Legislator Case Law & Legislation
147/2023 AI generated

147/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 147/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

147/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): της ……..κατά τους όρους της με αριθμό 4/2000 προκήρυξής της. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από ηττηθείσα διάδικο, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 10.12.2018 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε των διαδίκων επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 2.2.2018 (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
choice of recruitment procedure job offer sufficiency of job search requisitioning of workers dismissal of traffic proceedings employability for job placement
AI generated
1168/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
232/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
3/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1101/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.
1286/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 147 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 147/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ (ΕΛΤΑ) Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Παυλάτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Μ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 2)Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, και 3)Ανεξάρτητης Αρχής με την επωνυμία "Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Τρύφωνα Βασίλαινα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, το δεύτερο και τρίτο εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιά του Αικατερίνη Πουλίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2012 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, την από 5-3-2013 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν με την προφορικά ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3130/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 632/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 5-12-2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 5.12.2018 και με αριθμό κατάθεσης 11337/925/10.12.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 632/2.2.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 4.12.2014 και με αριθμό κατάθεσης 8231/2014 έφεσης της εναγομένης -εκκαλούσας-αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΤΑ ΑΕ" κατά της με αριθμό 3130/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ως άνω έφεση κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας έτσι τη με αριθμό 3130/2014 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, επίσης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αφού συνεκδίκασε την από 31.12.2012 και με αριθμό κατάθεσης 209419/6346/2012 αγωγή του ενάγοντος (ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου) κατά της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας), την από 5.3.2013 και με αριθμό κατάθεσης 45454/1444/2013 ανακοίνωση δίκης -προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή της εναγομένης (αναιρεσείουσας) κατά της Ανεξάρτητης Αρχής με την επωνυμία "Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ)" (ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης) και την ασκηθείσα με τις από 17.3.2014 προτάσεις πρόσθετη παρέμβαση της ως άνω Ανεξάρτητης Αρχής "ΑΣΕΠ" (τρίτης αναιρεσίβλητης) και του Ελληνικού Δημοσίου (ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου):

α) απέρριψε την προσεπίκληση της εναγομένης και τη σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο παρεμπίπτουσα αγωγή ως απαραδέκτως ασκηθείσες, β) δέχθηκε ως ασκηθείσα παραδεκτώς την πρόσθετη παρέμβαση κατά το μέρος που ασκείται από το Ελληνικό Δημόσιο και την απέρριψε ως απαράδεκτη κατά το μέρος που ασκείται από το ΑΣΕΠ και γ) δέχθηκε κατά ένα μέρος την κύρια βάση της από 31.12.2012 αγωγής του ενάγοντος -πρώτου αναιρεσίβλητου και του επιδίκασε κατά ένα μέρος καταψηφιστικά και κατά ένα μέρος αναγνωριστικά τα αναφερόμενα σε αυτήν ποσά, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την, από αμέλεια των οργάνων της εναγομένης, παράλειψη της τελευταίας να τον διορίσει αναδρομικά από ……… και να του χορηγήσει χρονοεπίδομα και μισθολογικό κλιμάκιο αντίστοιχα με την ως άνω ημερομηνία, στην οποία (παράλειψη) προέβη στις …….., όταν, κατ' εφαρμογή της με αριθμό 173/2.7.2012 απόφασης του ΑΣΕΠ, προέβη στο διορισμό του ενάγοντος (πρώτου αναιρεσίβλητου) στον Κλάδο ΔΕ …….

της ……..κατά τους όρους της με αριθμό 4/2000 προκήρυξής της. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από ηττηθείσα διάδικο, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 10.12.2018 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε των διαδίκων επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 2.2.2018 (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 4 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18.4.2001 μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2).

Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 95 παράγραφος 1 περ. α του Συντάγματος ορίζεται ότι στις αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν, μεταξύ άλλων, η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου, ενώ με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου του Συντάγματος ορίζεται ότι οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας ρυθμίζονται και ασκούνται όπως νόμος ειδικότερα ορίζει.

Κατ' εφαρμογή της ως άνω διάταξης της παραγράφου 4 του άρθρου 95 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε με λεκτικές διαφοροποιήσεις και πριν την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 περ. γ του ν. 702/1977 (Α 268) όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2944/2001 και του άρθρου 3 παρ. 1 περ. β του π.δ. 361/2001 (Α 244), όπως το τελευταίο άρθρο ίσχυε πριν την κατάργησή του με την παρ. 3 του άρθρου 7 της με αριθμό 8/2019 απόφασης της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β 2933/12.7.2019, στην αρμοδιότητα του Γ' Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν και οι αιτήσεις ακύρωσης κατά αποφάσεων του ΑΣΕΠ, που αφορούν στην πρόσληψη προσωπικού σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (ΣτΕ 507/2010, ΣτΕ 2834/2006).

Σημειώνεται ότι από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι ακυρωτική διαφορά υπαγόμενη στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ή στα διοικητικά δικαστήρια) δεν προκαλείται από τη δικαστική αμφισβήτηση κάθε πράξης διοικητικής αρχής, η οποία έχει τα χαρακτηριστικά μονομερούς πράξης που παράγει έννομα αποτελέσματα, αλλά μόνο από τη δικαστική αμφισβήτηση των εκτελεστών εκείνων πράξεων των διοικητικών αρχών (πρβλ.

και άρθρο 45 παρ. 1 Π.Δ/τος 18/1989) που εκδίδονται κατά την ενάσκηση δημόσιας εξουσίας για την ικανοποίηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος ή εκείνων που εκδίδονται στο πλαίσιο διαγραφόμενης από το νόμο ειδικής διοικητικής διαδικασίας (ΑΠ 1366/2018, ΑΠ 280/2016, ΑΠ 854/2009). Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν:

α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β)... γ)..., ενώ με τη διάταξη του άρθρου 2 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές... και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως.

Από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 Συντάγματος σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας [πλήρως διακρινόμενες από τις ακυρωτικές], που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων είναι οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημά του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 2/1993, ΑΕΔ 10/1989, ΑΠ 1366/2018).

Οι λοιπές πράξεις της διοίκησης που είναι αμέτοχες του λειτουργικού αυτού στοιχείου και κινούνται σε κύκλο σχέσεων του ιδιωτικού δικαίου, έχουν δηλαδή ως υπόβαθρο έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου, όπως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εκφεύγουν της έννοιας της διοικητικής διαφοράς, έστω και αν αυτές σχετίζονται προς τη λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας και, επομένως, συνιστούν ιδιωτικές διαφορές, επί των οποίων, κατά τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 στοιχ. (α) του ΚΠολΔ, δικαιοδοσία έχουν τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 280/2016).

Τέτοιες ιδιωτικού χαρακτήρα διαφορές είναι οι διαφορές που προέρχονται από την αμφισβήτηση του χρόνου κατάρτισης των συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου, με συνυπολογισμό ή μη, εν όλω ή εν μέρει, του χρόνου προϋπηρεσίας στον φορέα πρόσληψης του υπαλλήλου εκείνου, του οποίου η αρχική πρόσληψη ακυρώθηκε με απόφαση του ΑΣΕΠ, που στη συνέχεια ακυρώθηκε με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και τέλος, διορίστηκε με νεώτερη απόφαση του ΑΣΕΠ, που εκδόθηκε προς συμμόρφωση με την απόφαση του ΣτΕ.

Τούτο, διότι οι πράξεις αυτές έχουν ως συνέπεια την δημιουργία μισθολογικών διαφορών και εφόσον και οι διαφορές αυτές έχουν ως βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας στο πλαίσιο σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την επίλυσή τους αρμόδια είναι τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 3/2004, ΑΠ 1366/2018, ΑΠ 533/2018, ΑΠ 873/2002).

Εξάλλου, μόνη η δυνατότητα του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) να ασκεί αυτεπάγγελτο έλεγχο της συνδρομής των προϋποθέσεων του διορισμού του υπαλλήλου, σύμφωνα με τους όρους της προκήρυξης του φορέα πρόσληψης, δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει την σχετική διαδικασία ως ειδική διοικητική διαδικασία, η οποία, αν υπήρχε, θα μπορούσε υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να προσδώσει στις διαφορές αυτές τον χαρακτήρα της διοικητικής διαφοράς (σχ.

ΑΠ 1366/2018). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω οι διαφορές αυτές συνιστούν διαφορές ιδιωτικού δικαίου, αφού ανάγονται σε δικαιώματα και, γενικότερα, σε σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, είναι δε αδιάφορο ότι γενεσιουργός λόγος αυτών είναι εκτελεστές πράξεις των διοικητικών αρχών, επί των οποίων (εκτελεστών πράξεων) η αρμοδιότητα προς ακύρωσή αυτών ανήκει, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, στο Συμβούλιο της Επικρατείας ή στα τακτικά διοικητικά εφετεία σε πρώτο βαθμό.

