147/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 147 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated147/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 147 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 147 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 147/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Λ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Τριανταφυλλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Δομάζο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την 25-7-2013 αγωγή της "... ΑΕ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3396/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 1387/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-6-2016 αίτησή του και τον από 10-8-2016 πρόσθετο λόγο αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 3-6-2016 (αρ. κατ. ...2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 1387/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και παραδεκτά και πρέπει να συνεκδικαστεί με τον από 10-8-2016 (αρ. κατ. ...2016), επίσης, παραδεκτά ασκηθέντα με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετο λόγο αυτής λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας (άρθρα 577 παρ. 1 και 3, σε συνδ. 569 παρ. 1 και 2 και 246 σε συνδ. 573 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β’ και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος. Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 52/2016, ΑΠ 848/2015, ΑΠ 869/2013), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001).
Περαιτέρω, από τα άρθρα 12 και 19 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα: α) κατά το άρθρ. 12 παρ. 1, ορίζεται ότι "...οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους...", β) κατά το άρθρ. 19 παρ 1, ορίζεται ότι "...ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς...", γ) κατά το άρθρ. 19 παρ. 2, ορίζεται ότι "...ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν...", δ) κατά το άρθρο 19 παρ. γ’ , ορίζεται ότι "ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές..., ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας" (ΑΠ 1207/2004). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του παραπάνω νόμου 2696/1999 - ΚΟΚ ορίζεται, ότι "στο οδικό δίκτυο της χώρας ισχύει η δεξιά κατεύθυνση κυκλοφορίας. Ο οδηγός κάθε οχήματος υποχρεούται... να οδηγεί το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο", κατά δε την παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται, ότι "ο οδηγός δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία... εκτός από περιπτώσεις απολύτου ανάγκης ή όταν ειδικές ρυθμίσεις το επιτρέπουν". Εξάλλου, το άρθρο 4 παρ. 2 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζει ότι "οι πινακίδες αναγγελίας κινδύνου (Κ-1 μέχρι Κ-40) τοποθετούνται για να εφιστούν την προσοχή αυτών που χρησιμοποιούν τις οδούς για τους κινδύνους που υπάρχουν στην οδό προς την κατεύθυνση της κίνησής τους, ώστε να λαμβάνουν έγκαιρα τα κατάλληλα μέτρα και σε περίπτωση ανάγκης να μειώνουν την ταχύτητα της πορείας τους για να τους αποφεύγουν. Η σημασία των πινακίδων αυτών είναι: Κ-1α Επικίνδυνη αριστερή στροφή. Κ-1δ Επικίνδυνη δεξιά στροφή...". Τέλος, το άρθρο 20 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 ορίζει ότι "το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση".
