147/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 147 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 147/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 147 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 147/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. χας Α. Α., το γένος Η. Μ., κατοίκου ..., 2. Η. Α. του Α., κατοίκου ..., 3. Ζ. συζ. Σ. Σ., το γένος Α. Α., κατοίκου ..., όλων των ως άνω εκ διαθήκης κληρονόμων του Α. Α. του Κ., 4. Α. Α. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Η. Μ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚπολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. θυγ. Γ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Τζαβέλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 575/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 2844/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-9-2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 8-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 1041 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι "εκείνος που έχει στην νομή του με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο πράγμα κινητό για μια τριετία και ακίνητο για μια δεκαετία γίνεται κύριος του πράγματος", προκύπτει, ότι για την κτήση της κυριότητος ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται και ή συνδρομή του στοιχείου του νομίμου τίτλου, ήτοι περιστατικού παραγωγικού κατά νόμο κυριότητας, που αποτελεί την έννομη δικαιολογία της νομής του πράγματος με διάνοια κυρίου, όπως είναι και το μεταβιβαστικό της κυριότητας για νόμιμη αιτία συμβολαιογραφικό έγγραφο, που έχει νομίμως μεταγραφεί και παρουσιάζει εξωτερικώς τους όρους του εγκύρου τίτλου. Τυχόν ελαττώματα του, κείμενα εκτός αυτού, όπως και η έλλειψη κυριότητας στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος, καλύπτονται από την χρησικτησία, αν συντρέχουν και οι λοιποί όροι αυτής. Απαιτείται ακόμη και καλή πίστη, ήτοι πεποίθηση του νομέως, η οποία δεν οφείλεται σε βαρεία αμέλεια του πως με τον τίτλο απέκτησε την κυριότητα, η οποία πεποίθηση πρέπει να υπάρχει κατά την κτήση της νομής. Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι αν το συγκεκριμένο ακίνητο, στο οποίο ασκείται η νομή, δεν περιλαμβάνεται στα όρια του ακινήτου που μεταβιβάστηκε με τον τίτλο, δεν υπάρχει ως προς αυτό νόμιμος τίτλος, διότι ελλείπουν τα εξωτερικά στοιχεία του εγκύρου τίτλου, αφού η μεταβιβαστική δικαιοπραξία δεν το καταλαμβάνει. Στην περίπτωση αυτή μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να υπάρχει νομιζομενος τίτλος, κατά την έννοια του άρθρου 1043 παρ. 1 ΑΚ, όπως όταν ο αγοραστής, κατά την εφαρμογή του τίτλου του, από συγγνωστή πλάνη, καταλαμβάνει μεγαλύτερη έκταση από αυτή που του πωλήθηκε, ή πίστεψε δικαιολογημένα ότι το ακίνητο που περιήλθε στη νομή του περιλαμβάνεται στον τίτλο του, ο οποίος όμως(τίτλος) αφορά άλλο συνεχόμενο ακίνητο, υπό την προϋπόθεση ότι ο νομέας κατά την κτήση της νομής δικαιολογημένα, ήτοι χωρίς βαρεία αμέλεια υπέλαβε ως υπάρχοντα τον ανύπαρκτο τίτλο. Αυτός που επικαλείται τέτοιον τίτλο πρέπει να αποδείξει και τα στοιχεία που τον θεμελιώνουν. Εξάλλου, οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, όταν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στον εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στη δεύτερη (ελάσσονα) πρόταση του νομικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή, κατά τη βάση της που στηρίζεται στην τακτική χρησικτησία, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο αποβιώσας Α. Α., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας των δευτέρου και τρίτης των εναγόντων, καθώς και ο τέταρτος των εναγόντων, άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της ήδη εναγομένης Μ. Σ., την από 9-1-1992 και με αυξ, αριθμ. κατάθ. 252/1992 αγωγή τους, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι έγιναν συγκύριοι, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με παραγωγό τρόπο ήτοι δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου υπ' αριθμ. .../29-5-1958 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Δουφεξόπουλου, άλλως πρωτοτύπως, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, ενός οικοπέδου τριγωνικού σχήματος, που βρίσκεται στο υπ' αριθμ. 777 Ο.Τ. του Δήμου Αγίου Δημητρίου Αττικής, στη θέση "Τσουκάλι", στη συμβολή των οδών Αγίου Αθανασίου και Γ. Καπετσώνη, επιφάνειας 265,78 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται στο από Δεκεμβρίου 1982 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ζ. Κ. και συνορεύει βόρεια επί πλευράς Δ-Ε μ. 38,80 με ιδιοκτησία πρώην κληρονόμων Γ. Σ., νότια, επί πλευράς Ν-Ε, μ. 35, με την οδό Καπετσώνη και ανατολικά, επί πλευράς Δ-Ν, μ. 15,20 με την οδό Αγίου Αθανασίου, ότι η εναγομένη αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητας τους επί του εν λόγω οικοπέδου και ζήτησαν να αναγνωριστούν συγκύριοι αυτού. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκαν: α)η υπ' αριθμ. 3242/1992 πράξη του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκαν αποδείξεις και η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, β) η 3069/2004 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατ' αποδοχή ένσταση ιδίας κυριότητας της εναγομένης, στηριζόμενη στην τακτική και έκτακτη χρησικτησία. Κατόπιν εφέσεως των εναγόντων κατ' αυτής, εκδόθηκε η 5522/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή, απέρριψε την επικουρική βάση της του πρωτότυπου τρόπου κτήσεως κυριότητας με τακτική και έκτακτη χρησικτησία ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονταν στο δικόγραφο της πράξεις νομής εκ μέρους των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους, δέχθηκε ότι στους τίτλους των εναγόντων, ήτοι στο .../1958 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Πολύδωρα Βαρδουλάκη, με το οποίο οι ενάγοντες είχαν αγοράσει από τον πατέρα τους Κ. Α. έναν αγρό εκτάσεως δύο στρεμμάτων "ως έγγιστα ή όσης εκτάσεως είναι", που βρίσκεται στην ως άνω θέση "Τσουκάλι" και συνορεύει ανατολικά με ρέμα δυτικά με ιδιοκτησία Π. Ζ., βόρεια με ιδιοκτησία Γ. Σ. και νότια με ιδιοκτησία Ι. Τ., καθώς και στον τίτλο του δικαιοπαρόχου τους, ήτοι στο .../1942 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Πολύδωρα Βαρδουλάκη, με το οποίο ο πατέρας τους αγόρασε τον ως άνω αγρό, από το επίδικο περιλαμβάνεται μόνο έκταση 4,60 τ. μ., η οποία απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα Α3 του πραγματογνώμονα τοπογράφου πολιτικού μηχανικού Π. Κ., συνημμένο στην από 11-6-2002 έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε με την 3242/1992 ως άνω πράξη του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με τα περιμετρικά στοιχεία Λ, Μ, Ν, Λ και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία της εναγομένης, σε πλευρά Λ-Μ μήκους 5 10 μ., νότια με την οδό Γ. Καπετσώνη, σε πρόσωπο Μ-Ν μήκους 4,75 μ. και νοτιοανατολικά με την οδό Αγίου Αθανασίου, σε πρόσωπο Ν-Λ μήκους 1,95 μ., ενώ το υπόλοιπο τμήμα του οικοπέδου ανήκει κατά ένα τμήμα στους τίτλους ιδιοκτησίας της εναγομένης (αριθμ. 12) και κατά ένα τμήμα στους τίτλους των προσθέτως υπέρ αυτής, παρεμβαινόντων Μ. Σ., Γ. Κ. και Π. Κ. (αριθμ. 11 και 13), καθώς και των δικαιοπαρόχων τους. Αφού δε απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας της εναγομένης, που στηρίζονταν στην τακτική και έκτακτη χρησικτησία, ως αόριστη, διότι και αυτή δεν επικαλούνταν συγκεκριμένες πράξεις νομής, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά την κύρια βάση της του παραγώγου τρόπου κτήσεως κυριότητας και αναγνώρισε τους κληρονόμους του Α. Α., ο οποίος είχε πεθάνει κατά τη συζήτηση της έφεσης, ήτοι τους ήδη εφεσίβλητους, και τον δεύτερο των εναγόντων Α. Α. συγκυρίους της ως άνω εδαφικής έκτασης των 4,60 τ.μ. Με την υπό κρίση αγωγή τους οι ήδη ενάγοντες, κατά τ' ανωτέρω, επικαλούμενοι ότι νεμήθηκαν το υπόλοιπο τμήμα των 261,18 τ.μ., αξίας 91.141 ευρώ, όπως το προσδιορίζουν στην αγωγή τους, ως προς το οποίο απορρίφθηκε η βάση του παραγώγου τρόπου κτήσεως κυριότητας της αγωγής τους, με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, με τίτλους (για την τακτική χρησικτησία) πάλι τα προαναφερθέντα .../1958 και .../1942 συμβόλαια, καθώς και την .../2006 πράξη αποδοχής κληρονομιάς οι τρεις πρώτοι, προσμετρώντας και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους, ζητούν να αναγνωριστούν η πρώτη επικαρπώτρια του ημίσεως αυτού, ψιλοί συγκύριοι κατά ποσοστό 25/100 εξ αδιαίρετο", ο καθένας οι δεύτερος και τρίτη και συγκύριος κατά 50/100 ο τέταρτος. Όσον αφορά την επικαλούμενη τακτική χρησικτησία, με τίτλους τα προαναφερθέντα .../1958 και .../1942 συμβόλαια, κατά τα προαναφερθέντα με την 5522/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, κατ' αρθρ. 221 επόμ. το οποίο δεσμεύει το Δικαστήριο τούτο (αρθρ. 322 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), ότι και το ήδη επίδικο ακίνητο των 261,18 τ.μ. δεν περιλαμβάνεται στους ως άνω δύο τίτλους.
Συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, οι τίτλοι αυτοί δεν μπορούν να αποτελέσουν νόμιμο τίτλο για την άσκηση τακτικής χρησικτησίας, διότι δεν πρόκειται για έλλειψη κυριότητας των δικαιοπαρόχων τους επί του ακινήτου που τους μεταβιβάζουν, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι ενάγοντες, οπότε πράγματι θα μπορούσαν να αποτελέσουν νόμιμο τίτλο για την απόκτηση κυριότητας με τακτική χρησικτησία, αλλά αυτό δεν περιλαμβάνεται στους εν λόγω τίτλους. Οι τίτλοι αυτοί θα μπορούσαν, υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, να αποτελέσουν νομιζόμενους τίτλους, τέτοια όμως περιστατικά δεν διαλαμβάνονται στην αγωγή. Όσον αφορά δε την .../2006 πράξη αποδοχής κληρονομιάς, που μπορεί να αποτελέσει νόμιμο τίτλο για τακτική χρησικτησία, δεν συντρέχει η αναγκαία, κατ' αρθρ. 1041 ΑΚ προϋπόθεση της δεκαετούς καλόπιστης νομής, διότι από τις 2-1-2005, που πέθανε ο δικαιοπάροχος των τριών πρώτων των εναγόντων Α. Α., έως την άσκηση της αγωγής (8-1-2007), δεν συμπληρώνεται δεκαετία". Με βάση τις παροχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση της εναγομένης - αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή των αναιρεσειόντων και ως προς την επί της τακτικής χρησικτησίας ερειδομένη βάση της και απέρριψε αυτή (αγωγή), ως κατ' ουσίαν αβάσιμη . Με την εκτεθείσα κρίση του το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις (1041 και 1043 του ΑΚ), καθώς και αυτές των άρθρων 1042 και 1044 του ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα ή μη των εν λόγω διατάξεων. Ειδικότερα, οι ειρημένες πραγματικές του διαπιστώσεις ανταποκρίνονται πλήρως στο ότι οι αναιρεσείοντες -ενάγοντες δεν είχαν τις προϋποθέσεις να αποκτήσουν την κυριότητα του επιδίκου με τακτική χρησικτησία, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται ότι δεν είχαν νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο, στοιχείο απαραίτητο για την ύπαρξη τακτικής χρησικτησίας στο πρόσωπο αυτών ή των δικαιοπαρόχων τους. Όσον αφορά δε την .../2006 πράξη αποδοχής κληρονομιάς εκ μέρους των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, του δικαιοπαρόχου τους, Α. Α., αποτελεί μεν νόμιμο τίτλο, πλην όμως δεν συντρέχει η προϋπόθεση της δεκαετούς καλόπιστης νομής στο πρόσωπο τους, αφού από τον θάνατο αυτού (2-1-2005) μέχρι την άσκηση της αγωγής (8-1-2007), δεν συμπληρώνεται δεκαετία. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 απορρέων, πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες και υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ., αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια, ότι δεν αιτιολόγησε την κρίση του, με την οποία απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό τους, ότι η αναιρεσίβλητη παρέβη το επιβαλλόμενο από το άρθρο 116 ΚΠολΔ καθήκον αληθείας, αφού το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, κατά παράβαση του άρθρου 527 ΚΠολΔ, επικαλέσθηκε έγγραφα, που δεν είχε επικαλεσθεί πρωτοδίκως, τα οποία σχετίζονται με την άσκηση νομής στο επίδικο εκ μέρους της. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι η κρίση περί του παραδεκτού της δικαιολογημένης ή μη προσκομιδής των εγγράφων, σύμφωνα με το άρθρο 529 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση των Ε. χήρας Α. Α. κλπ, για αναίρεση της 2844/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11-1-2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24-1-2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