Δηλαδή κρίσιμη από την άποψη της συνδρομής ή μη δικαιοδοσίας, είναι η φύση του δικαιώματος και, γενικότερα η φύση της έννομης σχέσης, που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς, και όχι η εκτελεστή πράξη της Διοίκησης, από την οποία απορρέει το δικαίωμα αυτό ή η σχέση (ΑΠ 1366/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που αναγράφεται στο αναιρετήριο) η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεχόμενο ότι "η εναγομένη είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, λειτουργεί σύμφωνα με τους νομικούς κανόνες που διέπουν τη λειτουργία των ανωνύμων εταιρειών και, επομένως, δικαιοδοσία για την εκδίκαση της ένδικης διαφοράς έχουν τα πολιτικά και όχι τα διοικητικά δικαστήρια" παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 702/1977 "Περί υπαγωγής υποθέσεων εις τα διοικητικά δικαστήρια, αντικαταστάσεως, τροποποιήσεως και καταργήσεως διατάξεων του ν.δ. 170/1973 "περί του Συμβουλίου της Επικρατείας"" (ΦΕΚ Α 268/19.9.1977), το άρθρο 1 του ν. 1406/1983 "Δικαιοδοσία διοικητικών δικαστηρίων, συγκρότηση Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας, των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και ρύθμιση μερικών άλλων θεμάτων" (ΦΕΚ Α 182/14.12.1983) και το π.δ. 18 της 30.12.88/9.1.89 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας" (ΦΕΚ Α 8/9/1/1989), επικαλούμενη ότι η από 31.12.2012 αγωγή, με την οποία επιδιώκεται αποζημίωση, άλλως καταβολή μισθών υπερημερίας, στοιχειοθετεί διοικητική διαφορά ουσίας, αφού οι ως άνω αξιώσεις του ενάγοντος -πρώτου αναιρεσίβλητου θεμελιώνονται στο γεγονός της εσφαλμένης διαγραφής τούτου από τον πίνακα διοριστέων, στην οποία προέβη αυτεπαγγέλτως το ΑΣΕΠ με τη με αριθμό 1370/18.12.2000 απόφασή του, με την οποία αυτή ήταν υποχρεωμένη να συμμορφωθεί, έχουσα δεσμία προς τούτο αρμοδιότητα και της οποίας η ακύρωση υπάγεται στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Από την από 31.12.2012 και με αριθμό κατάθεσης 209419/6349/2012 αγωγή, στην επισκόπηση του δικογράφου της οποίας ο Άρειος Πάγος προβαίνει για την έρευνα του ως άνω πρώτου αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν ότι με αυτή ο ενάγων -πρώτος αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε τα εξής: Ότι με τη με αριθμό 4/2000 προκήρυξη της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας προκηρύχθηκε η πλήρωση εκατόν εβδομήντα πέντε (175) κενών οργανικών θέσεων διοικητικού και μη διοικητικού προσωπικού διαφόρων ειδικοτήτων για την ίδια, μεταξύ των οποίων ήταν και μία θέση ειδικότητας ΔΕ ……..

στη Νομαρχία …… στο ……. Γραφείο της ……... Ότι η προκήρυξη αναρτήθηκε στο κατάστημα της Κοινότητας ……. στις …….2000 και ότι ο ενάγων στις …… υπέβαλε τη με αριθμό πρωτ. ….. της …….. αίτηση για τη συμμετοχή του στο διαγωνισμό, στον οποίο έγινε δεκτός από την αρμόδια επιτροπή της εναγομένης, που διενήργησε την κατάταξη των υποψηφίων στους πίνακες κατά τα οριζόμενα στην προκήρυξη, καταταχθείς πρώτος κατά σειρά προτεραιότητας, με βάση την ιδιότητά του ως μόνιμου κατοίκου ......

και το βαθμό του απολυτηρίου του "….." και ότι διορίστηκε στο ….. Γραφείο …….. Ότι το "Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού- ΑΣΕΠ", κατά τον αυτεπάγγελτο έλεγχό του, δέχθηκε ότι ο ενάγων δεν είχε προσκομίσει εμπρόθεσμα την απαιτούμενη υπεύθυνη δήλωση ότι θα υπηρετήσει στην …….. επί δεκαετία τουλάχιστον και κατόπιν αυτού με τη με αριθμό 1370/18.12.2000 απόφαση του Ε' Τμήματός του δεν αναγνωρίσθηκε στον ενάγοντα το κριτήριο της εντοπιότητας και ο ίδιος διαγράφηκε από τον πίνακα των διοριστέων, καθώς στα οριστικά αποτελέσματα κατατάχθηκε στην 5η θέση μόνο βάσει του βαθμού του απολυτηρίου του.

Ότι με τη με αριθμό 763/30.5.2001 απόφαση του Ε Τμήματος του ΑΣΕΠ κρίθηκε ότι η θεωρηθείσα διοριστέα στο …… Γραφείο ….. αντί του ενάγοντος ………….πρέπει να διαγραφεί για τους λόγους που διαλαμβάνονται στην ως άνω απόφαση και ότι με τη με αριθμό 1163/27.8.2001 απόφαση του ίδιου Τμήματος του ΑΣΕΠ διαγράφηκε από τον πίνακα διοριστέων στο …….

Γραφείο …….. και ο Λ. Σ. και κρίθηκε ότι η επίδικη θέση πρέπει να καλυφθεί από τον επόμενο στη σειρά του πίνακα κατάταξης Ν. Κ.. Ότι ο ενάγων προσέβαλε τις με αριθμούς 1370/18.12.2000 και 1163/27.8.2001 αποφάσεις του Ε Τμήματος του ΑΣΕΠ ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), το οποίο με τη με αριθμό 507/2010 απόφαση του Γ Τμήματός του ακύρωσε τις εν λόγω αποφάσεις του ΑΣΕΠ.

Ότι μετά την κοινοποίηση της ως άνω απόφασης του ΣτΕ στο ΑΣΕΠ, το τελευταίο, συμμορφούμενο, με τη με αριθμό 173/2012 απόφαση του Γ Τμήματός του ενέταξε τον ενάγοντα στην ανώτερη σειρά του πίνακα διοριστέων της με αριθμό 4/2000 προκήρυξης της εναγομένης και διέθεσε αυτόν προς διορισμό στον Κλάδο ΔΕ ….. της ……, στο …….της οποίας ο ενάγων ανέλαβε υπηρεσία τις …….2012.

Ότι η εναγομένη, συμμορφούμενη προς την 173/2012 απόφαση του ΑΣΕΠ, αλλά και στην 507/2010 απόφαση του ΣτΕ, αν και σε αυτές δεν αναφέρεται ρητά η αναδρομικότητα του διορισμού, είχε υποχρέωση να διορίσει τον ενάγοντα αναδρομικά από την ……και να του καταβάλει τις αποδοχές του από τότε, πλην όμως, από αμέλειά της τον διόρισε στο 18ο μισθολογικό κλιμάκιο, που αντιστοιχεί σε νεοδιοριζόμενο και του χορηγεί χρονοεπίδομα που αντιστοιχεί σε νεοδιοριζόμενο, ενώ δεν του κατέβαλε και αναδρομικά τις αποδοχές που θα λάμβανε από τον οφειλόμενο διορισμό του την …….μέχρι το διορισμό του την ……..

Με βάση τους ισχυρισμούς τους αυτούς και όπως παραδεκτά περιόρισε το αίτημα της ως άνω αγωγής πρωτοδίκως, ο ενάγων, επικαλούμενος αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης (αμέλεια των οργάνων της), άλλως ότι έχει ενεργή σύμβαση εργασίας με την εναγομένη ήδη από την …… και ότι η τελευταία του οφείλει τις αποδοχές του ως αποδοχές υπερημερίας, καθότι ο ίδιος διέθετε τις υπηρεσίες του προς την εναγομένη, αλλά η τελευταία δεν τις αποδεχόταν, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 38.522,27 ευρώ για τις αποδοχές που στερήθηκε από …… έως …….

και να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη πρέπει να του καταβάλει και το ποσό των 10.000 ευρώ για τη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, όλα δε τα παραπάνω κονδύλια ζήτησε με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Με το περιεχόμενο αυτό η υπό κρίση διαφορά, κατά τα λεχθέντα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, είναι διαφορά ιδιωτικού δικαίου.

