1480/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1480/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου κατά το άρθρο 443 ΚΠολ.Δικ. για να έχει αποδεικτική δύναμη ιδιωτικό έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη, ως εκδότης δε, κατά την έννοια του άρθρου αυτού, θεωρείται εκείνος ο οποίος αναλαμβάνει υποχρεώσεις από το έγγραφο. Κατά το άρθρο δε 447 ιδίου Κώδικα, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί απόδειξη υπέρ του εκδότη μόνο αν το προσκόμισε ο αντίδικος ή αν πρόκειται για τα βιβλία που αναφέρονται στο άρθρο 444 ΚΠολ.Δικ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1480 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1480/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Γεώργιο Χλαμπουτάκη Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρουμάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:......, που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Παπασταύρο.
Της αναιρεσίβλητης:Ομορρύθμου Εταιρείας με την επωνυμία " ..... Ο.Ε", που εδρεύει στον .... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σπύρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-7-2001 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 147/2005 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-9-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 18-1-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623, 624 παρ.1, 626, 628 παρ.1 εδ.α΄, 632 παρ.1 και 633 παρ.1 ΚΠολ.Δικ προκύπτει ότι μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματική απαίτηση, εφ' όσον η απαίτηση αυτή δεν εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και αποδεικνύεται (η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό) με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ή με συνδυασμό τέτοιων εγγράφων που επισυνάπτονται στην αίτηση.
Εάν η απαίτηση ή το ποσό δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολ.Δικ. να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής. Εάν δε παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης εκδοθεί διαταγή πληρωμής αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολ.Δικ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής στην περίπτωση αυτή απαγγέλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου ανεξαρτήτως της ύπαρξης της απαίτησης και της δυνατότητας να αποδειχθεί με άλλα αποδεικτικά μέσα (Ολ.ΑΠ 10/1997).
Εξ άλλου κατά το άρθρο 443 ΚΠολ.Δικ. για να έχει αποδεικτική δύναμη ιδιωτικό έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη, ως εκδότης δε, κατά την έννοια του άρθρου αυτού, θεωρείται εκείνος ο οποίος αναλαμβάνει υποχρεώσεις από το έγγραφο. Κατά το άρθρο δε 447 ιδίου Κώδικα, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί απόδειξη υπέρ του εκδότη μόνο αν το προσκόμισε ο αντίδικος ή αν πρόκειται για τα βιβλία που αναφέρονται στο άρθρο 444 ΚΠολ.Δικ.
Έτσι είναι δυνατή η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση τιμολόγια - δελτία αποστολής εμπορευμάτων, μόνο αν τα έγγραφα αυτά φέρουν την υπογραφή του αγοραστή κατά τρόπο που να αποδέχεται την οφειλή του. Στην περίπτωση δε κατά την οποία έχει υπογράψει επί των εγγράφων αυτών (τιμολογίων-δελτίων αποστολής), κάτω από την δήλωση παραλαβής των εμπορευμάτων, τρίτο πρόσωπο, ως αντιπρόσωπος του υπόχρεου αγοραστή, κατόπιν εντολής και εξουσιοδοτήσεως τούτου, απαιτείται για την έκδοση διαταγής πληρωμής η εντολή και πληρεξουσιότητα αυτή να αποδεικνύεται από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.
Η προϋπόθεση αυτή επιβάλλεται και από την αρχή της ασφάλειας των συναλλαγών, διότι διαφορετικά ο φερόμενος ως αντιπροσωπευόμενος αγοραστής δεσμεύεται υπέρμετρα χωρίς να υπάρχει προηγούμενη καθαρή δήλωση της βούλησής του για αντιπροσωπευτική διάθεση. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με την ένδικη ανακοπή της κατά της υπ'αριθμ.17/2001 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, που εξέδωσε εις βάρος της η αναιρεσίβλητη, βάσει των αναφερόμενων οκτώ τιμολογίων-δελτίων αποστολής εμπορευμάτων, που εκδόθηκαν από την αναιρεσίβλητη ως πωλήτρια στο όνομα της αναιρεσείουσας ως αγοράστριας και τα οποία, κατά τη διαταγή πληρωμής, υπέγραψαν στη θέση του παραλήπτη, ως αντιπρόσωποι της αναιρεσείουσας, κατ' εντολή και για λογαριασμό της, οι παραλάβοντες τα εμπορεύματα Ζ1 (γιός της) και Ζ2, προέβαλε ότι δεν συνέτρεχε η διαδικαστική προϋπόθεση της έγγραφης απόδειξης της απαίτησης της αναιρεσίβλητης και του απαιτητού και ληξιπρόθεσμου αυτής (απαίτησης), δεδομένου ότι τα εκδοθέντα "επί πιστώσει" τιμολόγια-δελτία αποστολής, με βάση τα οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, α) δεν φέρουν την υπογραφή του, αλλά υπογραφές τρίτων, οι οποίοι δεν ενήργησαν κατ'εντολή και για λογαριασμό της, αλλά για δικό τους λογαριασμό, αφού αυτοί συνηλλάγησαν με την αναιρεσίβλητη και σ' αυτούς περιήλθαν τα εμπορεύματα και β) δεν αναφέρουν τον χρόνο λήξης της πίστωσης, ώστε να κριθεί το απαιτητό και ληξιπρόθεσμο της απαίτησης κατά τον χρόνο έκδοσης της διαταγής πληρωμής.
