Legislator Case Law & Legislation
147/2024 AI generated

147/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 147/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

147/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για τη μείωση της ποινικής ρήτρας απαιτείται σχετικό αίτημα του οφειλέτη, που μπορεί να υποβληθεί και με ένσταση κατά της αγωγής του δανειστή με αντικείμενο την καταβολή της, πρέπει δε, για να είναι ορισμένο το σχετικό αίτημα, να γίνεται επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η δυσαναλογία της ποινής σε σχέση με την όλη ενοχική σχέση και τα ποιοτικά στοιχεία της [ΑΠ 464/2019, ΑΠ 1278/2017].

Keywords

AI generated
non-implementation of the offending agreements notice period tender of work performance contractor remuneration contractor's lien independent contractor clause
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 147 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 147/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δ. Κ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Γιαννακάκι, ο οποίος ανακάλεσε τη με ημερομηνία κατάθεσης 5-5-2023 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "Π. Κ. Κ. Κ. Ο..Ε.. - Ο. Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Π. Κ. του Γ., ως ομορρύθμου εταίρου, διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της ομόρρυθμης εταιρείας υπό την επωνυμία "Π. Κ. Κ. Κ. Ο..Ε.. - Ο. Ε.", κατοίκου ..., 3) Κ. Κ. του Γ., ομορρύθμου εταίρου της εταιρείας υπό την επωνυμία "Π. Κ. Κ. Κ. Ο..Ε.. - Ο. Ε.", κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αργύριο - Ιωάννη Δεμερτζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ορεστιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 255/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-11-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 255/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Με την απόφαση αυτή έγιναν δεκτές οι αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθ. 4/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατά ένα μέρος της η από 7-2-2019 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσίβλητων από κατάπτωση ποινικής ρήτρας. Στη συνέχεια δε το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή, δέχθηκε αυτή κατά ένα μέρος και υποχρέωσε τους αναιρεσιβλήτους να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα το ποσό των 660 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ και επομένως είναι παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ].

Από τη διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ, κατά την οποία αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη μειώνεται, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, από το δικαστήριο, στο μέτρο που αρμόζει, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 404 και 405 ΑΚ, συνάγεσαι ότι το δικαστήριο, που κρίνει το βάσιμο της ένστασης του οφειλέτη για μείωση της ποινικής ρήτρας ως δυσανάλογα μεγάλης, δεν λαμβάνει υπόψη του απλώς την ποινή με την αξία της αντιπαροχής, αλλά συνεκτιμά τα περιστατικά που συντρέχουν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή την έκταση της συμβατικής παράβασης του οφειλέτη, το βαθμό του πταίσματός του, την ωφέλειά του από τη μη εκπλήρωση της παροχής, τα απώτερα επιβλαβή αποτελέσματα της αθέτησης, κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή και, κατά περίπτωση, την οικονομική κατάσταση των μερών [ΑΠ 597/2020].

Για τη μείωση της ποινικής ρήτρας απαιτείται σχετικό αίτημα του οφειλέτη, που μπορεί να υποβληθεί και με ένσταση κατά της αγωγής του δανειστή με αντικείμενο την καταβολή της, πρέπει δε, για να είναι ορισμένο το σχετικό αίτημα, να γίνεται επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η δυσαναλογία της ποινής σε σχέση με την όλη ενοχική σχέση και τα ποιοτικά στοιχεία της [ΑΠ 464/2019, ΑΠ 1278/2017].

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται κατά το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ για την ορθή υπαγωγή στα ανωτέρω κριτήρια του άρθρου 409 ΑΚ των περιστατικών που έγιναν ανελέγκτως δεκτά, χωρίς να ελέγχεται ο προσδιορισμός του ποσού κατά το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να μειωθεί η ποινική ρήτρα [ΑΠ 464/2019, ΑΠ 98/2017].

Εξάλλου, τα άρθρα 440 και 441 ΑΚ που ρυθμίζουν τον συμψηφισμό ορίζουν το μεν πρώτο ότι ''Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες'', το δε δεύτερο ότι ''Συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο.

Η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν''. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού θα συνυπάρξουν.

Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του [κύρια ή ενεργητική απαίτηση], προτείνοντας την ανταπαίτησή του [ή παθητική απαίτηση] σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται αναδρομικά, ανεξάρτητα από τα αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται.

Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε αναβλητική ή ανατρεπτική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές. Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους, αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη.

Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης [άρθρο 442 ΑΚ] [ΑΠ 486/2016]. Όπως συνάγεται δε, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 449, 441 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών γεγονότων της ανταπαίτησης, προσδιορισμό της απαίτησης του αντιδίκου, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γέννησής τους, όπως επίσης και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής [ΑΠ 43/2022, ΑΠ 84/2019].

Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης [ολΑΠ Αντίθετα, 18/1998, ΑΠ 1967/2006].

