία σε σχέση με τις περιεχόμενες στην από 28-12-2001 σύμβαση αυξήσεως πιστώσεως δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων ώστε να προσφύγει σε ερμηνεία της ως άνω συμβάσεως, η οποία άλλωστε δεν ήταν αναγκαία αφού το Εφετείο δέχθηκε με την κύρια αιτιολογία του ότι η έκταση της εγγυητικής ευθύνης του αναιρεσείοντος προσδιορίζετο από την μη αμφισβητηθείσα αρχική σύμβαση πιστώσεως και συνεπώς ο περί του αντιθέτου πέμπτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και όχι οι αρνητικοί της αγωγής ή ενστάσεως ισχυρισμοί και οι συνιστώντες επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου εκ της εκτιμήσεως των αποδείξεων.
Με τους, έκτο και τρίτο, κατά ένα μέρος, αναιρετικούς λόγους, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ψέγει το Εφετείο ότι για τη μόρφωση της κρίσης του ως προς την έκταση της εγγυητικής ευθύνης του, έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα από την αναιρεσίβλητη και ειδικότερα μη προταθέντα ισχυρισμό αφορώντα το περιεχόμενο του 22 όρου της αρχικής συμβάσεως εγγυήσεως από το οποίο, κατά τις παραδοχές του, προέκυπτε ευθύνη του εκ της πρόσθετης αυξητικής σύμβασης ανεξαρτήτως της συμπράξεως ή της συναινέσεώς του και παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο τον ισχυρισμό του περί περιορισμού της εγγυητικής του ευθύνης.
Ο λόγος είναι απαράδεκτος ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του, προεχόντως, διότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αλλά συμπέρασμα του δικαστηρίου της ουσίας προερχόμενο από την εκτίμηση των αποδείξεων, μη υποκείμενο σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ η παραδοχή του εφετείου, ότι λόγω της υπάρξεως του όρου αυτού δεν ασκεί έννομη επιρροή ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί πλαστότητας της υπογραφής του στην πρόσθετη αυξητική σύμβαση, (με συνέπεια τον περιορισμό της ευθύνης του), δεν ιδρύει την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Εξάλλου, η δικαστική ομολογία λαμβάνεται μεν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αυτεπαγγέλτως, αλλά για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως από την ανωτέρω διάταξη, για το ότι δεν ελήφθη υπόψη η ομολογία αυτή, πρέπει να έχει γίνει επίκλησή της από τον ωφελούμενο διάδικο στο δικαστήριο της ουσίας.
Με τους έβδομο, όγδοο και δέκατο αναιρετικούς λόγους από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, προβάλλονται αντίστοιχα οι αιτιάσεις, ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, α)έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μη επιτρεπόμενο από το νόμο αποδεικτικό μέσο, δηλαδή ανεπικύρωτο αντίγραφο της ως άνω αρχικής συμβάσεως πιστώσεως αλληλόχρεου λογαριασμού, β)δεν έλαβε υπόψη την περιεχόμενη στις προτάσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και στην έφεσή της ομολογία περί του ότι η εγγυητική του ευθύνη εκ της συμβάσεως ανέρχεται μόνον μέχρι του ποσού των 73.367,37 ευρώ και γ)έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. .../19-9-2001 αρχική έγγραφη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, της οποίας δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση από την αναιρεσίβλητη με τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της, αλλά μόνον με απλή ενσωμάτωση σ' αυτές των ενώπιον του πρώτου βαθμού υποβληθεισών προτάσεών της.
Οι λόγοι αυτοί είναι ο μεν υπό στοιχείο α' απορριπτέος, προεχόντως ως αλυσιτελής, λόγω της κοινότητας του εν λόγω αποδεικτικού μέσου (άρθρο 346 ΚΠολΔ), εφόσον και ο ίδιος ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου την αρχική σύμβαση, το περιεχόμενο της οποίας δεν αμφισβήτησε, ο υπό στοιχείο β' είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι επικαλέσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τέτοια δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης και ο υπό στοιχείο γ' είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσίβλητης ενώπιον του εφετείου, σαφώς και ορισμένως η τελευταία επικαλέσθηκε, πλην άλλων και την ανωτέρω σύμβαση.
Με τον ένατο αναιρετικό λόγο, κατ' επίκληση της ίδιας ανωτέρω πλημμέλειας ο αναιρεσείων ψέγει το Εφετείο ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, δηλαδή την ανωτέρω από 28-12-2001 πρόσθετη αυξητική σύμβαση την επί της οποίας υπογραφή του είχε προσβάλει ως πλαστή, χωρίς προηγουμένως να αποφανθεί επί του ισχυρισμού του αυτού και να απορρίψει τον περί πλαστότητας ισχυρισμό του.
Ο λόγος είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αλυσιτελής, εφόσον δεν πλήττεται επιτυχώς η επάλληλη αιτιολογία του εφετείου που στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης περί της εκτάσεως της εγγυητικής του ευθύνης από την αρχική κύρια σύμβαση.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Μαρτίου 2010 αίτηση του Κ. Ν. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2753/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Σεπτεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Οκτωβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