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 349/2014).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του ως άνω άρθρου για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθόσον ο κανόνας αυτός προσδιορίζει το ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αυτών και όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλ. τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης. Διαφορετικά, ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλομένη απόφαση (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 49/2013, ΑΠ 140/2010). Στην προκειμένη υπόθεση με τους συναφείς 1ο, 2ο και 4ο κατά το Α’ σκέλος αυτού λόγους της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις, με την εσφαλμένη υπαγωγή στο πραγματικό τους των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, διότι διέλαβε ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την συμπεριφορά των οδηγών που ενεπλάκησαν στο τροχαίο δυστύχημα και τις συνθήκες τέλεσης αυτού, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στο κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας και έτσι κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ότι δήθεν αποκλειστικά υπαίτιος για τη σύγκρουση ήταν το θύμα - γιος του, αποκλείοντας αντίστοιχα κάθε μορφής συνυπαιτιότητας για τον οδηγό του ασφαλισμένου από την αναιρεσίβλητη τουριστικού λεωφορείου και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Επίσης, με τον συναφή 4ο αναιρετικό λόγο κατά το Β’ σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 για την ευθεία παραβίαση των ίδιων ως άνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, με εσφαλμένη ερμηνεία αυτών, διότι το Εφετείο αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ως προς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν κατά την υπαγωγή τους στο πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων, που εφάρμοσε.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση κατ’ άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι σε τροχαίο δυστύχημα, που έλαβε χώρα στις 9-3-2013, στο ... χιλιόμετρο της παραλιακής οδού ..., στην περιοχή της Αναβύσσου - οικισμός ..., τραυματίστηκε θανάσιμα ο Π. Λ., γιος του αναιρεσείοντα, οδηγός δίκυκλης μοτοσυκλέτας, η οποία συγκρούστηκε με το ασφαλισμένο στην ήδη αναιρεσίβλητη τουριστικό λεωφορείο. Ο αναιρεσείων άσκησε την από 24-7-2013 (αρ. κατ. .../2013) αγωγή κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία αξίωνε χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, η οποία συνεκδικάστηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με αντίθετη αγωγή της κυρίας του τουριστικού λεωφορείου, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" (η αγωγή αυτή δεν αφορά την παρούσα δίκη) και εκδόθηκε η υπ’ αρ. 3396/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι το δυστύχημα προκλήθηκε από τη συγκλίνουσα αμέλεια του θύματος σε ποσοστό 80% και του οδηγού του τουριστικού λεωφορείου σε ποσοστό 20%. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν τρεις εφέσεις και ειδικότερα, η από 15-12-2014 έφεση της κυρίας του τουριστικού λεωφορείου (που δεν αφορά την αναιρετική δίκη), η από 12-11-2014 (αρ. κατ. ...2015) έφεση του ήδη αναιρεσείοντα και της ασφαλιστικής εταιρείας της μοτοσυκλέτας και η από 27-1-2015 (αρ. κατ. ...2015) έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, που ασφάλιζε το τουριστικό λεωφορείο. Οι εφέσεις συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, κατά το κεφάλαιο της υπαιτιότητας, που αφορά την παρούσα αναιρετική δίκη, δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για τον θανάσιμο τραυματισμό του ήταν ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, γιος του αναιρεσείοντα και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του ως προς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, έκρινε τα ακόλουθα, κατ’ ακριβή