Legislator Case Law & Legislation
147/2020 AI generated

147/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 147/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

147/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αυτό συμβαίνει προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό, νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας όπου και εκκρεμεί (ΑΠ 153/2018, ΑΠ 410/2014).

Keywords

AI generated
bank charges seizure of funds european order for payment procedure attachment of bank accounts right of deposit negotiable instrument
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 147 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 147/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης: Ν. Σ. - Δ., Υποθηκοφύλακα ..., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Σταματόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "... DEVELOPMENT S.A.", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Πασσά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2008 αγωγή της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ", που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4595/2010 μη οριστική και 2936/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία συνεκδίκασε την ως άνω αγωγή με την από 3-9-2013 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της Ν. Σ. - Δ. και 1484/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με τις από 8-5-2018 και 19-6-2018 αιτήσεις τους και η αναιρεσείουσα της από 8-5-2018 αίτησης και με τους από 5-10-2018 προσθέτους λόγους, ενώ με το από 6-11-2018 αίτημα του άρθρου 579 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. η αναιρεσείουσα της από 8-5-2018 αίτησης ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. .

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ" ζήτησε την παραδοχή της αίτησής του, την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων της αντιδίκου και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του παρόντος δικαστηρίου, συζητήθηκαν: α) οι από 8-5-2018 (αριθμ. εκθ. κατ. 389/2018) και από 19-6-2018 (αριθμ. εκθ. κατ. 533/2018) αιτήσεις αναίρεσης και, β) ο με ιδιαίτερο δικόγραφο από 5-10-2018 (αριθμ. εκθ. κατ. 118/2018) πρόσθετος λόγος της πρώτης κατά της υπ’ αριθμ. 1484/2018 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών. Οι αιτήσεις και ο πρόσθετος λόγος της πρώτης πρέπει να συνεκδικασθούν, αφού είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ.α' ΚΠολΔ" αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχική απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.

Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη. Διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ, να εξασφαλίσει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού.

Αυτό συμβαίνει προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό, νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας όπου και εκκρεμεί (ΑΠ 153/2018, ΑΠ 410/2014).

Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη, με την ένδικη αγωγή της ισχυρίστηκε ότι η εναγόμενη ήδη αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη, ως άμισθη Υποθηκοφύλακας του Υποθηκοφυλακείου ..., για την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης προς εξασφάλιση ομολογιακού δανείου, αξίωσε την καταβολή αναλογικών τελών, ποσού 387.639,70 ευρώ, τα οποία αυτή (ενάγουσα) κατέβαλε, λόγω της επείγουσας ανάγκης δανειοδότησής της, προκαλώντας έτσι από υπαιτιότητά της σ' αυτήν (ενάγουσα) αντίστοιχη ζημία. Ζήτησε δε κατόπιν αυτού να υποχρεωθεί η εναγόμενη κυρίως μεν λόγω της αδικοπραξίας της, άλλως δε και επικουρικώς κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να της καταβάλει νομιμοτόκως το επί πλέον του νομίμου εισπραχθέν χρηματικό ποσό των 387.539,70 ευρώ. Με την πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή απορρίφθηκε κατά την κυρία βάση της, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και έγινε δεκτή κατά την επικουρική βάση της, ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η έφεση της εναγόμενης και μετ' εξαφάνιση της πρωτοδίκου απόφασης έγινε ακολούθως δεκτή εν μέρει η αγωγή κατά την επικουρική της βάση. Ήδη η απόφαση αυτή πλήττεται από αμφότερες τις διαδίκους για τους λόγους που αναφέρονται στις αιτήσεις και κατωτέρω.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος τα εξής: "Μεταξύ της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ") και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", υπογράφηκε το από 8-9-2005 "Πρόγραμμα Εκδόσεως Κοινού Ενυπόθηκου Ομολογιακού Δανείου μέχρι ποσού ευρώ 49.500.000 μετά Συμβάσεων, Καλύψεως και Πρωτογενούς Διαθέσεώς του.

Ορισμού Διαχειριστή Πληρωμών και Εκπροσώπου των Ομολογιούχων", με τους ειδικότερα αναφερόμενους σε αυτό όρους, διεπόμενου από τις διατάξεις των άρθρων του Ν. 3156/2003 και του Ν. 2190/1920. Την κάλυψη των ομολογιών του δανείου ανέλαβε η αντισυμβαλλόμενη της ενάγουσας τράπεζα με ιδιωτική τοποθέτηση από την ίδια, η οποία και ορίστηκε ως εκπρόσωπος των ομολογιούχων.

