Legislator Case Law & Legislation
1480/2006 AI generated

Supreme Court refers appeal to plenary session regarding fixed-term contract duration in public sector employment.

Case Number 1480/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece referred the appeal to the plenary session because the majority found the lower court violated labor law principles regarding fixed-term contracts. The appellant argued that a fixed-term contract imposed by the employer for permanent needs constituted an abuse of power, while the employer contended that statutory regulations justified the specific duration. The court agreed with the appellant's legal reasoning and ordered a referral to the plenary session for a final decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 671 of the Civil Code and Article 8(3)(b) of Law 2112/2019; Fixed-term contracts imposed by the employer for permanent needs constitute an abuse of power and violate the right to an open-ended contract.

Keywords

AI generated
fixed-term contract abuse of power public sector employment labor law violation open-ended contract statutory regulation plenary session referral

Cited Legislation

AI generated
Article 671 of the Civil Code
Article 8(3)(b) of Law 2112/2019
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 563(2)(b) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1480 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1480/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ......, η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Αρετή Καπετανάκου.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου ΑΕ» (ΟΠΑΠ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, καθολικού διαδόχου του ΝΠΙΔ με την επωνυμία «Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου» (ΟΠΑΠ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Καρρά βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-1-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 786/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 5763/2002 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-7-2003 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας, διάβασε την από 20-9-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου (ΟΠΑΠ), που ιδρύθηκε με το Β.Δ. από 20/29 -12-1958 (άρθρ. 1,3 και 5), εκδοθέν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν.Δ. 3865/1958, δυνάμει του Π.Δ. 228/1999 μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία, η οποία, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 αυτού λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας διεπόμενη από τις διατάξεις του Ν. 2414/1996 «Εκσυγχρονισμός των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και άλλες διατάξεις» και του Κ.Ν. 2190/1920 «περί ανωνύμων εταιριών», όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν, επί πλέον δε από το άρθρο 5 παρ. 1 του καταστατικού της προβλέπεται, ότι οι μετοχές της εταιρίας θα εκδοθούν στο όνομα του Ελληνικού Δημοσίου και συνεπώς ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο Τομέα.

Ο ΟΠΑΠ διέπεται από Εσωτερικό Κανονισμό Οργάνωσης, Διάρθρωσης και Λειτουργίας των Υπηρεσιών του, ο οποίος εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 3 παρ. 10 του Α.Ν.127/1967, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 391/1974, εγκρίθηκε με την 2084/ 1986 απόφαση Υπ. Πολιτισμού και δημοσιεύτηκε (ΦΕΚ Β 770/31-10-1986) και συνεπώς έχει ισχύ νόμου.

Κατά τον Κανονισμό αυτό, το προσωπικό του ΟΠΑΠ συνδέεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό, έκτακτο και ευκαιριακά απασχολούμενο (το άρθρο 13). Τακτικό είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται για την πλήρωση των προβλεπομένων οργανικών θέσεων (άρθρο 14) και του οποίου η σύμβαση είναι ορισμένου χρόνου (άρθρο 48 παρ. 1α΄).

Έκτακτο είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου αναλόγως των εκάστοτε παρουσιαζομένων εποχιακών ή έκτακτων αναγκών. Ευκαιριακά απασχολούμενο είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση μιας ημέρας για τις ανάγκες της καταμέτρησης και διαλογής του δελτίου ή σε παρεμφερείς εργασίες στις ημέρες που διεξάγονται οι διαγωνισμοί του ΠΡΟ-ΠΟ.

Η πρόσληψη του έκτακτου προσωπικού γίνεται από τον Οργανισμό με επιλογή και αξιολόγηση των κατατεθέντων στοιχείων καθενός με απόφαση του Συντονιστή Διευθυντή και οριστικοποιείται με την υπογραφή της σχετικής σύμβασης εργασίας από το ενδιαφερόμενο μέρος (άρθρο 17 παρ. 2 και 3). Η πρόσληψη του ευκαιριακά απασχολούμενου προσωπικού για την κάλυψη των αναγκών του Οργανισμού κατά τις ημέρες διεξαγωγής των διαγωνισμών, γίνεται με πάγια απόφαση του Δ.Σ.

και η τελική επιλογή του γίνεται από τον Συντονιστή Διευθυντή, χωρίς να χρειάζεται η υπογραφή σύμβασης εργασίας (άρθρο 17 παρ. 4). Εξάλλου, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 10-7-1999 και η ισχύς της άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτής, στις 10-7-2001, ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη - μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/ και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.

Επίσης τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται «διαδοχικές» και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5). Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που θα λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου.

Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα ΠΔ 81/2003 (όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το Π.Δ.180/2004) και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο Τομέα και η ισχύς των οποίων άρχισε αντίστοιχα από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004).

Ανεξάρτητα όμως από το χρόνο ενσωμάτωσης της ως άνω οδηγίας, η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, δια της προσχηματικής επιλογής της σύμβασης ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπίζεται από την ελληνική έννομη τάξη βασικά με το άρθρο 8 παρ. 1 Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, ως «ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο», που εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, είτε έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό είτε στον δημόσιο τομέα.

Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή «οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της … συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου».

Κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη του Δικαστηρίου, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και το χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001.

Ολ. ΑΠ 6/2001). Έτσι, και κατ' εφαρμογή του εθνικού δικαίου, είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε για μεταγενέστερες τις Οδηγίας διατάξεις, οι εθνικές αρχές, στα πλαίσια της συνεργασίας των κρατών – μελών με την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) και της διασφάλισης του πεδίου εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, κατά τα άρθρα 10, 249 παρ. 3 της Συνθ./ Ε.Ο.Κ.

και 28 ου Συντάγματος, έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των Οδηγιών, μέσω κατάλληλης ερμηνείας και εφαρμογής του εθνικού δικαίου. Περαιτέρω, και κατά τις αναθεωρημένες διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, που τέθηκαν σε ισχύ από 17-4-2001, α) παρέχεται η δυνατότητα πρόσληψης προσωπικού ιδιωτικού δικαίου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από το Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ., τους Ο.Τ.Α.

και από τον ευρύτερο δημόσιο Τομέα, εφόσον εκδοθεί ειδικός νόμος και οι ανάγκες κάλυψης είναι απρόβλεπτες, πρόσκαιρες και επείγουσες, β) απαγορεύεται η μετατροπή από το νόμο των συμβάσεων αυτών σε αορίστου χρόνου, όταν οι καλυπτόμενες ανάγκες είναι τέτοιες, όπως παραπάνω, οπότε αν δεν είναι τέτοιες οι για την κάλυψη αυτών εκδοθέντες νόμοι, ένεκα συνταγματικής επιταγής, και οι γι' αυτές προσλήψεις συνιστούν καταστρατήγηση των διατάξεων αυτών και των με βάση τις διατάξεις αυτές εκδοθέντων ειδικών νόμων, γ) στην περίπτωση πρόσληψης προσωπικού για κάλυψη δήθεν απρόβλεπτων, πρόσκαιρων και επειγουσών αναγκών, εξ αντιδιαστολής, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις αυτές και οι κατ' επιταγή αυτών εκδοθέντες ειδικοί νόμοι, αλλά οι διατάξεις που καλύπτουν τις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου.

Επομένως από την απαγόρευση «μετατροπής» από το νόμο των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, που δεν είναι «μετατροπή», αλλά ορθός χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία ή τη διοικητική διαδικασία υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ (Ν. 2190/1994, όπως ισχύει μετά το Ν. 2527/1997).

Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από το παρατιθέμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενο της αγωγής της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εκθέτει ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου είχε προσληφθεί από τον ΟΠΑΠ - ήδη ΟΠΑΠ Α.Ε., καθολική διάδοχό του - , ότι από την πρόσληψή της (16-4-1991) και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής της (22-1-1998) παρείχε τις υπηρεσίες της κατά πλήρες ωράριο εργασίας, με πενθήμερη απασχόληση από 5.30 έως 13.30 (νόμιμο ωράριο εργασίας), καλύπτοντας μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.

Ότι η σύμβαση εργασίας της, δεν ήταν ορισμένου χρόνου και μάλιστα κάθε φορά μιας ημέρας όπως εντελώς αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος, για τους λόγους ότι α) δεν υπέγραψε ποτέ τέτοιου είδους σύμβαση εργασίας, β) όλο το χρονικό διάστημα της εργασιακής της σχέσης καλύπτει μόνιμες και διαρκείς ανάγκες, όπως άλλωστε αρμόζει στην ίδια τη φύση της εργασίας της, γ) συνεχίζει να εργάζεται στο εναγόμενο, όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα αλλά και μέχρι σήμερα, χωρίς ποτέ να αποχωρήσει από την υπηρεσία της.

Ότι, επομένως, οι επικαλούμενες από το εναγόμενο ως άνω συμβάσεις άλλως παρατάσεις ορισμένου χρόνου, τις οποίες αποκρούει ως τέτοιες, έγιναν προς καταστρατήγηση του Ν. 2112/1920 και των νόμων που υποχρεώνουν την τήρηση των ΣΣΕ, την καταβολή αδειών, επιδομάτων αδείας κ.λ.π., κατά προφανή υπέρβαση των αρχών της καλής πίστης και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος.