αντιγραφή της απόφασής του: "Το τροχαίο ατύχημα έλαβε χώρα στις 9-3-2013 και περί ώρα 13.30’ στο ... χιλ. της παραλιακής Λεωφόρου ..., στον οικισμό ... της περιοχής ... Η παραπάνω οδός στο σημείο αυτό είναι διπλής κατεύθυνσης, ήτοι κατευθύνεται προς την Αθήνα και προς το Σούνιο, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και τα δύο ρεύματα κατεύθυνσης διαχωρίζονται με διπλή συνεχή γραμμή. Το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος ανέρχεται σε 7,60 μ., εκατέρωθεν του οποίου υπάρχει ασφάλτινο έρεισμα πλάτους 0,80 μ. κατά την κατεύθυνση προς το Σούνιο και 0,20 μ. κατά την κατεύθυνση προς την Αθήνα, ενώ κατά την κατεύθυνση προς το Σούνιο μετά από το ασφάλτινο έρεισμα υπάρχει χωμάτινο έρεισμα πλάτους λίγων μέτρων και μετά απ’ αυτό προστατευτικά μεταλλικά κιγκλιδώματα. Επίσης η οδός αυτή στο παραπάνω σημείο δεν είναι ευθεία, αλλά παρουσιάζει στροφή με μεγάλη κλίση, αριστερή κατά την κατεύθυνση προς το Σούνιο και δεξιά κατά την κατεύθυνση προς την Αθήνα, ενώ παρουσιάζει ομαλή ανωφέρεια κατά την κατεύθυνση προς την Αθήνα και αντίστοιχα κατωφέρεια κατά την κατεύθυνση προς το Σούνιο. Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας καθορίζεται με ρυθμιστικές πινακίδες Ρ-32 σε 60 χιλ. την ώρα για τους κατευθυνόμενους προς το Σούνιο και σε 40 χιλ. την ώρα για τους κατευθυνόμενους προς την Αθήνα, ενώ τέλος υπάρχει στο ρεύμα κατεύθυνσης προς το Σούνιο πινακίδα Κ-1α (επικίνδυνη αριστερή στροφή) και στο ρεύμα κατεύθυνσης προς την Αθήνα πινακίδα Κ-1δ (επικίνδυνη δεξιά στροφή), όπως προκύπτουν όλα τ’ ανωτέρω από την από 9-3-2013 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το συνοδεύον αυτή με ίδια χρονολογία σχεδιάγραμμα, που συντάχτηκαν από τον αστυφύλακα Δ. Ρ. του Τ.Τ. Κερατέας, στα πλαίσια της προανάκρισης για τις συνθήκες του ατυχήματος και από φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος. Κατά τον ανωτέρω χρόνο η κατάσταση του οδοστρώματος της ανωτέρω οδού ήταν ξηρά, επικρατούσε καλοκαιρία, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή και των πεζών ανύπαρκτη και η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Ν. Π. οδηγώντας το υπ’ αριθμ. κυκλ. ... Δ.Χ. τουριστικό λεωφορείο, που ανήκει στην ιδιοκτησία της ενάγουσας της πρώτης αγωγής και ήδη εκκαλούσας της πρώτης έφεσης και δεύτερης των εφεσιβλήτων της δεύτερης έφεσης, η οποία ενάγουσα της πρώτης αγωγής τον είχε προστήσει στην οδήγησή του και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγόμενη της δεύτερης αγωγής και ήδη πρώτη των εφεσιβλήτων της δεύτερης έφεσης και εκκαλούσα της τρίτης έφεσης ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο στην παραπάνω οδό με κατεύθυνση προς το Σούνιο και με ταχύτητα 63 χιλ. περίπου την ώρα. Επίσης κατά τον ίδιο χρόνο ο Π. Λ., γιος του ενάγοντος της δεύτερης αγωγής και ήδη πρώτου των εκκαλούντων της δεύτερης έφεσης και εφεσιβλήτου της τρίτης έφεσης, οδηγώντας την υπ’ αριθμ. κυκλ. ... μοτοσικλέτα του, που ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγόμενη της πρώτης αγωγής και ήδη εφεσίβλητη της πρώτης έφεσης και δεύτερη των εκκαλούντων της δεύτερης έφεσης ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο και αυτός στην παραπάνω οδό με κατεύθυνση προς την Αθήνα. Όταν τα παραπάνω οχήματα έφθασαν, στο σημείο της οδού, όπου υπάρχει η στροφή και ενώ το λεωφορείο που οδηγούσε ο Ν. Π. βρισκόταν εντός του ρεύματος κατεύθυνσής του, με τους αριστερούς τροχούς του ν’ απέχουν 30 εκ. περίπου από τη διπλή διαχωριστική γραμμή, ο Π. Λ. κινήθηκε διαγωνίως προς τ’ αριστερά και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κατεύθυνσης. Ο Ν. Π. όταν