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου [ΑΠ 559/2022, ΑΠ1356/2010]. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης [ΑΠ 559/2022, ΑΠ 963/2006] και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [ΑΠ 1692/2017, ΑΠ 192/2016].

Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας [ΑΠ 571/2004] και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης [ΑΠ 559/2022].

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους δύο πρώτους λόγους αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν παραδεκτά από τους αναιρεσίβλητους, και ειδικότερα έλαβε υπόψη τις ενστάσεις μείωσης της ποινικής ρήτρας και του συμψηφισμού, παρά την μη ύπαρξη αντίστοιχου αιτήματος μείωσης της ποινικής ρήτρας και, επίσης, παρά την έλλειψη δήλωσης συμψηφισμού και μνείας ότι η δαπάνη κατασκευής του δώματος βαρύνει την ίδια και, συνακόλουθα, την εξ αυτού αοριστία της ένστασης συμψηφισμού, απορρίπτοντας έτσι εν μέρει την αγωγή της.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι, με τις προτάσεις που κατέθεσαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προέβαλαν κατά τρόπο ορισμένο τις παραπάνω ενστάσεις, στις οποίες συμπεριλαμβανόταν σαφές αίτημα για μείωση της ποινικής ρήτρας και για συμψηφισμό με ανταπαίτησή τους που προερχόταν από την μεταξύ τους σύμβαση έργου.

Ειδικότερα, στις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ρητά αναφέρεται ότι: α] ''... πρέπει να περιορίσει την ποινική ρήτρα στο προσήκον μέτρα, λαμβάνοντας υπόψη την ολοκλήρωση και την παράδοση της μίας εκ των οριζοντίων ιδιοκτησιών μετά των κοινοχρήστων χώρων... για τον προσδιορισμό της κρίσης του δικαστηρίου αναφορικά με το υπέρμετρο της ποινικής ρήτρας θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το μέγεθος της ποινής σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστή...

η διεκδίκηση ποσού ανερχόμενου στα 25.800 ευρώ σε σχέση με την αξία των εξ αδιαιρέτου ποσοστών είναι δυσανάλογα υψηλή και για το λόγο αυτό θα πρέπει να μειωθεί... για τους λόγους αυτούς και λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση περίπτωσης ήτοι... να μειώσει την ρήτρα αυτή στο προσήκον μέτρο κατά τον ακόλουθο τρόπο...'' και β] ''...

η ενάγουσα έχει υποχρέωση να μας καταβάλει το ως άνω ποσό των 8800 ευρώ για τις επιπλέον εργασίες... οποιαδήποτε αξίωση της ενάγουσας σε χρήμα... θα πρέπει να συμψηφιστεί με το ποσό των 8800 ευρώ το οποίο μας οφείλεται από την κατασκευή του ως άνω δώματος...''. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έλαβε υπόψη τις παραπάνω παραδεκτά προταθείσες από τους αναιρεσιβλήτους ενστάσεις και κατά παραδοχή αυτών απέρριψε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσείουσας, δεν έλαβε υπόψη, παρά το νόμο, "πράγματα" που δεν προτάθηκαν παραδεκτά, ούτε και παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτο και, ως εκ τούτου, οι δύο πρώτοι λόγοι αναίρεσης καθώς και ο συναφής τέταρτος, κατά το δεύτερο σκέλος, είναι αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρότασης του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά [έλλειψη αιτιολογίας] ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε μη την άρνησή της [ανεπαρκής αιτιολογία].

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος [ΑΠ 40/2020, ΑΠ118/2019].

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) ούσα ιδιοκτήτρια οικοπέδου εμβαδού 426,92 τμ, στο ..., επί των οδών ... και ..., Ο.Τ. ..., ανέθεσε στην εναγόμενη εταιρία (πρώτη αναιρεσίβλητη) την ανέγερση οικοδομής, αποτελούμενη από υπόγειο ισόγειο - πυλωτή και τρεις ορόφους, διεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρ. 1002, 1117 ΑΚ και v. 3741/1929, με το σύστημα της αντιπαροχής και για το σκοπό αυτό συνετάγη το με αρ. 30444/26.10.2010 προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου και σύμβαση εργολαβίας της Συμβολαιογράφου ...

Κυριακής Γκιδίκα - Μπακιρτζή, δυνάμει του οποίου η ίδια παρακράτησε ως οικοπεδούχος ποσοστό 274,50/1000 εξ αδιαιρέτου, αντιστοιχούν στο διαμέρισμα Δ4 του δευτέρου ορόφου μετά αποθήκης και θέσης στάθμευσης ως παρακολουθήματα, με ποσοστό επί του οικοπέδου 180/1000 εξ αδιαιρέτου, επί του οποίου της ανήκει ποσοστό 78% κατά πλήρη κυριότητα, του υπόλοιπου των 22% ανήκοντος στην εργολάβο εταιρία, στο διαμέρισμα Δ5 του δευτέρου ορόφου, μετά αποθήκης και θέσης στάθμευσης ως παρακολουθήματα, με ποσοστό επί του οικοπέδου 94,10/1000 εξ αδιαιρέτου και στο δικαίωμα υψούν με ποσοστό επί του οικοπέδου 40/1000 εξ αδιαιρέτου.

