1480/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από α) 27 Απριλίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και β) 18 Φεβρουαρίου 2004 ομοία της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών αντίστοιχα και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4410/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1106/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Απριλίου 2009 αίτησή της .
Legislator headnote
AI generated1480/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την κρινόμενη 444/28-4-2009 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1106/27-2-2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ'επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Full text
Απόφαση 1480 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1480/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΑΡΤΟΠΟΪΑ ΑΒΕΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δινύσιο Γαβουνέλη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΛΟΓΙΣΤΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" η οποία εδρεύει στην ... νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία στο ακροατήριο παραστάθηκε με το νόμιμο εκπρόσωπό της ... και με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Κοσμάτου .Στο σημείο αυτό η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης δήλωσε ότι με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρίας αποφασίστηκε η αλλαγή επωνυμίας της εταιρίας σε "KPMG ΛΟΓΙΣΤΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ"
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από α) 27 Απριλίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και β) 18 Φεβρουαρίου 2004 ομοία της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών αντίστοιχα και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4410/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1106/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Απριλίου 2009 αίτησή της .
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 23 Αυγούστου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 444/28-4-2009 αιτήσεως για αναίρεση της 1106/27-2-2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 444/28-4-2009 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1106/27-2-2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ'επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, (α) με την 23424/1136/18-2-2004 αγωγή η δι'αυτής ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εδίωκε την καταψήφιση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας σε πληρωμή οφειλομένου υπολοίπου εργολαβικής αμοιβής από τη συνομολογηθείσα κατά το έτος 2000 μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου της λογιστικής τακτοποιήσεως των βιβλίων της τελευταίας για το έτος 1999 και (β) με την 78553/4770/27-4-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας εφέρετο προς διάγνωση χρηματική της αξίωση κατά της αναιρεσίβλητης ισόποση προς τη προκαταβληθείσα εις εκείνη έναντι εργολαβική αμοιβή ποσού 8250.000 δρχ. (24215,00 €), κατά το οποίο η τελευταία κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιώτερη σε βάρος της και με ζημία της λόγω των ουσιωδών ελαττωμάτων που εμφάνισε το εκτελεσθέν από την τελευταία έργο, τα οποία κατέστησαν τούτο άχρηστο, και εντεύθεν κατέστη αδύνατη από υπαιτιότητά της η εκπλήρωση της βαρύνουσας αυτή συμβατικής υποχρεώσεως εκτελέσεως και παραδόσεως στην αναιρεσείουσα του αναληφθέντος από εκείνη έργου.
Επί των εν λόγω και με στοιχ. (α) και (β) χαρακτηριζομένων αγωγών, συνειδικαζομένων, εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της με στοιχ.(α) αγωγής και κατ'ουσίαν απόρριψη της με στοιχ.(β) αγωγής, η 4410/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, κατ'αποδοχή της 4354/5-5-2008 εφέσεως της (α) εναγομένης - (β) ενάγουσας εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι'αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ'ουσίαν της υποθέσεως, η 1106/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά μερική παραδοχή της με στοιχ.(α) αγωγής και απόρριψη ως μη νόμιμης της με στοιχ.(β) αγωγής.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα (α) εναγόμενη (β) ενάγουσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ'αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι'αυτής λόγοι αναιρέσεως.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 559 αρ.8 περ.β'Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. "Πράγμα" αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν αυτοτελείς ισχυρισμούς.
Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, ως και όταν ο ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται όταν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681, 694, 688-690 ΑΚ του προϊσχύσαντος του ν.3043/21-8-2002 (άρθρο 1 αυτού) νομικού καθεστώτος, που εφαρμόζονται κατ'επιταγή του άρθρου 24 παρ.1 Εισ.Ν.ΑΚ, προκύπτει ότι Ι.με τη σύμβαση μισθώσεως έργου, ο μεν εργολάβος υποχρεούται να εκτελέσει το έργο, ο δε εργοδότης να καταβάλει την συμφωνημένη αμοιβή, η οποία, δυναμένη να συμφωνηθεί κατ' αποκοπή ή κατά μονάδα εργασίας, είναι καταβλητέα κατά την παράδοση του έργου (ΑΚ 694).
ΙΙ. Ο εργολάβος που ενάγει τον εργοδότη προς καταβολή της συμφωνημένης εφάπαξ αμοιβής, ενόψει του ότι είναι υποχρεωμένος σε προεκπλήρωση, αρκεί να επικαλεσθεί και, στην περίπτωση αμφισβητήσεως, αποδείξει την σύναψη της εργολαβικής συμβάσεως, το συμφωνημένο έργο, την συμφωνημένη αμοιβή, την εκτέλεση του έργου, καθώς και την παράδοση του ή τουλάχιστον, την πραγματική προσφορά του προς τον εργοδότη.