Άρα, όλες οι ανωτέρω συμβάσεις συνιστούν μία σύμβαση αορίστου χρόνου. Απέκρουσε δε, ως βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, την οποία επιχείρησε ο ΟΠΑΠ και συνίστατο σε μείωση των ημερών εργασίας αρχικά από 5 σε 4 και στη συνέχεια από 4 σε 3, και που αυτή δεν αποδέχθηκε. Ζήτησε δε με αυτήν (αγωγή) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος ΟΠΑΠ, που συνεχίζει να την απασχολεί επί 3 ημέρες την εβδομάδα, να της καταβάλει διαφορά αποδοχών από τα ημερομίσθια που της περιέκοψε, κατά τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην αγωγή της.

Η αγωγή αυτή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, είναι νόμιμη, κατά τους ισχύοντες κατά το χρόνο δημοσίευσης (3-9-2002) της προσβαλλόμενης απόφασης κανόνες δικαίου, με βάση τους οποίους κρίνεται η ορθότητα ή μη αυτής (άρθρα 573 παρ. 1 και 533 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), ήτοι του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 Α.Κ.και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος.

Διότι οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις (λόγω μη έγκυρης κατάρτισης συμβάσεως) εργασίας της ενάγουσας, που από τη φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ενώ ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από αυτή (φύση της) αλλά ετέθη προς καταστρατήγηση των ως τέτοιας αορίστου χρόνου δικαιωμάτων της ενάγουσας, μισθωτού της εργασίας, και ως εκ τούτου έγινε κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του εναγομένου να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας της.

Τα παραπάνω ισχύουν και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η ως άνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας (δηλαδή πριν από την ενσωμάτωσή της, ως άνω στις 2-4-2003) εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη και ότι το Π.Δ. 164/2004 δεν έχει εφαρμογή, παρότι η σχέση εργασίας της ενάγουσας, ως δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο, συνεχίζεται ακόμη και επομένως ήταν ενεργός κατά την έναρξη ισχύος (19-7-2004) τούτου.

Συνεπώς, το ουσιαστικό Δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως, κατά την κρατήσασα γνώμη του Δικαστηρίου τούτου, ο μοναδικός, κατ' εκτίμηση, από το άρθρο 560 αριθ. 1 (και όχι από το άρθρο 559 που από προφανή παραδρομή αναφέρεται)του Κ.Πολ.Δ., όπως διευκρινίστηκε και συμπληρώθηκε από τον Εισηγητή, είναι βάσιμος και η κρινόμενη αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή.

Δύο μέλη του Δικαστηρίου, οι αρεοπαγίτες Εμμανουήλ Καλούδης και Μάριος – Φώτιος Χατζηπανταζής έχουν την γνώμη, ότι κατά την κρατήσασα στη νομολογία, υπό το ως άνω (εθνικό)νομικό καθεστώς, άποψη, οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου με το Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ, τις δημόσιες επιχειρήσεις ή τους ΟΤΑ, που καλύπτουν πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες, δεν μετατρέπονται σε αορίστου, όταν η ορισμένη διάρκεια επιβάλλεται από το νόμο ή από κανονισμό που έχει ισχύ νόμου (Ολ.

ΑΠ 1807/1986, ΑΠ 1507/04, 80/00). Διότι στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης δεν έχει δυνατότητα σύναψης συμβάσεων αορίστου χρόνου και επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο καθορισμό της σύμβασης ως ορισμένης διάρκειας. Εξάλλου δεν μπορεί να τεθεί θέμα εφαρμογής της 1999/70/ΕΚ Οδηγίας, και δεν είχε άμεση ισχύ στην εσωτερική ημεδαπή έννομη τάξη, ούτε του Π.Δ. 164/2004, που δεν είχε τεθεί σε ισχύ κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΑΠ 253/2006).

Επομένως στις συμβάσεις αυτές, είτε ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου είτε ως συμβάσεις έργου εμφανίζονται, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 671 ΑΚ αλλά ούτε και της διάταξης του άρ. 8 παρ. 3 εδάφ. β΄ Ν. 2112/20. Γι' αυτό ο ως άνω λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Συνεπώς κατά την μειοψηφήσασα γνώμη έπρεπε να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Επειδή όμως η παρούσα απόφαση λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου, πρέπει να παραπεμφθεί ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως, στην τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 στοιχ. β΄ του Κ.Πολ.Δ..

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον εις το αιτιολογικό, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