Παράλληλα η οικοπεδούχος ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει προς την εργολάβο ή σε τρίτα πρόσωπα υποδεικνυόμενα από αυτή ποσοστό 725,5/1000 εξ αδιαιρέτου, αντιστοιχούντος τούτου σε αποθήκη του υπογείου, στα διαμερίσματα Δ1 και Δ2 του α' ορόφου, στα διαμερίσματα Δ3, Δ4 και Δ6 του δευτέρου ορόφου. Σύμφωνα με το άρθρο 11 του ως άνω εργολαβικού προσυμφώνου, η εργολάβος εταιρία όφειλε να παραδώσει την οικοδομή έως 31.12.2011, συμπεριλαμβανομένων των κοινόχρηστων και κοινόκτητων μερών, διαφορετικά υποχρεούνταν σε καταβολή ποσού 300 ευρώ ως ποινική ρήτρα μηνιαίως για τις ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες της οικοπεδούχου.

Αφού εκδόθηκε η με αρ. 16/11 οικοδομή άδεια του τμήματος πολεοδομίας του Δήμου ... η εταιρία ξεκίνησε τις εργασίες, ενώ στη συνέχεια, από τις ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες, των οποίων τα ποσοστά αντιστοιχούν στο εργολαβικό αντάλλαγμα, πωλήθηκαν και μεταβιβάσθηκαν: α) κατά κυριότητα το με στοιχεία Δ6 διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου (στο στάδιο των οπτολινθοδομών), στον Χ.

Μ. δυνάμει του με αρ. 12558/2011 συμβολαίου της Φωτεινής Σταμούλη, με όρο (8α) επί του συμβολαίου να παραδοθεί περατωμένο έως 30.07.2012, με υπογραφή σχετικού πρωτοκόλλου παράδοσης παραλαβής, β) το Δ1 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, δυνάμει του με αρ. 14793/2013 συμβολαίου της αυτής συμβολαιογράφου, στον Κ. Κ., με όρους (1 και 8) την αποπεράτωση της οριζόντιας ιδιοκτησίας και την παράδοση αυτής έως 30.04.2014, με υπογραφή σχετικού πρωτοκόλλου παράδοσης παραλαβής, καθώς και τα Δ2 και Δ3 διαμερίσματα του πρώτου ορόφου, όπως προκύπτει και από τη με αρ. 21747/2019 ένορκη βεβαίωση της Δ.

Α. που προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι εναγόμενοι, της οποίας η κατάθεση ως προς το τούτο δεν αμφισβητείται από την ενάγουσα, πολλώ δε μάλλον κι εφόσον το υπό στοιχεία Δ2 διαμέρισμα το οποίο η προαναφερόμενη αγόρασε δυνάμει του με αρ. 4816/2012 συμβολαίου αγοράς της Συμβολαιογράφου Δικαίων Έβρου Δέσποινας Χεμπεκίδου, δεν είχε ακόμη αποπερατωθεί (ήταν στο στάδιο τοποθέτησης πλακιδίων).

Μάλιστα, από τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι εναγόμενοι αποδεικνύεται ότι το σύνολο των εργασιών της οικοδομής κατά το έτος 2012 δεν είχε πλήρως αποπερατωθεί, συγκεκριμένα στη με αρ. 21746/2019 ένορκη βεβαίωση του Ν. Γ. αναφέρεται ότι, τα διαμερίσματα και το σύνολο των κοινόκτητων μερών της οικοδομής αποπερατώθηκαν αρχές του έτους 2013.

Κατά συνέπεια, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες - εφεσίβλητοι, αποδεικνύεται ότι πράγματι η οικοδομή δεν είχε αποπερατωθεί μέχρι την 31.12.2011, κατά τον όρο του εργολαβικού προσυμφώνου, ειδικότερα, και το διαμέρισμα Δ5 του δευτέρου ορόφου που όφειλε να παραδώσει η εναγόμενη εταιρία στην ενάγουσα, σύμφωνα δε με την ως άνω ήδη αναφερόμενη με αρ. 21746/2019 ένορκη βεβαίωση του Ν.

Γ., ο οποίος καταθέτει μετά λόγου γνώσεως - αφού ο ίδιος εργαζόταν στην ένδικη οικοδομή ως τεχνίτης τοποθέτησης κουφωμάτων αλουμινίου - και μεταξύ άλλων αναφέρει ότι, τα συμβαλλόμενα μέρη (οικοπεδούχος και εργολάβος) συμφώνησαν ότι το διαμέρισμα με στοιχεία Δ4 δεν θα ολοκληρωνόταν, προκειμένου ο επίδοξος αγοραστής να επιλέξει τον τρόπο διαμόρφωσης των χώρων εσωτερικά, αφού "...η οικοπεδούχος πίστευε ότι, αν ο αγοραστής είχε τη δυνατότητα να διαμορφώσει τους εσωτερικούς χώρους του διαμερίσματος θα υπήρχαν περισσότερες πιθανότητες να το πουλήσει, γεγονός που ισχύει.