αντιλήφθηκε στην πορεία του τη μοτοσικλέτα του Π. Λ. τροχοπέδησε αμέσως, αφήνοντας ίχνη τροχοπέδησης μήκους 0,50 μ., λόγω όμως της μικρής απόστασης που χώριζε τα οχήματα, η σύγκρουση δεν αποφεύχθηκε και έτσι ο Π. Λ. επέπεσε με το εμπρόσθιο μέρος της μοτοσικλέτας του στο εμπρόσθιο δεξιό μέρος του λεωφορείου. Με τη σύγκρουση η μοτοσικλέτα εκτινάχτηκε προς τα εμπρός σε σχέση με την κατεύθυνση του λεωφορείου, αφήνοντας στο οδόστρωμα χαραγές μήκους 5,80 μ. και ανατραπείσα κατέληξε σε απόσταση 8,50 μ. στο άκρο δεξιό του ρεύματος κατεύθυνσης προς το Σούνιο, πάνω στο γραμμή που διαχωρίζει το οδόστρωμα από το ασφάλτινο έρεισμα, ο δε Π. Λ. εκτινάχτηκε διαγωνίως προς τα εμπρός σε σχέση πάλι με την κατεύθυνση του λεωφορείου και κατέληξε σε απόσταση 4 μ. στο χωμάτινο έρεισμα. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν να υποστεί ο Π. Λ. πολλαπλές κακώσεις σώματος, συνεπεία των οποίων επήλθε, ως μόνων ενεργών αιτίων, ο θάνατος αυτού περί ώρα 14.55’ στο νοσοκομείο "Ασκληπιείο Βούλας", όπου διακομίστηκε αμέσως μετά το ατύχημα και να υποστούν τα παραπάνω οχήματα φθορές. Υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα και τις εντεύθεν συνέπειές του είναι ο Π. Λ.. Ειδικότερα η αμέλειά του συνίσταται στο γεγονός ότι αυτός, από έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας που όφειλε να καταβάλει, όπως θα έπραττε ο μέσος συνετός οδηγός, ευρισκόμενος υπό ανάλογες συνθήκες, δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, με αποτέλεσμα κατά την είσοδό του στη στροφή ν’ απωλέσει τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κατεύθυνσης και να προκαλέσει την ένδικη σύγκρουση (άρθρα 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 16 παρ. 5 του ν. 2696/1999). Αντίθετα ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον Ν. Π., καθόσον αποδείχτηκε ότι αυτός εκινείτο εντός του ρεύματος κατεύθυνσής του, όπως αποδεικνύεται και από τις φωτογραφίες του ακινητοποιημένου αμέσως μετά το ατύχημα λεωφορείου, χωρίς να πραγματοποιήσει κανέναν ελιγμό είτε προς τα δεξιά είτε προς τ’ αριστερά πριν από τη σύγκρουση και ως εκ τούτου δεν είχε κανένα λόγο ο Π. Λ. να αιφνιδιαστεί στη θέα και μόνο του λεωφορείου και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κατεύθυνσης. Ούτε καταδεικνύει το αντίθετο, ότι δηλαδή ο Π. Λ. αιφνιδιάστηκε στη θέα του λεωφορείου, το ότι η ξεναγός Ν. Λ., η οποία επέβαινε στο λεωφορείο, στην από 9-3-2013 ένορκη εξέτασή της ως μάρτυρα ενώπιον του ίδιου ως άνω αστυφύλακα κατέθεσε ότι είδε τη μοτοσικλέτα. του Π. Λ. να ταλαντεύεται πάνω στη στροφή, να χάνει αυτός την ισορροπία του και να εισέρχεται στο αντίθετο ρεύμα κατεύθυνσης. Τέλος η μικρή υπέρβαση κατά 3 χιλ. περίπου την ώρα της ταχύτητας με την οποία εκινείτο ο Ν. Π. δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, για το οποίο αποκλειστική αιτία ήταν η είσοδος του Π. Λ. στο αντίθετο ρεύμα κατεύθυνσης. Δεν μπορεί δε να συναχθεί αντίθετη κρίση περί συνυπαιτιότητας στο ατύχημα του Ν. Π. από την από Απριλίου 2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συντάχτηκε από το μηχανολόγο - μηχανικό Α. Δ. κατ’ εντολή του Τ.Τ. Κερατέας, ο οποίος πραγματογνώμονας αναφέρει ότι η ταχύτητα του λεωφορείου ήταν κατά την εκτίμησή σου μεγάλη ενόψει των συνθηκών της οδού και ότι ο Π. Λ. αντικρίζοντας τον μεγάλο όγκο του λεωφορείου που κάλυπτε μεγάλη επιφάνεια στο οδόστρωμα, αιφνιδιάστηκε θεωρώντας ότι αυτό έχει εισέλθει στο ρεύμα του και πιθανώς έστριψε αριστερά για να οδηγηθεί στο χωμάτινο έρεισμα ώστε να αποφύγει την κατ’ αυτόν επερχόμενη σύγκρουση, με αποτέλεσμα να εισέλθει στο ρεύμα κατεύθυνσης του λεωφορείου. Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι ο Ν. Π. και ο Π. Λ. ήταν συνυπαίτιοι της πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος κατά 80% και 20% αντίστοιχα και στη συνέχεια έκανε εν μέρει δεκτές τις αγωγές ως ουσιαστικά βάσιμες, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τοάτου πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της πρώτης και της τρίτης έφεσης και ν’ απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο σχετικός λόγος της δεύτερης έφεσης περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως συνυπαιτιότητας κατά μεγαλύτερο ποσοστό του Ν. Π....". Από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, διότι διέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθέντων ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, ως προς το ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του θύματος και της έλλειψης κάθε μορφής συνυπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου από την αναιρεσίβλητη τουριστικού λεωφορείου. Συγκεκριμένα, το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του τροχαίου δυστυχήματος (συνθήκες κυκλοφορίας, κατάσταση οδού, καιρικές συνθήκες, συμπεριφορά των οδηγών), οι οποίες ήσαν επαρκείς για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, χωρίς να απαιτούνται επί πλέον αιτιολογίες και κατέληξε σε σαφές πόρισμα αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος και την υπαιτιότητα του θύματος. Ειδικότερα, με πλήρη αιτιολογία διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το θύμα, οδηγός της μοτοσυκλέτας, όταν προσήγγιζε την επικίνδυνη ως προς την πορεία του δεξιά στροφή, εισήλθε διαγώνια στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας παραβιάζοντας τη διπλή διαχωριστική γραμμή, στο οποίο εκινείτο κανονικά, εντός του ρεύματος πορείας του, δηλαδή προς Σούνιο, το τουριστικό λεωφορείο, απέχοντας με τους αριστερούς τροχούς του σε απόσταση 30 εκατοστών από τη διπλή διαχωριστική γραμμή, χωρίς να έχει πραγματοποιήσει πριν από τη σύγκρουση κανένα ελιγμό προς τα αριστερά ή προς τα δεξιά και ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας δεν είχε κανένα λόγο να αιφνιδιαστεί ή να τρομάξει στη θέα του τουριστικού λεωφορείου, του οποίου η μικρή, κατά 3 χιλιόμετρα ανά ώρα, υπέρβαση του ορίου ταχύτητας δεν συνδέεται αιτιωδώς με την σύγκρουση. Η κρίση αυτή του Εφετείου είναι ορθή, διότι και εάν ακόμη η ταχύτητα του τουριστικού λεωφορείου ήταν πολύ μεγαλύτερη, η σύγκρουση δεν θα συνέβαινε ποτέ, εάν η μοτοσυκλέτα δεν εισερχόταν στο αντίθετο ρεύμα, δηλαδή στο ρεύμα πορείας του τουριστικού λεωφορείου, καθόσον και σε μια τέτοια περίπτωση υπέρβασης ταχύτητας τα δύο οχήματα θα συνέχιζαν κανονικά και παράλληλα την πορεία τους, καθένα στο δικό του ρεύμα πορείας. Άλλωστε, το Εφετείο δέχεται ότι το λεωφορείο τροχοπέδησε σε μήκος μισού μέτρου, που δείχνει την μικρή ταχύτητά του, διότι, άλλως αν δηλαδή είχε αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα, τα ίχνη τροχοπέδης θα ήταν μεγαλύτερα, ενόψει και της κατωφέρειας που είχε στην πορεία του το τουριστικό λεωφορείο. Ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπάρκεια αιτιολογίας διότι, όπως ισχυρίζεται στο αναιρετήριο, δεν αναφέρει: 1) ποια ήταν η απόσταση των δύο οχημάτων, όταν κάθε οδηγός είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί το όχημα του άλλου και πόση απόσταση μεσολάβησε, όταν η μοτοσυκλέτα κινήθηκε διαγώνια προς το ρεύμα πορείας του λεωφορείου, 2) πόσο απείχε το λεωφορείο από το άκρο δεξιό της πορείας του, 3) εάν η ταχύτητα των 63 χλμ/ώρα του λεωφορείου ήταν η ενδεδειγμένη ενόψει των ειδικών συνθηκών κυκλοφορίας και του όγκου του λεωφορείου, που κατά την άποψή του ήταν ικανά να προκαλέσουν τρόμο στο μοτοσυκλετιστή, 4) πόσα μέτρα εντός του ρεύματος προς Σούνιο εισήλθε η μοτοσυκλέτα, ώστε να ερευνηθεί, εάν ο οδηγός του τουριστικού λεωφορείου μπορούσε να κινηθεί, είτε δεξιότερα, είτε προς τα αριστερά, δηλαδή προς το αντίθετο ως προς αυτόν ρεύμα πορείας προς Αθήνα, 5) σε πόσα μέτρα μετά τη σύγκρουση ακινητοποιήθηκε το λεωφορείο, ώστε να ερευνηθεί εάν είχε δυνατότητα να τροχοπεδήσει αποτελεσματικότερα, 6) ποια ήταν η ταχύτητα της μοτοσυκλέτας και ποια η αιτία απώλειας της ισορροπίας της. Επίσης, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση και για αντιφατική αιτιολογία, διότι Α) ενώ δέχεται ότι το λεωφορείο απείχε 30 εκατοστά από τη διπλή διαχωριστική γραμμή και ότι η μοτοσυκλέτα προσέκρουσε στο δεξιό εμπρόσθιο μέρος του λεωφορείου, εντούτοις δεν καταλογίζει υπαιτιότητα στον οδηγό του λεωφορείου, αν και αρκούσε μικρός αριστερός ελιγμός για να αποφευχθεί η σύγκρουση και Β) ότι η παραδοχή ότι το σημείο σύγκρουσης είναι σε αριστερή στροφή ως προς την πορεία του λεωφορείου αντιφάσκει με την παραδοχή, ότι οι αριστεροί τροχοί του απείχαν 30 εκατοστά από τη διπλή διαχωριστική γραμμή, ενώ θα έπρεπε να διευκρινίζει το Εφετείο, πού βρισκόταν ο οπίσθιος αριστερός τροχός, που κατά την άποψη του αναιρεσείοντα εφαπτόταν στη διπλή διαχωριστική γραμμή. Όμως όλες οι ανωτέρω αιτιάσεις για ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία είναι πρωτίστως απαράδεκτες, διότι αφορούν στην πληρέστερη, κατά την άποψη του αναιρεσείοντα ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ επιχειρείται να πληγεί με αυτές η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ). Σε κάθε περίπτωση όμως, είναι και ουσιαστικά αβάσιμες, διότι το Εφετείο με σαφείς και χωρίς κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες δέχεται ότι η σύγκρουση συνέβη στο σημείο της οδού, όπου υπάρχει η επικίνδυνη στροφή, δεξιά ως προς την πορεία του θύματος και αριστερά ως προς την πορεία του τουριστικού λεωφορείου, ότι το λεωφορείο απείχε 30 εκατοστά από τη διπλή διαχωριστική, ότι το συνολικό πλάτος της οδού ανέρχεται σε 7,60 μέτρα και συνεπώς του κάθε ρεύματος πορείας σε 3,80 μέτρα. Επομένως, αν αφαιρεθεί το πλάτος του τουριστικού λεωφορείου, προκύπτει με απλό μαθηματικό υπολογισμό, ότι η απόσταση που απέμενε από το άκρο δεξιό μέρος του οδοστρώματος ήταν ελάχιστη, πέραν του οποίου δεν επιτρεπόταν τούτο να κινηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 2699/1999 - ΚΟΚ, που ορίζει ότι τα οχήματα οφείλουν να κινούνται στο οδόστρωμα και όχι δηλαδή στο έρεισμα, που εκτείνεται πέραν του οδοστρώματος και αποτελεί την ακραία λωρίδα της οδού. Επίσης, το Εφετείο διέλαβε ειδική αιτιολογία για την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της σύγκρουσης και της μικρής κατά 3 χιλιόμετρα υπέρβασης του ορίου ταχύτητας από το τουριστικό λεωφορείο, ότι ο μόνος ενδεδειγμένος ελιγμός για το λεωφορείο ήταν η τροχοπέδη, που εκτελέστηκε άμεσα και ακινητοποιήθηκε τούτο παρά τον όγκο του. Η παραδοχή αυτή είναι επίσης ορθή, διότι προς τα δεξιά υπάρχει η θάλασσα, ενώ σε κάθε περίπτωση ένας δεξιότερος ελιγμός του λεωφορείου δεν θα ήταν αποτελεσματικός, διότι η μοτοσυκλέτα θα προσέκρουε, είτε στο μέσον του λεωφορείου, είτε στο εμπρόσθιο αριστερό μέρος αυτού, ενώ αριστερότερος ελιγμός θα οδηγούσε το λεωφορείο στο αντίθετο ρεύμα ως προς την πορεία του, δηλαδή προς Αθήνα, με κίνδυνο για τους κανονικά κινούμενους σ’ αυτό άλλους χρήστες της οδού, η παρουσία των οποίων δεν είναι αντικειμενικά δυνατόν να αποκλεισθεί. Συνακόλουθα, η