Για την εξασφάλιση της απαίτησης της ως άνω τράπεζας από τη σύμβαση ομολογιακού δανείου, η ενάγουσα συναίνεσε στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης για το ποσό των 50.000.000 ευρώ, στα αναφερόμενα επακριβώς ακίνητά της που βρίσκονται στο Δήμο ... και εξεδόθη η απόφαση 51636/Σ/2006 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), με την οποία επετράπη στην "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", να εγγράψει προσημείωση υποθήκης ποσού 50.000.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων προς εξασφάλιση της απαίτησής της.

Την 26-7-2006 η "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" υπέβαλε αίτηση στην εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη), υποθηκοφύλακα Καλλιθέας, για την εγγραφή στα βιβλία υποθηκών του υποθηκοφυλακείου Καλλιθέας της προαναφερόμενης προσημείωσης, προσφερόμενη στην καταβολή των παγίων δικαιωμάτων, ποσού 100 ευρώ, όπως προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3156/2003, εφόσον η εγγραφή αφορούσε εγγραφή ασφάλειας για ομολογιακό δάνειο.

Ωστόσο, η εναγόμενη, με το από 28-8-2006 έγγραφο της, αρνήθηκε να εγγράψει την προσημείωση αυτή κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3156/2003. Αντίθετα, η εναγόμενη απαίτησε για την εγγραφή της, την καταβολή των αναλογικών της δικαιωμάτων, ποσού 387.639,70 ευρώ, όπως αυτά προβλέπονται στα άρθρα 1,5 του Ν.325/1976, 20 παρ.5 του Ν.2145/1993 σε συνδυασμό με τηνΐ00132/1996 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

Στη συνέχεια η ενάγουσα προσέφυγε στη διαδικασία του άρθρου 791 ΚΠολΔ και κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Εκούσιας Δικαιοδοσίας) την από 7-9-2006 αίτησή της', με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγόμενη υποθηκοφύλακας να εγγράψει στα βιβλία υποθηκών του υποθηκοφυλακείου Καλλιθέας την αναφερόμενη προσημείωση υποθήκης, με την καταβολή ποσού 100 ευρώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3156/2003.

Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η 6221/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που την δέχθηκε και διέταξε την εναγόμενη να εγγράψει την ανωτέρω προσημείωση στα βιβλία υποθηκών του υποθηκοφυλακείου Καλλιθέας, κατά τη διάταξη του Ν. 3156/2003. Η ενάγουσα όχλησε την εναγόμενη για να συμμορφωθεί με το διατακτικό της ως άνω απόφασης , όμως, η τελευταία αρνήθηκε και άσκησε την από 12-2-2008 έφεσή της ενώπιον του Εφετείου Αθηνών κατά της απόφασης αυτής.

Προ του κινδύνου ματαίωσης της σύμβασης ομολογιακού δανείου, η ενάγουσα αναγκάσθηκε, την 8-10- 2008, να ζητήσει από την εναγόμενη να προβεί στην εγγραφή της ως άνω απόφασης προσημείωσης υποθήκης, πριν την έκδοση της απόφασης από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την καταβολή στην εναγόμενη αναλογικών δικαιωμάτων και όχι σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3156/2003.

Η ενάγουσα για την εγγραφή της προσημείωσης υποθήκης κατέβαλε στην εναγόμενη το χρηματικό ποσό των 387.639,70 ευρώ. Η ενάγουσα, δεν προέβη στην καταβολή του χρηματικού αυτού εκουσίως, αλλά εξαναγκαστικά, δεδομένου ότι σε αντίθετη περίπτωση, θα ματαιωνόταν η σύμβαση ομολογιακού δανείου. Εξάλλου, η ενάγουσα αμφισβητούσε την άρνηση της εναγόμενης να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν.3156/2003 και για το λόγο αυτό είχε προσφύγει στη διαδικασία του άρθρου 791 του ΚΠολΔ, διαδικασία την οποία δεν εγκατέλειψε, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη.