Η εργολήπτρια εταιρία αν και τη συνέφερε να ολοκληρώσει το σύνολο των διαμερισμάτων ομαδικά, συμφώνησε για να πουληθεί πιο εύκολα και να κερδίσουν και η οικοπεδούχος και οι εργολάβοι...", αλλά και τη με αρ. 21748/20119 ένορκη βεβαίωση της Α. Κ., μηχανικού που είχε αναλάβει τη μελέτη και επίβλεψη της οικοδομής, η οποία επιβεβαιώνει ότι, το σύνολο των εργασιών επί της οικοδομής ολοκληρώθηκε αρχές του 2013, ως και το διαμέρισμα με στοιχεία Δ5, ενώ το Δ4 δεν ολοκληρώθηκε εξαιτίας συμφωνίας της οικοπεδούχου με τον εργολάβο, προκειμένου να αποφασίσει ο αγοραστής για τη διαμόρφωση των εσωτερικών χώρων, αφού "...αυτό συμβαίνει σχεδόν πάντα και είναι θεμιτό καθότι ο καθένας θέλει στο σπίτι του αυτό που του αρέσει...".

Συνεπώς, ενόψει των προαναφερθέντων, η οριζόντια ιδιοκτησία με στοιχεία Δ4 και η οριζόντια ιδιοκτησία με στοιχεία Δ5 δεν παραδόθηκαν εμπροθέσμως στην ενάγουσα έως 30.12.2011, όπως η εναγόμενη εργολάβος όφειλε, κατά τα συμφωνηθέντα. Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται επιπλέον και από το γεγονός ότι, ουδόλως προσκομίζεται από τον εργολάβο πρωτόκολλο παράδοσης παραλαβής για τα εν λόγω διαμερίσματα, ως είθισται, και όπως ρητά προβλεπόταν στα αναφερόμενα ως άνω πωλητήρια συμβόλαια των διαμερισμάτων του εργολαβικού ανταλλάγματος.

Άλλωστε, και από τη με αρ. 240/2019 ένορκη βεβαίωση του Ε. Ζ., συζύγου της ενάγουσας, που συντάχθηκε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, αποδεικνύεται ότι το διαμέρισμα δεν αποπερατώθηκε επειδή έχει μικροατέλειες, αφού "...μέχρι σήμερα δεν έχουν τελειώσει τα δύο διαμερίσματα, το μεν μικρό των 47 τμ έχει μικροατέλειες αλλά το σημαντικότερο είναι ότι, δεν έχει βάλει λέβητα στο υπόγειο όπου είναι η θέση του και οι σωλήνες του καλοριφέρ κατεβαίνουν στο ισόγειο μέχρι τη μέση του τοίχου και δεν φθάνουν στο υπόγειο, ενώ το μεγαλύτερο διαμέρισμα είναι καραγιαπί και τίποτα άλλο, δεν έχουν πατώματα, εσωτερικές πόρτες, κουζίνα, μπάνιο, ηλεκτρική εγκατάσταση, εγκατάσταση ύδρευσης, κάγκελα στα μπαλκόνια, εξωτερική πόρτα διαμερίσματος....", ομοίως και στη με αρ 239/2019 ένορκη βεβαίωση της Ά.

Τ., που συντάχθηκε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, επιβεβαιώνεται ότι το διαμέρισμα δεν αποπερατώθηκε, εμφανίζει ατέλειες, που εξειδικεύονται από την εν λόγω μάρτυρα, η οποία ισχυρίζεται ότι, διαπίστωσε και ιδίοις όμμασι τα όσα αναφέρει σχετικά, αφού επισκέφθηκε την οικοδομή μαζί με την οικοπεδούχο.

Μάλιστα, από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα φωτογραφίες εμφανές καθίσταται το στάδιο εργασιών της οικοδομής κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2012, ήτοι μετά την 31.12.2011, ήτοι ότι, ακόμη και την 20.06.2012 η οικοδομή δεν ήταν αποπερατωμένη, γεγονός που ενδιαφέρει εν προκειμένω ειδικότερα τόσο για το υπό στοιχεία Δ4, όσο και σχετικά με το υπό στοιχεία Δ5 διαμέρισμα, για τα οποία, κατά τα προαναφερόμενα δεν αποδείχθηκε η εκπλήρωση της παροχής των εναγομένων εργολάβων.

Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι, όσον αφορά στο υπό στοιχεία Δ4 διαμέρισμα συγκυριότητας της οικοπεδούχου και της εργολάβου, ως συνομολογούν με τις προτάσεις τους οι εναγόμενοι, πράγματι αυτό δεν αποπερατώθηκε και δεν παραδόθηκε εμπροθέσμως, πλην όμως αποδεικνύεται από τα προαναφερόμενα, το Μάρτιο του έτους 2012 υπήρξε προφορική συμφωνία των συμβαλλομένων μερών για τη μη αποπεράτωση αυτού, προκειμένου να πωληθεί πιο εύκολα σε υποψήφιο αγοραστή, αφού θα είχε τη δυνατότητα αυτός να επέμβει στην διαμόρφωση του διαμερίσματος σχετικά με την επιλογή των υλικών (κουζίνα, πλακίδια, κλπ).

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι και στις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα ένορκες βεβαιώσεις δεν αμφισβητείται η συγκεκριμένη προφορική συμφωνία, πέραν δε τούτων, είθισται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής διαμέρισμα στο οποίο έχουν δικαίωμα συγκυριότητας οικοπεδούχος και εργολάβος προοριζόμενο προς πώληση σε τρίτο πρόσωπο, να καταλείπεται στον αγοραστή να επιλέγει να τοποθετηθούν υλικά που ίδιος προτιμά (λχ κουζίνα, είδη υγιεινής, πλακίδια κλπ).

Εξάλλου, το γεγονός ότι οι συγκύριοι του διαμερίσματος δεν συμφωνούν στην τιμή πώλησης του εν λόγω διαμερίσματος, το οποίο αποδεικνύεται από το σύνολο των ενόρκων βεβαιώσεων που προσκομίζονται από τους εναγομένους και δεν αμφισβητείται ειδικώς η γενικώς, δεν αναιρεί το ότι το διαμέρισμα Δ4 προορίζεται προς πώληση και όχι ιδία χρήση της οικοπεδούχου, αλλά αντιθέτως ενισχύει την κρίση περί τοιαύτης συμφωνίας των μερών, ως ορθά έκρινε η εκκαλούμενη και δεν έσφαλε στο σημείο τούτο.

Επομένως, ως ορθά έκρινε η εκκαλούμενη, θα πρέπει η ένσταση ανυπαίτιας καθυστέρησης παροχής των εναγομένων να γίνει εν μέρει δεκτή, απορριπτόμενου του σχετικού (τρίτου) λόγου έφεσης της εκκαλούσας ενάγουσας. Ακολούθως, καταπεσούσης της ποινικής ρήτρας εν μέρει για το διαμέρισμα Δ5, η εργολάβος εταιρία οφείλει να καταβάλει ποινή, ανάλογη με τη ζημία της ενάγουσας.

Αναφορικά με την κατασκευή δώματος στο Δ5 διαμέρισμα, προέκυψε ότι αυτό συμφωνήθηκε εγγράφως, δυνάμει του από 26.10.2010 ιδιωτικού εργολαβικού συμφωνητικού, με τις εκεί αναφερόμενες ιδιότητες και χαρακτηριστικά. Ενόψει της υπερημερίας της εργολάβου, η ενάγουσα κοινοποίησε εξώδικες δηλώσεις - καταγγελίες (βλ.

σχ τις με αρ. 11684Β'/2017 και 603Γ/2018 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή Ορεστιάδας, Α. Ζ.), με τις οποίες διαμαρτυρόταν για την μη αποπεράτωση των διαμερισμάτων με στοιχεία Δ4 και Δ5, θέτοντας και προθεσμία περαίωσης των εργασιών σύμφωνα με το εργολαβικό. Κατά συνέπεια, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη 30.12.2011 δεν παρέδωσε τις προαναφερόμενες ιδιοκτησίες Δ4 και Δ5 στην ενάγουσα, ως όφειλε κατά τη σύμβαση, ωστόσο, σχετικά με το διαμέρισμα Δ4 θα πρέπει να σημειωθεί ότι, αυτό δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της εναγόμενης εργολάβου, αλλά στην πρόσθετη συμφωνία των μερών ως συγκυριών να μην αποπερατωθεί το διαμέρισμα αυτό, ως προοριζόμενο προς πώληση σε τρίτους, ως προηγούμενα ήδη αναφέρθηκε, συνεπώς οι εναγόμενοι, με την ιδιότητά τους, η μεν πρώτη ως εργολάβος εταιρία, οι δε δεύτερος και τρίτος ως ομόρρυθμοι εταίροι αυτής, θα πρέπει να υποχρεωθούν να καταβάλουν στην ενάγουσα ποινή, αναλόγως μειωμένη, λαμβανομένης υπόψιν της αξία της αντιπαροχής της ενάγουσας, ήτοι του διαμερίσματος Δ5, της οικονομικής κατάστασης των μερών των συμφερόντων της δανείστριας που επλήγησαν από την αθέτηση της σύμβασης, την έκταση της συμβατικής παράβασης του οφειλέτη, το βαθμό του πταίσματός του, την ενδεχόμενη ωφέλειά του από τη μη εκπλήρωση της παροχής κλπ.