Τούτο διότι το κρίσιμο από την άποψη της συνδρομής ή μη της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων είναι η φύση της επίδικης σχέσης που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς, η οποία εν προκειμένω, δημιουργήθηκε από το γεγονός ότι στις ……. η εναγομένη -αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία διόρισε τον ενάγοντα -αναιρεσίβλητο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο …….Γραφείο της στην ……… ως ……., υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της με αριθμό 4/2000 προκήρυξής της και δεν τον διόρισε, επίσης με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αναδρομικά από …….

Το γεγονός δε ότι κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2527/1997, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 10 παρ. 7 του ν. 2839/2000, το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) άσκησε αυτεπάγγελτο έλεγχο της συνδρομής των προϋποθέσεων διορισμού του ενάγοντος -πρώτου αναιρεσίβλητου στο ……… Γραφείο της εναγομένης -αναιρεσείουσας στην ……..

σύμφωνα με τους όρους της με αριθμό 4/2000 προκήρυξης αυτής, δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει τη σχετική διαδικασία ως ειδική διοικητική διαδικασία. Επισημαίνεται ότι με την ένδικη αγωγή δεν επιδιώκεται ο έλεγχος του κύρους των διαλαμβανόμενων στην ένδικη αγωγή αποφάσεων του ΑΣΕΠ, αλλά με επίκληση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του Αστικού Κώδικα (άρθρα 914, 932 ΑΚ), άλλως τις διατάξεις περί υπερημερίας εργοδότη του Αστικού Κώδικα (άρθρα 648, 656 ΑΚ) επιδιώκεται η επιδίκαση (ως αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, άλλως ως μισθών υπερημερίας) των διαλαμβανόμενων στην αγωγή μηνιαίων αποδοχών, οι οποίες αφορούν την χρονική περίοδο από …… μέχρι …….

και τις οποίες, κατά τον ενάγοντα-εργαζόμενο, στερήθηκε ο τελευταίος εξαιτίας του γεγονότος ότι η εναγομένη-εργοδότρια, από υπαιτιότητα των οργάνων της, δεν προσέδωσε αναδρομικότητα από ….. στην πρόσληψή του, στην οποία προέβη, κατά τα προεκτεθέντα, στις …... Κατά συνέπεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η εισαχθείσα με την ένδικη αγωγή διαφορά είναι ιδιωτική και ότι υπάγεται στη δικαιοδοσία του και, έτσι, απέρριψε το σχετικό πρώτο λόγο της από 4.12.2014 έφεσης της εναγομένης-εκκαλούσας-αναιρεσείουσας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του ΚΠολΔ και δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους το άρθρο 95 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος, το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 702/1977 "Περί υπαγωγής υποθέσεων εις τα διοικητικά δικαστήρια, αντικαταστάσεως, τροποποιήσεως και καταργήσεως διατάξεων του ν.δ. 170/1973 "περί του Συμβουλίου της Επικρατείας"" (ΦΕΚ Α 268/19.9.1977), το άρθρο 1 του ν. 1406/1983 "Δικαιοδοσία διοικητικών δικαστηρίων, συγκρότηση Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας, των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και ρύθμιση μερικών άλλων θεμάτων" (ΦΕΚ Α 182/14.12.1983) και το π.δ. 18 της 30.12.88/9.1.89 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας" (ΦΕΚ Α 8/9/1/1989).

Επομένως, ο πρώτος από τον αριθμό 4 (και όχι από τον αριθμό 1 που αναγράφεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 237/2019, ΑΠ139/2014).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 237/2019).

Με το δεύτερο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της την ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του πρώτου αναιρεσίβλητου, την οποία είχε προτείνει παραδεκτά ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και επανέφερε με λόγο έφεσης ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επικαλούμενη για τη θεμελίωσή της ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, αν και γνώριζε ότι η αναιρεσείουσα δεν ήταν υπαίτια για το χρόνο διορισμού του και ότι συμμορφώθηκε στη με αριθμό 507/2012 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας προβαίνοντας αμέσως στο διορισμό του, άσκησε σε βάρος της την ένδικη αγωγή.

Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης για την έρευνα του ως άνω αναιρετικού λόγου προκύπτει ότι σχετικά με τον ως άνω περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του πρώτου αναιρεσίβλητου να εγείρει κατά της αναιρεσείουσας την ένδικη αγωγή του, το Εφετείο κατά λέξη δέχθηκε τα ακόλουθα : "Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η αγωγή του ενάγοντος ασκήθηκε καταχρηστικά πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, δεδομένου ότι αυτή δεν επικαλείται συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι η εκ μέρους του ενάγοντος άσκηση της ένδικης αγωγής είναι καταχρηστική.

Ο ισχυρισμός της δε ότι δεν προσέλαβε τον ενάγοντα, διότι ο ΑΣΕΠ δεν τον περιέλαβε στους σχετικούς πίνακες διοριστέων, δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι, εν προκειμένω, οι παράνομες πράξεις των οργάνων της συνίστανται στο ότι ο ενάγων δεν προσελήφθη αναδρομικά, όπως ήταν υποχρεωτικό, μετά την έκδοση της προαναφερθείσας απόφασης του ΣτΕ και όχι στο ότι αυτός δεν προσελήφθη εξ αρχής" (βλ.

πίσω σελίδα του 6ου φύλλου της προσβαλλόμενης απόφασης). Από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του πρώτου αναιρεσίβλητου να ασκήσει κατ' αυτής την ένδικη αγωγή και τον απέρριψε ευθέως ως μη νόμιμο.

Κατά συνέπεια, ο ως άνω δεύτερος, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 185, 189, 192, 201, 361 και 648 του Α.Κ. προκύπτει ότι η προκήρυξη του διαγωνισμού για πρόσληψη προσωπικού - με εξετάσεις ή αξιολόγηση δικαιολογητικών ή και με τους δύο τρόπους - συνιστά πρόταση του εργοδότη προς αόριστο αριθμό προσώπων για κατάρτιση σύμβασης, ενώ η υποβολή υποψηφιότητας και η συμμετοχή σ' αυτόν επέχει θέση αποδοχής της εργοδοτικής πρότασης, από την περιέλευση δε της δήλωσης του υποψηφίου στον εργοδότη για την αποδοχή της πρότασής του, θεωρείται ότι καταρτίσθηκε η σύμβαση εργασίας, η οποία τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της επιτυχίας του ενδιαφερομένου στον διαγωνισμό.

Με την έκδοση και ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού, εφόσον ο ενδιαφερόμενος πέτυχε σ` αυτόν, πληρώνεται η αίρεση και επέρχονται τα αποτελέσματα της σύμβασης, ο δε επιτυχών θεωρείται αυτοδικαίως και οριστικά μισθωτός του εργοδότη που προκήρυξε τον διαγωνισμό, υπό την απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση, ότι ο υποψήφιος συμμετείχε νόμιμα στο διαγωνισμό, σύμφωνα με τους όρους που έθεσε ο εργοδότης.

Η πλήρωση της παραπάνω αίρεσης ελέγχεται βάσει του άρθρου 207 παρ. 1 του Α.Κ., κατά το οποίο η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της (ΑΠ 1617/2022, ΑΠ 132/2021, ΑΠ 282/2017, ΑΠ 878/2014, ΑΠ 829/2006, ΑΠ 654/2000). Μετά την τελείωση της σύμβασης, κατά τα ανωτέρω, ο εργοδότης, μη αποδεχόμενος τις υπηρεσίες του μισθωτού, καθίσταται υπερήμερος, με τις συνέπειες που ορίζουν σε βάρος του οι διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 του Α.Κ. (ΑΠ 1617/2022, ΑΠ 192/2000, ΑΠ 1661/1995).

Για την τελείωση της σύμβασης εργασίας και την περιέλευση του εργοδότη σε υπερημερία με τις εντεύθεν συνέπειες, είναι αδιάφορο εάν το όνομα του ενάγοντος περιελήφθη ή όχι στους πίνακες επιτυχόντων του διαγωνισμού, αρκούντος του ότι αυτός συμμετείχε στο διαγωνισμό με τους όρους που έθεσε ο εργοδότης και επέτυχε σε αυτόν (ΑΠ 1194/2020, ΑΠ 1163/2019).

Περαιτέρω, με το άρθρο 2 του Ν. 2190/1994, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 61 παρ. 1 στοιχ. α' του ν. 4765/2021 (ΦΕΚ Α' 6), συνιστάται Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο λειτουργεί ως ανεξάρτητη αρχή, δεν υπόκειται σε έλεγχο από κυβερνητικά όργανα ή άλλη διοικητική αρχή και οι πράξεις του δεν υπόκεινται σε ιεραρχικό έλεγχο από άποψη νομιμότητας.