Επομένως, οι ισχυρισμοί της εναγόμενης α) ότι η ενάγουσα προέβη στην καταβολή των 387.639,70 ευρώ γνωρίζοντας ότι δεν έχει χρέος και β) ότι η ενάγουσα καταχρηστικά ασκεί την αγωγή της, αφού ομολόγησε ότι όφειλε να καταβάλει αναλογικά τέλη και εγκατέλειψε τη διαδικασία του άρθρου 791 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι αντίστοιχοι λόγοι έφεσης.

Να σημειωθεί ότι η από 12-2- 2008 έφεση της εναγόμενης, απορρίφθηκε με την απόφαση 6959/2008 του Εφετείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη. Για την εγγραφή της προσημείωσης αυτής η εναγόμενη, Υποθηκοφύλακας ..., αξίωσε και έλαβε, την 8- 10-2008, από την ενάγουσα - εκκαλούσα εταιρία, αντί του πάγιου ποσού των 100 ευρώ, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3156/2003, το ποσό των 387.639,70 ευρώ.

Ειδικότερα, το χρηματικό ποσό που εισέπραξε η εναγόμενη- εφεσίβλητη, Υποθηκοφύλακας ..., αναλύεται ως εξής: α) ποσό 149.999,82 ευρώ ως αναλογικά δικαιώματα υπέρ του Δημοσίου, β) ποσό 87.500 ευρώ ως δικαιώματα υπέρ ΤΑΧΔΙΚ, γ) ποσό 150.029,54 ευρώ ως δικαιώματα υπέρ Υποθηκοφύλακα, δ) 100,8 ευρώ ως δικαιώματα για πιστοποιητικά και ε) 9 ευρώ ως πάγιο.

Το πιο πάνω συνολικό χρηματικό ποσό των 387. 639,70 ευρώ, η τελευταία υπολόγισε σε ποσοστό επί του ύψους της ασφαλιζόμενης απαίτησης με βάση τις διατάξεις των άρθρων 1 επ., 5 του ν. 325/1976, 20 παρ. 5 του ν. 2145/1993, 5 του ν. 2408/1996, 17 παρ. 4 του ν. 3226/2004, σε συνδυασμό και με την 100132/1996 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης περί αναλογικών δικαιωμάτων, που ισχύουν γενικά για τις καταχωρούμενες στα Υποθηκοφυλακεία πράξεις και όχι, όπως έπρεπε, με βάση την ως άνω ειδική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3156/2003.

Αυτό δε διότι η εγγραφή της παραπάνω προσημείωσης υποθήκης είχε επιτραπεί κατά τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 3156/2003, προς το σκοπό της εξασφάλισης απαίτησης της ομολογιούχου δανείστριας από κοινό ομολογιακό δάνειο. Σύμφωνα δε με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 και 2 του ν. 3156/2003 κάθε ομολογιακό δάνειο του νόμου αυτού απαλλάσσεται από κάθε εισφορά, φόρο ή τέλος και κάθε εγγραφή εμπράγματου δικαιώματος στα οικεία δημόσια βιβλία προς εξασφάλιση της σχετικής απαίτησης, όπως είναι και η προσημείωση στην ένδικη περίπτωση, επιβαρύνεται μόνο με πάγια δικαιώματα υποθηκοφύλακα ύψους 100 ευρώ.

Επομένως, την 8-10-2008, η ενάγουσα κατέβαλε, χωρίς νόμιμη αιτία, στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των 387.529,36 ευρώ (149.999,82 + 87.500 + 150.029,54 = 387.529,36). Οι διατάξεις των άρθρων 5 του ν. 325/1976, της απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης 1505/25/26- 9-2002, των άρθρων 1, 2 και 3 του α.ν. 153/1967, του ν.δ. 811/1971 και της υπουργικής απόφασης 26233/2005 προβλέπουν, μεταξύ άλλων, και την εκκαθάριση των εισπραττομένων από τον άμισθο υποθηκοφύλακα και υπέρ αυτού δικαιωμάτων ανά τρίμηνο, μετά από παρακράτηση της αμοιβής του, των δαπανών μισθοδοσίας των υπαλλήλων, των εισφορών (εργατικών και εργοδοτικών) υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων και των εξόδων λειτουργίας και μηχανοργάνωσης του Υποθηκοφυλακείου.