Δεδομένου ότι, η αξία των μεταβιβαζόμενων ποσοστών του Δ5 διαμερίσματος των 94,1/1000 υπολογίζεται στις 12.812 ευρώ περίπου και με ανάλογη ποινική ρήτρα περίπου 120 ευρώ μηνιαίως, ήτοι 10.320 ευρώ για 86 μήνες, και λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής κατάστασης των μερών, ήτοι των εναγομένων, που εξακολουθούν να εμφανίζουν οφειλές προς Τράπεζες και φορείς του Δημοσίου, ως προκύπτει από τα σχετικά προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως έγγραφα, καθώς και τα επιβλαβή αποτελέσματα εξαιτίας της αθέτησής τους, τα οποία επιβαρύνουν την ενάγουσα, αφού η τελευταία καταβάλει φόρους για τις εν λόγω ιδιοκτησίες (ΕΝΦΙΑ), υποβαλλόμενη και σε διαδικασίες κατάθεσης προσφυγών κατά των πράξεων διοικητικού προσδιορισμού, θα πρέπει η επιδικαζόμενη καταπεσούσα ποινή κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου να προσδιορισθεί στο ποσό των 9.460 ευρώ (86 μήνες Χ 110 ευρώ ποινική ρήτρα μειωμένη), που θα υποχρεωθούν να καταβάλουν οι εναγόμενοι εις ολόκληρον, νομιμοτόκως από την λήξη εκάστης μηνιαίας ρήτρας και μέχρι την εξόφληση, κατά μερική παραδοχή του προβαλλόμενου λόγου έφεσης της εκκαλούσας ενάγουσας, απορριπτόμενου του σχετικού λόγου έφεσης των εκκαλούντων - εναγομένων.

Τέλος, οι εναγόμενοι, με την υπό κρίση έφεσή τους, άσκησαν το διαπλαστικό δικαίωμα συμψηφισμού των επίδικων απαιτήσεων της ενάγουσας με την απαίτησή τους ποσού 8.800 ευρώ που διατηρούν εναντίον της κατά τα ανωτέρω, και ειδικότερα για εργασίες που εκτέλεσε με την κατασκευή δώματος άνωθεν του υπό στοιχεία Δ5 διαμερίσματος, ήτοι, για μπατική τοιχοποιία 1.620 ευρώ, για εσωτερικά επιχρίσματα 750 ευρώ, για θερμοπρόσωψη εξωτερικά 810 ευρώ, για στέγη 1.470 ευρώ, για ηλεκτρικά 480 ευρώ, για ταβάνι 495 ευρώ, για δάπεδα 680 ευρώ, για χρώμα 360 ευρώ, για περβάζι οροφής 112 ευρώ, για ένα παράθυρο 320 ευρώ, ως προκύπτει και από το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ έγγραφο των εκκαλούντων - εναγομένων με ημερομηνία 20.01.2021 του μηχανικού Κ.

Π., συνεπώς επήλθε απόσβεση των αμοιβαίων ομοειδών και ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων τους αναδρομικά, δηλαδή από τότε που συνυπήρξαν. Ενόψει των προαναφερθέντων, μετά την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει ως και κατ' ουσία βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι η ενάγουσα υπέστη ζημία από την ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 9.460 ευρώ, αξίωση η οποία αποσβέστηκε εν μέρει λόγω συμψηφισμού της με την ομοειδή και ληξιπρόθεσμη αξίωση που διατηρούσαν οι τελευταίοι εναντίον της ποσού 8.800 ευρώ, να υποχρεωθούν αυτοί να καταβάλουν εις ολόκληρον στην ενάγουσα το εναπομείναν, μετά τη μερική απόσβεση λόγω συμψηφισμού των επίδικων αξιώσεων τους, συνολικά το ποσό των 660 ευρώ (9.460 μείον 8.800), νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, κατόπιν σύμμετρου καταλογισμού του συμψηφιζομένου ποσού στις επίδικες αξιώσεις τους, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης των εκκαλούντων - εναγομένων...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζονας την υπόθεση, αφού δέχθηκε την ένσταση των εναγομένων περί μείωσης της ποινικής ρήτρας στο προσήκον μέτρο, ορίζοντας αυτήν στο ποσό των 9.460 ευρώ αντί του ποσού των 6.880 ευρώ που είχε ορίσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και την ένσταση συμψηφισμού των εναγομένων για ανταπαίτησή τους ύψους 8.800 ευρώ από την μεταξύ τους σύμβαση έργου, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, υποχρεώνοντας τους αναιρεσιβλήτους να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα το ποσό των 660 ευρώ με το νόμιμο τόκο.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 404, 405, 409, 440, 441 και 442 ΑΚ, αφού από το αιτιολογικό της σαφώς προκύπτουν όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των ως άνω διατάξεων, που δικαιολογούν την παραδοχή των ως άνω ενστάσεων, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη αιτιολογία.

Και τούτο διότι με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, καταλήγει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η ποινική ρήτρα είναι δυσανάλογα μεγάλη και πρέπει να μειωθεί στο προσήκον μέτρο και ότι υπάρχει ανταπαίτηση των εναγομένων από την μεταξύ τους σύμβαση έργου, η οποία πρέπει να συμψηφιστεί με την απαίτηση της ενάγουσας από την ποινική ρήτρα.

Ειδικότερα, από τις παραδοχές του Εφετείου, όπως αυτές εκτέθηκαν παραπάνω, προκύπτουν: α] όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη μείωση της ποινικής ρήτρας στο προσήκον μέτρο, όπως εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, μεταξύ δε αυτών και η οικονομική κατάσταση των μερών, αναφέροντας ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία, της οποίας οι λοιποί αναιρεσίβλητοι είναι ομόρρυθμα μέλη, ασχολείται με την ανέγερση οικοδομών και η αναιρεσείουσα δικηγόρος ήταν κυρία του οικοπέδου επί του οποίου αναγέρθηκε η επίδικη οικοδομή, ενώ επί πλέον αναφέρεται τόσο η συμβατική παράβαση της αναιρεσίβλητης και η έκταση αυτής, όσο και ο βαθμός του πταίσματός της, η λειτουργία της συνεργασίας των διαδίκων κατά τη διάρκεια της μεταξύ τους σύμβασης έργου και τα συμφέροντα της αναιρεσείουσας που επλήγησαν από την αθέτηση της σύμβασης, και β] όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την παραδοχή της ένστασης συμψηφισμού, όπως εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, και συγκεκριμένα προσδιορίζονται επακριβώς και λεπτομερώς τα παραγωγικά γεγονότα της ανταπαίτησης, ήτοι η συμφωνία για την κατασκευή δώματος στην ανεγερθείσα οικοδομή, η αμοιβή για την κατασκευή αυτής ύψους 8800 ευρώ, που προσδιορίζεται λεπτομερώς για κάθε επιμέρους εργασία, και η παράδοση του δώματος αυτού στην αναιρεσείουσα, ενώ δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε περαιτέρω αιτιολογία ως προς την υποχρέωση καταβολής της αμοιβής αυτής από την αναιρεσείουσα, η οποία άλλωστε δεν επικαλείται κάποια συγκεκριμένη αιτία απαλλαγής της από την κατ' άρθρο 681 ΑΚ υποχρέωσή της για καταβολή της αμοιβής για το συμφωνηθέν έργο της κατασκευής του ως άνω δώματος.

Επομένως, οι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος και τέταρτος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 529 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται για πρώτη φορά σε αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται ο δικονομικός κανόνας ότι στην κατ' έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων, παρέχεται όμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η εξουσία αν αποκρούσει ως απαράδεκτα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίζονται για πρώτη φορά σε αυτό, αν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν τα προσκόμισε στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Τα αποδεικτικά αυτά μέσα είναι παραδεκτά στην κατ' έφεση δίκη, αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή του γίνει με τις ενώπιον του Εφετείου υποβληθείσες προτάσεις των διαδίκων [ΑΠ 374/2019, ΑΠ 284/2018].

Συνεπώς, αν το Εφετείο λάβει υπόψη και δεν αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα, που προσάγονται πρώτη φορά σ'αυτό, ως απαράδεκτα, σημαίνει, πως δεν συνέτρεχε λόγος απαραδέκτου αυτών (ΑΠ 1212/2007). Ουδόλως δε απαιτείται να διαλάβει στην απόφαση ειδική αιτιολογία, ότι η μη προσκομιδή αυτών από το διάδικο στην πρωτόδικη δίκη, δεν οφείλεται σε πρόθεση στρεψοδικίας ή σε βαρεία αμέλειά του (ΑΠ 895/2014, ΑΠ 1590/2010, ΑΠ 2355/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 περ. α ΚΠολΔ [κατ' εκτίμηση και όχι αυτή του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ], με την αιτίαση ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπει ο νόμος, καθόσον το από 20-1-2021 έγγραφο του μηχανικού Π.