παραδοχή αυτή του Εφετείου δεν είναι ούτε αντιφατική, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Επίσης, το Εφετείο αιτιολογεί πλήρως ότι η ταλάντωση της μοτοσυκλέτας οφείλεται στην έλλειψη προσοχής του οδηγού της, ο οποίος απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του, κατά την είσοδό του στην επικίνδυνη ως προς την πορεία του δεξιά στροφή, εκτιμώντας εσφαλμένα, ότι το τουριστικό λεωφορείο εισήλθε στο ρεύμα προς Αθήνα, με συνέπεια από δική του εσφαλμένη εκτίμηση να κινηθεί διαγώνια στο αντίθετο ρεύμα, δηλαδή στο ρεύμα του λεωφορείου παραβιάζοντας τη διπλή διαχωριστική γραμμή. Επίσης, η παραδοχή ότι οι αριστεροί τροχοί του λεωφορείου απείχαν 30 εκατοστά από τη διπλή διαχωριστική γραμμή, ουδεμία αντίφαση έχει, διότι σύμφωνα με τη μηχανική επιστήμη, όταν ο αριστερός εμπρόσθιος τροχός απέχει 30 εκατοστά από τη διπλή διαχωριστική γραμμή, σε στροφή, ο οπίσθιος δεν μπορεί να εφάπτεται σ’ αυτήν, άλλως η ανωτέρω αιτίαση είναι αλυσιτελής, διότι η πρόσκρουση της μοτοσυκλέτας δεν έγινε στον οπίσθιο αριστερό τροχό του λεωφορείου, αλλά στον εμπρόσθιο δεξιό τροχό του, λόγω της εισόδου της μοτοσυκλέτας στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Επομένως, το Εφετείο με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων, που ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης αυτών και συνακόλουθα, δεν ιδρύονται οι 1ος, 2ος, 4ος Α’ σκέλος, αναιρετικοί λόγοι εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και ο 4ος Β’ σκέλος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, που πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, άλλως ως απαράδεκτοι.
Περαιτέρω, ο 3ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία κρίνοντας ότι η συμπεριφορά του οδηγού του λεωφορείου δεν ήταν αμελής, ενώ θα έπρεπε να δεχθεί ότι ήταν αμελής είναι απαράδεκτος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ο ουσιαστικός κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε, άλλως, εάν εκτιμηθεί ότι ο 3ος αναιρετικός λόγος συνιστά επανάληψη των αναιρετικών λόγων, που ερευνήθηκαν προηγουμένως, πρέπει επίσης να απορριφθεί ως απαράδεκτος, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β’ του Κ.Πολ.Δ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ’ αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης που για να είναι ορισμένος θα πρέπει να αναφέρονται σ’ αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το Δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1488/2010).
Με τον 5ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία, εάν το τουριστικό λεωφορείο είχε ρυθμίσει την ταχύτητά του κάτω των 60 χλμ/ώρα, ενόψει των ειδικών συνθηκών κυκλοφορίας, θα μπορούσε να αποφευχθεί η σύγκρουση με τη μοτοσυκλέτα με επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό. Και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη διαλαμβάνονται, διότι οι αιτιάσεις δεν αφορούν την ερμηνεία ουσιαστικού κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθησαν σ’ αυτόν, αλλά αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών, που όμως εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, κατ’ άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 640/2011). "Έγγραφα" κατά τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ είναι τα, κατά τα άρθρα 339 και 432 - 465 αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου. Έτσι δεν αποτελούν έγγραφα με την ως άνω έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 556/2003), όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις των διορισθέντων πραγματογνωμόνων (ΑΠ 152/2015, ΑΠ 620/2014, ΑΠ 42/2014).