ΙΙΙ. Στην περίπτωση ελλείψεων του έργου, στις οποίες περιλαμβάνονται τόσο τα ουσιώδη και επουσιώδη αυτού ελαττώματα, όσο και η έλλειψη συνομολογηθεισών ιδιοτήτων, ο εργοδότης, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία το εκτελεσθέν και παραδοθέν έργο είναι άχρηστο, δεν έχει κατά του εργολάβου που ζητεί την καταβολή συμφωνημένης εργολαβικής αμοιβής την ένσταση της μη εκπληρώσεως ή της μη προσηκούσης εκτελέσεως της συμβάσεως, ούτε και μπορεί να αποποιηθεί το προσφερόμενο σ'αυτόν ελαττωματικό έργο, καθιστώντας έτσι ανενεργό το δικαίωμα του εργολάβου για την καταβολή της αμοιβής του κατά την διάταξη του άρθρου 694 ΑΚ, περιοριζόμενος μόνο στην άσκηση των υπό των διατάξεων των άρθρων 688 έως 690 ΑΚ περιοριστικώς προβλεπομένων αξιώσεων προς μείωση της αμοιβής, αναστροφή ή καταβολή αποζημιώσεως. Άρνηση καταβολής της συμφωνημένης αμοιβής μπορεί ο εργοδότης να αντιτάξει κατά του εργολάβου μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το εκτελεσθέν έργο που παραδόθηκε ή προσφέρθηκε εξαιτίας των ελλείψεων είναι εντελώς διαφορετικό από το συμφωνηθέν, οπότε, στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει ούτε και μερική εκπλήρωση της παροχής που συμφωνήθηκε, η οποία αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση του δικαιώματος του εργολάβου να ζητήσει την συμφωνημένη αμοιβή του και δεν ισχύει η ειδική ρύθμιση των άρθρων 688 έως 690 ΑΚ.
IV. Ο εργοδότης αντί για αναστροφή ή μείωση της αμοιβής έχει δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της συμβάσεως, αν οι ελλείψεις του έργου οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου (άρθρο 690 ΑΚ). Προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημιώσεως κατά την ίδια διάταξη είναι η ύπαρξη υπαιτιότητας από τον εργολάβο, την οποία δεν υποχρεούται να αποδείξει ο ενάγων εργοδότης, αλλά να αποκρούσει ο εναγόμενος εργολάβος, επικαλούμενος την έλλειψη υπαιτιότητας του προς καταβολή αποζημιώσεως εξαιτίας των ελλείψεων του έργου.
Από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση (ι) της με στοιχ.(β) αγωγής της αναιρεσείουσας και (ii)των διατυπωθέντων προς απόκρουση της με στοιχ.(α) αγωγής της αναιρεσίβλητης ισχυρισμών αυτής και των αντίστοιχων λόγων της εφέσεώς της, προς θεμελίωση της φερόμενης προς διάγνωση κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις χρηματικής αξιώσεώς της, ισόποσης προς την προκαταβληθείσα έναντι στην αναιρεσίβλητη εργολαβική αμοιβή, υποστήριζε ότι λόγω των ουσιωδών ελαττωμάτων του εκτελεσθέντος από την τελευταία έργου κατέστη τούτο άχρηστο και με την έννοια αυτή κατέστη αδύνατη η εκπλήρωση της βαρύνουσας την αναιρεσίβλητη συμβατικής υποχρεώσεως, ισχυρισμό τον οποίο ομοίως διατύπωσε προς απόκρουση της με στοιχ.(α) αγωγής της αναιρεσίβλητης.
Ο ισχυρισμός αυτός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατ'ορθή εφαρμογή των παραπάνω σημειουμένων διατάξεων κρίθηκε ως μη νόμιμος, με όμοια αξιολόγηση της με στοιχ. (β) αγωγής της αναιρεσείουσας, με άμεση δικονομική συνέπεια η προβαλλόμενη με τους πρώτο (α'σκέλος) και τρίτο και τελευταίο κατά σειρά λόγους αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως των αμέσως παραπάνω διατάξεων αρνητικά να αξιολογείται ως αβάσιμη.
Περαιτέρω και σε συνέπεια με την ανταποκρινόμενη στα πράγματα όμοια εκτίμηση οι προβαλλόμενες κατά επικουρική σειρά με τον δεύτερο λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.9 και 1 ΚΠολΔ, με την έννοια μη λήψεως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας της ενστάσεως της αναιρεσείουσης, προς απόκρουση της με στοιχ.(α) αγωγής της αναιρεσίβλητης, ως και του αντίστοιχου λόγου εφέσεως, για άσκηση του παρεχόμενου από την διάταξη του άρθρου 686 εδ.β'ΑΚ δικαιώματός της για μείωση της συνομολογηθείσης εργολαβικής αμοιβής διάταξη την οποία σε κάθε περίπτωση εσφαλμένα εφήρμοσε, ερειδόμενες επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, ελέγχονται ως αβάσιμες.
Δεν προσήκει η απομένουσα προς έρευνα και επικουρικώς προβαλλόμενη με το δεύτερο σκέλος του πρώτου κατά σειρά λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, με την έννοια της παρά το νόμο απορρίψεως της με στοιχ.(β) αγωγής της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμης, η στοιχειοθέτηση της οποίας προϋποθέτει η πλημμέλεια να αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση, από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως σε αντιδιαστολή εκείνης του ουσιαστικού δικαίου, όπως στην ερευνώμενη περίπτωση, με άμεση δικονομική συνέπεια αρνητικά να αξιολογείται, ως αβάσιμη.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 444/28-4-2009 αίτηση για αναίρεση της 1106/27-2-2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