Κ. στο οποίο στήριξε την απόδειξη της ανταπαίτησης των αναιρεσιβλήτων, την οποία πρότειναν προς συμψηφισμό με την αγωγική απαίτηση της αναιρεσείουσας, προσκομίστηκε για πρώτη φορά στο Εφετείο, κατά παράβαση του άρθρου 529 ΚΠολΔ. Ο έκτος αυτός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνονται σ' αυτή παραδοχές ότι το έγγραφο αυτό προσκομίστηκε για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από πρόθεση στρεψοδικίας των αναιρεσιβλήτων ή από βαριά αμέλειά τους και συνεπώς νομίμως λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, αφού προσκομίστηκε νόμιμα με επίκληση από τους αναιρεσίβλητους και δεν αποκρούστηκε ρητά, κατά τα ανωτέρω, από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Περαιτέρω, με τις λοιπές αιτιολογίες που περιέχονται στον ίδιο λόγο, πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί των πραγματικών γεγονότων και ειδικότερα ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την ανταπαίτηση των αναιρεσιβλήτων που προτάθηκε προς συμψηφισμό με την αγωγική απαίτηση, υπό το πρόσχημα της παραβίασης κανόνων της αποδεικτικής διαδικασίας, χωρίς ωστόσο να αποδίδεται άλλη πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται όταν η αντίφαση εντοπίζεται στις διατάξεις του διατακτικού της απόφασης, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η εκτέλεση αυτής ή να προκαλείται αβεβαιότητα ως προς τη διαγνωστική ή διαπλαστική λειτουργία της και το σχετικό δεδικασμένο.

Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν υπάρχει αντίφαση στο ιστορικό η στο αιτιολογικό μέρος της απόφασης ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού ή μεταξύ κύριας και επάλληλης αιτιολογίας ή μεταξύ της πρωτόδικης απόφασης και της εφετειακής που επικύρωσε την πρωτόδικη [ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 2061/2017, ΑΠ 1022/2004].

Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται οι αντιφατικές διατάξεις και να προσδιορίζεται με ακρίβεια η αντίφασή τους [ολΑΠ 13/1995, ΑΠ 77/2009]. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις ως προς το ζήτημα της επιδίκασης τόκων, αφού στο μεν αιτιολογικό διαλαμβάνει ως προς την έναρξη καταβολής των τόκων του επιδικασθέντος ποσού ότι '' ποινική ρήτρα ...νομιμοτόκως από τη λήξη εκάστης μηνιαίας ρήτρας και μέχρι την εξόφληση'', ενώ στο διατακτικό διαλαμβάνει για το ίδιο θέμα ότι ''...το ποσό των 660 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής''.

Ο έβδομος αυτός λόγος, από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι κατά τα ως άνω αναφερόμενα στο αναιρετήριο, η κατά την αναιρεσείουσα αντίφαση εντοπίζεται μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού και όχι μόνο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με όσο διαλαμβάνονται στην παραπάνω νομική σκέψη, να μην ιδρύεται ο από την αμέσως πιο πάνω διάταξη λόγος αναίρεσης.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό έγγραφο από τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα ως προς τα πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος [ολΑΠ 1/1999, ΑΠ 287/2020, ΑΠ 1181/2019].

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 26-10-2010 ιδιωτικού εργολαβικού συμφωνητικού, που επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα, με το να δεχθεί ότι συμφωνήθηκε να κατασκευάσει η εργολήπτρια εταιρία δώμα άνωθεν της κουζίνας του Δ5 διαμερίσματος, που θα περιερχόταν στην αναιρεσείουσα, με το οποίο θα επικοινωνούσε με εσωτερική σκάλα, τη δαπάνη του οποίου θα επιβαρυνόταν η αναιρεσείουσα, ενώ το ορθό νόημα του εγγράφου αυτού ήταν ότι η αναιρεσείουσα θα επιβαρυνόταν μόνο με τη δαπάνη της ξύλινης σκάλας και όχι και του δώματος, με συνέπεια με το καταδήλως διαφορετικό αυτό περιεχόμενο που απέδωσε στο ως άνω έγγραφο να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για την αναιρεσείουσα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα στην παραδοχή της ένστασης συμψηφισμού των αναιρεσιβλήτων.

Πλην όμως το Εφετείο, ανεξαρτήτως του ότι δεν έχει στηρίξει το ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή έστω κατά κύριο λόγο στο ως άνω έγγραφο, αλλά και σε άλλα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στην απόφασή του [όπως στις υπ' αριθ. 21747/2019 21782/2019 ένορκες βεβαιώσεις, οπού αναφέρεται η συμφωνία για την κατασκευή του δώματος και η υποχρέωση των οικοπεδούχων να καταβάλουν το κόστος των εργασιών], δεν δέχθηκε ως περιεχόμενο του εγγράφου αυτού κάτι καταδήλως διαφορετικό και δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωσή του, αλλά αφού ανέγνωσε το όλο περιεχόμενό του, όπως αυτό πραγματικά διατυπώνεται, κατέληξε, με τη συνεκτίμηση και των λοιπών αποδεικτικών μέσων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, στο προαναφερόμενο πόρισμα.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο επιχειρείται στην πραγματικότητα, με πρόσχημα την εν λόγω πλημμέλεια, να αμφισβητηθεί ανεπίτρεπτα η αναιρετικά ανέλεγκτη ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος που συνήγαγε με βάση και το παραπάνω έγγραφο, δηλαδή πρόκειται στην ουσία για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει όμως από τον αναιρετικό έλεγχο.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, που ηττήθηκε, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-11-2021 αίτηση της Δ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 255/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