Το Α.Σ.Ε.Π. υπάγεται στον Υπουργό Προεδρίας της Κυβερνήσεως (παρ. 1) και έχει ως αποκλειστική αποστολή την εφαρμογή των νόμων και κανονισμών, που διέπουν την επιλογή των διοριστέων στις δημόσιες υπηρεσίες, στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και στα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου, όπως ειδικότερα ορίζεται στις επί μέρους διατάξεις αυτού (παρ. 2).

Εξάλλου, τα ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ, ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ιδρύθηκε, με το ν.δ. 496/1970 (ΦΕΚ Α. 73 / 28.3.1970) που ίσχυε από την 1.5.1970 [άρθρα 1-20 ν.δ. 496/1970]. Επίσης, το Καταστατικό του κυρώθηκε, με το β.δ. 804/1970 (ΦΕΚ Α. 271 / 16.12.1970) και ίσχυε από την 16.12.1970 [άρθρα 1 - 28 β.δ. 804/1970]. Ειδικότερα, ιδρύεται, από την 1.5.1970, με έδρα την Αθήνα, νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου υπό την επωνυμία 'ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ' και τον διακριτικό τίτλο 'ΕΛΤΑ', σκοπός του είναι η άσκηση του αποκλειστικού προνομίου της οργάνωσης, εκμετάλλευσης και ανάπτυξης της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας, καθώς και η εκτέλεση οποιουδήποτε άλλου έργου που προσιδιάζει στη φύση των 'Ταχυδρομείων', αποτελεί δημόσια επιχείρηση, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας υπό μορφή ανώνυμης εταιρίας, απολαύει διοικητικής και οικονομικής αυτονομίας, ανήκει "εξ ολοκλήρου" στο Ελληνικό Δημόσιο, τελεί υπό την εποπτεία "του Ελληνικού Δημοσίου/Κράτους", η οποία ασκείται "δια του επί των Συγκοινωνιών Υπουργού", ανατίθεται σε αυτό, αποκλειστικώς, η Υπηρεσία, που ασκείται δια της Γενικής Διεύθυνσης Ταχυδρομείων του Υπουργείου Συγκοινωνιών, αποκτά περιουσιακά στοιχεία, που ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο και χρησιμοποιούνται από τα 'Ταχυδρομεία'.

Επίσης, μεταβιβάζονται σε αυτό τα κάθε φύσεως προνόμια, δικαιώματα και υποχρεώσεις των 'Ταχυδρομείων' [άρθρα 1, 2, 3, 4 ν.δ. 496/1970 και 1, 2, 3, 5 β.δ. 804/1970]. Στον επακολουθήσαντα ν. 2668/1998 (ΦΕΚ Α. 282 / 18.12.1998), που ίσχυσε από 18.12.1998 [άρθρο 30 του ν. 2668/1998], τα άρθρα 1, 4 και 19 αυτού ορίζουν ότι ο κύριος σκοπός και η αποστολή των Ελληνικών Ταχυδρομείων συνίστανται στην παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών και ότι φορέας παροχής καθολικής υπηρεσίας είναι τα Ελληνικά Ταχυδρομεία ΕΛ.ΤΑ).

Στη συνέχεια, δημοσιεύθηκε στην ΕφτΚ, την 12.10.2000, ο ν. 2843/2000 (ΦΕΚ Α. 219) και στο άρθρο 25 παρ. 1 αυτού, που τροποποιεί το άρθρο 5 του β.δ. 804/1970, ορίζεται ότι "το σύνολο των μετοχών του κεφαλαίου του ΕΛ.ΤΑ. ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο έχει καταβάλει την αξία των μετοχών αυτών εξ ολοκλήρου, οι μετοχές του ΕΛ.ΤΑ.

μεταβιβάζονται ελεύθερα κατά την κείμενη νομοθεσία, σε κάθε περίπτωση η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου επί του εκάστοτε μετοχικού κεφαλαίου του ΕΛ.ΤΑ. δεν δύναται να είναι κατώτερη του πενήντα ένα τοις εκατό (51%) των μετά ψήφου μετοχών αυτού". Ακολούθησε ο ν. 2867/2000 (ΦΕΚ Α. 273 / 19.12.2000) και στο άρθρο 14 παρ.1 αυτού -το οποίο ισχύει, κατά το άρθρο 16 του ίδιου νόμου από την από 19.12.2000 που δημοσιεύθηκε ο ως άνω νόμο στην ΕφτΚ- ορίζεται ότι "τα Ελληνικά Ταχυδρομεία (ΕΛ.ΤΑ.) και οι θυγατρικές εταιρίες αυτών (Κέντρο Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανώνυμος Εταιρία και Ταχυμεταφορές ΕΛ.ΤΑ.

Α.Ε.) παύουν να υπάγονται στις διατάξεις, που ισχύουν για τις επιχειρήσεις, που ανήκουν στο δημόσιο τομέα". Ο μεταγενέστερος ν. 3185/2003 (ΦΕΚ Α. 229 / 26.9.2003), που τέθηκε σε ισχύ την 26.9.2003 [άρθρο 30 του ν. 3185/2003], ορίζει στο άρθρο 28 παράγραφοι 1 και 2 εδ. (α), αντιστοίχως ότι "από τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου, καταργείται 1.- το ν.δ. 496/1970 'Περί οργανώσεως και λειτουργίας των Ταχυδρομείων' (ΦΕΚ Α. 73), εκτός των άρθρων 1, 2, 3, 4 καθώς και των άρθρων 17 και 18, που ισχύει για όσο χρόνο ο ΕΛ.ΤΑ.

είναι φορέας παροχής της καθολικής υπηρεσίας" και "2.- το β.δ. 804/1970 'Περί κυρώσεως του Καταστατικού των Ελληνικών Ταχυδρομείων' (ΦΕΚ Α. 271)". Στον νεώτερο ν. 3429/2005 (ΦΕΚ Α. 314/27.12.2005), ορίζεται ως 'δημόσια επιχείρηση' κάθε ανώνυμη εταιρία, στην οποία το ελληνικό δημόσιο δύναται να ασκεί, άμεσα ή έμμεσα, αποφασιστική επιρροή (και) λόγω των κανόνων, που τη διέπουν [άρθρο 1 παρ.1 (Κεφάλαιο Α') ν. 3429/2005].

Εν τέλει, ο ν. 4053/2012 (ΦΕΚ Α. 44 / 7.3.2012), ο οποίος ισχύει από 7.3.2012 [άρθρο 39 του ν. 4053/2012], ορίζει: (1).- στο άρθρο 20 παρ.1 εδάφια (α) και (β) ότι "από τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου καταργούνται: (α).- το ν.δ. 496/1970 'Περί οργανώσεως και λειτουργίας των Ταχυδρομείων'(ΦΕΚ Α. 73), εκτός των άρθρων 1 και 17 και (β).- ο ν. 2668/1998 'Οργάνωση του τομέα παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις' (ΦΕΚ Α. 282), όπως έχει τροποποιηθεί με το ν. 3185/2003 (ΦΕΚ Α. 229), πλην των άρθρων 23, 26, 27, 28 και 29, ως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν" καθώς και (2).- στο άρθρο 21 παρ.1 ότι "η ΕΛ.ΤΑ.

Α.Ε." παραμένει φορέας παροχής καθολικής υπηρεσίας έως τις 31.12.2028, οι όροι παροχής της καθολικής υπηρεσίας καθορίζονται με τη σύμβαση ανάθεσης, που συνάπτεται μεταξύ του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και της ΕΛ.ΤΑ. Α.Ε., σύμφωνα με τα οριζόμενα στον παρόντα νόμο". Εν όψει τούτων, η ΕΛ.ΤΑ. Α.Ε, ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ήτοι ανώνυμη εταιρία και φορέας παροχής καθολικής υπηρεσίας μέχρι την 31.12.2028 [άρθρα 1 παρ.1 ν.δ.496/1970, 20 παρ.1 εδ. (α) και 21 παρ.1 ν. 4053/2012], στην οποία το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να ασκεί αποφασιστική επιρροή, εξαιτίας των ως άνω κανόνων που τη διέπουν (καθορισμός των όρων παροχής της καθολικής υπηρεσίας με τη σύμβαση ανάθεσης μεταξύ της ΕΛ.ΤΑ.