Στο πλαίσιο των διατάξεων αυτών, η εναγόμενη α) απέδωσε την 10-11-2008 στο Ελληνικό Δημόσιο το ως άνω ποσό των 149.999,82 ευρώ, που είχε εισπράξει από την ενάγουσα εταιρία ως αναλογικά δικαιώματα υπέρ του Δημοσίου (βλ. το διπλότυπο είσπραξης .../10-11-2008 της ΔΟΥ Κ Αθηνών), β) απέδωσε την 10-2-2009, στο Ελληνικό Δημόσιο, το ως άνω ποσό των 87.500 ευρώ που είχε εισπράξει ως δικαιώματα υπέρ ΤΑΧΔΙΚ (βλ.

το .../10-2-2009 διπλότυπο της Κ'ΔΟΥ Αθηνών, γ) δεδομένου ότι είχε ήδη προ πολλού συμπληρώσει το ανώτατο όριο των 18.200 ευρώ της ετήσιας αμοιβής της, αφού παρακράτησε το χρηματικό ποσό των 12.500 ευρώ, από το προαναφερόμενο ποσό των 150.029,54 που είχε εισπράξει ως δικαιώματα υπέρ Υποθηκοφύλακα, απέδωσε την 12-1-2009 στο Ελληνικό Δημόσιο το χρηματικό ποσό των 137.529,54 ευρώ (βλ.

το ...12-1-2009 διπλότυπο είσπραξης της Κ'ΔΟΥ Αθηνών. Η από 22-12-2008 αγωγή, επί της οποίας εξεδόθη η εκκαλούμενη απόφαση, επιδόθηκε στην εναγόμενη την 13-1-2009, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επιδόσεως .../13-1 -2009 του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή Κ. Μ.. Επομένως, η εναγόμενη για τα χρηματικά ποσά των 149.999,82 και 137.529,54 ευρώ, που απέδωσε στο Ελληνικό Δημόσιο πριν την επίδοση της από 22-12-2008 αγωγής, δεν κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη, αφού ο αντίστοιχος πλουτισμός, για τα προαναφερθέντα χρηματικά ποσά, δεν παρέμεινε στην περιουσία της σε εκτέλεση διατάξεων του νόμου.

Ως προς, όμως, το χρηματικό ποσό των 87.500 ευρώ, που είχε εισπράξει η εναγόμενη, ως δικαιώματα υπέρ ΤΑΧΔΙΚ που απέδωσε στο Ελληνικό Δημόσιο την 10-2-2009, ήτοι μετά την επίδοση της από 22-12-2008 αγωγής, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 909 του ΑΚ και η εναγόμενη κατέστη πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία της ενάγουσας.

Περαιτέρω, από το ποσό των 12.500 ευρώ που παρακράτησε η εναγόμενη και είχε εισπράξει ως δικαιώματα υπέρ Υποθηκοφύλακα, ισχυρίζεται ότι απέδωσε για φόρο εισοδήματος το χρηματικό ποσό των 8.718 ευρώ. Από κανένα αποδεικτικό, όμως στοιχείο, δεν αποδείχθηκε ότι το χρηματικό αυτό ποσό αποδόθηκε πριν από την επίδοση της από 22-12-2008 αγωγής.

Περαιτέρω από το ίδιο ποσό των 12.500 ευρώ, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι το ποσό των 2.611,16 ευρώ το κατέβαλε για λειτουργικά έξοδα του υποθηκοφυλακείου το μήνα Οκτώβριο του έτους 2008, χωρίς να ισχυρίζεται ότι δεν θα προέβαινε στις δαπάνες αυτές και αν δεν είχε εισπράξει το χρηματικό αυτό ποσό. Ανεξάρτητα, όμως, αυτού ο πλουτισμός, για το χρηματικό ποσό των 2.611,16 ευρώ σώζεται, διότι τις ανάγκες αυτές θα τις αντιμετώπιζε η ενάγουσα και με δικές της δαπάνες.