Με τον 6ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από Απριλίου 2013 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του μηχανολόγου μηχανικού, Α. Δ., που συντάχθηκε, κατ’ εντολή του Τμήματος Τροχαίας ..., την οποία ανέγνωσε εσφαλμένα και αποσπασματικά και κατέληξε σε διαφορετικό αποτέλεσμα από το συμπέρασμα του πραγματογνώμονα, σύμφωνα με το οποίο το λεωφορείο απείχε 30 εκατοστά από τη διπλή διαχωριστική γραμμή κατά τη στιγμή της ακινητοποίησής του και όχι και πριν από αυτήν, ότι η ταχύτητα του λεωφορείου ήταν μεγάλη σύμφωνα με τις συνθήκες κυκλοφορίας λόγω της κλειστής στροφής, ότι το θύμα φοβήθηκε και έστριψε αριστερά, λόγω της ορμής του λεωφορείου, συμπεράσματα, που αν είχε αναγνώσει ορθά το Εφετείο, θα κατέληγε στο σωστό πόρισμα, ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την σύγκρουση ήταν ο οδηγός του λεωφορείου. Όμως και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν αποτελεί "αποδεικτικό" έγγραφο, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση είναι και ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, ούτε στήριξε το πόρισμά του αποκλειστικά σ’ αυτήν, αλλά αφού την ανέγνωσε σωστά την συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και αφού ρητά την αξιολόγησε με ρητή μνεία στη σελίδα 6β της απόφασής του, κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, το οποίο όμως εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Επομένως, ο 6ος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014).
Με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι, αν και το Εφετείο κατέληξε σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα κρίνοντας, ότι ουδεμία μορφή αμέλειας βαρύνει τον οδηγό του τουριστικού λεωφορείου, Ν. Π., ουδεμία μνεία κάνει για την υπ’ αρ. 11933/12-3-2015 τελεσίδικη απόφαση του ως Εφετείο δικάσαντος Γ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (που εκδόθηκε κατ’ έφεση της πρωτόδικης υπ’ αρ. 3396/2014 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αντί του εσφαλμένου Πρωτοδικείου Αθηνών, που από προφανή παραδρομή αναγράφει το αναιρετήριο), με την οποία ο οδηγός του λεωφορείου κηρύχθηκε ένοχος για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, κατά το θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα, κατά το οποίο απεβίωσε ο γιος του αναιρεσείοντα, την οποία απόφαση ο αναιρεσείων είχε προσκομίσει με νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου.
Στην προκειμένη περίπτωση από τις από 7-10-2015 και 8-10-2015 προτάσεις του αναιρεσείοντα ως 1ου εκκαλούντα και ως εφεσιβλήτου αντίστοιχα, ενώπιον του Εφετείου, που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του ερευνώμενου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, προκύπτει ότι στη σελίδα 4 και 2 αντίστοιχα αυτών, ο αναιρεσείων αναφέρει, κατ’ ακριβή αντιγραφή, τα εξής: "...προσκομίζω με επίκληση την υπ’ αρ. 11933/12-3-2015 απόφαση του Γ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάζεται ο οδηγός του τουριστικού λεωφορείου Ν. Π. για τον ένδικο θάνατο του γιου μου, Π. Λ....". Εξάλλου από το απόσπασμα της ως άνω απόφασης το οποίο ο αναιρεσείων προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα με τις προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι ο οδηγός του τουριστικού λεωφορείου κηρύχθηκε ένοχος, κατά πλειοψηφία (μειοψηφούντος του εκ δεξιών Δικαστή) για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, που έλαβε χώρα στην ... στις 9-3-2013 και καταδικάστηκε σε φυλάκιση έξη (6) μηνών με τριετή αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Όμως, από αυτό το απόσπασμα δεν προκύπτει, πότε η ποινική απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 142 παρ. 4 περ. 2α σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 473 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ώστε να ερευνηθεί, εάν στο πολιτικό εφετείο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, στις 15-10-2015, είχε προσκομιστεί το πλήρες κείμενο της ποινικής ως άνω απόφασης, με τις αιτιολογίες του σκεπτικού του Ποινικού Δικαστηρίου (που ας σημειωθεί ούτε και σήμερα προσκομίζει ο αναιρεσείων), τις οποίες αιτιολογίες όφειλε η προσβαλλόμενη απόφαση να αντικρούσει ειδικά, εφόσον κατέληξε σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα. Επομένως, ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα (κύριου ή πρόσθετου), η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Βδ’ ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), που παραστάθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ?
Απορρίπτει την από 3-6-2016 (αρ. κατ. ...2016) αίτηση αναίρεσης και τον από 10-8-2016 (αρ. κατ. ...2016) πρόσθετο λόγο αυτής κατά της οριστικής υπ’ αρ. 1387/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ).
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2018.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