Το Εφετείο, ερευνώντας την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί την ανακοπή, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η ανακόπτουσα, που ήταν εφοδιασμένη με την υπ'αριθμ. ..... άδεια ίδρυσης και λειτουργίας καταστήματος "καφέ μπαρ-εστιατόριο-ψητοπωλείο", λειτούργησε στην παραλία της Κυπαρισσίας σε ακίνητο ιδιοκτησίας της ανοικτό καφέ μπαρ με την επωνυμία "......", την εκμετάλλευση του οποίου παραχώρησε από τις αρχές Μαΐου 1999 στο γιό της Ζ1 και το φίλο του Ζ2 υπό την εποπτεία και ευθύνη της ίδιας, στο όνομα της οποίας συνέχισε να λειτουργεί η επιχείρηση.
Έτσι, αυτή ως κυρία της επιχείρησης και υπόλογη έναντι των αρχών για τη νόμιμη λειτουργία του καταστήματός της κατηγορήθηκε από το αρμόδιο αστυνομικό τμήμα Κυπαρισσίας για επανειλημμένες υγειονομικές παραβάσεις από 18/7/1999 και με την υπ'αριθ. ..... απόφαση του Δήμου Κυπαρισσίας αποφασίστηκε η σφράγιση του καταστήματος και η αφαίρεση της άδειας λειτουργίας του για 10 ημέρες, απόφαση για την οποία η ανακόπτουσα παραπονέθηκε υποβάλλοντας στον Εισαγγελέα Κυπαρισσίας την από 27/8/99 αναφορά της.
Κατά τον ίδιο τρόπο εμφανιζόμενη ως ιδιοκτήτρια της επιχείρησης η ανακόπτουσα ενεργούσε στο δικό της όνομα όλες τις συναλλαγές που αφορούσαν τη λειτουργία του καταστήματος. Στα πλαίσια αυτά αρχές Μαΐου 1999 η ανακόπτουσα, προκειμένου να προβεί σε ανακαίνιση του καταστήματός της, προήλθε σε συμφωνία με την καθής η ανακοπή για την αγορά διαφόρων ειδών αλουμινίου, σε εκτέλεση της οποίας η καθής πώλησε και παρέδωσε διαδοχικά στην ανακόπτουσα τα είδη που αναφέρονται αναλυτικά στα υπ' αριθ....., ...., ...., ...., .....,....., ....
και ..... τιμολόγια-δελτία αποστολής, συνολικής αξίας 3.395.491 δραχμών, τα οποία είχαν εκδοθεί με πίστωση του τιμήματος, το οποίο όμως δεν πληρώθηκε, γι'αυτό και η καθής με την από 6/7/2001 αίτηση ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθ. 17/2001 ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής.Τα προαναφερόμενα τιμολόγια-δελτία αποστολής φέρουν την υπογραφή στη θέση του παραλαβόντος το πρώτο του Ζ2, το τρίτο της ίδιας της ανακόπτουσας και τα υπόλοιπα του Ζ1.
Οι Ζ2 και Ζ1, οι οποίοι όπως προαναφέρθηκε κατόπιν συμφωνίας με την ανακόπτουσα είχαν αναλάβει από αρχές Μαΐου 1999 την εκμετάλλευση του καταστήματος, δεν ήταν ξένα προς αυτήν πρόσωπα, αλλά είναι προφανές ότι κατά την παραλαβή των πωληθέντων εμπορευμάτων ενήργησαν κατόπιν εντολής και εξουσιοδοτήσεως από την ανακόπτουσα, συναγόμενη αυτή η σιωπηρή πληρεξουσιότητα τόσο από τις περιστάσεις που ήταν η συνεχής παρουσία αυτών στην επιχείρηση, όσο και από τη φύση των πράξεων που ενήργησαν, οι οποίες ήταν σχετικές με τη λειτουργία της επιχείρησης.
Περαιτέρω, το γεγονός ότι στα επίμαχα τιμολόγια-δελτία αποστολής δεν αναφερόταν ορισμένος χρόνος πίστωσης του τιμήματος, συνεπάγεται ότι αυτό ήταν οποτεδήποτε μετά την έκδοση τους απαιτητό και πάντως είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής, εφόσον έως τότε δεν είχε εξοφληθεί.
Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την ανακοπή και επικύρωσε την διαταγή πληρωμής. Έτσι όμως δεν υφίσταται παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι συνέτρεξε προς έκδοση της διαταγής πληρωμής η διαδικαστική προϋπόθεση της έγγραφης απόδειξης, τόσο της πληρεξουσιότητας ή εντολής της αναιρεσείουσας προς τους Ζ1 και Ζ2 για υπογραφή των επτά (τιμολογίων-δελτίων αποστολής, που δεν φέρουν την υπογραφή της αναιρεσείουσας, αλλά των Ζ1 και Ζ2, όσο και του χρόνου για τον οποίον πιστώθηκε το αναγραφόμενο και στα οκτώ τιμολόγια-δελτία αποστολής τίμημα των πωληθέντων εμπορευμάτων, ώστε να κριθεί το απαιτητό ή μη αυτού (τιμήματος) κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης της διαταγής πληρωμής.
Μόνη δε η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση 1) ότι οι Ζ2 και Ζ1 είχαν, αναλάβει με έγγραφη συμφωνία με την αναιρεσείουσα την εκμετάλλευση του καταστήματος και ενήργησαν κατά την παραλαβή των πωληθέντων εμπορευμάτων κατόπιν εντολής και εξουσιοδοτήσεως της αναιρεσείουσας και 2) ότι "το γεγονός ότι στα επίμαχα (οκτώ) τιμολόγια-δελτία αποστολής δεν αναφερόταν ορισμένος χρόνος πίστωσης του τιμήματος, συνεπάγεται ότι αυτό ήταν οποτεδήποτε μετά την έκδοσή τους απαιτητό και πάντως είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής, εφόσον έως τότε δεν είχε εξοφληθεί" δεν είναι αρκετή για να θεμελιώσει έγγραφη απόδειξη περί παροχής από την αναιρεσίβλητη έγγραφης εντολής και πληρεξουσιότητας στους Ζ1 και Ζ2, ούτε περί του χρόνου για τον οποίο πιστώθηκε το αναφερόμενο στα επίμαχα (οκτώ) τιμολόγια-δελτία αποστολής τίμημα, αφού δε συνοδεύεται από παραδοχή ότι η εντολή και πληρεξουσιότητα και ο χρόνος αυτός αποδεικνύεται, είτε από το περιεχόμενο των τιμολογίων-δελτίων παραλαβής, είτε από άλλο συγκεκριμένο έγγραφο.
Αντίθετα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την ύπαρξη πληρεξουσιότητας και το απαιτητό του τιμήματος στηριζόμενη στο σύνολο του αποδεικτικού υλικού, συμπεριλαμβανομένων και μαρτυρικών καταθέσεων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δικ.
γιατί παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα, δηλαδή να προβεί σε ακύρωση της διαταγής πληρωμής λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλεται κατ' εκτίμηση η από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση, πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρ. 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δικ).
Το μέλος όμως του δικαστηρίου Ρένα Ασημακοπούλου έχει τη γνώμη ότι υπάρχει το απαιτούμενο κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις έγγραφο για την έκδοση διαταγής πληρωμής και στην περίπτωση κατά την οποία έχει υπογράψει επί του έγγραφου τρίτο πρόσωπο, ως αντιπρόσωπος του υπόχρεου προσώπου, κατόπιν εντολής και εξουσιοδοτήσεως αυτού κατά τις διατάξεις των άρθρων 211 επ.ΑΚ, χωρίς να απαιτείται η εντολή και πληρεξουσιότητα αυτή να περιβάλλονται τον τόπο του εγγράφου.
Τέτοια προϋπόθεση δεν περιέλαβε στη διάταξη του άρθρου 623 Κ.Πολ.Δικ. και δεν θέλησε ο νομοθέτης, γιατί απέβλεψε στη θεραπεία των συναλλακτικών αναγκών και ιδιαίτερα των εμπορικών που απαιτούν ταχύτητα. Ενώ εξ άλλου το Εφετείο συνήγαγε την κρίση του ότι το αναφερόμενο στα παραπάνω τιμολόγια-δελτία αποστολής τίμημα των εμπορευμάτων, ήταν οποτεδήποτε μετά την έκδοση τους απαιτητό και είχε πάντως καταστεί ληξιπρόθεσμο κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής, εφ' όσον μέχρι τότε δεν είχε εξοφληθεί, μόνο από την εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών (τιμολογίων-δελτίων αποστολής) και συγκεκριμένα τη μη αναφορά στα έγγραφα αυτά ορισμένου χρόνου πίστωσης του (τιμήματος), όπως ρητά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η δε εκτίμηση αυτή του περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων, δεν υπόκειται κατ' άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔικ στον έλεγχο Αρείου Πάγου.
Συνέτρεχαν λοιπόν, κατά την μειοψηφία γνώμη, οι απαιτούμενοι όροι για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής και κατά κύριο λόγο τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση και το ληξιπρόθεσμο και απαιτητό αυτής και γι'αυτό έπρεπε να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 147/2005 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