Α.Ε. και του Ελληνικού Δημοσίου δια του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων), υπάγεται στο κεφάλαιο (Α') του ν. 3429/2005 [άρθρο 1 παρ.1 (κεφάλαιο A') v. 3429//2005], δηλαδή παραμένει εντός του ευρύτερου δημοσίου τομέα μέχρι την 31.12.2028 (ΑΠ 1063/2020). Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η με αριθμό 4/2000 προκήρυξη της αναιρεσείουσας εταιρείας "ΕΛΤΑ ΑΕ" για την πλήρωση 175 κενών οργανικών θέσεων Διοικητικού και μη Διοικητικού προσωπικού διαφόρων ειδικοτήτων, που δημοσιεύθηκε στο με αριθμό φύλλου 391/28.7.2000 τεύχος προκηρύξεων ΑΣΕΠ, εκδόθηκε υπό την ισχύ του ιδρυτικού της νόμου (ν.δ. 496/1970) και του ν. 2668/1998 (ΦΕΚ Α. 282 / 18.12.1998), τα άρθρα 1, 4 και 19 του οποίου, όπως ήδη εκτέθηκε, ορίζουν ότι ο κύριος σκοπός και η αποστολή των Ελληνικών Ταχυδρομείων συνίστανται στην παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών και ότι φορέας παροχής καθολικής υπηρεσίας είναι τα Ελληνικά Ταχυδρομεία.

Ως εκ τούτου, κατά το χρόνο δημοσίευσης της ως άνω προκήρυξης (δηλαδή στις 28.7.2000) η αναιρεσείουσα "ΕΛΤΑ ΑΕ" αναφορικά με τις προσλήψεις υπαλλήλων της υπαγόταν στις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 του κεφαλαίου Α "τροποποίηση και συμπλήρωση των διατάξεων για τις προσλήψεις του Δημόσιου Τομέα" του ν. 2527/1997 (ΦΕΚ Α 206/8.10.1997), σύμφωνα με το οποίο: "1.

Η παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 αντικαθίσταται ως εξής: 1. Στις διατάξεις των κεφαλαίων Α', Β' και του παρόντος (Γ') υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 51 του ν. 1892/1990.

Στον κατά τα ανωτέρω δημόσιο τομέα και για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος και μόνο υπάγονται επίσης: [...] - τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται τακτικώς σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις από κρατικούς πόρους κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και το Εθνικό Ίδρυμα Υποδοχής και Αποκατάστασης Αποδήμων και Παλινοστούντων Ομογενών Ελλήνων".

Τέλος, η υλοποίηση της με αριθμό 4/2000 προκήρυξης έγινε υπό την ισχύ της παραγράφου 7 του άρθρου 10 του ν. 2839/2000 (ΦΕΚ Α 196/12.9.2000), με την οποία στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του ν. 2527/1997 προστίθεται τελευταίο εδάφιο ως εξής "Οι ρυθμίσεις της παρούσας παραγράφου ισχύουν και για α) τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 και για β) τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου της ίδιας παραγράφου, εφόσον δεν επιχορηγούνται τακτικώς από τον κρατικό προϋπολογισμό".

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 3068/2002 "Συμμόρφωση της Διοίκησης προς δικαστικές αποφάσεις ...", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 4ε παρ. 3 του ν. 3388/2005 (ΦΕΚ Α. 225/12.9.2005) και ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο : "Το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες, που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων.

Δικαστικές αποφάσεις, κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου, είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων, που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές, κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει ... Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα τα οποία ανήκουν εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο".

Επίσης, με την παρ. 1 του άρθρου 50 του π.δ/τος 18/1989 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο Επικρατείας" ορίζεται ότι : "η απόφαση που δέχεται την αίτηση ακυρώσεως απαγγέλει την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης και συνεπάγεται νόμιμη κατάργησή της έναντι όλων, είτε πρόκειται για κανονιστική, είτε πρόκειται για ατομική πράξη", με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι : "οι διοικητικές αρχές, σε εκτέλεση της υποχρέωσής τους, κατά το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος, πρέπει να συμμορφώνονται, ανάλογα με κάθε περίπτωση, με θετική ενέργεια προς το περιεχόμενο της απόφασης του Συμβουλίου, ή να απέχουν από κάθε ενέργεια που είναι αντίθετη προς όσα κρίθηκαν από αυτό.

Ο παραβάτης, εκτός από τη δίωξη, κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα, υπέχει και προσωπική ευθύνη για αποζημίωση" και με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι : "οι αποφάσεις της Ολομελείας, ακυρωτικές και απορριπτικές, καθώς και των Τμημάτων, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο, που ισχύει και σε κάθε υπόθεση ή διαφορά, ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής, κατά την οποία προέχει το διοικητικής φύσεως ζήτημα, που κρίθηκε από το Συμβούλιο".

Από δε τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων και των διατάξεων των άρθρων 95 παρ. 5 του Συντάγματος και 1 και 4 παρ. 1 του Ν. 702/1977, προκύπτει ότι η Διοίκηση, μετά την έκδοση ακυρωτικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Διοικητικού Εφετείου επί αίτησης ακύρωσης υποχρεούται να συμμορφωθεί προς αυτήν και μάλιστα όχι μόνο να θεωρήσει ανίσχυρη και μη υφιστάμενη στον νομικό κόσμο την ακυρωθείσα διοικητική πράξη, αλλά και να προβεί σε θετικές ενέργειες για την αναμόρφωση της νομικής κατάστασης που προέκυψε αμέσως ή εμμέσως από την ακυρωθείσα πράξη, ανακαλώντας ή τροποποιώντας τις σχετικές στο μεταξύ εκδοθείσες πράξεις ή εκδίδοντας άλλες, με αναδρομική ισχύ, εφόσον συντρέχει περίπτωση, με σκοπό να αποκαταστήσει τα πράγματα στη θέση στην οποία θα βρίσκονταν αν από την αρχή δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη (ΑΠ 1617/2022, ΑΠ 957/2013, ΣτΕ 1288/2020, ΣτΕ 787/2017, ΣτΕ 4016/2012, ΣτΕ 2557/2006).

Σε περίπτωση δε που η ακυρωτική απόφαση αφορά πράξη διορισμού που εκδόθηκε από τον ίδιο τον φορέα διορισμού ή σφάλμα της πράξης διορισμού του φορέα που επικυρώθηκε από το Α.Σ.Ε.Π., του οποίου η απόφαση στη συνέχεια ακυρώθηκε από το ΣτΕ, ο φορέας διορισμού υποχρεούται, συμμορφούμενος με αυτή, να προσδώσει αναδρομικότητα στην πράξη που θα εκδώσει με σκοπό την αποκατάσταση των πραγμάτων στη θέση, στην οποία θα βρίσκονταν αν από την αρχή δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη (ΑΠ 1617/2022, ΑΠ 1402/2021, ΑΠ 282/2013, ΣτΕ 100/2011, ΣτΕ 957/2010).

Δεν συντρέχει, όμως, τέτοια περίπτωση εάν η αρχική πράξη διορισμού του φορέα διορισμού ήταν καθόλα ορθή, πλην, όμως, αυτή κατόπιν υποβολής ένστασης εκ μέρους συνυποψηφίου του προσωρινά διορισθέντος ή και αυτεπαγγέλτως ανατράπηκε κατά τον έλεγχο νομιμότητας με εσφαλμένη απόφαση του Α.Σ.Ε.Π., η οποία ακυρώθηκε στη συνέχεια με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Διοικητικού Εφετείου, οπότε ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος γεννάται κατά τα άρθρα 105-106 του ΕισΝΑΚ σε βάρος μόνο του Ελληνικού Δημοσίου (ΑΠ 1617/2022, ΣτΕ 787/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) - [Ολ.

ΑΠ 1/1999]. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ. 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες [ΑΠ 109/2020, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 1388/2019, Α.Π. 1266/2017].

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι είναι αναιτιολόγητη η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με το ότι: "η πράξη διορισμού του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου κατά το μέρος που δεν διαλαμβάνει ρήτρα αναδρομής είναι μη νόμιμη, η δε εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα υπαίτια παρέλειψε δια των οργάνων της να τον διορίσει αναδρομικά και να του καταβάλει τις αποδοχές του από την αρχική ημερομηνία διορισμού [...]".

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος για την έρευνα του τρίτου, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από την εκτίμηση των με επίκληση προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, διατύπωσε την ακόλουθη αιτιολογία: "Η εναγομένη, με την 4/2000 προκήρυξη, προέβη σε διαγωνισμό πρόσληψης υπαλλήλων διοικητικού και μη διοικητικού προσωπικού, μεταξύ των οποίων μία θέση ειδικότητας ΔΕ ……..στη Νομαρχία …….

στο γραφείο ………... Η διενέργεια του εν λόγω διαγωνισμού ανατέθηκε στο ΑΣΕΠ. Ο ενάγων, κάτοικος ……., υπέβαλε σχετική αίτηση προς την εναγομένη για συμμετοχή του στο διαγωνισμό αυτό, προκειμένου να καταλάβει την προαναφερθείσα θέση. Ωστόσο, με τις 1370/2000 και 1163/2001 αποφάσεις του, το ΑΣΕΠ δέχθηκε ότι αυτός δεν είχε προσκομίσει εμπρόθεσμα την απαιτούμενη υπεύθυνη δήλωση, περί του ότι δέχεται να υπηρετήσει στ……… επί 10 χρόνια τουλάχιστον και διαγράφηκε από τον πίνακα διοριστέων, ενώ διαγράφηκε και ο αρχικώς διορισθείς Χ.

Σ., ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον Ν. Κ.. Οι εν λόγω αποφάσεις του ΑΣΕΠ ακυρώθηκαν από το ΣτΕ, με την 507/2010 απόφασή του, με την οποία έγινε δεκτό ότι ο ενάγων είχε προσκομίσει εμπροθέσμως την ως άνω υπεύθυνη δήλωση. Κατόπιν τούτων, το ΑΣΕΠ, με την 173/2012 απόφασή του, έκρινε ότι εάν δεν είχαν μεσολαβήσει οι ακυρωθείσες αποφάσεις του, λαμβανομένων υπ' όψιν των κριτηρίων του νόμου και της προκήρυξης, θα διατίθετο προς διορισμό στην ως άνω προκηρυχθείσα θέση ο ενάγων, ως διαθέτων τα προσόντα για την πλήρωσή της, οπότε και παρήγγειλε στην εναγομένη την εγγραφή αυτού στον πίνακα διοριστέων του κλάδου ΔΕ …….

της …. ..., στο ……. Γραφείο ……. της ανωτέρω προκήρυξης. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο ενάγων, αν δεν αποκλειόταν όπως προαναφέρθηκε, θα κατατασσόταν στον πίνακα επιτυχόντων και θα καταλάμβανε την θέση του ……. της ………. και [...] θα επερχόταν η πλήρωση της σχετικής αίρεσης για την τελείωση της σχετικής σύμβασης εργασίας του στην εναγόμενη.

Ωστόσο, τα αρμόδια όργανα της εναγομένης, προέβησαν στην πρόσληψη του ενάγοντος, ο οποίος ανέλαβε καθήκοντα από τις ……. στο κατάστημα ………., πλην όμως, δεν τον διόρισαν αναδρομικά από …….., ως όφειλαν σε συμμόρφωση με την απόφαση του ΣτΕ, αλλά και του ΑΣΕΠ που όρισε την εγγραφή του ενάγοντος στον πίνακα διοριστέων της ανωτέρω προκήρυξης, όπως υποχρεούντο [...].

Επομένως, η πράξη διορισμού του, κατά το μέρος που δεν διαλαμβάνει ρήτρα αναδρομής είναι μη νόμιμη, η δε εναγομένη υπαίτια παρέλειψε δια των οργάνων της να τον διορίσει αναδρομικά και ακολούθως, αφ' ενός, να του καταβάλει τις αποδοχές του από την αρχική ημερομηνία διορισμού και αφ' ετέρου να του καταβάλλει αποδοχές από την έναρξη της ανάληψης των καθηκόντων του, με βάση την ανάλογη μισθολογική εξέλιξη που προβλέπεται από τον κανονισμό της. [...].

Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι, εξ αιτίας της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης, ο ενάγων υπέστη ζημία, που συνίσταται στους μισθούς που θα λάμβανε αν είχε διοριστεί εξ αρχής και στη διαφορά αποδοχών μεταξύ αυτών που έλαβε και εκείνων που θα λάμβανε αν συνυπολογιζόταν η προϋπηρεσία του.

Επομένως, ο ενάγων δικαιούται ως αποζημίωση τις αποδοχές χρονικού διαστήματος 5 ετών πριν την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, αφαιρουμένων των ποσών που ίδιος κέρδισε λόγω της απασχόλησής του σε άλλη εργασία κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα [...]." Με τις ως άνω παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της κατά νόμο επαρκούς αιτιολογίας, αφού σε αυτή δεν γίνεται μνεία πραγματικών περιστατικών που να θεμελιώνουν τις από την αδικοπραξία της εναγομένης -αναιρεσείουσας αξιώσεις αποζημίωσης του ενάγοντος -πρώτου αναιρεσίβλητου, και ειδικότερα σε τι συνίσταται η υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, ως στοιχείο της αδικοπρακτικής της ευθύνης επί της οποίας (αδικοπραξίας), κατά την κύρια βάση της ένδικης αγωγής, θεμελιώνονται οι απαιτήσεις του για επιδίκαση:

α) μηνιαίων αποδοχών και επιδομάτων εορτών και αδείας κατά τη χρονική περίοδο από …… μέχρι ……., β) διαφορών αποδοχών κατά τη χρονική περίοδο από …… μέχρι ….. και γ) χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης. Ειδικότερα, δεν γίνεται μνεία των πραγματικών εκείνων περιστατικών, από τα οποία προκύπτει κατά τα ήδη προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας η δέσμια αρμοδιότητα της αναιρεσείουσας να προσδώσει αναδρομική ισχύ στην πρόσληψη του πρώτου αναιρεσίβλητου, τον οποίο προσέλαβε σε συμμόρφωσή της με τη αριθμό 173/2012 απόφασης του ΑΣΕΠ, που έκρινε ότι ο ενάγων- πρώτος αναιρεσίβλητος πληρούσε τις προϋποθέσεις πλήρωσης της θέσης του …….

της …….. κατά τους όρους της 4/2000 προκήρυξης της εναγομένης -αναιρεσείουσας και που εκδόθηκε μετά την έκδοση της με αριθμό 507/2010 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, που ακύρωσε τις προγενέστερες, με αριθμούς 1370/2000 και 1163/2001, αποφάσεις του ΑΣΕΠ, με τις οποίες το τελευταίο, επιλαμβανόμενο αυτεπαγγέλτως, εσφαλμένα έκρινε μη διοριστέο στην ως άνω θέση διανομέα τον ενάγοντα -πρώτο αναιρεσίβλητο, ούτε διαλαμβάνονται περαιτέρω παραδοχές περί του ότι η αρχική πράξη διορισμού του αναιρεσίβλητου εκ μέρους της αναιρεσείουσας έπασχε, ούτως ώστε να στοιχειοθετείται υπαιτιότητα αυτής, ως προς την έκδοσή της και συνακόλουθα ευθύνη προς αποζημίωση.

Επιπλέον, με τις ίδιες παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση έχει και αντιφατικές αιτιολογίες. Τούτο διότι αρχικά το Εφετείο δέχεται ότι η διενέργεια του διαγωνισμού με βάση την 4/2000 προκήρυξη της εναγομένης -αναιρεσείουσας και για την πρόσληψη ……. Στο…. ανατέθηκε στο ΑΣΕΠ και ότι το τελευταίο με τις 1370/2000 και 1163/2001 αποφάσεις του δέχθηκε ότι ο ενάγων- πρώτος αναιρεσίβλητος δεν είχε προσκομίσει εμπρόθεσμα την απαιτούμενη υπεύθυνη δήλωση περί του ότι δέχεται να υπηρετήσει στην ……..δέκα χρόνια και τον διέγραψε από τον πίνακα διοριστέων και ότι η με αριθμό 507/2010 απόφαση του ΣτΕ ακύρωσε τις ως άνω 1370/2000 και 1163/2001 εσφαλμένες αποφάσεις του ΑΣΕΠ, δέχεται, δηλαδή, ότι ο αποκλεισμός του ενάγοντος -πρώτου αναιρεσίβλητου από τον συγκεκριμένο διαγωνισμό και η μη πρόσληψή του δεν οφειλόταν σε εσφαλμένες ενέργειες των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης -αναιρεσείουσας.

Στη συνέχεια, όμως, δέχεται ότι τα αρμόδια όργανα της εναγομένης-αναιρεσείουσας παρανόμως και υπαιτίως προέβησαν στην πρόσληψη του ενάγοντος στην επίδικη θέση …….. στη ……. από …….. και δεν τον διόρισαν αναδρομικά από ………., με συνέπεια να του οφείλουν ως αποζημίωση τις μηνιαίες αποδοχές, τα επιδόματα εορτών και αδείας και τις διαφορές αποδοχών συνολικού ύψους 38.522,27 ευρώ και το ποσό των 3.000 ευρώ για τη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης.

Οι ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες η παρεμπόδιση της πλήρωσης της αναβλητικής αίρεσης, υπό την οποία τελούσε η πρόσληψη του ενάγοντος -πρώτου αναιρεσίβλητου οφείλεται σε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο εσφαλμένες αποφάσεις του ΑΣΕΠ, που ακυρώθηκαν από το Συμβούλιο της Επικρατείας και δεν οφείλεται σε υπαίτιες ή παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης -αναιρεσείουσας, η οποία αντιθέτως είχε αρχικά προσλάβει αυτόν, (ή σε ενέργειες αυτών αντίθετες προς την καλή πίστη ώστε να οφείλονται μισθοί υπερημερίας για την ως άνω επίδικη χρονική περίοδο σύμφωνα με τη μη ερευνηθείσα από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επικουρική βάση της ένδικης αγωγής) και ότι, αν και συνέβησαν αυτά, παράνομα και υπαίτια τα αρμόδια όργανα της εναγομένης -αναιρεσείουσας δεν διόρισαν αναδρομικά τον ενάγοντα -πρώτο αναιρεσίβλητο από ……., συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για την υπαγωγή τους στο πραγματικό του εφαρμοστέου των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914 και 932 ΑΚ.

Ενόψει αυτών, ο ως άνω τρίτος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι βάσιμος και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτός.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία την θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των αναγκαίων για τη θεμελίωση του δικαιώματος πραγματικών περιστατικών, του οποίου η προστασία ζητείται και των οποίων πρέπει να γίνεται αναφορά με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής, εκτιμώντας στη συνέχεια τις προσκομισθείσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 133/2022, ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 597/2015).Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης).

Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 46/2020).

Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 487/2020, ΑΠ 803/2019, ΑΠ 1292/2011).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη άρθρου 914 AK, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση ή (και) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία είναι:

α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, δ) ζημία ή αναλόγως ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας (ΑΠ 1979/2017).

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας του εναγομένου, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του τελευταίου, η πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη ζημία του ενάγοντος, θετική και αποθετική, ήτοι περιγραφή των ζημιών κατά το είδος, την έκταση, την αιτία και το ύψος της δαπάνης, η οποία απαιτείται για την αποκατάσταση κάθε επιμέρους ζημίας, επιτρέποντας στο μεν δικαστήριο την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας του καταγόμενου προς κρίση δικαιώματος αποζημίωσης, στο, δε ζημιώσαντα εναγόμενο την άσκηση ανταπόδειξης, και, τέλος, η ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας (ΑΠ 1027/2021, ΑΠ 46/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε τα άρθρα 111 παρ. 2, 117, 118 εδαφ 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, άλλως δεν αξιολόγησε ορθά την προβληθείσα από την εναγομένη -εκκαλούσα -αναιρεσείουσα ένσταση αοριστίας της αγωγής, αλλά χωρίς επαρκή, βάσιμη και ορθή αιτιολογία έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή του ενάγοντος -πρώτου αναιρεσίβλητου, που, κατά την αναιρεσείουσα, είναι αόριστη, καθότι δεν αναφέρονται σε αυτή οι συλλογικές συμβάσεις με βάση τις οποίες ο αντίδικός της υπολόγισε της ένδικες διαφορές, ούτε οι αποφάσεις με τις οποίες κατέστησαν οι συλλογικές αυτές συμβάσεις υποχρεωτικές, δεν αναφέρεται το χρονικό διάστημα της ισχύος τους και στις αγωγικές αξιώσεις για το έτος 2012 (…….), ήτοι στις διαφορές αποδοχών που αιτήθηκε ο ενάγων-πρώτος αναιρεσίβλητος για την περίοδο αυτή, ουδόλως αναφέρονται αναλυτικά τα χρηματικά ποσά τα οποία η εναγομένη-αναιρεσείουσα του κατέβαλε μηνιαίως, και ο τρόπος υπολογισμού τους, για να μπορεί να γίνει ασφαλής δικανικός συλλογισμός και υπολογισμός των χρηματικών διαφορών που εξήγαγε ο ενάγων -πρώτος αναιρεσίβλητος.

Σχετικά με τον ως άνω τέταρτο λόγο αναίρεσης, λεκτέα είναι τα εξής: Η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα αοριστία του ως άνω κεφαλαίου της ένδικης αγωγής δεν είναι νομική, καθότι δεν συνδέεται με τη νομική εκτίμηση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, αλλά συνίσταται σε παραβίαση του δικονομικού κανόνα του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠολΔ.

Συνεπώς, εφόσον υφίσταται, δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αλλά ιδρύει τον από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου αναιρετικό λόγο. Περαιτέρω, από το ήδη εκτεθέν περιεχόμενο της από 31.12.2012 και με αριθμό κατάθεσης 2094/6349/2012 αγωγής, στην επισκόπηση της οποίας προέβη ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα του πρώτου, από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, προκύπτει ότι αυτή είναι επαρκώς ορισμένη ως προς τα στοιχεία, τα οποία προσδιορίζουν τη αιτούμενη ζημία του ενάγοντος -πρώτου αναιρεσίβλητου.

Συγκεκριμένα υπάρχει ακριβής περιγραφή των μηνιαίων αποδοχών που αυτός ισχυρίζεται ότι έχει απολέσει από ……. μέχρι ……., περιλαμβανομένων και των επιδομάτων εορτών και αδείας της ίδιας χρονικής περιόδου, τις οποίες προσδιορίζει με βάση τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας των ετών 2005, 2006- 2007 και 2008-2009, που συνήφθησαν μεταξύ της "ΕΛΤΑ ΑΕ" και των εργαζομένων της και καθορίζουν το μισθολόγιο των τελευταίων.

Ειδικότερα παραθέτει τα αντίστοιχα άρθρα των ως άνω σ.σ.ε, που ορίζουν το επίδομα χρόνου υπηρεσίας (άρθρο 10), τα έξοδα κίνησης (άρθρο 21), την αποζημίωση εκμετάλλευσης (άρθρο 23), το επίδομα εξομάλυνσης (άρθρο 28), το επίδομα στολής (άρθρο 29) και το επίδομα προσθέτου έργου οδηγών στο προσωπικό των κλάδων οδηγών, διανομέων και διαμετακομιστών που οδηγούν υπηρεσιακά αυτοκίνητα και παράλληλα ενεργούν την φορτοεκφόρτωση, την παραλαβή και παράδοση ταχ.

αποστολών, την περισυλλογή της αλληλογραφίας από τα γραμματοκιβώτια, τη διανομή δεμάτων στο σπίτι, την τοποθέτηση εντύπων (άρθρο 30), με βάση τα οποία υπολογίζει τις αξιούμενες ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας (άλλως κατά την επικουρική βάση της αγωγής ως μισθούς υπερημερίας) μηνιαίες αποδοχές και με βάση αυτές καθορίζει και τη αποζημιωτική διαφορά που αξιώνει μεταξύ των αποδοχών που ζητεί να λάβει και εκείνων που έλαβε κατά την επιμέρους επίδικη περίοδο από το ……..2012 μέχρι και το …….2012.

Επομένως, το Εφετείο, με την παραδοχή "Πρέπει να σημειωθεί ότι η αγωγή είναι ορισμένη ως προς τα αιτούμενα κονδύλια, εφόσον ο ενάγων επικαλείται ότι ο μισθός του υπολογίζεται βάσει του Κανονισμού Προσωπικού των ΕΛΤΑ, αναφέρει τον τρόπο υπολογισμού του μισθού του, τα μισθολογικά κλιμάκια, στα οποία έπρεπε να έχει ενταχθεί [...] τα χρονοεπιδόματα καθώς και όλα τα επιδόματα που δικαιούτο. [...] και ο σχετικός λόγος έφεσης περί αοριστίας της αγωγής πρέπει να απορριφθεί" δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με αποτέλεσμα ο ως άνω τέταρτος λόγος αναίρεσης, εκτιμώμενος, κατά τα προεκτεθέντα, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Τούτο διότι το Εφετείο, δεχόμενο τα ως άνω, δεν παραβίασε τις δικονομικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 117 118 εδαφ 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.ΠολΔ με το οποίο προβάλλεται έλλειψη αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης ως προς την απόρριψη της ένστασης της αναιρεσείουσας περί αοριστίας της αγωγής, είναι απαράδεκτος διότι πράγματι πλήττει την απόφαση για εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 216 περ.

β του Κ.Πολ.Δ., που είναι διάταξη δικονομικού δικαίου και όχι ουσιαστικού και δεν ελέγχεται αναιρετικά η προβαλλομένη πλημμέλεια από τον επικαλούμενο λόγο (ΑΠ 812/2018). Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.

Από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία είναι απόρροια της λειτουργίας της αίτησης αναίρεσης ως ένδικου μέσου ακυρωτικού χαρακτήρα, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όταν υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου [ΑΠ 1082/2018].

Με τον πέμπτο, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια ότι, δεχθείσα ότι ο ενάγων -πρώτος αναιρεσίβλητος υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς του, εξαιτίας του ότι δεν περιλήφθηκε στον πίνακα διοριστέων και υποχρεώθηκε να προσφύγει στη δικαιοσύνη και να υποστεί ψυχική ταλαιπωρία και επιδικάζοντας σε αυτόν χρηματική ικανοποίηση ύψους 3.000 ευρώ για την ηθική βλάβη που υπέστη, δεν έλαβε υπόψη της το πραγματικό γεγονός της υπαιτιότητας του ενάγοντος- πρώτου αναιρεσίβλητου, το οποίο η αναιρεσείουσα προέβαλε και το οποίο αποδείχθηκε, ότι, δηλαδή, ο ενάγων -πρώτος αναιρεσίβλητος δεν υπέβαλε, ως όφειλε, μαζί με την αίτησή του υπεύθυνη δήλωση, στην οποία να αναφέρεται ότι θα παραμείνει επί δεκαετία και πλέον στην προκηρυχθείσα με την 4/2000 προκήρυξή της θέση …….στο…….., προκειμένου να του υπολογιστεί το στοιχείο εντοπιότητας από το ΑΣΕΠ και να συμπεριληφθεί στον πίνακα διοριστέων.

Σύμφωνα με την προηγηθείσα σκέψη, η με τον πέμπτο λόγο επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια καθιστά το λόγο αυτό απαράδεκτο, διότι, υπό την επίφαση της επίκλησης του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου.

Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος, διότι, ο ως άνω ισχυρισμός της εναγομένης -αναιρεσείουσας ότι, δηλαδή, ο ενάγων -πρώτος αναιρεσίβλητος δεν περιελήφθη από τον ΑΣΕΠ στον πίνακα των διοριστέων σύμφωνα με τους όρους της από 4/2000 προκήρυξής της, από υπαιτιότητα του ιδίου, δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της ένδικης αγωγής, ως προς το κεφάλαιό της που αφορά την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης στον ενάγοντα -πρώτο αναιρεσίβλητο λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του.

Ενόψει αυτών και ο πέμπτος λόγος της ένδικης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο, όπως ήδη εκτέθηκε, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γ' αυτό προϋποθέτει κρίση επί τους ουσίας του Δικαστηρίου και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος.

Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, ή τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο ή ως απαράδεκτο ή ως αόριστο ή για άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 395/2018, ΑΠ 369/2014).

Με τον έκτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα "ΕΛΤΑ ΑΕ" προσάπτει στο Εφετείο την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, επικαλούμενη ότι με τις ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραθέτει, το Εφετείο δέχθηκε "τύποις" και απέρριψε επί της ουσίας την προσεπίκλησή της κατά του Α.Σ.Ε.Π (δηλαδή του τρίτου αναιρεσίβλητου) απορρίπτοντας και τον ισχυρισμό της περί παθητικής νομιμοποίησης του Α.Σ.Ε.Π.

και συνακόλουθα του δεύτερου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου ως εκπροσώπου αυτού (του ΑΣΕΠ), στερώντας του επί της ουσίας την ιδιότητα του διαδίκου. Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των αναγκαίων για την έρευνα του ως άνω λόγου αναίρεσης διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν τα εξής:

Η εναγομένη -αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 5.3.2013 και με αριθμό κατάθεσης 45454/1444.2013 ανακοίνωση δίκης -προσεπίκληση κατά του τρίτου αναιρεσίβλητου "Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού -Α.Σ.Ε.Π" στην οποία σώρευσε και παρεμπίπτουσα αγωγή, ζητώντας το Α.Σ.Ε.Π αφενός να παρέμβει στη μεταξύ αυτής και του ενάγοντος -πρώτου αναιρεσίβλητου δίκη και αφετέρου να υποχρεωθεί αυτό, σε περίπτωση ήττας της, να της καταβάλει κάθε ποσό που θα υποχρεωθεί η ίδια να καταβάλει στον αντίδικό της, νομιμότοκα από την ημέρα της καταβολής.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τη με αριθμό 3130/2014 απόφασή του απέρριψε την ως άνω ανακοίνωση δίκης -προσεπίκληση και τη σωρευόμενη σε αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή ως απαράδεκτες. Κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης η εναγομένη-αναιρεσείουσα άσκησε την από 4.12.2014 και με αριθμό κατάθεσης 8231/2014 έφεση, την οποία έστρεψε και κατά του δεύτερου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και κατά του τρίτου αναιρεσίβλητου "Α.Σ.Ε.Π.", με τον πέμπτο λόγο της οποίας παραπονείτο κατά της εκκαλουμένης απόφασης για την απόρριψη της ανακοίνωσης δίκης- προσεπίκλησης που απεύθυνε προς το "Α.Σ.Ε.Π.".

Το Εφετείο, απέρριψε τον ως άνω λόγο έφεσης με την ακόλουθη αιτιολογία: "Στο ν. 2190/1994 "Σύσταση ανεξάρτητης αρχής για την επιλογή προσωπικού και ρύθμιση θεμάτων διοίκησης" (ΦΕΚ Α 28) ορίζεται : Στο άρθρο 2 ότι: "Συνιστάται Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο λειτουργεί ως ανεξάρτητη αρχή.

Το Α.Σ.Ε.Π. δεν υπόκειται σε έλεγχο από κυβερνητικά όργανα ή άλλη διοικητική αρχή και οι πράξεις του δεν υπόκεινται σε ιεραρχικό έλεγχο ούτε από άποψη νομιμότητας, εκτός από εκείνες που αφορούν το κατά το άρθρο 7 προσωπικό. Το Α.Σ.Ε.Π. υπάγεται στον Υπουργό Προεδρίας της Κυβέρνησης...". Περαιτέρω το Α.Σ.Ε.Π., ως ανεξάρτητη διοικητική αρχή, η οποία οργανώνεται και λειτουργεί στα πλαίσια της δημόσιας διοίκησης, στερούμενη διακεκριμένης νομικής προσωπικότητας, αποτελεί όργανο της εκτελεστικής λειτουργίας και δη διοικητικό όργανο που ανήκει στο ενιαίο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου [...].

Επομένως, διάδικος νομιμοποιούμενος παθητικώς στη δίκη για την αγωγή προς καταβολή αποζημίωσης λόγω παράνομης πράξης ή παράλειψης των οργάνων του Α.Σ.Ε.Π., καθώς και στην κατ' έφεση δίκη για την αγωγή αυτή είναι το Δημόσιο [...].". Με την κρίση του δε αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, η οποία με ίδια αιτιολογία είχε απορρίψει ως απαράδεκτη την στρεφόμενη κατά του Α.Σ.Ε.Π.

από 5.3.2013 ανακοίνωση δίκης- προσεπίκληση της εναγομένης -αναιρεσείουσας. Ενόψει αυτών και σύμφωνα με την προηγηθείσα σκέψη, δεν ιδρύεται ο ως άνω έκτος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο γίνεται επίκληση ελλιπούς και αντιφατικής αιτιολογίας στις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών απέρριψε την ανακοίνωση δίκης -προσεπίκληση της αναιρεσείουσας κατά του Α.Σ.Ε.Π.

ως απαράδεκτη και δεν εξέφερε κρίση επί της ουσίας. Κατά συνέπεια και ο έκτος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα προεκτεθέντα, η ένδικη, από 5.12.2018 και με αριθμό κατάθεσης 11337/925/2018 αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή, δεδομένου ότι έγινε δεκτός ο τρίτος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αυτής. Συνακόλουθα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση καθ' ο μέρος της αφορά την αναιρεσείουσα-εναγομένη και τον πρώτο αναιρεσίβλητο ενάγοντα στο ίδιο Δικαστήριο (Μονομελές Εφετείο Αθηνών), του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Ακόμη, ο πρώτος αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ). Τέλος, η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά των δεύτερου και τρίτου αναιρεσίβλητων [δηλαδή του Ελληνικού Δημοσίου και της Ανεξάρτητης Αρχής με την επωνυμία "Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π)"] πρέπει να απορριφθεί, καθότι απορρίφθηκε ο έκτος λόγος αυτής, που αφορούσε τους συγκεκριμένους διαδίκους.

Η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του Ελληνικού Δημοσίου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, μειωμένων ως ορίζεται στο διατακτικό, κατ' εφαρμογή των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993) και των άρθρων 4 παρ.1 και 20 παρ.1 του Ν. 4831/2021.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 632/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της που αφορά την αναιρεσείουσα και τον πρώτο αναιρεσίβλητο.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή για περαιτέρω εκδίκαση της μεταξύ των ως άνω διαδίκων υπόθεσης.

Καταδικάζει τον πρώτο αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Απορρίπτει την από 5.12.2018 και με αριθμό κατάθεσης 11337/925/2018 αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των δεύτερου και τρίτου αναιρεσίβλητων [δηλαδή του Ελληνικού Δημοσίου και της Ανεξάρτητης Αρχής με την επωνυμία "Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ)"].

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