147/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 147 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 147/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Λούκα και Βασίλειο...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 147 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 147/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Λούκα και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Γ. χήρας Ξ. Κ., κατοίκου ..., 2) Γ. θυγατέρας Ξ. Κ., 3) Β. Ξ. Κ., 4) Α. συζύγου Β. Κ., το γένος Π. Λ., 5) Β. Κ. του Ξ. και Α. συζύγου Β. Κ., το γένος Π. Λ., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα και ενεργούντων για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους: α) Ξ. Β. Κ. και β) Π. Β. Κ., κατοίκων ..., 6) Α. θυγατέρας Ξ. Κ., 7) Ε. Π. Χ., κατοίκων ..., 8) Π. θυγατέρας Ξ. Κ., συζύγου Κ. Α., 9) Κ. Π. Α., 10) Α. θυγατέρας Κ. Α., κατοίκων ..., 11) Π. Κ. Α., 12) Π. Ε. Χ., κατοίκου ..., 13) Β. Ε. Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Σεραφείμ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Κ. χήρα του Σ., κατοίκου ..., 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ Α.Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Ζήση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 138/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 252/2007 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 9/10/2007 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1838/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι ως άνω αναιρεσείοντες με την από 13/9/2009 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 15/5/2009 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Σοφίας Καραχάλιου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ, συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομος συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παρανόμου συμπεριφοράς και της ζημίας. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομος και υπαίτια συμπεριφορά του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορος αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή, από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Περαιτέρω, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος. Σύμφωνα δε με την διάταξη και του άρθρου 12 παρ. 1 εΔ β' του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή. Εξ άλλου, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να κριθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, όχι όμως αν οι ελλείψεις ή αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του σαφώς εκτιθεμένου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος. Κατά την διάταξη δε του άρθρου 559 αριθμ. 1 εΔ β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Η από την διάταξη αυτή παράβαση ελέγχεται μόνον αν τα διδάγματα της κοινής πείρας αφορούν στην ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όχι όμως όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή εκτίμηση αποδείξεων. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση. Δεν αποτελούν "πράγματα" και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπ' όψη τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, καθώς και περιστατικά επουσιώδη που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό. Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 17.5.2004 και περί ώρα 13.45' ο Ξ. Κ. οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... τρίκυκλο μοτοποδήλατο εκινείτο στην εθνική οδό ...-... με κατεύθυνση προς ..., κατά τον ίδιο δε χρόνο στην ίδια οδό με αντίθετη κατεύθυνση εκινείτο ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία. Η εν λόγω οδός έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας με διαχωριστική νησίδα, που διακόπτεται στο ύψος της διακλάδωσης (4ο χιλιόμετρο) με κάθετη δευτερεύουσα ανώνυμη οδό, που οδηγεί στα καταστήματα "LIDL"και "Μαρινόπουλου". Όταν ο Ξ. Κ. έφθασε στο σημείο αυτό, έχοντας πρόθεση να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά και να εισέλθει στην παραπάνω κάθετη οδό, δεν έλεγξε την κίνηση των οχημάτων στο αντίθετο ρεύμα πορείας, από το οποίο θα διερχόταν, με αποτέλεσμα να βρεθεί κάθετα στο οδόστρωμα του ρεύματος πορείας της εθνικής οδού προς ..., όπου εκινείτο κανονικά ο πρώτος εναγόμενος και να παρεμβληθεί αιφνιδιαστικά στην πορεία του αυτοκινήτου του. Ο τελευταίος όταν αντιλήφθηκε το όχημα του Ξ. Κ. επιχείρησε πέδηση και αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση με αυτό, χωρίς όμως να το πετύχει λόγω της αιφνίδιας εισόδου του τρίκυκλου στο δικό του ρεύμα πορείας. Αποτέλεσμα της αντικανονικής αυτής ενέργειας του Ξ. Κ. ήταν να συγκρουστεί το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του επιβατηγού αυτοκινήτου με το πλάγιο δεξιό μέρος του τρίκυκλου, τη στιγμή που αυτό εισερχόταν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας προς ..., μετά δε τη σύγκρουση το αυτοκίνητο του εναγομένου συνέχισε να κινείται φρεναριστά προς τα δεξιά παρασέρνοντας για 13,50 μέτρα περίπου το τρίκυκλο, το οποίο κατέληξε στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος. Κατά το τροχαίο αυτό ατύχημα ο Ξ. Κ. υπέστη κακώσεις κεφαλής, θώρακα και κοιλίας, από τις οποίες επήλθε ο θάνατος του (βλ. την από 25.5.2004 έκθεση του Ιατροδικαστή Θ. Β.). Από τα παραπάνω περιστατικά αποδεικνύεται ότι υπαίτιος του ατυχήματος αυτού είναι ο οδηγός του τρίκυκλου μοτοποδηλάτου Ξ. Κ., ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλλει κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες, με αποτέλεσμα να εισέλθει αιφνιδιαστικά στο ρεύμα πορείας του εναγόμενου οδηγού, ενώ έπρεπε να αναμείνει να διέλθει πρώτα αυτός τη διασταύρωση των δύο οδών. Αντίθετα, για την πρόκληση του ατυχήματος καμμία ευθύνη δε βαρύνει τον εναγόμενο, ο οποίος δεν αποδείχθηκε ότι εκινείτο με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου των 70 χιλιομέτρων την ώρα στο σημείο εκείνο, ενόψει του μήκους των ιχνών τροχοπέδησης (29,50 μέτρα), της ξηρής κατάστασης της οδού (συντελεστής τριβής 0,70) και της καλής κατάστασης των ελαστικών του οχήματος που οδηγούσε (βλ. την από 24.5. 2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Σ., Μηχανολόγου- Εργοδηγού, που διενεργήθηκε κατ' εντολή της Τροχαίας Ιωαννίνων). Δεν μπόρεσε, όμως, παρά την πέδηση φρένων, στην οποία προέβη, και τον ελιγμό προς τα δεξιά, να αποφύγει - τη σύγκρουση με το τρίκυκλο, λόγω της απότομης και αιφνιδιαστικής εισόδου αυτού μέσα στο δικό του ρεύμα πορείας. Πρέπει να σημειωθεί ότι η κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων ότι με δικό του όχημα ακολουθούσε το τρίκυκλο με ίδια ταχύτητα και συγκεκριμένα με 70 χιλιόμετρα την ώρα και ότι το αυτοκίνητο του εναγομένου εκινείτο με ταχύτητα μεγαλύτερη των 100 χιλιομέτρων και προς την ίδια κατεύθυνση, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα πραγματικά γεγονότα αφενός της αντίθετης κατεύθυνσης που είχαν τα δύο οχήματα και ομολογείται από τους διαδίκους και αφετέρου της ικανότητας του τρίκυκλου να κινείται με μέγιστη ταχύτητα 38 χιλιομέτρων την ώρα (βλ. στοιχείο 4.6 του παραρτήματος στο υπ' αριθμ. πρωτ. 1094/30/2003 δελτίο κοινοποίησης έγκρισης τρίκυκλων της Διεύθυνσης Τεχνολογίας Οχημάτων του Υπουργείου Μεταφορών). Τέλος, η κρίση του Δικαστηρίου για την αποκλειστική υπαιτιότητα του αποβιώσαντα Ξ. Κ. ενισχύεται και από την ενέργεια της ασφαλιστικής εταιρίας αυτού (ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ) να αποζημιώσει τον εναγόμενο για τις υλικές ζημίες του δικού του αυτοκινήτου (βλ. την από 26.11.2004 απόδειξη είσπραξης αποζημίωσης της παραπάνω ασφαλιστικής εταιρίας). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα περιστατικά σχετικά με την υπαιτιότητα στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, ώστε είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ο λόγος της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα εναντία... Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των εναγόντων-αναιρεσειόντων και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τούτων. Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο δεν παρεβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, εφ' όσον διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της συνδρομής ή μη των όρων των κανόνων αυτών, που εφαρμόσθηκαν, και ειδικότερα περί του ζητήματος της υπάρξεως ή μη υπαιτιότητος του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών. Επομένως, η υπό στοιχ.
ΙΙ δ' αιτίαση, περί αντιφατικής αιτιολογίας της αποφάσεως, εν σχέσει προς το σημείο της συγκρούσεως, του πρώτου λόγου αναιρέσεως, κατά το μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η έλλειψη νομίμου βάσεως, λόγω ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές δε αιτιάσεις του αυτού λόγου αναιρέσεως, κατά το αυτό μέρος του, καθώς και οι αιτιάσεις του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, είναι απαράδεκτες, διότι ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο όμως στην απόφαση εκτίθεται σαφώς. Κατόπιν τούτων, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 και 1 και 8 του αυτού άρθρου, που εκτιμάται ως λόγος από τον αριθμό 19 του αυτού άρθρου του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Ωσαύτως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, (αιτίαση υπό στοιχ. ΙΙ γ') με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπ' όψη το εύρημα της θέσεως των υάλων, για τον καθορισμό του σημείου της συγκρούσεως των οχημάτων, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι, το πραγματικό περιστατικό, που φέρεται, κατά το αναιρετήριο, ότι δεν έλαβε υπ' όψη το Εφετείο, δεν αποτελεί "πράγμα", υπό την εκτεθείσα στην μείζονα πρόταση έννοια, ήτοι αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό. Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως (αιτίαση υπό στοιχ. Ι β' και ΙΙ γ' ), αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο παρεβίασε "τα πασίδηλα" γεγονότα, που αναφέρονται στην πέδηση των αυτοκινήτων CITROEN και τον χειρισμό πεδήσεως και κατευθύνσεως του τιμονιού, καθώς και αυτά που αναφέρονται στο σημείο της συγκρούσεως από την ύπαρξη υάλων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το ανωτέρω μέρος του, εκτιμώμενος ως λόγος από τον αριθμό 1 εΔ β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας (χαρακτηριζόμενα ως πασίδηλα στο αναιρετήριο) δεν ανάγονται στην ερμηνεία των προαναφερομένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων. Εξ άλλου, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 και 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπ' όψη και άφησε αδίκαστους τους αναφερομένους στο αναιρετήριο λόγους της εφέσεώς του. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ορθώς εκτιμώμενος ως λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο διότι οι επικαλούμενοι στο αναιρετήριο "λόγοι" της εφέσεως συνιστούν, ενιαίως, λόγο περί εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων εφ' όσον δεν αναφέρονται σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς. Επ' αυτού δε, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας εκτίθεται ανωτέρω, έκρινε το δικαστήριο, δεχόμενο τα εναντία, και απέρριψε αυτόν και την έφεση στο σύνολό της. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 256 § 1 του ΚΠολΔ, για την προφορική συζήτηση συντάσσονται στο αναιρετήριο από τον γραμματέα και με τις οδηγίες του δικαστού που διευθύνει την συζήτηση πρακτικά, που πρέπει να περιέχουν, πλην άλλων, και τις καταθέσεις των μαρτύρων. Κατά τις διατάξεις δε του άρθρου 258 § 1 και 259 § 1, τα πρακτικά υπογράφονται από τον δικαστή που διευθύνει την συζήτηση και από τον γραμματέα, αποτελούν δε πλήρη απόδειξη, ως προς την συζήτηση και το περιεχόμενό της. Εκ τούτων συνάγεται, ότι αν λείπουν οι δύο υπογραφές ή έστω η μία από αυτές, χωρίς να υπάρχει και να αναφέρεται το κώλυμα των δικαστών κατά την παράγ. 2 του άρθρου 258 § 2 του ΚΠολΔ, τότε τα πρακτικά δεν αποτελούν ολοκληρωμένο δημόσιο έγγραφο και στερούνται της, ως άνω, αποδεικτικής διατάξεως. Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των, ως άνω, διατάξεων, προς την διάταξη του άρθρου 438 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι τα πρακτικά του δικαστηρίου, ως δημόσιο έγγραφο, εφ' όσον έχουν συνταχθεί κατά τους νομίμους τύπους, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όσα βεβαιώνονται σ' αυτά ότι έγιναν ενώπιον του συντάκτου των, ανταπόδειξη δε επιτρέπεται μόνον με την προσβολή των ως πλαστών. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 20 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, όταν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή αν απέδωσε σε έγγραφο, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ΚΠολΔ, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από το αληθινό και ακολούθως, στηριζόμενο μόνο σ' αυτό ή κυρίως σ' αυτό, κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα. Επομένως, ως έγγραφα, η παραμόρφωση των οποίων ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται μόνον τα καθοριζόμενα στα άρθρα 339 και 342 επ. του ΚΠολΔ, κατά κυριολεξία, αποδεικτικά έγγραφα. Τέτοια έγγραφα δεν αποτελούν τα διαδικαστικά έγγραφα της ενεστώσας δίκης, ούτε τα έγγραφα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως τα πρακτικά του δικαστηρίου, που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων. Ωσαύτως, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 12 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνον αν τι δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε κατά τον νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο. Όμως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται στην ειδική διαδικασία του άρθρου 681 Α του ΚΠολΔ (διαφορές για ζημίες από αυτοκίνητο και την σύμβαση της ασφαλίσεώς του), κατά την οποία το δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψη και αποδεικτικά μέσα μη πληρούντα τους όρους του νόμου. Τέλος, για την ίδρυση του, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ προβλεπομένου, λόγου αναιρέσεως, πρέπει το αποδεικτικό μέσο να ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή να επιδρά στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμιμο. Στην παρούσα περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το μέρος του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δέχθηκε ισχυρισμό, που δεν προέβαλαν οι εναγόμενοι-αναιρεσίβλητοι, ήτοι ότι ο εξετασθείς μάρτυς Λ. Ν. κατευθύνετο από ... προς ..., βαίνοντας πίσω από το τρίκυκλο μοτοποδήλατο που οδηγεί ο θανών Ξ. Κ., ενώ δεν έλαβε υπ' όψη του προταθέντα από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμό, ότι η κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρος ήταν αλλοιωμένη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το ανωτέρω μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν "πράγμα", υπό την εκτεθείσα στη μείζονα πρόταση της πρώτης, ως άνω, σκέψεως, αλλά ανάγονται στο περιεχόμενο αποδεικτικού μέσου. Ο αυτός δε λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίοι αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη το χειρόγραφο πρακτικό, περί της συζητήσεως ενώπιον του Πρωτοδίκου Δικαστηρίου, που προσκόμισαν και επεκαλέσθησαν στο Εφετείο οι αναιρεσείοντες, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι ανάγεται σε αποδεικτικό μέσο, προς ανταπόδειξη του περιεχομένου του επισήμου πρακτικού του Δικαστηρίου, το οποίο, ως ολοκληρωμένο δημόσιο έγγραφο, δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι προσβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες ως πλαστό. Ωσαύτως, ο αυτός ο λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παραμορφώσεως, από το Εφετείο, του περιεχομένου του πρακτικού του πρωτοδίκου δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι η επικαλουμένη παραμόρφωση ανάγεται σε έγγραφο μη κατά κυριολεξία αποδεικτικό, κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 342 επ. ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα πρόταση της παρούσας σκέψεως. Εξ άλλου, ο αυτός (τρίτος) λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, από τον αυτό αριθμό του αυτού άρθρου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παραβιάσεως από το Εφετείο των ορισμών του νόμου, εν σχέσει με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, διότι η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια δεν ιδρύεται στην ειδική διαδικασία του άρθρου 681 του ΚΠολΔ, κατά την οποία δικάσθηκε η προκειμένη υπόθεση. Τέλος, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παραμορφώσεως, από το Εφετείο, του περιεχομένου της από 17-5-2004 εκθέσεως αυτοψίας της Τροχαίας Ιωαννίνων, του από 17-5-2004 σχεδιαγράμματος της Τροχαίας Ιωαννίνων και τις προσκομισθείσες με επίκληση, φωτογραφίες, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια του αρ.2 του αρθ.559 ΚΠολΔικ. η έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα της τροχαίας η αποδιδόμενη δε παραμόρφωση των φωτογραφιών ανάγεται στην εκτίμηση του αποδεικτικού περιεχομένου αυτών. Επομένως εφ' όσον όλοι οι λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέα, συνακόλουθα απορριπτέα είναι και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Τέλος οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας των αρθρ. 183 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-10-2007 αίτηση της Γ. Κ. κ.λ.π για αναίρεση της υπ' αριθ. 252/2007 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2010 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2011.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