Δηλαδή, δεν συνιστούν δαπάνες στις οποίες δεν θα προέβαινε η εναγόμενη αν δεν ελάμβανε το χρηματικό ποσό των 12.500 ευρώ. Επομένως, η εναγόμενη κατά το χρηματικό ποσό των 100.000 ευρώ (87.500 + 12.500 = 100.000), κατέστη πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία της ενάγουσας...". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τη διάταξή της που αφορά το κεφάλαιο της επικουρικής βάσης της αγωγής και δικάζοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση, ως προς το κεφάλαιο αυτό, δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη και κατ'ουσίαν την αγωγή και υποχρέωσε την εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη) να καταβάλει στην ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη), με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής το χρηματικό ποσό των 100.000 ευρώ.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης της εναγόμενης-αναιρεσείουσας αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 909, 910 και 911 ΑΚ, με εσφαλμένη εφαρμογή τους, λόγω απορρίψεως της εκ του άρθρου 909 ΑΚ ενστάσεώς της, την οποία προέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε με λόγο εφέσεως, ότι δεν σωζόταν ο πλουτισμός της, ως προς το ποσό των 87.500 ευρώ, το οποίο απέδωσε στο ΤΑΧΔΙΚ, χωρίς να ερευνήσει το στοιχείο της ύπαρξης ή μη υπαιτιότητας για το γεγονός ότι ο πλουτισμός της δεν σωζόταν μετά την άσκηση της αγωγής, ενώ με τον πρόσθετο λόγο της προβάλλει την έλλειψη δικαιοδοσίας του δικάσαντος δικαστηρίου, β) Με το μοναδικό λόγο αναίρεσης της ενάγουσας-αναιρεσείουσας αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 911 ΑΚ, δια της παραδοχής ότι η εναγόμενη (ήδη αναιρεσίβλητη) δεν ευθύνεται για την καταβολή των ποσών των 149.999,82 και 137.529,54 ευρώ (287.529,36 ευρώ συνολικά), τα οποία είχε αποδώσει στο Ελληνικό Δημόσιο πριν την επίδοση της αγωγής, αφού η εναγόμενη κατά το χρόνο που εισέπραττε το ποσό των 387.639,70 ευρώ γνώριζε ότι πρόκειται για αχρεώστητη καταβολή για το πέραν των 100 ευρώ εισπραχθέν ποσό, αλλά και τον παράνομο χαρακτήρα της αξίωσής της για την καταβολή αυτού, την αντίρρηση της ιδίας να το καταβάλει, καθώς και την πρόθεσή της να διεκδικήσει δικαστικώς την επιστροφή του.

Ερευνητέα στο πλαίσιο των άνω λόγων των αιτήσεων αναίρεσης είναι το ζητήματα αν η εναγόμενη άμισθη υποθηκοφύλακας, ενώ για την επίμαχη εγγραφή προσημείωσης υποθήκης προς εξασφάλιση απαίτησης από ομολογιακό δάνειο διεπόμενο από το ν.3153/2003 όφειλε να εισπράξει πάγια τέλη, εισπράττοντας αναλογικά τέλη, μέρος των οποίων απέδωσε σε τρίτους, ως όφειλε, κατέστη πλουσιότερη για το σύνολο του ποσού που εισέπραξε άνευ νομίμου αιτίας ή μόνο για τα ποσά που δεν απέδωσε σε τρίτους, όπως και το σχετικό με τη δικαιοδοσία του δικάσαντος δικαστηρίου.

Τα ανωτέρω ζητήματα της χαρακτηρίστηκαν γενικότερου ενδιαφέροντος για ολόκληρη την κατηγορία των Αμίσθων Υποθηκοφυλάκων και με το με αριθμό 141/2019 (αριθμός πράξεως Προέδρου Αρείου Πάγου) και 29/2019 (αριθμός πράξεως Εισαγγελέα Αρείου Πάγου) κοινό πρακτικό του Προέδρου και της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου η από 7-3-2019 αίτηση για αναίρεση της 761/2019 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 24ης Οκτωβρίου 2019 και εκκρεμεί η έκδοση απόφασης, γεγονός γνωστό στο παρόν Α2 τμήμα όταν άρχισε η διάσκεψη για την παρούσα υπόθεση.

Συνεπώς, για την ενότητα της νομολογίας και την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναβολής, κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, έκδοσης απόφασης επί των παραπάνω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση για το άνω ζήτημα από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις αιτήσεις και τον πρόσθετο λόγο για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1484/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Αναβάλλει τη συζήτηση των αιτήσεων αναίρεσης και του πρόσθετου λόγου εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για τα ζητήματα που έχουν παραπεμφθεί σ' αυτή με το αναφερόμενο στο σκεπτικό κοινό πρακτικό του Προέδρου και της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου